ΑΡΙΘΜΟΣ 1075/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δήμητρα Μπουρνάκα και Χρυσούλα Παρασκευά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Απριλίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Β. Ε. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Κεφαλοπούλου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 180/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Με πολιτικώς ενάγοντα το ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δέσποινα Γάκη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. Το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Ιανουαρίου 2013 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 75/2013. Αφού άκουσε Τις δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά της κατηγορουμένης - αναιρεσείουσας, λόγω παραγραφής, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η διάταξη του άρθρου 46§1 εδ.β' του ΠΚ ορίζει ότι "όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης τιμωρείται με την ποινή του αυτουργού". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η άμεση συνέργεια αποτελεί ουσιαστικώς μορφή συναυτουργίας, η οποία όμως υστερεί έναντι της τελευταίας είτε κατά το υποκειμενικό στοιχείο, εφόσον ελλείπει ο animus auroris του συμπράττοντος, είτε και κατά το αντικειμενικό στοιχείο, δεδομένου ότι η πράξη του συνεργαζόμενου προσώπου δεν συνιστά "συνεκτέλεση" διότι δεν προβλέπεται ως στοιχείο του εγκλήματος. Κατ' επέκτασιν ως πράξεις άμεσης συνέργειας μπορούν να χαρακτηρισθούν μόνον εκείνες που διαθέτουν τέτοια απαξιολογική πράξη, ώστε να εξισώνονται - κατά το ουσιαστικό ποινικό άδικό τους - με την αυτουργία, ενώ δεν αποκλείεται στον άμεσο συνεργό να επιβληθεί ad hoc ποινή μεγαλύτερη από αυτήν του αυτουργού. Με βάση λοιπόν, όλα τα παραπάνω γίνονται δεκτά, ως αντικειμενικά στοιχεία της άμεσης συνέργειας τα εξής: α) συνδρομή, β) αμεσότητα της συνδρομής, γ) αιτιώδης σχέση ανάμεσα στη συνδρομή και την τέλεση της άδικης αυτουργικής πράξης, δ) παροχή της συνδρομής κατά την εκτέλεση της άδικης κύριας πράξης και ε) εν τη εκτέλεση της άδικης κύριας πράξης". Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης της από το άρθρο 510§1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των παραστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινή διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510§1 στοιχ.Ε' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το Δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικό έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή η εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008). Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος που δίκασε σε δεύτερο βαθμό κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα σε άμεση συνέργεια σε λαθρεμπορία και την καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως ενός έτους μετατραπείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως το δικάσαν Εφετείο μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, ανελέγκτως κατά λέξη τα εξής: "Τον Οκτώβριο του έτους 2004, η πρώτη κατηγορουμένη, Σ. Σ., εισήγαγε από το εξωτερικό ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής MERCEDES, με αριθμό πλαισίου ... και θέλοντας να το ταξινομήσει προσήλθε την 15-12-2004 στο Γραφείο Μεταφορών Αγρινίου προσκομίζοντας, εν γνώσει της, ένα πιστοποιητικό ταξινόμησης - τελωνισμού πλαστό, αφού δεν είχε εκδοθεί από κανένα Ελληνικό Τελωνείο, αποσκοπώντας στην αποφυγή καταβολής στο Δημόσιο των προβλεπομένων δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων. Έτσι κατόρθωσε να εκδοθεί στο όνομα της η ... άδεια κυκλοφορίας και να φαίνεται ότι εκτελώνισε νόμιμα το παραπάνω όχημα, ενώ στην πραγματικότητα δεν κατέβαλε στο Δημόσιο τους αναλογούντες δασμούς και φόρους για την εισαγωγή του οχήματος, συνολικού ύψους 32.280,92 ευρώ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η δεύτερη κατηγορουμένη, Β. Ε., υπάλληλος του ως άνω Γραφείου, προέβη στην ταξινόμηση του συγκεκριμένου οχήματος εκδίδοντας επ' ονόματι της πρώτης κατηγορουμένης την προαναφερθείσα ... άδεια κυκλοφορίας με αποτέλεσμα να στερηθεί το Δημόσιο των υπ' αυτού εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, συνολικού ύψους 32.280,92 ευρώ. Η ως άνω δεύτερη κατηγορουμένη πριν εκδώσει την επίμαχη άδεια κυκλοφορίας δεν φρόντισε να ελέγξει τη γνησιότητα του προσκομισθέντος πιστοποιητικού ταξινόμησης, επικοινωνώντας εγγράφως, τηλεφωνικώς ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο με την τελωνειακή αρχή, που φερόταν ότι το εξέδωσε ούτε να διασφαλίσει την επιστροφή του δευτέρου φύλλου του πιστοποιητικού αυτού στην παραπάνω τελωνειακή αρχή, η οποία στην περίπτωση αυτή θα προέβαινε στον έλεγχο του και θα διαπίστωνε ευχερώς την πλαστότητά του και επιπλέον ταξινόμησε το εν λόγω όχημα χρησιμοποιώντας τον κωδικό 04 του ηλεκτρονικού αρχείου που σημαίνει "μεταβίβαση" αντί του ορθού κωδικού 03 που σημαίνει "νέα καταχώρηση" για να μην μπορεί να εντοπισθεί η ταυτότητα του προσώπου που είχε προβεί στην αρχική ταξινόμηση του αυτοκινήτου. Οι προπεριγραφείσες ενέργειες της ανωτέρω καταδεικνύουν αφενός μεν τη γνώση της περί της πλαστότητας του προσκομισθέντος πιστοποιητικού ταξινόμησης και αφετέρου την πρόθεσή της να βοηθήσει άμεσα και αποφασιστικά την πρώτη κατηγορουμένη, Σ. Σ., να αποφύγει την καταβολή των ως άνω δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων. Κατόπιν τούτων στη προκειμένη περίπτωση οι αποδιδόμενες στις κατηγορούμενες αξιόποινες πράξεις της λαθρεμπορίας για την πρώτη και της άμεσης συνέργειας σε λαθρεμπορία για τη δεύτερη, στοιχειοθετούνται τόσο υποκειμενικά όσο αντικειμενικά και επομένως πρέπει να κηρυχθούν ένοχες". Με τις παραδοχές αυτές κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα - β' κατηγορουμένη άμεσης συνέργειας σε λαθρεμπορία. