Αριθμός 787/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου - Εισηγήτρια, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου - Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Σ. του Μ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λαφαζάνο, για αναίρεση της υπ'αριθ.1572/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ελληνική Εταιρεία προς Προστασία της Πνευματικής Ιδιοκτησίας" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΕΠΙ ΑΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Ασπρογέρακα - Γρίβα. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Οκτωβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1182/2012. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 470 εδ.α' ΚΠοινΔ, στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως από εκείνον που καταδικάσθηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του, ούτε να ανακληθούν τα ευεργήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται. Με τη διάταξη αυτή, καθιερώνεται η αρχή της μη χειροτερεύσεως της θέσεως του κατηγορουμένου, με οποιονδήποτε τρόπο, αμέσως ή εμμέσως και δη είτε με την επαύξηση των ποινικών κυρώσεων σε βάρος του καταδικασθέντος (πραγματική χειροτέρευση), είτε με την επιβάρυνση της νομικής μεταχειρίσεως αυτού, δηλαδή κυρίως αν αναγνωρίζεται βαρύτερη ενοχή του από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (νομική χειροτέρευση), διαπιστούμενη με τη σύγκριση του περιεχομένου του διατακτικού, αφενός της αποφάσεως που προσβάλλεται με το ένδικο μέσο και αφετέρου αυτής που εκδίδεται από τον Δικαστήριο του ενδίκου μέσου. Η παράβαση της ανωτέρω διατάξεως συνιστά υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' λόγο αναιρέσεως. Τέτοια χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου δεν δημιουργείται όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (συνεκδικάζοντας εφέσεις του ίδιου κατηγορουμένου που τέλεσε το ίδιο έγκλημα πολλές φορές και καταδικάστηκε με περισσότερες αποφάσεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου) δέχεται, ότι υπό τα αυτά δεκτά γενόμενα και πρωτοδίκως πραγματικά γεγονότα η πράξη τελέσθηκε κατ` εξακολούθηση και όχι κατά συρροή, εφόσον η υπό του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επιβληθείσα ποινή είναι η αυτή ή μικρότερη της πρωτόδικα επιβληθείσας, καθόσον ο χαρακτηρισμός των πράξεων ενός εγκλήματος ως εξακολουθητικών, συνεπάγεται ευμενέστερη ποινική μεταχείριση του δράστη, από ό,τι ο χαρακτηρισμός της κατά συρροή τελέσεώς της. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 98 ΠΚ, αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ.1, να επιβάλει μία και μόνο ποινή. Για την επιμέτρησή της, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων. Από τη διάταξη αυτή, που έχει θεσπισθεί προς το σκοπό επιεικέστερης μεταχειρίσεως του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι το κατ'εξακολούθηση έγκλημα είναι μία ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων, που συνέχονται μεταξύ τους λόγω της ενότητας του δόλου του δράστη και της μορφής του αδικήματος που επαναλαμβάνεται από τον ίδιο αυτουργό, στην οποία (συρροή) όμως το Δικαστήριο μπορεί, αντί να καταγνώσει στον δράστη συνολική ποινή, επαυξάνοντας την βαρύτερη με κάθε μία από τις λοιπές πράξεις, να επιβάλει μία (ενιαία) ποινή, λαμβάνοντας υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων, μέσα στα πλαίσια ποινής του οικείου εγκλήματος. Τέλος η επιβαλλόμενη σύμφωνα με το άρθρο 98 παρ.1 του ΠΚ ενιαία ποινή, πρέπει να βρίσκεται μέσα στα πλαίσια του οικείου εγκλήματος και όχι στα τοιαύτα του είδους της ποινής (στερητικής της ελευθερίας ή χρηματικής), που στην προκειμένη περίπτωση της παράβασης του άρθρου 66 παρ. 1, 2γ και 3 του ν.2121/1993, το ανώτατο όριο κάθειρξης είναι δέκα ετών, το δε ανώτατο όριο της χρηματικής ποινής είναι το ποσό των 15.000 ευρώ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα των λόγων αναίρεσης, ασκήθηκαν ποινικές διώξεις κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για παράβαση του νόμου περί πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων, από κοινού και κατ' επάγγελμα και με περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος για την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας (άρθρο 66 παρ. 1, 2γ και 3 του Ν.2121/1993), πράξεις τελεσθείσες σε διαφορετικούς χρόνους και καταδικάστηκε αυτός α)με την υπ'αριθμ. 