Αριθμός 1497/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Μαρία Βασιλάκη - Εισηγήτρια, Χρυσούλα Παρασκευά και Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Πλιώτα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 3970, 4340, 4804/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους: 1)Δ. Φ. του Ν., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιάκωβο Απέργη και 2)Ί. Μ. του Π., κάτοικο ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημοσθένη Λιόντο. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Α. Δ. του Π., 2)Γ. Δ. του Π. και 3)Χ. Δ. χα Π., άπαντες κάτοικοι ... που άπαντες παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Φούσα. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 54/10 Οκτωβρίου 2013 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1141/2013. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 505 § 2 ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 § 2, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 § 3 ΚΠοινΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 § 1 ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εξάλλου, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 § 2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974), και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας που ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, υπάρχει είτε όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση ή εκτίθενται ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο γιατί, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά, δεν πείσθηκε ότι πραγματώθηκε από τον κατηγορούμενο η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που του αποδίδεται. Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά της υπ' αριθμό 3970/2013, 4330/2013/4804/2013απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που κήρυξε αθώους τους κατηγορούμενους Ι .Μ. και Δ.Φ. για την αποδιδομένη σ'αυτούς πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, η οποία ασκήθηκε με δήλωση στο Γραμματέα του Αρείου Πάγου την 10η Οκτωβρίου 2013, ενώ η απόφαση έχει καταχωρηθεί στο ειδικό βιβλίο την 19η Σεπτεμβρίου 2013 και με την οποία προβάλλεται, η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι παραδεκτή. Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ.1 Π.Κ. "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 Π.Κ., "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξ αιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Εν όψει αυτών, ποινική ευθύνη ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια, κατά την άσκηση του επαγγέλματος του, υπάρχει στις περιπτώσεις εκείνες που το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και που η ενέργεια του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ~ αριθμ.3970/2013, 4330/2013, 4804/2013 απόφαση του κήρυξε αθώους τους κατηγορούμενους για την αποδιδομένη σ" αυτούς πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Για να καταλήξει στην αθωωτική του κρίση το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεώς του τα παρακάτω: "Στις αρχές Δεκεμβρίου του έτους 2005, ο ασθενής Π. Δ., ηλικίας 58 ετών οδηγός λεωφορείου, μετά από σύσταση του ιατρού - ογκολόγου Α. Α., στο ογκολογικό νοσοκομείο "ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ", ο οποίος τον παρακολουθούσε και ο οποίος περί τα τέλη Νοεμβρίου του έτους 2005 είχε διαγνώσει μετά από απεικονιστικές εξετάσεις και κλινική εξέταση ότι έπασχε από καρκίνο του προστάτη, που έπρεπε να αντιμετωπισθεί με ακτινοθεραπεία και όχι χειρουργικά και επιπλέον είχε διαγνώσει ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής, μεγέθους 4,8 cm, παραπέμφθηκε σε ιατρό αγγειοχειρουργό, ο οποίος ως αρμόδιος θα αποφάσιζε τον τρόπο αντιμετωπίσεως του ανευρύσματος και