Αριθμός 1080/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μιχαήλ Δέτση - Εισηγητή, Γρηγόριο Μάμαλη, Αιμιλία Λίτινα και Θεοδώρα Γκοΐνη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που παρασατάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Πετρόπουλο, για αναίρεση της με αριθμό 17290/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Μαΐου 2005 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1023/2005. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 36 του Ν.Δ. 136/1946 "περί κυρώσεως, τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του από 10/11 Μαΐου 1946 ν.δ. περί Αγορανομικού Κώδικα", για κάθε παράβαση του εν λόγω ν.δ. και των "εις εκτέλεση αυτού διατάξεων", που γίνεται στα καταστήματα γενικά, εργοστάσια, εργαστήρια και δημόσια κέντρα, τιμωρούνται ως αυτουργοί "ο κύριος της επιχειρήσεως, ο διευθυντής και ο επόπτης του καταστήματος, εργοστασίου κλπ.". Εξ άλλου, κατά τη διάταξη της παρ.12 του άρθρου 30 του άνω ν.δ., οι μη συμμορφούμενοι με τις οδηγίες, γνωμοδοτήσεις και αποφάσεις της αρμόδιας χημικής υπηρεσίας, με τις οποίες καθορίζονται οι όροι τους οποίους πρέπει να πληρούν τα προσφερόμενα στην κατανάλωση εδώδιμα και ποτά, ως και τα αντικείμενα χρήσεως και οι όροι, οι οποίοι πρέπει να τηρούνται κατά την κατεργασία και τη συντήρηση αυτών, προς φύλάξη της δημόσιας υγείας και αποφυγήν απάτης των αγοραστών, τιμωρούνται με φυλάκιση ή με χρηματική ποινή ή και με τις δύο, κατά δε τη διάταξη της παρ. 15 του ίδιου άρθρου, τιμωρούνται με τις ίδιες ποινές, όσοι, με οποιοδήποτε τρόπο παραβιάζουν τις κατά το ν.δ. αυτό εκδιδόμενες αγορανομικές και άλλες αστυνομικές διατάξεις, που ρυθμίζουν αγορανομικά αντικείμενα. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 33 του ίδιου ν.δ., αν οι παραβάσεις των άρθρων 30, 31 και 32 τελέσθηκαν από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση το πολύ έξι μηνών ή χρηματική ποινή. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 330 της 14/1989 ΑΔΥΕ, απαγορεύεται η παρασκευή ή κατοχή ή μεταποίηση ή διάθεση για πώληση ή διανομή ή μεταφορά για κατανάλωση αγαθών, τα οποία είναι ακατάλληλα για βρώση ή μπορούν να προκαλέσουν οποιοδήποτε κίνδυνο ή βλάβη στην υγεία ανθρώπων ή ζώων η οποιαδήποτε ζημία σε φυτά, ενώ κατά τις διατάξεις των παρ. 7 και 8 του άρθρου 3 του ΚΤΠ, απαγορεύεται η κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες διάθεση στην κατανάλωση τροφίμων, τα οποία αποκλείονται της καταναλώσεως, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην παρ. 8, κατά την οποίαν αποκλείονται της καταναλώσεως τρόφιμα κριθέντα ως ακατάλληλα από την ελέγχουσα αυτά αρμόδια Αρχή, βάσει αιτιολογημένης εκθέσεως κατά τις διέπουσες κάθε είδος τροφίμου διατάξεις και ειδικότερα, τρόφιμα κρινόμενα ως ακατάλληλα κατόπιν εξετάσεώς τους από τις αρμόδιες Αστυϊατρικές, Υγειονομικές ή Κτηνιατρικές Αρχές ή παρουσιάζοντα ουσιώδεις αλλοιώσεις ή απώλεια των οργανοληπτικών χαρακτήρων από οποιαδήποτε αιτία προερχόμενες. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ΄ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ΄ αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ιδιαίτερη αιτιολόγηση για την ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ΄ αρχή αναγκαία, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων και μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών που προτείνονται, είτε από τον ίδιο, είτε από το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, διότι αλλιώς, είναι απαράδεκτοι, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και εκείνος του κατηγορουμένου, ότι τέλεσε τις προδιαληφθείσες αξιόποινες πράξεις από αμέλεια, καθόσον στην περίπτωση αυτή, η απειλούμενη από το νόμο ποινή είναι ηπιότερη από εκείνην που προβλέπεται για τις πράξεις αυτές, όταν τελούνται από