3678/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων) σε κάθειρξη 6 ετών και χρηματική ποινή 20.000 ευρώ και β)με την υπ' αριθμ. 3679/2019 απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου σε κάθειρξη 6 ετών και χρηματική ποινή 20.000 ευρώ ομοίως. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συνεκδικάζοντας, κατ' αποδοχή σχετικού αιτήματος του αναιρεσείοντος, τις αντίστοιχες εφέσεις του κατά των δύο προαναφερομένων καταδικαστικών αποφάσεων, δέχθηκε, κατ` επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας (αλλά και κατ' αποδοχή σχετικού αιτήματός του), ότι αυτός τέλεσε το ως άνω έγκλημα κατ` εξακολούθηση και του επέβαλε μία ενιαία ποινή κάθειρξης 9 ετών και χρηματική ποινή 30.000 ευρώ. Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η ΚΠοινΔ, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι το Εφετείο υπερέβη την εξουσία του, με την μορφή της νομικής χειροτερεύσεως της θέσης του, διότι, δεχόμενο την κατ' εξακολούθηση τέλεση των ως άνω εγκλημάτων, έπρεπε να του επιβάλει μία ποινή μη υπερβαίνουσα την πρωτοδίκως επιβληθείσα ποινή κάθειρξης των 6 ετών (εννοώντας, προφανώς, την επιβληθείσα με την μία των ως άνω καταδικαστικών αποφάσεων). Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι το δικαστήριο, ορθά κατά την επιμέτρηση της ποινής κάθειρξης επέβαλε την ενιαία ποινή των εννέα ετών η οποία είναι κατώτερη αυτής που μπορούσε να επιβάλλει, εφαρμόζοντας το άρθρο 94 παρ.1 του ΠΚ, επιβάλλοντας κατά την διακριτική του ευχέρεια δύο ποινές (λαμβάνοντας δηλαδή, ως ποινή βάσης 6 ή 5 έτη +4,5 έτη=9,5 ή 10 έτη ως ανώτατο όριο κάθειρξης, με την επισήμανση ότι η επαύξηση δεν μπορεί να είναι ανώτερη από τα 3/4 της άλλης συντρέχουσας ποινής). Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, το δικάσαν κατ` έφεση δικαστήριο ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 98 παρ.1 του ΠΚ και δεν κατέστησε χειρότερη τη θέση του κατηγορουμένου με την επιβολή της ως άνω συνολικής ποινής καθείρξεως. Από τη διάταξη του άρθρου 45 ΠΚ, που ορίζει ότι αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός, προκύπτει ότι επί συναυτουργίας, απαιτείται αντικειμενικώς, σύμπραξη των συναυτουργών στην εκτέλεση της ίδιας πράξεως και υποκειμενικώς, κοινός δόλος όλων όσοι συμπράττουν, δηλαδή ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως, υπάρχει, όταν περιέχονται σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ο δόλος δεν είναι αναγκαίο, κατ' αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως το να έχει τελεσθεί η πράξη "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού. Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία συντρέχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε κατ' έφεση, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την, σε βαθμό κακουργήματος, εξακολουθητική παράβαση του άρθρου 66 παρ. 1, 2γ και 3 του Ν.2121/1993 περί πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων, από κοινού με τους Χ. Κ., Α. Χ. και Μ. Μ., κατ' επάγγελμα και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος και τον καταδίκασε σε κάθειρξη 9 ετών και χρηματική ποινή 30.000 ευρώ. Ειδικότερα και σε σχέση με την συναυτουργική συμμετοχή του αναιρεσείοντος με τους ανωτέρω συμμετόχους, δέχθηκε το Εφετείο ότι από τα κατ' είδος μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε (κατά συνοπτική περίληψη) ότι αυτός, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα ήταν εκδότης, διευθυντής και νόμιμος εκπρόσωπος του περιοδικού μουσικής ύλης …, ιδιοκτησίας της εταιρείας "Ελληνικές Μουσικές Εκδόσεις Ανώνυμη Εμπορική Εταιρεία", νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο Χ. Κ., (ο οποίος για το εμπίπτον στο κρίσιμο χρονικό διάστημα αδίκημα είχε καταδικασθεί ως συναυτουργός του αναιρεσείοντος με την υπ' αριθμ. 