συγκεκριμένα στον ιατρό Χ. Ζ. - 2° κατηγορούμενο, αγγειοχειρουργό και Επιμελητή Β', τότε, στο Χειρουργικό Τμήμα Θώρακος και Αγγείων του νοσοκομείου "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ". Προς τούτο εξετάστηκε στα εξωτερικά ιατρεία και συνεστήθη να αντιμετωπισθεί το ανεύρυσμα με τοποθέτηση μοσχεύματος - stentgrafft - με ενδοαυλική τοποθέτηση, στον οποίο (τρόπο) συμφώνησε και ο 1ος κατηγορούμενος - Ι. Μ., Διευθυντής της ως άνω κλινικής του νοσοκομείου "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ" καθώς και ο 3ος κατηγορούμενος - Δ. Φ., ο οποίος ήταν επεμβατικός ακτινολόγος στο ίδιο νοσοκομείο και εισήχθη στο νοσοκομείο την 6-12-2005, ελήφθη το ιστορικό του από τον ειδικευόμενο ιατρό Ι. Τ., υποβλήθηκε σε ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) και ακτινογραφία θώρακος και μεταφέρθηκε σε θάλαμο της κλινικής. Ο τρόπος αντιμετωπίσεως του ανευρύσματος ήταν ενδεδειγμένος καθ' όσον ο ασθενής ήταν βαρεία αθηρωματικός, βαρύς καπνιστής, κάπνιζε (3) πακέτα τσιγάρα την ημέρα και αντιμετώπιζε αιματολογικά και πηκτικολογικά προβλήματα και από το έτος 1975 έως το 1985 είχε λάβει μεταγγίσεις. Προς τούτο την 8-12-2005 ο ασθενής Π. Δ. μεταφέρθηκε στο χώρο της Επεμβατικής Ακτινολογίας, όπου έγινε από τον 2° κατηγορούμενο Χ. Ζ. και τους ειδικευόμενους ιατρούς Ε. Κ. και Κ. Κ., η κατάλληλη προετοιμασία, ήτοι παρασκευή και αποκάλυψη αμφοτέρων των κοινών μηριαίων αρτηριών με διάνοιξη στις βουβωνικές χώρες υπό τοπική αναισθησία. Προς τούτο, ο 3ος κατηγορούμενος - Δ. Φ., ως επεμβατικός ακτινολόγος στο άνω νοσοκομείο ανέλαβε την προσπάθεια τοποθέτησης stentgrafft και αφού έγινε αποκάλυψη από τους αγγειοχειρουργούς των κοινών μηριαίων αρτηριών, στη συνέχεια έγινε προσπάθεια προώθησης του stentgrafft από την αριστερή μηριαία αρτηρία. Στο ύψος περίπου της αριστερής κοινής λαγονίου το stentgrafft δεν μπορούσε να προωθηθεί περισσότερο, έγινε αγγειοπλαστική με μπαλόνι 9 χ 40 cm και πάλι προσπάθεια προώθησης του stentgrafft, η οποία υπήρξε ανεπιτυχής. Τα αιτία τα οποία έκαναν το αγγείο μη ελαστικό και δύσκαμπτο ήταν η μεγάλη ελίκωση του αγγείου και η μεγάλου βαθμού ασβέστωση αυτού και έγινε ελαφρά προσπάθεια προώθησης του stentgrafft από τη δεξιά πλευρά χωρίς επιτυχία και έτσι διακόπηκε η προσπάθεια. Κατά τη διάρκεια της επέμβασης έγινε αγγειογραφία, η οποία δεν ήταν αναγκαίο να προηγηθεί καθ' όσον είχε προηγηθεί αξονική τομογραφία, γεγονός το οποίο καταθέτουν τόσο οι οικείοι του καθώς και οι θεράποντες ιατροί του, οι οποίοι είχαν διαγνώσει τον καρκίνο του προστάτη και το ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής και οι κατηγορούμενοι. Λόγω του ότι παρουσιάστηκε θρόμβος στο αριστερό άκρο, ο 20ς κατηγορούμενος, ο οποίος κλήθηκε άμεσα από τους ειδικευόμενους ιατρούς Ι. Τ. και Ε. Κ., οι οποίοι είχαν παραμείνει στο χώρο της επεμβατικής ακτινολογίας για να παρακολουθούν την πορεία του ασθενούς και να ελέγχουν την αισθητικότητα των άκρων του, προέβη σε αφαίρεση του θρόμβου και αποκατάσταση της μηριαίας αρτηρίας του αριστερού άκρου. Όταν βεβαιώθηκε ότι αιματώνεται επαρκώς το αριστερό άκρο με την εξέταση Doppler, στην οποία υπέβαλε τον ασθενή, έγινε συρραφή των αγγείων και του δέρματος και μεταφέρθηκε στο θάλαμο νοσηλείας του περί την 21.30 μ.μ., με οδηγίες για μη σίτιση του, λόγω της παρακολούθησης της κατάστασης του και του ενδεχομένου να υποβληθεί εκ νέου σε χειρουργική αντιμετώπιση της μερικής ισχαιμίας του αριστερού άκρου και επιπλέον του χορηγήθηκε ηπαρίνη για την αντιμετώπιση των θρόμβων. Την επομένη ημέρα, 9-12-2005, ο ασθενής παραπονέθηκε για αιμωδία (μούδιασμα) στο αριστερό κάτω άκρο και πόνο, για το λόγο αυτό του χορηγήθηκε αναλγητικό (πεθιδίνη) τρεις φορές ημερησίως, συνεχίστηκε η χορήγηση ηπαρίνης και αποφασίστηκε να υποβληθεί σε ανοικτή χειρουργική επέμβαση για την τοποθέτηση διχαλωτού μοσχεύματος, η οποία προγραμματίσθηκε να γίνει την 12-12-2005. Προς τούτο, την εν λόγω ημερομηνία μεταφέρθηκε ο ασθενής περί ώρα 10.00 π.