πρόθεση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα κατ΄ είδος αναφερόμενα σ΄αυτήν αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, αναγνωσθέντα έγγραφα, απολογία του κατηγορουμένου), ότι ο κατηγορούμενος, ήδη αναιρεσείων, όντας νόμιμος εκπρόσωπος και διευθυντής του ..., στο ..., στις 5.10.2000 α) από πρόθεση κατείχε προς διάθεση έξι (6) συσκευασίες που περιείχαν γιαούρτι ..., βάρους 200 γραμμαρίων εκάστη, με λιπαρά 4%, οι οποίες εξετάστηκαν αρμοδίως και κρίθηκε το περιεχόμενό τους ακατάλληλο προς βρώση, γιατί παρουσίαζε αλλοίωση της συστάσεώς του, αφού αυτό ήταν σε γαλακτώδη μορφή και β) με πρόθεση διέθεσε στην κατανάλωση τις συσκευασίες αυτές, τις οποίες αγόρασε ο καταναλωτής ... Ακολούθως, τον κήρυξε ένοχο των ανωτέρω εγκλημάτων (παράβαση των άρθρων 30 παρ. 15 Ν.Δ. 136/1946 σε συνδ. με άρθρο 330 της 14/1989 ΑΔΥΕ και 30 παρ. 12 του ίδιου ΝΔ, σε συνδ. με άρθρο 3 παρ. 7 & 8 ΚΤΠ) και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών, την οποία μετέτρεψε προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην απόφασή του την κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αναφερόμενων σ΄αυτήν αποδεικτικών μέσων, τα οποία κατά κατηγορία εξειδικεύει, αφού εκθέτει σ΄ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των προαναφερθέντων εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, καθώς, επίσης και τις νομικές σκέψεις υπαγωγής τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 36 παρ. 1, 30 παρ. 15 ΝΔ 136/1946 σε συνδ. με άρθρο 330 της 14/1989 ΑΔΥΕ και 30 παρ. 12 του ίδιου ΝΔ σε συνδ. με άρθρο 3 παρ. 7 και 8 του ΚΤΠ και 27 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ελλειπείς, ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Επομένως, η αιτιολογία δεν είναι τυπική. Άλλωστε, έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει και στην περίπτωση που η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη ή στην παραπομπή στο διατακτικό, εφόσον στο τελευταίο περιέχονται εκτός από τα στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά, τόσον αναλυτικά και με τόση πληρότητα, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Περαιτέρω, ρητώς διαλαμβάνεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ο αναιρεσείων καταδικάστηκε με την ιδιότητά του, ως διευθυντή της επιχειρήσεως του ..., όπως δηλαδή απαιτεί η διάταξη του άρθρου 36 παρ. 1 του ΝΔ 136/1946. Ακόμη, αναφέρεται στο σκεπτικό, ότι ο αναιρεσείων τις προδιαληφθείσες αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες καταδικάστηκε, τέλεσε με πρόθεση, δηλαδή με δόλο, για την ύπαρξη του οποίου δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, αφού αυτή εξυπακούεται ότι υπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς τους, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή του αναιρεσείοντος. Για την ιδιαίτερη αιτιολόγηση του εν λόγω δόλου, έπρεπε να προβληθεί από τον κατηγορούμενο ο ισχυρισμός, ότι τα προδιαληφθέντα εγκλήματα τέλεσε από αμέλεια, οπότε για την πληρότητα της αιτιολογίας έπρεπε η απόρριψη του ισχυρισμού αυτού, εν όψει του ότι είναι αυτοτελής, να αιτιολογηθεί ειδικώς. Τέτοιος, όμως, ισχυρισμός δεν προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης ότι υποβλήθηκε. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε, που με αυτόν πλήττεται, με την επίκληση κατ΄ επίφαση ελλείψεως της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί την εκτίμηση των αποδείξεων και τα πράγματα, αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί, συνακολούθως δε, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει, να απορριφθεί και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4 Μαΐου 2005 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 17290/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 15 Μαΐου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