Αριθμός 1711/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1. Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία:ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΡΟΔΟΥ "ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ", που εδρεύει στη Ρόδο και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ- ΚΕΝΤΡΟ ΥΓΕΙΑΣ ΚΩ "ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟΝ", που εδρεύει στην Κω, όπως εκπροσωπείται νόμιμα και 3. Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ- ΚΕΝΤΡΟ ΥΓΕΙΑΣ ΚΑΛΥΜΝΟΥ "ΤΟ ΒΟΥΒΑΛΕΙΟ", που εδρεύει στην Κάλυμνο, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που παρίστανται και συνεχίζουν τη δίκη από κοινού, δυνάμει του άρθρου 165 παρ. 2 εδ. γ ν. 4600/2019 (ΦΕΚ 43Α/9.3.2019), για το καταργούμενο ενιαίο και αυτοτελές νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΡΟΔΟΥ "ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ"- Γ.Ν. Κ.Υ. ΚΩ "ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟΝ"- Γ.Ν. Κ.Υ. ΚΑΛΥΜΝΟΥ "Το Βουβάλειο", με έδρα το Γενικό Νοσοκομείο Ρόδου "Ανδρέας Παπανδρέου" στη Ρόδο, νομίμως εκπροσωπούμενο, που παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Αναστασίας Καμπουροπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσίβλητων: 1)Ε. Σ. του Κ., 2)Σ. Κ. του Ι., 3)Μ. Σ. του Ι., 4)Δ. Σ. του Κ., 5) Ζ. Φ. του Φ. , 6) Μ. Κ. του Κ., 7) Γ. Γ. του Α., 8) Ε. Ν. του Ν., 9) Φ. Π. του Σ., 10) Μ. Γ. του Η., 11) Α. Κ. του Μ. , 12) Α. Α. του Φ., 13) Μ. Κ. του Ι., 14) Μ. Μ. του Α., 15) Μ. Κ. του Β., 16) Π. Κ. του Β., 17) Α. Μ. του Κ. , 18) Χ. Σ. του Σ., 19) Δ. Σ. του Χ. και 20) Σ. Τ. του Γ. , απάντων κατοίκων Ρόδου, που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Κοντογιάννη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν η 130/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 88/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν τα αναιρεσείοντα με την από 15-4-2022 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελένη Χροναίου. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 15-04-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 3/15-04-2022 και του παρόντος Δικαστηρίου 961/2022 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθμό 88/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, δικάσαντος ως Εφετείου, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών (άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ). Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, η από 28-11-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 149/29-11-2019 έφεση των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με τις επωνυμίες: α) ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΡΟΔΟΥ "ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ", β) ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ - ΚΕΝΤΡΟ ΥΓΕΙΑΣ ΚΩ "ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟΝ" και γ) ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ - ΚΕΝΤΡΟ ΥΓΕΙΑΣ ΚΑΛΥΜΝΟΥ "ΤΟ ΒΟΥΒΑΛΕΙΟ" - τα οποία κατέστησαν ειδικοί διάδοχοι του αρχικώς εναγομένου και καταργηθέντος ενιαίου και αυτοτελούς Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΡΟΔΟΥ "ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ" - ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ - ΚΕΝΤΡΟ ΥΓΕΙΑΣ ΚΩ "ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟΝ" - ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ - ΚΕΝΤΡΟ ΥΓΕΙΑΣ ΚΑΛΥΜΝΟΥ "ΤΟ ΒΟΥΒΑΛΕΙΟ" και συνεχίζουν τη δίκη, κατ' άρθρο άρθρο 165 παρ. 2 εδ. γ' του Ν. 4600/2019 (ΦΕΚ Α'43/09-03-2019), με τίτλο "Επαναφορά διοικητικής και περιουσιακής αυτοτέλειας σε νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ. " - κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία, με αριθμό 130/2019 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ρόδου το οποίο είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την από 17-12-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 309/17-12-2018 αγωγή των εναγόντων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του ως άνω αρχικώς εναγομένου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, ως προς την πρώτη επικουρική βάση αυτής, εκ των διατάξεων των άρθρων 914 επ. Α.Κ. και ως προς την επικουρικότερη βάση, εκ του άρθρου 904 επ. του Α.Κ. περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και είχε δεχθεί εν μέρει, ως βάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή αυτή, κατά την κύρια βάση της. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης επιδόθηκε στα αναιρεσείοντα νομικά πρόσωπα στις 18-03-2022, όπως διαλαμβάνεται στο δικόγραφο της αναίρεσης, χωρίς τούτο να αμφισβητείται από τους αναιρεσίβλητους (άρθρο 261 εδ. β' του ΚΠολΔ) η δε αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 15-04-2022 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα του διαλαμβανομένου σε αυτή μοναδικού λόγου αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ) . Το Σύνταγμα ορίζει, στο μεν άρθρο 4 παρ.1 και 5 ότι : "1. Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. 2. [...], 3. [...], 4. [...], 5. Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους ", στο δε άρθρο 25 παρ. 1 και 4 ότι : "1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου, ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου, τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους [...]. Οι κάθε είδους περιορισμοί, που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα, είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. 2. [...], 3. [...], 4. Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης ". Περαιτέρω, στο άρθρο 79 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι : "Η Βουλή, κατά την τακτική ετήσια σύνοδό της, ψηφίζει τον προϋπολογισμό των εσόδων και εξόδων του Κράτους για το επόμενο έτος" και στο άρθρο 106 παρ. 1 αυτού, ότι : "Για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας ...". Από το συνδυασμό των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων συνάγεται ότι, σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημόσιων δαπανών, που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό ή σύνταξη από το δημόσιο ταμείο, λόγω της άμεσης εφαρμογής και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων σε βάρος τους μέτρων, για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος. Η δυνατότητα, όμως αυτή δεν μπορεί να είναι απεριόριστη, αλλά έχει ως όριο τις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι οποίες επιτάσσουν το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής να κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολουμένων τόσο στον δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, όπως, επίσης, και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, δεδομένου, μάλιστα, ότι η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών είναι προς όφελος όλων. Και τούτο διότι, ενόψει και της καθιερούμενης, στο άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος, αξίωσης του Κράτους να εκπληρώνουν όλοι οι πολίτες το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση από τα μέτρα που λαμβάνονται, προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας, να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, ώστε η σωρευτική επιβάρυνση αυτών να είναι ιδιαίτερα μεγάλη και να είναι πλέον εμφανής η υπέρβαση των ορίων της αναλογικότητας και της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών, αντί της προώθησης διαρθρωτικών μέτρων ή της είσπραξης των φορολογικών εσόδων, από τη μη εφαρμογή των οποίων ευνοούνται, κυρίως, άλλες κατηγορίες πολιτών (Ολ.ΣτΕ 481/2018, Ολ.ΣτΕ 431/2018, Α.Π. 1280/2020) Συνεπώς, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε επικρατούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, δύναται, καταρχήν, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, η συνταγματικότητα των οποίων υπόκειται σε οριακό μόνο έλεγχο, εκ μέρους του δικαστή. Η αντίληψη αυτή περί των περιθωρίων εκτίμησης, που απολαμβάνει ο εθνικός νομοθέτης, σε ζητήματα δημοσιονομικής πολιτικής, υιοθετείται και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.), το οποίο παγίως δέχεται ότι στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. εμπίπτουν μεν οι δεδουλευμένες αποδοχές του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου και η προσδοκία για τη μελλοντική καταβολή τους, εφόσον υφίσταται επαρκής νομική βάση στο εθνικό δίκαιο, για την ικανοποίηση των σχετικών αξιώσεων, πλην, όμως, με τις διατάξεις αυτές δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε διαρκή απόληψη αποδοχών και συντάξεων συγκεκριμένου ύψους (Ε.Δ.Δ.Α, απόφαση της 19.4.2007 Eskelinen κατά Φινλανδίας, απόφαση της 20.3.2012 Panfile κατά Ρουμανίας), εκτός αν συντρέχει περίπτωση διακινδύνευσης της αξιοπρεπούς διαβίωσης του ενδιαφερομένου (A.Π. 1467/2022, Α.Π. 77/2022, Α.Π. 889/2021, Α.