μ. στο χειρουργείο, όπου υπεβλήθη σε επέμβαση αορτομηριαίας παράκαμψης άμφω, με μόσχευμα 16-18 cm PTFE στην οποία συμμετείχε και ο 1ος κατηγορούμενος, υπό ολική αναισθησία και στη συνέχεια σε επέμβαση αποκατάστασης των επιπολής μηριαίων αρτηριών άμφω, η οποία διήρκεσε έως την 1.30 π.μ. της 13ης-12-2005. Ειδικότερα απολινώθηκε η κάτω μεσεντέριος αρτηρία, και έγινε τοποθέτηση διχαλωτού μοσχεύματος και στη συνέχεια ο ασθενής εμφάνισε ισχαιμία (ΑΕ) κάτω άκρου και υπεβλήθη την επομένη ημέρα (13-12-2005) σε αγγειογραφία η οποία έδειξε σχεδόν πλήρη απόφραξη του (ΔΕ) σκέλους του διχαλωτου μοσχεύματος και απόφραξη της δεξιάς εν τω βάθει μηριαίας αρτηρίας, απόφραξη της δεξιάς επιπολής μηριαίας αρτηρίας στην περιοχή του πόρου των προσαγωγών μυών και περιφερικότερα, ενώ το αριστερό σκέλος του διχαλωτού μοσχεύματος απεικονίζεται βατό, όπως βατές με κατά τόπους στενώσεις σκιαγραφούνται οι αριστερές μηριαίες αρτηρίες, με μεγαλύτερου βαθμού στένωση να απεικονίζεται λίγο μετά την έκφυση της αριστερής επιπολής μηριαίας αρτηρίας και με απόφραξη της αριστερής πρόσθιας κνημιαίας αρτηρίας με σημαντική στένωση από την έκφυσή της (βλ. το από 13-12-2005 έγγραφο ευρημάτων της ψηφιακής αγγειογραφίας του ιατρού ακτινολόγου - Ι.Σ Κ.). Η κατάσταση αυτή των αρτηριών του ασθενούς, η οποία ήταν αποτέλεσμα του συνδρόμου υπερπηκτικότητας του αίματος αυτού, και όχι αμελούς συμπεριφοράς των 1OU και 2ου των κατηγορουμένων, καθ' όσον αυτοί μετά την αδυναμία τοποθέτησης του stent, είχαν τον ασθενή υπό παρακολούθηση, ακολούθησαν συντηρητική αγωγή και προγραμμάτισαν ανοικτό χειρουργείο για την 12-12-2005 και μετά από αυτό, διαπιστώθηκε οξεία ισχαιμία του δεξιού σκέλους, η οποία επέβαλε τον ακρωτηριασμό του δεξιού άκρου στο ύψος του μηρού, και κατά τη γνώμη του ιατρού Ι.Μ. και με απεξάρθρωση του μέλους, ώστε να αφαιρεθεί το ισχαιμούν μέλος και να αποφευχθεί η επέκταση της ισχαιμίας και σε άλλα ζωτικά όργανα του ασθενούς. Οι συγγενείς του ασθενούς την 13-12-2005 συγκάλεσαν συμβούλιο στο οποίο μετείχαν ο ιατρός Ε. Δ., Διευθυντής της Δ' Παθολογικής Κλινικής του νοσοκομείου "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", ο ιατρός Α. Γ. από την Γενική Κλινική Αθηνών, στο οποίο μετείχε και ο ιατρός Ι. Μ. προκειμένου να αποφασισθεί η αναγκαιότης του ακρωτηριασμού και τελικά ο ασθενής την 14-12-2005, μετά από παράκληση των συγγενών του μεταφέρθηκε στην ως άνω κλινική, όπου ο ιατρός Α. Γ. προέβη στον ακρωτηριασμό του δεξιού σκέλους στο ύψος της μεσότητος του μηρού και προσπάθεια επαναιμάτωσης του κολοβώματος του δεξιού μηρού και της δεξιάς έσω λαγονίου αρτηρίας. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο ιατρός Χ. Ζ. παρ' ότι τη συγκεκριμένη ημερομηνία ήταν ημέρα απεργίας είχε δώσει εντολή για χειρουργική κλίνη, γεγονός το οποίο επιβεβαίωσεν η μάρτυρας ιατρός αναισθησιολόγος Κ. Ρ. αλλά λόγω επιθυμίας της οικογένειας του ασθενούς μεταφέρθηκε στην ως άνω κλινική και ο Διευθυντής της κλινικής, κατηγορούμενος - ιατρός Ι. Μ., προς διευκόλυνση αυτών στο εκδοθέν πιστοποιητικό νοσηλείας ανέγραψε ότι μεταφέρεται λόγω έλλειψης χειρουργικής κλίνης. Ο ασθενής μεταφέρθηκε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, της ως άνω κλινικής όπου νοσηλεύθηκε μέχρι την 19-12-2005, ενώ υποβλήθηκε σε συνεδρίες τεχνητού νεφρού την 17, 18 και 19/12/2005 λόγω των προβλημάτων που εμφανίσθηκαν στη νεφρική του λειτουργία. Τις επόμενες ημέρες λόγω οιδήματος του ΔΕ μηρού, έγιναν δύο σχάσεις αποσυμπιέσεως στο ακρωτηριασμένο κολόβωμα, το οποίο παρέμεινε χωρίς κίνηση και αισθητικότητα και ο ασθενής δεν είχε έλεγχο του σφιγκτήρος του πρωκτού αφού δεν