Αριθμός 1020/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη και Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 70228/2005 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με κατηγορούμενο τον Χ1, κάτοικο ......, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γεωργόπουλο. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 34/22-6-2005 έκθεση αναιρέσεώς του, που συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1161/2005. Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και τον πληρεξούσιο του κατηγορουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία του άρθρου 472 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώρηση της απόφασης καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά οποιασδήποτε απόφασης, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης και η υπέρβαση εξουσίας. ΙΙ.- Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, όποιος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Η αξιόποινη αυτή πράξη διωκόταν αρχικά αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά την ισχύ (από 4-6-1996) του Ν. 2408/1996 στο άρθρο 4 παρ. 1 περ. Α' του οποίου ορίζεται ότι προστίθεται στο άρθρο 1 του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933 η παρ. 5 κατά την οποία "η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε" η ποινική δίωξη χωρεί μετά από έγκληση. Περαιτέρω με την παρ. 1 του άρθρου 22 του Ν. 2721/1999 προστέθηκε εδάφιο στην πιο πάνω παρ. 5, κατά το οποίο "για πράξεις που προβλέπονται στις παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου, για τις οποίες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχει ασκηθεί αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη, η διαδικασία συνεχίζεται αν εκείνος που δικαιούται σε έγκληση δηλώνει ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου", ενώ στην παρ. 2 εδ. α' του πιο πάνω άρθρου 22 ορίζεται ότι "αν η δήλωση που προβλέπεται στην παρ. 1γ του άρθρου 4 του Ν. 2408/1996 όπως παραπάνω αντικαταστάθηκε δεν υπάρχει και δεν υποβληθεί μέσα σε έξι (6) μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου καθώς και σε περίπτωση ανάκλησης της έγκλησης, η ποινική δίωξη παύει οριστικά". Από τα παραπάνω συνάγεται ότι δικαιούχος προς υποβολή εγκλήσεως για έκδοση ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής μπορεί να είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όταν εμφανίσθηκε η επιταγή στον πληρωτή και όχι οποιοσδήποτε άλλος που έγινε κομιστής της επιταγής εξ αναγωγής, καθόσον ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι εκείνος της εμφανίσεως της επιταγής και η έγκληση χορηγείται στον παθόντα κομιστή που την εμφανίζει και διαπιστώνεται η αδυναμία ικανοποιήσεώς του, λόγω της ελλείψε3ως διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη. Η λύση αυτή, συμπορεύεται με τη γενική διάταξη του άρθρου 118 παρ. 1 του ΠΚ που ορίζει ότι το δικαίωμα της εγκλήσεως ανήκει στον αμέσως παθόντα από την αξιόποινη πράξη, αν ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά με ειδική διάταξη. Έτσι, στο εν λόγω έγκλημα αμέσως ζημιωθείς, που δικαιούται και αποζημίωση κατά το άρθρο 914 ΚΑ, είναι μόνο ο κομιστής της επιταγής κατά το χρόνο εμφανίσεώς της και βεβαιώσεως της μη πληρωμής της, ενώ από την πιο πάνω διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933, όπως προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 περ. α' του Ν. 2408/1996 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν προκύπτει σαφής βούληση του νομοθέτη να επεκτείνει το δικαίωμα εγκλήσεως και στον εξ αναγωγής υπόχρεο προς πληρωμή, ο οποίος έγινε κομιστής της επιταγής, αφού προηγουμένως την εξόφλησε, διότι ναι μεν η περιουσιακή βλάβη του τελευταίου (από την εξόφληση της επιταγής) ανάγεται αιτιοκρατικά στην έλλειψη κεφαλαίων για την κάλυψη της επιταγής, όμως δεν είναι απότοκη κατά πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια, του παραπάνω εγκλήματος, αλλά της εξ αναγωγής ευθύνης του, η οποία προβλέπεται ειδικά στο νόμο (Ολομ. Α.Π. 30/2003, 18/2994). ΙΙΙ.