Αριθμός 856/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη και Μίμη Γραμματιδκούδη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ......., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δουβαρά, για αναίρεση της 10545/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Ιανουαρίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 225/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 περ. α του ν. 2168/1993, όπλο είναι κάθε μηχάνημα, το οποίο με ωστική δύναμη που παράγεται με οποιονδήποτε τρόπο, εκτοξεύει βλήματα ή χημικές ουσίες ή ακτίνες ή φλόγες ή αέρια και μπορεί να επιφέρει κάκωση ή βλάβη της υγείας σε πρόσωπα ή βλάβη σε πράγματα ή να προκαλέσει πυρκαγιά και ιδίως κάθε πυροβόλο όπλο, χειροβομβίδα ή νάρκη κάθε τύπου, όπως και κάθε συσκευή που μπορεί να προκαλέσει με οποιονδήποτε τρόπο τα ανωτέρω αποτελέσματα. Κατά το άρθρο 7 παρ.1 του ίδιου νόμου, η κατοχή όπλων και λοιπών αντικειμένων, που διαλαμβάνονται στο άρθρο 1 του παρόντος νόμου, απαγορεύεται, εκτός των περιπτώσεων που προβλέπονται από τις διατάξεις του νόμου αυτού, κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου, με άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής του τόπου της κατοικίας του ενδιαφερόμενου, επιτρέπεται η κατοχή, α) Πιστολιών, περιστρόφων και των ουσιωδών μερών (μηχανισμού κλείστρου, θαλάμης, κάνης) και φυσιγγίων αυτών. Τέλος, κατά τη διάταξη της παρ. 8 περ.α, εδαφ. α, του αυτού άρθρου, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον διακοσίων χιλιάδων (200.000) δραχμών τιμωρούνται οι παραβάτες των παραγράφων 1 και 2, πλην της περιπτ. η' του παρόντος άρθρου. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ.5 του ν.2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 περ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ'αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και τα υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ιδιαίτερη αιτιολόγηση απαιτείται για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, ήτοι εκείνων που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων και επιβολής μειωμένης ποινής, λόγω πρότερου έντιμου βίου του κατηγορούμενου, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση στον ισχυρισμό αυτό, συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Β" του Κ.Π.Δ.. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση απαντήσεως σε απαράδεκτο ή αόριστο ισχυρισμό. Λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ.1 περ. Ε ΚΠΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 10545/2005 απόφαση του, δέχθηκε ανελέγκτως, όπως προκύπτει από το σκεπτικό συνδυαζόμενο με το διατακτικό, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει (κατάθεση μάρτυρος κατηγορίας, που εξετάσθηκε ενόρκως στο Δικαστήριο, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου) αποδείχθηκε ότι: Σε έρευνα που πραγματοποίησαν, την 26-8-2002, αστυνομικοί στην οικία του κατηγορουμένου, που βρίσκεται στους ..... βρέθηκε ένα πιστόλι, μάρκας ΒΕRΕΤΤΑ των 22 mm με αριθμό 000 599, το οποίο αυτός κατείχε χωρίς να έχει την άδεια που κατά νόμο, απαιτείται. Ο ισχυρισμός του ότι ήταν του πεθερού του ....., που ήδη έχει αποβιώσει από το έτος 1993, δεν αποδείχθηκε, αλλά και δεν θα ασκούσε τούτο καμία επιρροή, αφού ήδη το κατέχει ο ίδιος εν γνώσει του ότι δεν έχει γιαυτό την άδεια της αστυνομικής αρχής. Επομένως διέπραξε το αδίκημα της οπλοκατοχής χωρίς άδεια της αρμόδιας Αρχής και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της εν λόγω πράξεως. Εξάλλου, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα του για αναγνώριση του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου(άρθρ.84 παρ.2α Π.Κ.), καθόσον δεν αποδεικνύεται ότι μέχρι το ανωτέρω έγκλημα διήγε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και εν γένει κοινωνική ζωή. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί αναγνωρίσεως ελαφρυντικού και κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα του ότι, στους ...... , στις 26-8-2002, καταλήφθηκε να κατέχει, στην επί της οδού ..... οικία του, απαγορευμένο όπλο, δηλ. ένα πιστόλι, μάρκας ΒΕRΕΤΤΑ, των 22 mm, με αριθμό 000 599, που μπορούσε να επιφέρει κάκωση και βλάβη της υγείας σε πρόσωπα, χωρίς την απαιτουμένη άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής, επέβαλε δε σε αυτόν ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια, και χρηματική ποινή εξακοσίων (600) ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με τους οποίους προέβη στην υπαγωγή τους στις άνω διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 α, 7 παρ. 1, 2 περ.α, 8 εδ.α περ.α του νόμου 2168/1993 που εφάρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, σε σχέση με τις προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις: 1)Στο αιτιολογικό της αποφάσεως γίνεται σαφής και κατηγορηματική μνεία ότι το ανωτέρω όπλο, που βρέθηκε στην προαναφερθείσα οικία του, κατείχε ο ίδιος ο αναιρεσείων, εν γνώσει του ότι δεν έχει γιαυτό την άδεια της αστυνομικής Αρχής. Επομένως υπάρχει σαφής, πλήρης και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος. 2)Εφόσον το αναφερόμενο στην απόφαση όπλο (πιστόλι) προβλέπεται ειδικώς και μνημονεύεται ως τέτοιο στο άρθρο 7 παρ.2 περ.α σε συνδ. με 8 εδ. α, περ. α του ν. 2168/1992, δεν απαιτείτο ειδικότερη αιτιολογία περί της ιδιότητας του ως όπλου, δεδομένου μάλιστα, ότι ο αναιρεσείων δεν αμφισβήτησε στο Εφετείο, που παραστάθηκε, την ιδιότητα του αυτή. 3) Σε σχέση με τον αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, για την αναγνώριση στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περιστάσεως του πρότερου έντιμου βίου και της επιβολής μειωμένης ποινής, ο ισχυρισμός αυτός είχε προβληθεί, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, χωρίς αναφορά ειδικότερων περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει ο πρότερος έντιμος βίος του κατηγορουμένου, οπότε ήταν εκ τούτου απαράδεκτος και το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σε απαράδεκτο ισχυρισμό. Επομένως, οι αντίθετες προς τα ανωτέρω, από το άρθρο 510 παρ.ΙΔ και αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που διαλαμβάνονται στον πρώτο και τρίτο λόγους, καθώς και οι αντίστοιχες από το άρθρο 510 παρ.1 περ.Ε ΚΠΔ που περιέχονται στο δεύτερο λόγο της αιτήσεως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11.1.2006 αίτηση του ....... , για αναίρεση της υπ' αριθμ. 10545/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι(220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Απριλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