μπορούσε να αισθανθεί τη δίοδο αερίων και κοπράνων, και την 19-12-2005, να εξέλθει από τη μέση υπερυπομφάλιο τομή ποσότητα αερίων και περιτοναϊκού υγρού, το οποίο οδήγησε σε νέα χειρουργική επέμβαση υπό γενική αναισθησία από τον ιατρό γενικό χειρουργό Γ. Μ., ο οποίος διαπίστωσε ότι το σιγμοειδές εμφάνιζε ισχαιμικές περιοχές, μία εκ των οποίων είχε διατρηθεί, ότι το τελικό τμήμα του σιγμοειδούς έως την περιτοναϊκή ανάκαμψη καθώς και τμήμα του μεσοσιγμοειδούς ήταν ισχαιμικά και ότι το έδαφος της πυέλου ήταν φλεγμονώδες και προέβη σε συρραφή της διατρήσεως επί υγιούς ιστού και έκπλυση της περιτοναϊκής κοιλότητας και την τοποθέτηση παροχετεύσεων. Λόγω δε της επιβαρημένης κατάστασης της υγείας του ασθενούς δεν προέβη στην αφαίρεση του ισχαιμούντος τμήματος του εντέρου, οπότε το τμήμα του εντέρου που παρέμεινε στην κοιλία του ασθενούς συνέχιζε να ισχαιμεί, με αποτέλεσμα να προκληθεί εκφύλιση πολλαπλών ζωτικών οργάνων και τελικά ο θάνατος του επήλθε την 4-1-2006 συνεπεία προσφάτου εκφυλίσεως πολλαπλών ζωτικών οργάνων λόγω σηψαιμίας και επιγενούς σηπτικής καταπληξίας επί εδάφους εντερικής νεκρώσεως και διατρήσεως, συνακόλουθης χειρουργικής επέμβασης τοποθετήσεως διχαλωτής συνθετικής προθέσεως κοιλιακής αορτής (βλ. υπ' αριθμ. …/6-4-2006 ιατροδίκαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής του ιατροδικαστή Ι. Α.). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η αντιμετώπιση του ανευρύσματος κοιλιακής αορτής με την ενδοαυλική τοποθέτηση ήταν η ήκιστα παρεμβατική μέθοδος (ιατρός Α. Α.) σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο ασθενής ήταν βαρύς καπνιστής, πότης με αθηρωματικές πλάκες, επιβαρυντικά στοιχεία. Τα αυτά καταθέτει και ο μάρτυς - ιατρός Ε. Δ., ο ιατρός Δ. Κ., ο οποίος καταθέτει ότι προηγείται η αντιμετώπιση του ανευρύσματος και μετά ο ασθενής υποβάλλεται σε ακτινοβολίες και σε οποιοδήποτε ασθενή τοποθετείται άμεσα το stent και μετά ακολουθεί κανονική επέμβαση. Ο μάρτυρας ιατρός Δ. Β. -Καθηγητής Χειρουργικής, Διευθυντής Β' Χειρουργικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Αρεταίειο Νοσοκομείο, καταθέτει ότι λόγω του επελαύνοντος καρκίνου, ο ασθενής θα έπρεπε να υποβληθεί σε ακτινοθεραπεία, και επειδή μπορούσε να ραγεί το ανεύρυσμα, έπρεπε να προηγηθεί η αντιμετώπιση του ανευρύσματος. Επιπλέον και ο μάρτυρας ιατρός Δ. Κ., ομότιμος καθηγητής ακτινολογίας και Διευθυντής Μονάδας Έρευνας Ακτινολογίας και Ιατρικής Απεικόνισης του Πανεπιστημίου Αθηνών καταθέτει ότι το stent τοποθετείται όταν υπάρχει επιβάρυνση, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση και με ένδειξη του μεγέθους του ανευρύσματος τα 4,8 εκ., καθ' όσον και από μέγεθος 4 εκ. σε τέτοιου είδους ανευρύσματα έπρεπε να γίνει η συγκεκριμένη παρέμβαση ώστε να υποβληθεί ο ασθενής στη συνέχεια σε ακτινοβολίες λόγω του καρκίνου του προστάτη, καθ! όσον προηγείται η αποκατάσταση του ανευρύσματος των ακτινοβολιών. Συνακόλουθα ορθά ο κατηγορούμενος ιατρός Χ. Ζ. απεφάσισε να αντιμετωπισθεί η εν λόγω περίπτωση με τη μέθοδο stentgrafft και τον παρέπεμψε στον ιατρό Δ. Φ., ο οποίος σύμφωνα με τα προαναφερθέντα προέβη στην προσπάθεια τοποθέτησης τούτου, η οποία όμως, όπως προελέχθη, κατέστη ανεπιτυχής. Κατά τη διάρκεια αυτής της προσπάθειας γίνεται ψηφιακή αγγειογραφία η οποία επαναλαμβάνεται συχνά κατά τη διάρκεια της επέμβασης, όπως έγινε και στη συγκεκριμένη περίπτωση πλην όμως η εν λόγω προσπάθεια απέτυχε λόγω των αθηρωματικών στενώσεων. Οι ελικώσεις των αγγείων συνήθως προσπερνώνται με σύρμα, πράγμα το οποίο δεν επετεύχθη στη συγκεκριμένη περίπτωση καθ' όσον τα αγγεία του ασθενούς Π. Δ. είχαν σε μεγάλο βαθμό ασβέστωση, πράγμα το οποίο έκαμε αυτά μη ελαστικά και δύσκαμπτα. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο ασθενής είχε υποβληθεί ιδιωτικά σε αξονική με σκιαγραφικό, η οποία είχε καταδείξει το ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής, γεγονός το οποίο παραδέχονται και οι οικείοι του, οι οποίοι καταθέτουν ότι ήταν μία απλή αξονική, πλην όμως δεν θα μπορούσε να διαγνωσθεί το ανεύρυσμα χωρίς σκιαγραφικό και με δεδομένο ότι είχε προηγηθεί η αξονική με σκιαγραφικό, δεν απαιτείτο η διενέργεια ψηφιακής αγγειογραφίας ή άλλης απεικονιστικής εξέτασης. Από όλα τα ανωτέρω συνάγεται ότι η επιλογή της μεθόδου αντιμετωπίσεως του ανευρύσματος την τοποθέτηση stent ήταν ενδεδειγμένη σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και δεν μπορούσε να προβλεφθεί η αδυναμία προώθησης του μοσχεύματος καθ' όσον η παρεμβατική αυτή μέθοδος ενδείκνυται στη περίπτωση αθηρωματικών ασθενών και οδηγεί σε άμεσο αποτέλεσμα. Σε συνέχεια ο ασθενής μεταφέρθηκε στο θάλαμό του όπου παρουσίασε μερική ισχαιμία του αριστερού κάτω άκρου, η οποία αντιμετωπίστηκε με καθετή fogarty από τον 2° κατηγορούμενο - Χ. Ζ. και στη συνέχεια την 12-1-2005 υπεβλήθη στο ανοικτό χειρουργείο για την τοποθέτηση διχαλωτού μοσχεύματος, έγινε αγγειοπλαστική ΑΡ επιπολής και εν τω βάθει μηριαίου αρτηρίας και διεύρυνση ΔΕ και ΑΡ επιπολής μηριαίων αρτηριών τοποθέτηση εμβαλωμάτων και απολινώθηκε η κάτω μεσεντέριος αρτηρία. Σύμφωνα με την κατάθεση του ιατρού Δ. Β., η ισχαιμία του σκέλους οφειλόταν σε θρομβώσεις τα οποία βούλωσαν τα αγγεία λόγω διαταραχών πήξεως του αίματος ενώ η ισχαιμία του εντέρου, η οποία εκδηλώθηκε πολλές ημέρες μετά τη χειρουργίκη επέμβαση δεν αποδείχθηκε ότι ήταν αποτέλεσμα αυτής γιατί θα είχε άμεση εκδήλωση συμπτωμάτων και ευρημάτων από εργαστηριακές εξετάσεις και υπήρχαν σημαντικές ενδείξεις να είχε άλλη μεταγενέστερη γενεσιουργό αιτία οφειλόμενη σε αιμοδυναμικές διαταραχές λόγω της κακής αγγειακής κατάστασης του ασθενούς και κατά συνέπεια η επιπλοκή - μη αποκατάσταση του δεξιού σκέλους - και η άλλη, ισχαιμία του εντέρου δεν έχουν σχέση μεταξύ τους. Επίσης οι ισχυρισμοί των πολιτικών εναγόντων ότι οι 1ος και 2ος των κατηγορουμένων ήσαν ιατροί οι οποίοι ήσαν θωρακοχειρουργοί και δεν ήσαν κατάλληλοι για την αντιμετώπιση του συγκεκριμένου ασθενούς, ελέγχονται απορριπτέοι ως ουσία αβάσιμοι, και όσον αποδείχθηκε ότι ο 1ος κατηγορούμενος ως Διευθυντής και ο κατηγορούμενος ως επιμελητής Β' τότε του Τμήματος Χειρουργικής Θώρακος και Αγγείων, του νοσοκομείου "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ" πέραν της επιστημονικής τους επάρκειας, το εν λόγω Τμήμα ήταν κατάλληλο για την άσκηση της αγγειοχειρουργικής ειδικότητας και την εφημεριακή κάλυψη του Νοσοκομείου στο εν λόγω αντικείμενο, από συστάσεώς του (βλ. την υπ' αριθμ. Πρωτ. .../18-6-2012 βεβαίωση του Διοικητή του Νοσοκομείου Μ. Θ.). Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι ο θάνατος του ασθενούς Π. Δ. δεν οφείλεται σε αμελή συμπεριφορά των κατηγορουμένων ιατρών άρα δεν μπορεί να αποδοθεί ο επελθών θάνατος σε αμέλεια αυτών και τελικά θάνατος αυτού εξ αιτίας της ισχαιμίας του εντέρου δεν βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με την ισχαιμία των κάτω ακρών. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία συνάγεται ότι δεν υπήρξε αμελής συμπεριφορά των κατηγορουμένων ιατρών και συγκεκριμένα όπως αποδείχθηκε ορθά ο κατηγορούμενος Δ.