Αριθμός 1079/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Χαληλοθώρη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Μιχαήλ Αυγουλέα, Βασίλειο Καπελούζο, Χαραλαμπία Σίμου και Γεώργιο Κοντό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιουλίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Α. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Σαριπανίδου, για αναίρεση της υπ'αριθ.272/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Α. Π. του Α., κάτοικο ..., 2)Μ. Π. του Χ., κάτοικο ... και 3)Χ. Π. του Α., κάτοικο ..., που δεν παρέστησαν. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιουνίου 2013 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 702/2013. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 του Π.Κ., "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της αξιοποίνου πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλομένη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερομένης προσοχής είτε δεν προέβλεψε, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, επίστευσε όμως ότι δεν θα επήρχετο και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενεργείας ή παραλείψεως του δράστου και του αποτελέσματος που επήλθε. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του ως άνω άρθρου 28 του Π..Κ, η αμέλεια διακρίνεται σε μη συνειδητή, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσηκούσης προσοχής δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, και σε ενσυνείδητη, κατά την οποία προέβλεψε μεν ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, πίστευε όμως ότι θα το απέφευγε. Ενόψει της διακρίσεως αυτής, το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια, πρέπει να εκθέτει στην απόφαση του με σαφήνεια ποιο από τα ανωτέρω δύο είδη της αμελείας συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι αν δεν εκθέτει τούτο σαφώς ή δέχεται και τα δύο είδη δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής αυτής ποινικής διατάξεως και ιδρύεται εντεύθεν λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή ο προσδιορισμός της βαρύτητος αυτών για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Υπό την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Καθόσον αφορά ειδικότερα την αυτοψία, η οποία διενεργείται κατά το άρθρο 180 του Κ.Π.Δ. με την συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, το οποίο, μάλιστα, μνημονεύεται και στη διάταξη του άρθρου 178 του Κ.Π.Δ., πρέπει δε, για τη δημιουργία βεβαιότητος ότι ελήφθη υπόψη από το Δικαστήριο, να αναφέρεται ειδικώς στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που αξιολογήθηκαν, διότι άλλως δεν προκύπτει βεβαιότητα ότι ελήφθη υπόψη και εντεύθεν ιδρύεται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως. Σε περίπτωση, όμως, που η αυτοψία διενεργήθηκε, κατά τη διαδικασία της αστυνομικής προανακρίσεως και κατά τον χρόνο της αστυνομικής διερευνήσεως του εγκλήματος, χωρίς να έχει διαταχθεί από το Δικαστήριο, τότε δεν αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ώστε να απαιτείται η ξεχωριστή αναφορά του στο αιτιολογικό της αποφάσεως, για να προκύπτει η διερεύνηση και η αξιολόγηση του (Α.Π.10/2013, 238/2012, 1831/2008). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφήρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.Α.Π. 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του, το Τριμελές Εφετείο Θράκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο, με το ελαφρυντικό της μεταγενέστερος καλής συμπεριφοράς, τον αναιρεσείοντα ανθρωποκτονίας από αμέλεια σε βάρος του Α. Π. του Β., και τον κατεδίκασε σε ποινή φυλακίσεως ενός έτους, μετατραπείσα προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως. Στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δίκασαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως τα εξής: "Στις 5.10.2005 και περί ώρα 11.20 ο Α. Π. του Β. γεννηθείς το 1940, έβαινε με την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του, χωρίς να έχει την απαιτουμένη άδεια ικανότητας οδήγησης, επί της εθνικής οδού Δράμας - Κ. Νευροκοπίου με κατεύθυνση τη Δράμας, έχοντας στο πίσω μέρος της δίκυκλης μοτοσικλέτας ένα πλαστικό σάκο με 10 κιλά κάστανα. Η άνω οδός είναι ευθεία διπλής κατεύθυνσης, με πλάτος 9 μ., η κυκλοφορία των οχημάτων την άνω ώρα ήταν αραιή η ορατότητα δεν περιοριζόταν από πουθενά και το όριο ταχύτητας 50χ/ω. Πίσω από το προαναφερόμενο δίκυκλο έχοντας την ίδια κατεύθυνση κινούνταν ο κατηγορούμενος με το υπ. αριθμ. ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, το οποίο ήταν φορτωμένο με φρούτα και λεμόνια, τοποθετημένα σε χάρτινα κιβώτια Την άνω ώρα κι ενώ το εν λόγω φορτηγό διερχόταν το 5° χιλιόμετρο της προαναφερόμενης εθνικής οδού και αφού ο κατηγορούμενος είχε προσπεράσει νομίμως τη δίκυκλη μοτοσικλέτα, ένα χάρτινο κιβώτιο με λεμόνια μετατοπίσθηκε και έπεσε από τα ανοικτά παραπέτα του φορτηγού στο οδόστρωμα, διασκορπίστηκαν τα λεμόνια σ' όλο το ρεύμα της οδού όπου αυτό κινούνταν, με αποτέλεσμα ο άνω οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας να αιφνιδιαστεί από τη πτώση των λεμονιών στο οδόστρωμα και εξαιτίας και της απειρίας του περί την οδήγηση, να χάσει τον έλεγχο του οχήματος του, να ανατραπεί και να τραυματιστεί σοβαρά, υποστάς "βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση και εγκολεασμό εγκεφάλου" από τα τραύματα του δε αυτά, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατος του. Από τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά και τη συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, υπαιτιότητα με τη μορφή της αμέλειας για την πρόκληση του ένδικου θανατηφόρου ατυχήματος, βαρύνει και τον κατηγορούμενο, ανεξαρτήτως συνυπαιτιότητας και του θανόντος, που οδηγούσε την δίκυκλη μοτοσικλέτα χωρίς να έχει ικανότητα οδήγησης, όπως αποδείχθηκε, που μετέφερε αντικείμενα σημαντικού βάρους,, δηλαδή κάστανα 10 κιλών, γεγονός που σαφώς επηρέασε την ευστάθεια του δίτροχου οχήματος και τον εμπόδιζε να πραγματοποιήσει τους κατάλληλους εκείνους χειρισμούς όταν διασκορπίσθηκαν τα λεμόνια στην πορεία του, ώστε να αποφύγει την ανατροπή του οχήματος που οδηγούσε και που δεν φορούσε το προστατευτικό κράνος ,παρότι το έφερε μαζί του, μιας και το κράνος του βρέθηκε σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα της τροχαίας Δράμας σε απόσταση 20 μέτρων από την ανατραπείσα μοτοσικλέτα. Η υπαιτιότητα δε του κατηγορουμένου συνίσταται στο ότι κατά την οδήγηση του άνω οχήματος, δεν κατάβαλε την προσοχή που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, με συνέπεια να μην προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα της ενέργειας του και δη μολονότι έφερε στο φορτηγό που οδηγούσε φορτίο, δεν φρόντισε για την ασφαλή φόρτωση και μεταφορά του, δηλαδή για την τοποθέτηση και στοίβαξή του με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην εκτίθενται σε κίνδυνο πρόσωπα και να μην προκαλούνται ζημιές από τη πτώση του στην οδό, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 32 παρ.2 εδ.α του ΚΟΚ, η παράλειψη του δε αυτή είχε ως αποτέλεσμα τη πτώση του άνω χάρτινου κιβωτίου με λεμόνια, η οποία με τη σειρά της συνετέλεσε στην ανατροπή της μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο παθών και επέφερε το θανάσιμο τραυματισμό του". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την απαιτουμένη, κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα προκύψαντα από τη διαδικασία πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα πραγματικά αυτά περιστατικά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 β', 28 και 302 παρ. 1 του Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, στο αιτιολογικό της αποφάσεως, συμπληρούμενο παραδεκτώς από το διατακτικό της, παρατίθενται οι ακριβείς συνθήκες του τροχαίου ατυχήματος, προσδιορίζεται το είδος της αμελείας (μη συνειδητή) και αναφέρεται ο αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αμελούς του συμπεριφοράς και του επελθόντος θανατηφόρου αποτελέσματος. Το αποτέλεσμα αυτό, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, επήλθε, διότι ο αναιρεσείων δεν μερίμνησε για την ασφαλή τοποθέτηση και στοίβαση των μεταφερομένων δια του αυτοκινήτου του εμπορευμάτων (φρούτων και λαχανικών), με συνέπεια την κατάπτωση κιβωτίου λεμονιών, τα οποία, διασκορπιζόμενα στο οδόστρωμα εμπόδισαν την ομαλή πορεία της κινούμενης όπισθεν του αυτοκινήτου δίκυκλης δίκυκλης μοτοσυκλέτας, ο οδηγός της οποίας απώλεσε τον έλεγχο της με αποτέλεσμα την ανατροπή της στο οδόστρωμα και τον θανάσιμο τραυματισμό του ιδίου, ο οποίος έτσι αρρήκτως συνδέεται αιτιωδώς με την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος. Οι επί μέρους αντίθετες αιτιάσεις του τελευταίου είναι αβάσιμες, αφού: α) η καταδίκη του, στηρίχθηκε στο σύνολο των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται στην προσβαλλομένη απόφαση, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της αποφάσεως και ιδίως από την εκτεταμένη αναφορά της, μάλιστα και κατ' είδος, στα ληφθέντα υπόψη και συνεκτιμηθέντα αποδεικτικά στοιχεία, β) σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, ούτε απαιτείτο να προσδιορίζεται πιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως και γ) η από 5-10-2005 έκθεση της αυτοψίας που διενεργήθηκε κατά τη διάρκεια της αυτεπαγγέλτου αστυνομικής διερευνήσεως του εγκλήματος, δεν αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και θεωρείται ως απλό έγγραφο, ως τοιαύτη δε ελήφθη υπόψη και συνεκτιμήθηκε από το δικαστήριο, ενώ τα ευρήματα και οι παρατηρήσεις της δεν αντιστρατεύνται το πόρισμα της αποφάσεως. Τέλος, οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος κατά το μέρος που συνιστούν διαφορετική αξιολόγηση του περιεχόμενου των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων και καταλήγουν σε αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου, που είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, είναι απαράδεκτοι. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ., Δ' και Ε' του ΚΠΔ, λόγοι της κρινομένης αιτήσεως τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ, 2, 358, 364 και 369 του Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο, ως αποδεικτικού μέσου, για το σχηματισμό της κρίσεως του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ιδίου Κωδικός, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ.. .λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο, εξάλλου, του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητος του εγγράφου είναι αναγκαίος για τη δημιουργία βεβαιότητος ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενο του , κατά το άρθρο 358 Κ.Π.Δ.. Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς, υπάρχει η ίδια ακυρότητα και επέρχεται συγχρόνως παραβίαση της δημοσιότητος της διαδικασίας στο ακροατήριο (Α.Π. 190/2012, 12/2012, 730/2012). Εξάλλου, η κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 31 παρ.2 εδαφ.β' και 105 παρ.2 εδαφ.β' του Κ.Π.Δ. ανάγνωση και αποδεικτική αξιολόγηση σε βάρος του κατηγορουμένου της ανώμοτης ή ένορκης καταθέσεως που έδωσε κατά το στάδιο της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως, αν έγινε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, μετά την 4-6-1996, επάγεται απόλυτη ακυρότητα εν όψει και του από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ απορρέοντος δικαιώματος του κατηγορουμένου να σιωπήσει και να μην αυτοενοχοποιείται (ΑΠ Ολομ.2/1999). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων προβάλλει τον από το άρθρου 510 παρ. 1 Α' Κ.Π.Δ., λόγο απολύτου ακυρότητος που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, για την θεμελίωση του οποίου υποστηρίζει, α) ότι δεν προσδιορίζεται στην προσβαλλομένη απόφαση η ταυτότητα των αναγνωσθέντων από το δίκασαν Εφετείο πρακτικών και της αποφάσεως και β) ότι κατά την διενεργηθείσα αυτεπάγγελτη αστυνομική προανάκριση εξετάστηκε ο ίδιος (αναιρεσείων) ως μάρτυρας, στερηθείς έτσι των δικαιωμάτων του ως κατηγορουμένου. Και οι δύο ως άνω αιτιάσεις τυγχάνουν αβάσιμες και ειδικότερα η πρώτη εξ αυτών, διότι από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των στοιχείων της δικογραφίας, προκύπτει ότι στον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων της προσβαλλομένης αποφάσεως, που ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο αναφέρεται με αύξοντα αριθμ. 1 "τα πρακτικά και η εκκαλουμένη υπ' αρ. 901/15-11-2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Δράμας". Συνεπώς η ταυτότητα του εν λόγω εγγράφου(μνημονευομένου στο σκεπτικό ως "πρακτικά και απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης") προσδιορίζεται με απόλυτη ακρίβεια και είναι αναμφισβήτητη, η ανάγνωση του δε παρείχε στον αναιρεσείοντα τη δυνατότητα να ασκήσει τα από το άρθρο 358 Κ.Π.Δ. δικαιώματα του. Εξάλλου καθόσον αφορά την ετέρα, ως άνω, αιτίαση, από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, δεν προκύπτει ότι ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο και ότι αξιοποιήθηκε αποδεικτικώς η από 11-10-2005 ένορκη κατάθεση του ήδη αναιρεσείοντος ως μάρτυρος κατά το στάδιο της αυτεπαγγέλτου προανακρίσεως, ούτε περιελήφθη στα έγγραφα που ανεγνώσθησαν στο ακροατήριο και ελήφθησαν υπόψη μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Το γεγονός δε ότι ο αναιρεσείων με την επακολουθήσασα από 18-1-2006 απολογία του αναφέρθηκε στην ως είρηται προανακριτική του κατάθεση, θέλοντας να την ενσωματώσει στην απολογία του δεν επάγεται απόλυτη ακυρότητα (Α.Π.7/2011, 221/2010). Επομένως ο περί απολύτου ακυρότητος λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος υπό αμφότερες τις αιτιάσεις του. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινομένη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναιρέσεως, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5-6-2013 (αριθμ.4170/2013) αίτηση του Α. Α. του Σ., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 272/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσειοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Αυγούστου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