Αριθμός 2173/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2013 με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ε. Μ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Θεοδώρου Νάκου, και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Αργυρώς Γρατσία-Πλατή και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 253/9-7-1993 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικο στην παρούσα δίκη, και την 94/10-1-1994 ανακοίνωση δίκης-προς αποζημίωση αγωγή, του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Αφού συνεκδικάσθηκαν οι αγωγές, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 50/1995 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 609/2004 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το ήδη αναιρεσίβλητο με την από 1-9-2005 αίτησή του. Εκδόθηκε η 683/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 609/2004 απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο. Εκδόθηκε η 492/2010 απόφαση του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-9-2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Πετροπούλου, ανέγνωσε την από 28-11-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου και την παραδοχή του δεύτερου των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ που ορίζει ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή. Η αρχή που θεσμοθετήθηκε με τη διάταξη αυτή λειτουργεί, τόσο ως συμπληρωματική των δικαιοπρακτικών βουλήσεων ρήτρα, όσον και ως διορθωτική αυτών. Παρέχει στο δικαστή τη δυνατότητα όταν λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές να την επεκτείνει ή να την περιορίζει με βάση αντικειμενικά κριτήρια, κατά τις αντιλήψεις που επικρατούν στις συναλλαγές, στο επίπεδο εκείνο το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής πίστης παρά την ανάγκη κατοχύρωσης της ασφάλειας των συναλλαγών η οποία λαμβάνεται πάντοτε υπόψη και συνεκτιμάται. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 1 εδ α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά αναφορικά με την προταθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση συμψηφισμού στην ένδικη απαίτηση του αναιρεσίβλητου. "Με τον τρίτο και τελευταίο πρόσθετο λόγο έφεσης ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι έχει ισόποση απαίτηση κατά του ενάγοντος προερχομένη από το ότι το τελευταίο σε αντίθεση με την καλή πίστη που επιβάλουν οι συναλλαγές υπαιτίως δια του νομίμου εκπροσώπου του δεν τον ενημέρωσε, ότι ήδη είχε ανακληθεί η άδεια της άνω ασφαλιστικής εταιρίας στην οποία είχε ασφαλίσει το ζημιογόνο αυτοκίνητο του, με αποτέλεσμα να θεωρεί δικαιολογημένο ότι τούτο εξακολουθούσε να είναι ασφαλισμένο (διαφορετικά θα το είχε ασφαλίσει σε άλλη ασφαλιστική εταιρία) και να υποστεί ζημία κατά το ποσό που αυτός υποχρεούται να καταβάλει στο παρεμπιπτόντως ενάγον. Την απαίτηση δε αυτή προβάλει κατ' ένσταση σε συμψηφισμό. Ο ισχυρισμός αυτός που παραδεκτώς προβάλλεται το πρώτο ενώπιον του δικαστηρίου τούτου είναι νόμιμος κατά τα άρθρα 440,441 ΑΚ, πλην όμως πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Όπως προαναφέρθηκε η σχετική περί ανακλήσεως της αδείας λειτουργίας της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρίας απόφαση του Υπουργού Εμπορίου δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, απόκτησε δημοσιότητα και μπορούσε ως εκ τούτου να λάβει γνώση ο εκκαλών -εναγόμενος. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του αρθρ. 11 παρ. 2 Ν. 489/1976 δεν υπήρχε νομική υποχρέωση γνωστοποίησης της πιο πάνω ανακλήσεως ". Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι με τις παραδοχές αυτές παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την εφαρμοστέα επί του προκειμένου διάταξη του άρθρου 288ΑΚ. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος αφού σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, πραγματική βάση της ένδικης παρεμπίπτουσας αγωγής είναι η πρόκληση ατυχήματος από ανασφάλιστο κατά το χρόνο του ατυχήματος (7-11-1992) αυτοκίνητο, αφού έλαβε χώρα σε χρόνο πέραν των δεκαέξι (16) ημερών από την ανάκληση της αδείας λειτουργίας την 1-10-1992 με την Κ3/5492/1-10-1992 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ 4608/6-10-1992) της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Παγκόσμιος Ασφαλιστική ΑΕ" στην οποία ήταν ασφαλισμένο το ζημιογόνο αυτοκίνητο, χωρίς να έχει από το νόμο υποχρέωση το αναιρεσίβλητο, Επικουρικό Κεφάλαιο, ενεχόμενο έναντι του ζημιωθέντος τρίτου από ανασφάλιστο αυτοκίνητο και εντεύθεν μη συνδεόμενο με σύμβαση με τον αναιρεσείοντα με σύμβαση, ώστε να καταλείπονται περιθώρια εφαρμογής του άρθρου 288ΑΚ, να γνωστοποιήσει στον αναιρεσείοντα την ανάκληση της αδείας λειτουργίας της ασφαλιστικής εταιρείας, η δε σχετική απόφαση του Υπουργού Εμπορίου δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Επειδή πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και έτσι θεμελιώνουν το αίτημά τους, καθώς και οι λόγοι εφέσεως με τους οποίους προβάλλονται αυτοτελείς ισχυρισμοί. Επομένως, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή οι πραγματικοί ισχυρισμοί που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ακόμη και αν προβάλλονται με λόγους εφέσεως. Εξ άλλου, ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τους αυτοτελείς ισχυρισμούς και τους απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη κατά ένα μέρος η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την προταθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση συμψηφισμού στην ένδικη απαίτηση του αναιρεσίβλητου της ισόποσης απαίτησης του, την προερχόμενη από το ότι το τελευταίο, σε αντίθεση με την καλή πίστη που επιβάλλουν οι συναλλαγές, υπαιτίως, δια του νομίμου εκπροσώπου του δεν τον ενημέρωσε, ότι ήδη είχε ανακληθεί η άδεια της ασφαλιστικής εταιρίας, στην οποία είχε ασφαλίσει το ζημιογόνο αυτοκίνητό του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση παραδεκτώς (άρθρ. 561 παρ 2ΚΠοΔ) της αναιρεσιβαλλόμενης, έλαβε υπόψη την προταθείσα ως άνω ένσταση συμψηφισμού και την απέρριψε κατ' ουσία. Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ 1 του Ν. 489/1976 το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στα πρόσωπα που ζημιώθηκαν την οριζόμενη στην παρ 2 του ίδιου άρθρου αποζημίωση λόγω θανατώσεως ή σωματικών βλαβών ή υλικών ζημιών από αυτοκινητικά ατυχήματα όταν α)..... β)το ατύχημα προήλθε από ανασφάλιστο αυτοκίνητο γ)... δ)Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με το άρθρο 2 ν. 489/1976 και 7 και 9της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε, προκύπτει ότι ανασφάλιστο είναι το ζημιογόνο αυτοκίνητο, όταν δεν καταρτίστηκε ποτέ σύμβαση ασφαλίσεως ή η καταρτισθείσα ακυρώθηκε η έληξε η ανεστάλη η ισχύς της κατά νόμιμο τρόπο, χωρίς να συναφθεί νέα σύμβαση ασφαλίσεως. Σε όλες τις περιπτώσεις ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου το ζημιωθέν πρόσωπο έχει ιδίαν αξίωση κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου (παράγραφος 3 του ίδιου άρθρου 19) και το τελευταίο (ΕΚ) με την καταβολή της αποζημίωσης υποκαθίσταται σε όλα τα εξ αιτίας του ατυχήματος δικαιώματα του ζημιωθέντος, έναντι του υπόχρεου προς αποζημίωση ή του ασφαλιστή, πλην της περιπτώσεως δ (αν ο ασφαλιστής πτώχευσε ή αν η εκτέλεση σε βάρος του απέβη άκαρπη ή ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της ασφαλιστικής επιχείρησης ένεκα παραβάσεως νόμου), κατά την οποία δεν υποκαθίσταται στα εν λόγω δικαιώματα (παράγραφος 4 του ίδιου άρθρου 19). Η ανωτέρω υποκατάσταση, έχει την έννοια της ex lege μεταβίβασης της απαίτησης αποζημιώσεως στο Επικουρικό Κεφάλαιο και δεν χορηγείται στο τελευταίο αυτόνομη αξίωση κατά του υπόχρεου μετά την ικανοποίηση του δικαιούχου. Η μεταβίβαση αυτή συνοδεύεται με όλα τα κατά το χρόνο της μεταβίβασης πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα της απαίτησης που μεταβιβάζεται. Ο υπόχρεος προς αποζημίωση όταν ενάγεται βάσει του μηχανισμού της υποκατάστασης από το Επικουρικό Κεφάλαιο αναγωγικά, δικαιούται να προβάλλει κατ' αυτού την ένσταση της παραγραφής της αξίωσης. Συνέπεια δε του γεγονότος της υποκαταστάσεως που ασκείται από το Επικουρικό Κεφάλαιο, κατά του υπόχρεου σε αποζημίωση ή του ασφαλιστή του είναι αυτή που θα ασκούσε ο ζημιωθείς τρίτος αν δεν υπήρχε θέμα ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου είναι, ότι η αξίωση με βάση την υποκατάσταση υπόκειται στον ίδιο χρόνο παραγραφής όπως η αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου, δηλαδή πενταετή κατά την ΑΚ 937 ή διετή κατά το άρθρο 7 Ν. ΓΠΝ/1911 από της ημέρας του ατυχήματος. Διαφοροποιείται όμως η αφετηρία της παραγραφής, γιατί το δικαίωμα αναγωγής του Επικουρικού Κεφαλαίου γεννιέται το πρώτο από την ικανοποίηση του παθόντος, μη υφιστάμενο πριν από το χρονικό αυτό σημεί ο (ΑΠ 568/2002). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 1. του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού ) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Τέλος, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Η αντικατάσταση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης από το αναιρετικό δικαστήριο συνιστάται στην με την απόφασή του υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση σε άλλο κανόνα δικαίου, εφ' όσον η υπαγωγή αυτή απολήξει σε πόρισμα με περιεχόμενο όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Ως αιτιολογικό δηλαδή νοείται η νομική αιτία, ήτοι η διάταξη νόμου, που αποτελεί την μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού. (Ολ. ΑΠ 30/1998). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης κατ' άρθρο 561 παρ 2 του ΚΠολΔ, προκύπτουν τα' ακόλουθα : Ο ενάγων Ι. Κ. με την από 9-7-1993 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν ο καθένας εις ολόκληρον το ποσό των 2.259.000δραχμών ως αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη την οποία υπέστη από το τροχαίο ατύχημα που έλαβε χώρα από υπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος κατά την οδήγηση του υπ' αρ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου το οποίο ήταν ανασφάλιστο (λόγω ανάκλησης της αδείας λειτουργίας της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ" και της παρέλευσης χρονικού διαστήματος 16 ημερών χωρίς να συναφθεί νέα σύμβαση). Το δεύτερο εναγόμενο ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" με την από 3-1-1994 παρεμπίπτουσα αγωγή ζήτησε να υποχρεωθεί να καταβάλει ο εναγόμενος (πρώτος εναγόμενος στην ανωτέρω αρχική αγωγή) και οδηγός του ζημιογόνου οχήματος ότι θα υποχρεωθεί αυτό να καταβάλει στον ενάγοντα (της αρχικής αγωγής). Επί των αγωγών αυτών που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ. αρ. 50/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, η οποία, αφού κατελόγισε συνυπαιτιότητα για το τροχαίο ατύχημα τόσο στον ενάγοντα, όσο και στον πρώτο εναγόμενο κατά ποσοστό 20% και 80% αντιστοίχως, δέχθηκε εν μέρει την κύρια αγωγή και την παρεμπίπτουσα. Την απόφαση αυτή προσέλαβε ο πρώτος εναγόμενος Ε. Μ. με την υπ. αρ. κατ. 21//6-7-1995 έφεσή του ενώπιον του Εφετείου Λάρισας, της οποίας ορίστηκε δικάσιμος η 7-2-1997 κατά την οποία ο Α. Ι. Κ., σύμφωνα με δήλωσή του που καταχωρήθηκε στα υπ. αρ. 4/1997 πρακτικά της δίκης, γνωστοποίησε στο Δικαστήριο ότι ο αρχικώς ενάγων-εφεσίβλητος Ι. Κ., απεβίωσε στις 14-2-1995 και για το λόγο αυτό επήλθε βιαία διακοπή της δίκης. Η υπόθεση επαναφέρθηκε για συζήτηση με την υπ. αρ. κατ. 200/21-2-2003 κλήση του παρεμπίπτοντως ενάγοντος ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" με την εκδοθείσα επί της οποίας υπ. αρ. 609/2004 απόφαση του Εφετείου Λάρισας έγινε δεκτή η ως ανωτέρω με αρ. κατ. 211/1995 έφεση του πρώτου εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος κατά το μέρος που αφορούσε την παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως του Επικουρικού Κεφαλαίου και απορρίφθηκε η αγωγή αυτή, διότι όπως κρίθηκε. Επί του προκειμένου, συνέτρεχε η περίπτωση του άρθρου 19 παρ 4 εδ β' του Ν. 489/1976 κατά την οποία, κατ' εξαίρεση, το Επικουρικό Κεφάλαιο δεν υποκαθίσταται στα δικαιώματα του ενάγοντος έναντι του εκκαλούντος εναγομένου με την καταβολή στους κληρονόμους του ενάγοντος της αποζημίωσης. Κατά της αποφάσεως αυτής, το Επικουρικό Κεφάλαιο, άσκησε την από 1-9-2005 αίτηση αναιρέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η υπ. αρ. 683/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, που ανήρεσε