- Το άρθρο 39 του Ν. 5960/1933, ορίζει ότι: Ο εκδότης ως και ο κομιστής της επιταγής δύναται να απαγορεύσει την εις χρήμα πληρωμήν αυτής, καταχωρίζων εις το έμπροσθεν μέρος αυτής πλαγίως την μνείαν "πληρωτέαν εις λογαριασμόν" ή ισοδύναμον φράσιν. Εν της περιπτώσει ταύτη η επιταγή δύναται να παράσχει από μέρους του πληρωτού αφορμήν μόνον εις λογιστικόν κανονισμόν (πίστωσις εις λογαριασμόν, γύρος ή συμψηφισμός). Ο λογιστικός κανονισμός ισχύει ως πληρωμή. Η διαγραφή της μνείας "πληρωτέα εις λογαριασμόν" θεωρείται μη γενομένη". Η διάταξη αυτή προβλέπει τη λογιστική επιταγή και η λειτουργία αυτής (λογιστικής επιταγής) έγκειται στη διενέργεια της πληρωμής της υποχρεωτικώς με λογιστική πράξη χωρίς την καταβολή μετρητών. Διακριτικό γνώρισμα της επιταγής αυτής είναι η επ' αυτής σημειούμενη ρήτρα "εις λογαριασμόν" ή μία άλλη ισοδύναμη φράση, η οποία μπορεί να γράφεται με οποιονδήποτε τρόπο (χειρογράφως ή με μηχανικό μέσο) και να γίνεται σε κάθε επιταγή. Η σημείωση αυτή γίνεται είτε από τον εκδότη είτε από τον κομιστή -χωρίς να απαιτείται να συνοδεύεται από υπογραφή- ενώ μπορεί, η εκδιδόμενη ως συνήθης (κοινής) επιταγή να μετατρέπεται από τον κομιστή της σε λογιστική. Ο λογιστικός κανονισμός της εν λόγω επιταγής μπορεί να γίνει με: α) την πίστωση σε λογαριασμό, β) τον γύρο και γ) τον συμψηφισμό. Πίστωση σε λογαριασμό υπάρχει όταν ο κομιστής της επιταγής έχει λογαριασμό στην πληρώτρια Τράπεζα, οπότε για την πληρωμή της επιταγής πιστούται ο λογαριασμός αυτός. Γύρος, με την έννοια του νόμου υπάρχει όταν ο κομιστής δεν έχει λογαριασμό στην πληρώτρια Τράπεζα, αλλά σε άλλο Τραπεζίτη, οπότε για την πίστωση του λογαριασμού του απαιτείται η μεταφορά του ποσού της επιταγής στο λογαριασμό του άλλου Τραπεζίτη, ενώ με συμψηφισμό πληρώνεται η επιταγή μέσω του συμψηφιστικού γραφείου. Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στην ερμηνευόμενη ή εφαρμοζόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο. Τέλος υπέρβαση εξουσίας που συνιστά τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης υπάρχει, με βάση το γενικό ορισμό, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπέρβασης σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία ενώ στη δεύτερη περίπτωση παραλείψει να αποφασίσει κάτι το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. IV.- Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της δικογραφίας για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προέκυψαν τα εξής: Ο Χ1 εξέδωσε εις διαταγή του Β1 δύο επιταγές πληρωτέες στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. την 27-11-2002 και 16-12-2001 ποσού δραχμών 20.000.000 και 22.500.000 αντιστοίχως. Λόγω του ότι ο λήπτης δεν τηρούσε λογαριασμό στην πληρώτρια Τράπεζα, εμφάνισε αυτές προς πληρωμή εμπροθέσμως στην Τράπεζα EFG Eurobank A.E., στην οποία τηρούσε λογαριασμό αφού τις μετέτρεψε σε λογιστικές επιταγές, με την έννοια όχι της πληρωμής σε μετρητά, αλλά σε πίστωση του λογαριασμού του, με την προσθήκη της φράσης "πληρώσατε σε διαταγή-Τράπεζα EFG Eurobank A.E. αξία σε πίστωση λογαριασμού". Οι επιταγές αυτές, αν και εμφανίσθηκαν εμπροθέσμως από την κατέχουσα (αυτές) κομίστρια Τράπεζα (Eurobank) για να πληρωθούν μέσω του γραφείου συμψηφισμού Αθηνών, δεν πληρώθηκαν με αμοιβαίο μεταξύ της κομίστριας Τράπεζας και της Ε.Τ.Ε., που ήταν πληρώτρια, συμψηφισμό για έλλειψη αντίστοιχων διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό επί του οποίου σύρονταν. Με βάση τα προαναφερθέντα, σαφώς προκύπτει, ότι κομιστής των επίμαχων δύο τραπεζικών επιταγών είναι ο λήπτης τούτων Β1 και όχι η Eurobank, στην οποία μεταβιβάστηκαν οι επιταγές από τον ως άνω λήπτη απλώς προκειμένου να πληρωθούν από την πληρώτρια Τράπεζα (Ε.Τ.Ε.) προς τον σκοπό πιστώσεως του λογαριασμού του πιο πάνω λήπτη τούτων που τηρούσε στην Eurobank. Συνεπώς, ο Β1, ως κομιστής των δύο επιταγών εδικαιούτο, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 5 του Ν. 5960/1933, όπως η παρ. 5 προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1α΄ του Ν. 2408/1996, να υποβάλλει την έγκληση κατά του Χ1, εκδότη των επιταγών, ο οποίος πράγματι υπέβαλε αυτήν (έγκληση) την 11-2-2003 ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών. Ενόψει των όσων εκτέθηκαν ανωτέρω το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που δέχθηκε ότι την έγκληση στην προκείμενη περίπτωση έπρεπε να την υποβάλει η Eurobank, η οποία είχε καταστεί κομίστρια των επιταγών από οπισθογράφηση και ακολούθως να κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του κατηγορουμένου Χ1 για το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση, επειδή η σχετική έγκληση υποβλήθηκε από τον Β1, σε διαταγή του οποίου είχαν εκδοθεί οι επιταγές, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις, ενώ περαιτέρω υπερέβη την εξουσία του κατά τους βάσιμους σχετικούς από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Η' λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 70228/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, καθόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την με αριθμό 70228/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2007. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 9 Μαϊου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