Φ. προέβη στον ασθενή Π. Δ. στην προσπάθεια ενδοαυλικής τοποθέτησης μοσχεύματος με τη διενέργεια ψηφιακής αγγειογραφίας κατά την τέλεση αυτής αφού είχε προηγηθεί αξονική τομογραφία με σκιαγραφικό, η οποία - προσπάθεια - δεν κατέστη επιτυχής λόγω του μεγάλου βαθμού ασβέστωσης των αγγείων, γεγονός το .... και με τα ευρήματα της ιατροδικαστικής έκθεσης νεκροψίας - νεκροτομίας του ιατροδικαστή Ι. Α., σύμφωνα με την οποία αναφέρονται: ήπια αθηρωμάτωση εγκεφαλικών αρτηριών, εστιακή κληραθηρωμάτωση στεφανιαίων αρτηριών με κατά θέσεις σημαντική > 50% ένωση του αυλού των στεφανιαίων αρτηριών, ιδίως του στελέχους της αριστεράς 75%, λαγόνιες αρτηρίες με αμφίπλευρες βαρύτατες αποσβέστωμένες αθηρωματικές βλάβες, ελικώσεις, εξελκώσεις πλακών και πρόσφατες και παλαιές θρομβώσεις. Επίσης, δεν υπήρξε αμελής αντιμετώπιση εκ μέρους των λοιπών κατηγορουμένων, και ειδικότερα ο 2ος κατηγορούμενος ο οποίος και κατά την προετοιμασία της προηγούμενης προσπάθειας και μετά από αυτήν, παρακολουθούσε τον ασθενή με την χορήγηση ηπαρίνης και πεθιδίνης λόγω αιμωδίας του αριστερού σκέλους και τελικά την 12-12-2005 μαζί με τον 1° κατηγορούμενο προέβησαν στην αντιμετώπιση του ανευρύσματος με την ανοικτή μέθοδο ήτοι την τοποθέτηση διχαλωτού μοσχεύματος, αποτέλεσμα της οποίας υπήρξε η ισχαιμία του δεξιού σκέλους, οφειλόμενη στη δημιουργία θρομβώσεων, και ειδικότερα της θρόμβωσης της εν τω βάθει μηριαίας αρτηρίας η οποία ήταν αποτέλεσμα της επέμβασης λόγω του προβλήματος αιματικής ροής που αντιμετώπιζε ο ασθενής Π. Δ. συνεπεία αθηρωμάτωσης και όχι αμελούς συμπεριφοράς τους (πλημμελούς ενέργείας τους, την οποία μπορούσαν να προβλέψουν και να αποφύγουν ή παραλείψεώς τους. Εξ άλλου η νέκρωση του εντέρου δεν οφείλεται στην ανεπιτυχή προσπάθεια τοποθέτησης διχαλωτού μοσχεύματος, καθ' όσον αποδείχθηκε ότι είναι άλλη επιπλοκή και επιπλέον ο άρρωστος σιτίσθηκε κατά μετάβασή του στη Γενική Κλινική Αθηνών, γεγονός που επιβεβαιώθηκε από τον ιατρό Α. Γ., δεν είχε αιματηρές κενώσεις ούτε έκκριση περιτοναϊκού υγρού και τελικά εμφάνισε ισχαιμία του εντέρου την 19-12-2005. Κατά συνέπεια, οι ενέργειες των κατηγορουμένων ιατρών δεν εμπεριείχαν κάποιο σφάλμα, ενήργησαν, όπως όφειλαν σε κάθε περίπτωση σύμφωνα προς το αντικειμενικά επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας και δεν παρέλειψαν να λάβουν τα κατάλληλα και επιστημονικώς ενδεικνυόμενα μέτρα και μέσα για την ιατρική αντιμετώπιση του ανευρύσματος κοιλιακής αορτής του ασθενούς Π. Δ., με βάση τους αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και η ισχαιμία του δεξιού σκέλους του ασθενούς δεν οφείλεται σε ενέργειά τους την οποία μπορούσαν να προβλέψουν και να αποφύγουν. Εξ άλλου και ο θάνατος τούτου λόγω σηψαιμίας του εντέρου δεν μπορεί να αποδοθεί σε αμέλεια αυτών, ευρισκόμενη σε αιτιώδη συνάφεια με αυτές - ενέργειες - και πρέπει να κηρυχθούν αθώοι της πράξεως για την οποία κατηγορούνται (ανθρωποκτονία από αμέλεια). Εν προκειμένω με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για τον λόγο ότι α) ενώ δέχθηκε ότι υπήρχε αξονική τομογραφία που αποτύπωνε εκτός από το ανεύρυσμα και όλη την αρτηρία μέσω της οποίας θα κατέληγε το STENT και β)που αποτύπωνε τη δυνατότητα διέλευσης απ'αυτή του STENT δεν αιτιολογεί: α) γιατί δεν επετεύχθη αυτή (διέλευση) στις 8-12-2005, β)γιατί η ανεπιτυχής προσπάθεια τοποθέτησης του STENT διήρκεσε επί έξι ώρες όταν τέτοιες επεμβάσεις ολοκληρώνονται το πολύ σε μία ώρα τριάντα λεπτά δέχθηκε δηλαδή ότι η ιατρική αυτή πράξη και η μη αιμάτωση των κάτω άκρων λόγω της χρήσεως της φακαρόλας για ένα εξάωρο του δημιούργησε την ισχαιμία σ'αυτά ήταν σύμφωνη με τους κοινώς παραδεδεγμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης (lege artis). Επί των άνω αιτιάσεων η προσβαλλομένη, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του προαναφερόμενου σκεπτικού της, δέχεται τα ακόλουθα :1) Ως προς την υπό στοιχείο (α) αιτίαση δέχεται ότι "η επιλογή της μεθόδου αντιμετωπίσεως του ανευρύσματος κοιλιακής αορτής με την τοποθέτηση STENT ήταν ενδεδειγμένη σύμφωνα με τους κανόνες της Ιατρικής επιστήμης και δεν μπορούσε να προβλεφθεί η αδυναμία προώθησης του μοσχεύματος καθόσον η παρεμβατική αυτή μέθοδος ενδείκνυται στην περίπτωση αθηρωματικών ασθενών και οδηγεί σε άμεσο αποτέλεσμα...