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο και κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τις άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η οποία στην προκειμένη περίπτωση είναι ελλιπής ασαφής και ως εκ τούτου καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής εφαρμογής τόσο του αρθρ. 46§1 ΠΚ όσο και του άρθρου 100 επ. του Ν. 1165/1918. Ειδικότερα, όσον αφορά το αδίκημα της λαθρεμπορίας έχουν εμφιλοχωρήσει στο σκεπτικό της αποφάσεως λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και ως εκ τούτου η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης ενόψει του ότι δεν διευκρινίζεται από ποια χώρα εισήχθη το αυτοκίνητο χωρίς να καταβληθούν οι αναλογούντες γι' αυτό δασμοί φόροι κλπ δικαιώματα του Δημοσίου, διευκρίνηση η οποία ήταν αναγκαία δεδομένου ότι εάν εισήχθη από χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης αυτός που τα εισήγαγε δεν διέπραξε λαθρεμπορία, αλλά απλή τελωνειακή παράβαση. Από την επισκόπηση δε των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη κατέθεσε εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά τον ισχυρισμό αυτό. Περαιτέρω όμως η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ασάφειες και αντιφάσεις και λογικά κενά, όσον αφορά το αδίκημα της άμεσης συνέργειας σε λαθρεμπορία για το ποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και ως εκ τούτου η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης ενόψει του ότι δεν διευκρινίζεται ποια η συνδρομή της αναιρεσείουσας στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως δηλ. της λαθρεμπορίας και κατά την εκτέλεση αυτής. Ειδικότερα η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε σε άμεση συνέργεια σε λαθρεμπορία συνισταμένη στο ότι "όντας δημόσιος υπάλληλος και υπεύθυνη του γραφείου έκδοσης αδειών κυκλοφορίας του Τμήματος Μεταφορών Αγρινίου εξέδωσε στις 15-12-2004 την άδεια κυκλοφορίας, χωρίς να τηρηθούν ... συνδράμοντας κατ' αυτόν τον τρόπο στην τέλεση του αδικήματος της λαθρεμπορίας" την οποία λαθρεμπορία διέπραξε η συγκατηγορουμένη της διά της εισαγωγής του αυτοκινήτου από το εξωτερικό στην Ελλάδα. Όμως η ενέργειά της αυτή ανεξάρτητα από τη νομιμότητα ή μη ανάγεται σε χρόνον αφότου είχε συντελεσθεί η ταξινόμηση από την αρμόδια Τελωνειακή Αρχή και η έκδοση της άδειας κυκλοφορίας αποτελούσε πράξη μεταγενέστερη αυτής. Τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης πραγματικά περιστατικά προς θεμελίωση της άμεσης συνέργειας αυτής (όπως "... η κατηγορουμένη πριν εκδώσει την επίμαχη άδεια κυκλοφορίας δεν φρόντισε να ελέγξει τη γνησιότητα του προσκομισθέντος πιστοποιητικού ταξινόμησης, επικοινωνώντας εγγράφως, τηλεφωνικώς ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο με την τελωνειακή αρχή, που φερόταν, ότι το εξέδωσε ώστε να διασφαλίσει την επιστροφή του δευτέρου φύλλου του πιστοποιητικού αυτού στην παραπάνω τελωνειακή αρχή", συνιστούν αμελή συμπεριφορά αυτής και όχι δόλια προαίρεση που απαιτείται για την θεμελίωση του αδικήματος της άμεσης συνέργειας που καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510§1 στοιχ.Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου είναι βάσιμοι, παρέλκει δε μετά ταύτα η έρευνα των λοιπών. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη ως προς την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη Β. Ε.. Περαιτέρω κατά τα άρθρα 111, 112, 113 του ΠΚ, το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου για πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέστηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται, για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310§1 εδ.β', 370 εδ.β' και 511 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξης εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος υποχρεούται όταν διαπιστώσει τη συμπλήρωση αυτής, να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρου 510 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση η πράξη της άμεσης συνέργειας σε λαθρεμπορία για την οποία καταδικάστηκε η κατηγορουμένη τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος, φέρεται δε ότι τελέστηκε στις 15-12-2004, έκτοτε δε μέχρι τη συζήτηση της αναίρεσης (12-4-2013), παρήλθε πλήρη οκταετία και εξαλείφθηκε με παραγραφή το αξιόποινο της πράξεως αυτής. Άρα αφού η ένδικη αίτηση ασκήθηκε παραδεκτά και περιέχει, όπως πιο πάνω αναφέρθηκε, παραδεκτούς λόγους αναίρεσης, οι οποίοι κρίθηκαν βάσιμοι, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά της κατηγορουμένης για την πιο πάνω πράξη, κατά τα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την με αριθμό 180/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος μόνο ως προς την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη Β. Ε.. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη, η οποία ασκήθηκε κατά της ως άνω κατηγορουμένης για άμεση συνέργεια σε λαθρεμπορία, πράξη φερομένη ως υπ' αυτής τελεσθείσα στο Αγρίνιο στις 15-12-2004. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Ιουλίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