1033/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου), ότι η ως άνω εταιρεία είχε επανειλημμένα προβεί στην παραγωγή και είχε θέσει στην κυκλοφορία χωρίς άδεια της αρμόδιας προς τούτο εγκαλούσας εταιρείας προστασίας πνευματικής ιδιοκτησίας τα αναφερόμενα στο διατακτικό ηχογραφήματα τα οποία διατέθηκαν υπό μορφή premium, δηλαδή συνόδευαν κάποιο τεύχος του περιοδικού …, υποχρέωση (για λήψη άδειας) την οποία είχε και ο αναιρεσείων λόγω των προαναφερθεισών ιδιοτήτων του, ότι η παραγγελία των υπό στοιχεία α έως 1 του διατακτικού ηχογραφημάτων έγινε από κοινού με την εταιρεία HIGH MUSIC ΕΠΕ, νόμιμοι εκπρόσωποι της οποίας ήταν οι ήδη φυγόδικες Α. Χ. και Μ. Μ., για λογαριασμό του αναιρεσείοντος και των ανωτέρω στα κατονομαζόμενα εργοστάσια της Τσεχίας και της Ιταλίας, ενώ η παραγγελία των υπό στοιχεία Βα-4 Β2-3 θ και 1 του διατακτικού ηχογραφημάτων, έγινε για λογαριασμό του αναιρεσείοντος και του Χ. Κ. υπό τις προαναφερθείσες ιδιότητές τους, είτε από τον Σ. Ο. στο προαναφερθέν εργοστάσιο της Τσεχίας, είτε από τους ίδιους στις εδρεύουσες στο …και την …αντίστοιχα εταιρείες παραγωγής και εμπορίας οπτικών ψηφιακών δίσκων με την επωνυμία "NEA MEDIA ΑΕΒΕ" και "SUNLIGHIT ΑΕΒΕ". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφορικά με την συναυτουργική συμμετοχή του αναιρεσείοντος, αφού επαρκώς και με σαφήνεια εκτίθενται σ` αυτή, τα αναγκαία για την κατάφαση της κατά συναυτουργία από τον ως άνω αναιρεσείοντα με τους Χ. Κ. και τις φυγόδικες Α. Χ. και Μ. Μ. (όχι όμως και με τον Σ. Ο., όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων) τέλεσης της ως άνω αξιόποινης πράξης περιστατικά. Ειδικότερα η ως άνω συμμετοχή επαρκώς αιτιολογείται από την παραδοχή ότι η παραγγελία των ηχογραφημάτων έγινε από κοινού με τους ανωτέρω στον αυτό τόπο και χρόνο, χωρίς άδεια από την εγκαλούσα εταιρεία, στην παραδοχή δε αυτή εμπεριέχεται η περαιτέρω παραδοχή ότι καθένας από αυτούς γνώριζε επακριβώς τις ενέργειες και το δόλο του άλλου να τελέσει την ίδια με αυτόν πράξη και ήθελε την εν λόγω σύμπραξη με εκείνον. Επίσης, η παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι "η παραγγελία των ηχογραφημάτων έγινε για λογαριασμό του αναιρεσείοντος και του Χ. Κ. είτε από το Σ. Ο. είτε από τους ίδιους", δεν περιέχει ενδοιαστική κρίση ως προς την ενοχή του αναιρεσείοντος, η οποία καταφάσκεται από το γεγονός ότι η παραγγελία έγινε για λογαριασμό του αλλά είναι απλώς δηλωτική των εκτελεστικών οργάνων της παραγγελίας. Τέλος η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι κατά την κρίσιμη περίοδο εκδότες και συνακόλουθα υπεύθυνοι ήταν τα καταστατικά όργανα των προαναφερθεισών εταιρειών, ενώ ο ίδιος ήταν μόνον υπεύθυνος σύνταξης, είναι απαράδεκτη, ως πλήττουσα την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, είναι αβάσιμοι οι αντίθετοι εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ'και Ε' ΚΠοινΔ δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως. Συνακόλουθα των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) καθώς και στα έξοδα της παραστάσης πολιτικώς εναγούσης εταιρείας (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18 Οκτωβρίου 2012 αίτηση του Γ. Σ. του Μ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1572/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ καθώς και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Εταιρεία προς Προστασίαν της Πνευματικής Ιδιοκτησίας" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΕΠΙ ΑΕ" εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαΐου 2013. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