Η εν λόγω προσπάθεια απέτυχε λόγω των αθηρωματικών στενώσεων. Οι ελικώσεις των αγγείων συνήθως προσπερνώνται με σύρμα, πράγμα το οποίο δεν επετεύχθη στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθόσον τα αγγεία του ασθενούς Π. Δ. είχαν σε μεγάλο βαθμό ασβέστωση, πράγμα το οποίο έκανε αυτά μη ελαστικά και δύσκαμπτα ..". 2) Ως προς την υπό στοιχείο (β) αιτίαση δέχεται ότι ".. ο Δ. Φ. ως επεμβατικός ακτινολόγος στο άνω νοσοκομείο ανέλαβε την προσπάθεια τοποθέτησης stentgrafft από την αριστερή μηριαία αρτηρία η οποία υπήρξε ανεπιτυχής έγινε ελαφρά προσπάθεια προώθησης του stentgrafft από τη δεξιά πλευρά χωρίς επιτυχία και έτσι διακόπηκε η προσπάθεια. Ο ασθενής παρέμεινε στη μονάδα Επεμβατικής Ακτινολογίας όπου παρακολουθείτο η πορεία της υγείας του από τους ειδικευόμενους ιατρούς Ι. Τ. και Ε. Κ. οι οποίοι, λόγω του ότι παρουσιάσθηκε θρόμβος στο αριστερό άκρο κάλεσαν τον αγγειοχειρουργό Χ. Ζ., ο οποίος επενέβη αφαίρεσε τον θρόμβο και αποκατέστησε τη μηριαία αρτηρία του αριστερού άκρου του ασθενούς. Όταν βεβαιώθηκε ότι αιματώνεται επαρκώς το αριστερό άκρο με την εξέταση Dopler, στην οποία επέβαλε τον ασθενή, έγινε συρραφή των αγγείων και του δέρματος και μεταφέρθηκε στο θάλαμο νοσηλείας του περί την 21.30 μ.μ Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε σχέση με τις άνω αιτιάσεις αφού αναφέρει σν αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και αιτιολογεί με σαφήνεια τα αίτια της αποτυχίας διέλευσης του STENT όσο και τον λόγο παραμονής του ασθενούς στην μονάδα Επεμβατικής Ακτινολογίας , που δεν ήταν βέβαια η επί εξάωρο προσπάθεια της διέλευσης του STENT από τον Επεμβατικό ακτινολόγο κατηγορούμενο Δ. Φ. και η χρήση φακαρόλας, όπως αιτιάται η αναίρεση και κατά τούτο στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης η προσπάθεια διέλευσης διεκόπη, αλλά ο ασθενής παρέμεινε επί εξάωρο στη μονάδα Επεμβατικής Ακτινολογίας λόγω συνεχούς παρακολούθησης της πορείας αυτού από την ομάδα των ιατρών της χειρουργικής κλινικής και δη των ειδικευομένων και του Επιμελητή χειρουργού Ζ., ο οποίος και επενέβη κατά το εν λόγω εξάωρο προς αποκατάσταση θρόμβου που προέκυψε. Με τις άνω παραδοχές η αιτιολογία ως προς την εν λόγω ως άνω πλημμέλεια είναι ειδική και εμπεριστατωμένη. Επομένως ο υπό στοιχείο Α λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τον υπό στοιχείο Β λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για τον λόγο ότι ,ενώ δέχθηκε ότι μετά την ολοκλήρωση της παραπάνω πολύωρης και ανεπιτυχούς ιατρικής πράξεως παρουσιάσθηκαν συμπτώματα μη αιμάτωσης των κάτω άκρων δεν αιτιολογεί γιατί η χειρουργική επέμβαση για την αντιμετώπιση του ανευρύσματος που αποφάσισε ο Μ. έγινε μετά από τέσσερις ημέρες (12-12-2005) και γιατί δεν εγκυμονούσε κινδύνους για τον ασθενή (νέκρωση κάτω άκρων -ακρωτηριασμός -νέκρωση εντέρου .Επί των άνω αιτιάσεων η προσβαλλομένη, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του προαναφερόμενου σκεπτικού της, δέχεται τα ακόλουθα. (Σε σχέση με τον προγραμματισμό της χειρουργικής επέμβασης) "Λόγω του ότι παρουσιάσθηκε θρόμβος στο αριστερό άκρο ο 2ος κατηγορούμενος ο οποίος κλήθηκε άμεσα από τους ειδικευόμενους ιατρούς Ι. Τ. και Ε. Κ. προέβη σε αφαίρεση του θρόμβου και αποκατέστησε τη μηριαία αρτηρία του αριστερού άκρου του ασθενούς. Όταν βεβαιώθηκε ότι αιματώνεται επαρκώς το αριστερό άκρο με την εξέταση Dopier, στην οποία επέβαλε τον ασθενή , έγινε συρραφή των αγγείων και του δέρματος και μεταφέρθηκε στο θάλαμο νοσηλείας του περί την 21.30 μ.