την 609/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, καθ' όσον δέχθηκε, ότι πραγματική βάση της αγωγής ήταν η πρόκληση ατυχήματος από ανασφάλιστο κατά το χρόνο του ατυχήματος (7-11-1992) αυτοκίνητο, αφού έλαβε χώρα σε χρόνο πέραν των δέκα έξι ημερών από την αναφερόμενη στην αγωγή ανάκληση της άδειας λειτουργίας της ασφαλιστικής εταιρίας. Με την από 31-7-2009 κλήση, του εφεσίβλητου ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" νόμιμα επαναφέρθηκε στο Εφετείο Λάρισας προς νέα συζήτηση η άνω έφεση, καθ' ο μέρος με αυτή προσβάλλεται η 50/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου κατά το κεφάλαιό της με το οποίο έγινε δεκτή η πιο πάνω παρεμπίπτουσα αγωγή. Κατά τη συζήτηση της έφεσης αυτής ενώπιον του ως ανωτέρω Δικαστηρίου την ορισθείσα δικάσιμο της 11-12-2009, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο έφεσης, που παραδεκτά άσκησε ο πρώτος εναγόμενος-εκκαλών - αναιρεσείων με τις υποβληθείσες ενώπιον του ως ανωτέρω Εφετείου Λάρισας προτάσεις του, ισχυρίσθηκε ότι η ένδικη απαίτηση του παρεμπιπτόντως ενάγοντος ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 437 ΑΚ εν επιδικία, καθ' όσον ο αρχικώς ενάγων Ι. Κ. απεβίωσε στις 14-2-1995 και από τη γνωστοποίηση του θανάτου του στις 7-2-1997 και την επελθούσα ως εκ τούτου βιαία διακοπή της δίκης μέχρι την 21-2-2003, που τυπικά επαναλήφθηκε, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας. Το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τον πρόσθετο ως ανωτέρω λόγο έφεσης, καθ' όσον όπως δέχθηκε, το ένδικο δικαίωμα του παρεμπιπτόντως ενάγοντος στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 19 παρ 4 του Ν. 490/1976 και αποτελεί ιδιαίτερη και αυτοτελή αξίωση παραγόμενη από το νόμο και όχι από αδικοπραξία, η οποία γεννάται από την καταβολή και υπόκειται κατ' άρθρο 249 ΑΚ σε εικοσαετή παραγραφή. Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 249 ΑΚ δέχθηκε ότι η ένδικη αξίωση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου υπόκειται σε εικοσαετή παραγραφή ενώ κατά την εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ καθ' όσον πρόκειται περί αξίωσης απορρέουσας από αδικοπραξία, υπόκειται σε πενταετή παραγραφή και δοθέντος ότι κατά το χρονικό διάστημα από 7-2-1997 που διακόπηκε βιαίως η δίκη λόγω του επισυμβάντος θανάτου του αρχικώς ενάγοντος Ι. Κ., και της επαναφοράς της υπόθεσης προς συζήτηση με την υπ. αρ. κατ. 200/21-2-2003 κλήση, δεν μεσολάβησε καμία διαδικαστική πράξη, η ένδικη αξίωσή του παραγράφηκε εν επιδικία, λόγω παρέλευσης χρονικού διαστήματος μείζονος της πενταετίας. Όμως, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, το δικαίωμα αναγωγής του Επικουρικού Κεφαλαίου γεννάται το πρώτο από την ικανοποίηση του παθόντος και από τη στιγμή της καταβολή αφετηριάζεται ο χρόνος παραγραφής της σχετικής αξιώσεώς του. Το Εφετείο, έπρεπε επομένως, να απορρίψει την προβληθείσα από τον εναγόμενο και νυν αναιρεσείοντα ένσταση παραγραφής (με τον πρόσθετο της εφέσεώς του λόγο) της ένδικης αξίωσης του Επικουρικού Κεφαλαίου ως αόριστη, αφού δεν προσδιόρισε το χρονικό σημείο από το οποίο αφεετηριάζεται η παραγραφή της ένδικης αξιώσεώς του, ήτοι της καταβολής του ποσού που καλύπτει τη ζημία του παθόντος από το ένδικο ατύχημα, ώστε να έχει γεγεννημένη αξίωση κατά του υπαιτίου του ατυχήματος και οδηγού του ζημιογόνου ... ΙΧΕ αυτοκινήτου. Επομένως, το Εφετείο, που απέρριψε , την προβληθείσα ως άνω ένσταση από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε μεν, αλλά με εσφαλμένη αιτιολογία. Πρέπει επομένως, να αντικατασταθεί η σχετική αιτιολογία κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ και να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ως αβάσιμος. Επειδή, με βάση τα προεκτιθέμενα, πρέπει να απορριφθεί η από 21-9-2011 αίτηση αναίρεσης της 492/2010 απόφασης του Εφετείου Λάρισας και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρ. 183 ΚΠολΔ) όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21-9-2011 αίτηση αναίρεσης της 492/2010 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 11 Δεκεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