μ με οδηγίες για μη σίτιση του, λόγω της παρακολούθησης της κατάστασης του και του ενδεχόμενου να υποβληθεί εκ νέου σε χειρουργική αντιμετώπιση της μερικής ισχαιμίας του αριστερού άκρου και επί πλέον του χορηγήθηκε ηπαρίνη για την αντιμετώπιση των θρόμβων. Την επομένη ημέρα, 9-12-2005, ο ασθενής παραπονέθηκε για αιμωδία (μούδιασμα) στο αριστερό κάτω άκρο και πόνο, για το λόγο αυτό του χορηγήθηκε αναλγητικό (πεθιδίνη) τρεις φορές ημερησίως, συνεχίσθηκε η χορήγηση ηπαρίνης και αποφασίσθηκε να υποβληθεί εκ νέου σε χειρουργική επέμβαση για την τοποθέτηση διχαλωτού μοσχεύματος, η οποία προγραμματίσθηκε να γίνει την 12-12-2005. (Σε σχέση του προγραμματισμού της χειρουργικής επέμβασης για την 12-12-2005 και τους εξ αυτής κινδύνους για τον ασθενή (νέκρωση κάτω άκρων -ακρωτηριασμός - νέκρωση εντέρου) ) "...η κατάσταση αυτή των αρτηριών του ασθενούς ήταν αποτέλεσμα του συνδρόμου της υπερπηκτικότητας του αίματος αυτού και όχι αμελούς συμπεριφοράς του 1ου και 2OU των κατηγορουμένων καθόσον αυτοί μετά την αδυναμία τοποθέτησης του STENT είχαν τον ασθενή υπό παρακολούθηση, ακολούθησαν συντηρητική αγωγή και προγραμμάτισαν ανοικτό χειρουργείο για την 12-12-2005. Υπήρξε η ισχαιμία του δεξιού σκέλους, οφειλόμενη στη δημιουργία θρομβώσεων και ειδικότερα της εν τω βάθει μηριαίας αρτηρίας η οποία ήταν αποτέλεσμα της επέμβασης λόγω του προβλήματος αιματικής ροής που αντιμετώπιζε ο ασθενής Π. Δ. συνεπεία της αθηρωμάτωσης και όχι αμελούς συμπεριφοράς τους (πλημμελούς ενέργειας τους) την οποία μπορούσαν να προβλέψουν και να αποφύγουν ή παραλείψεως τους. Εξάλλου η νέκρωση του εντέρου δεν οφείλεται στην ανεπιτυχή προσπάθεια τοποθέτησης διχαλωτού μοσχεύματος, καθόσον αποδείχτηκε ότι είναι άλλη επιπλοκή και επιπλέον ο άρρωστος σιτίσθηκε κατά τη μετάβαση του στη Γενική Κλινική Αθηνών, γεγονός που επιβεβαιώθηκε από τον ιατρό Α. Γ., δεν είχε αιματηρές κενώσεις ούτε έκκριση περιτοναϊκού υγρού και τελικά εμφάνισε ισχαιμία του εντέρου την 19-12-2005.Κατά συνέπεια οι ενέργειες των κατηγορουμένων ιατρών δεν εμπεριείχαν κάποιο σφάλμα , ενήργησαν όπως όφειλαν σε κάθε περίπτωση σύμφωνα προς το αντικειμενικά επιβαλλόμενο καθήκον επιμελείας και δεν παρέλειψαν να λάβουν τα κατάλληλα και επιστημονικώς ενδεικνυόμενα μέτρα και μέσα για την ιατρική αντιμετώπιση του ανευρύσματος κοιλιακής αορτής του ασθενούς Π. Δ. με βάση τους αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και η ισχαιμία του δεξιού σκέλους του ασθενούς δεν οφείλεται σε ενέργεια τους την οποία μπορούσαν να προβλέψουν και να αποφύγουν. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε σχέση με τις άνω αιτιάσεις, αφού αναφέρει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και αιτιολογεί με σαφήνεια τον προγραμματισμό της ανοικτής χειρουργικής επέμβασης για την 12-12-2005 , δεχόμενο ότι, κατά το μεσολαβούν μεταξύ της αποτυχίας του STENT και της πραγματοποιήσεως της ανοικτής χειρουργικής επέμβασης χρονικό διάστημα, ο ασθενής βρισκόταν υπό συνεχή παρακολούθηση και συντηρητική αγωγή με τα κατάλληλα και επιστημονικώς ενδεικνυόμενα μέτρα με βάση τους αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, τα δε αίτια της ισχαιμίας των κάτω άκρων αποδίδονται στις θρομβώσεις και ειδικότερα της εν τω βάθει μηριαίας αρτηρίας η οποία ήταν αποτέλεσμα της επέμβασης λόγω του προβλήματος αιματικής ροής που αντιμετώπιζε ο ασθενής Π. Δ. συνεπεία της αθηρωμάτωσης, και η ισχαιμία του εντέρου εκδηλώθηκε σε χρόνο μεταγενέστερο της ανοικτής χειρουργικής επέμβασης και συγκεκριμένα στις 19-2-2005. Με τις άνω παραδοχές η αιτιολογία ως προς την εν λόγω ως άνω πλημμέλεια είναι ειδική και εμπεριστατωμένη . Επομένως ο υπό στοιχείο Β λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά ταύτα και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα πρέπει η αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολο της, ως αβάσιμη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10 Οκτωβρίου 2013 αίτηση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ' αριθμ.3970/2013, 4330/2013, 4804/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Νοεμβρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