Π. 1280/2020, Ολ. ΣτΕ 1307/2019, Ολ. ΣτΕ1308/2019, Ολ. ΣτΕ 481/2018, Ολ. ΣτΕ 668/2012). Περαιτέρω, με την εμφάνιση της οξύτατης δημοσιονομικής κρίσης στις αρχές του έτους 2010, ο νομοθέτης, εκτιμώντας ότι υφίστατο άμεσος κίνδυνος κατάρρευσης της οικονομίας και χρεοκοπίας της Χώρας και ότι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπισθεί η κατάσταση ήταν η προσφυγή στη χρηματοδοτική υποστήριξη από τα κράτη της Ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, έλαβε, έναντι της υποστήριξης αυτής, κυριαρχικώς, σειρά μέτρων περιστολής των δημόσιων δαπανών, μεταξύ των οποίων και η διενέργεια περικοπών και μειώσεων των αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Οι περικοπές και οι μειώσεις αυτές, οι οποίες ξεκίνησαν με την αναδρομική μείωση των αποδοχών κατά 12% και των επιδομάτων εορτών και αδείας κατά 30% και τον ορισμό νέου ορίου στις συνολικές αποδοχές των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα (άρθρα 1 παράγρ. 2 και 9, 2 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του ν. 3833/2010) και συνεχίσθηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα, με την περαιτέρω μείωση των αποδοχών κατά 8%, καθώς και με την αποσύνδεση του ύψους των επιδομάτων εορτών και αδείας από το βασικό μισθό, την πρόβλεψη για καθένα από τα επιδόματα αυτά ενός πάγιου και εκ των προτέρων καθορισμένου ποσού και τη θέσπιση μέγιστου ορίου συνολικών αποδοχών, για την επιτρεπτή καταβολή των εν λόγω επιδομάτων (άρθρο τρίτο παράγρ. 1 και 6 του ν. 3845/2010), την εν συνεχεία αναστολή των διατάξεων περί μισθολογικής εξελίξεως των υπαλλήλων (άρθρο 38 παρ. 5 του ν. 3986/2011 ), την αναδρομική μείωση, κατά το ήμισυ, του κινήτρου απόδοσης (άρθρο 55 παρ. 23 περ. α' του ν. 4002/2011), καθώς και την καθιέρωση νέου ενιαίου μισθολογίου -βαθμολογίου (ν. 4024/2011), με συνέπεια την περαιτέρω περικοπή των αποδοχών, εντάσσονται στις δέσμες μέτρων, που είχαν ως βάση τις προβλέψεις του πρώτου "Μνημονίου Συνεννόησης" και του πρώτου "Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής" (ετών 2012-2015) και απέβλεπαν στην άμεση μείωση των κρατικών δαπανών για την εξεύρεση πόρων, προς αντιμετώπιση της έκτακτης ανάγκης, στην οποία βρέθηκε η Χώρα. Για τους λόγους δε αυτούς, όπως έχει κριθεί, ειδικώς τα θεσπισθέντα με τους ανωτέρω νόμους 3833/2010, 3845/2010 και 4024/2011 μισθολογικά μέτρα (περικοπές αποδοχών και επιδομάτων) δεν παρίσταντο, καταρχήν, απρόσφορα, και μάλιστα προδήλως, ούτε μη αναγκαία, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με αυτά ως άνω σκοπών (Ολ. ΣτΕ 3372/2015 Ολ. ΣτΕ 3373/2015, Ολ. ΣτΕ 668/2012, ΑΠ 77/2022). Ειδικότερα, δε, ως προς τα επιδόματα εορτών και αδείας, με τις διατάξεις του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010, ορίσθηκαν τα εξής: " ... 6. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 1 έως και 4 ... καθορίζονται ως εξής : α) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε πεντακόσια (500) ευρώ, β) Το επίδομα εορτών Πάσχα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, γ) Το επίδομα αδείας σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Τα επιδόματα του προηγούμενου εδαφίου καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων του προηγούμενου εδαφίου, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές υπερβαίνουν το ύψος αυτό, τα επιδόματα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωσή τους " και με το άρθρο 16 του ν. 4024/2011 τα ανωτέρω επιδόματα επανακαθορίσθηκαν στα ίδια ως άνω ποσά, ως εξής : "1. Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων ορίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 16 Απριλίου μέχρι 15 Δεκεμβρίου κάθε έτους και καταβάλλεται την 16η Δεκεμβρίου κάθε έτους. 2. Το επίδομα εορτών Πάσχα ορίζεται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 16 Δεκεμβρίου μέχρι και 15 Απριλίου του επόμενου έτους και καταβάλλεται δέκα ημέρες πριν από το Πάσχα. 3. Το επίδομα αδείας ορίζεται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 1ης Ιουλίου μέχρι και 30ης Ιουνίου του επόμενου έτους και καταβάλλεται την 1η Ιουλίου κάθε έτους. 4. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε για χρονικό διάστημα μικρότερο από τα οριζόμενα στις παραγράφους 1, 2 και 3 του άρθρου αυτού καταβάλλεται τμήμα επιδόματος, ανάλογο με αυτό που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα της μισθοδοσίας του. 5. Τα επιδόματα των παραγράφων 1, 2 και 3 καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως μηνιαίες αποδοχές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων αυτών δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως μηνιαίες αποδοχές υπερβαίνουν, κατά την ημερομηνία καταβολής τους, το ύψος αυτό, τα επιδόματα αυτά καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωσή τους". Στη συνέχεια και προς εφαρμογή του εγκριθέντος με το ν. 4046/2012 δεύτερου Μνημονίου Συνεννόησης, δημοσιεύθηκε ο ν. 4093/2012, με τις διατάξεις του οποίου ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η Χώρα εξακολουθεί να έχει συνεχή προβλήματα με τη φορολογική " συμμόρφωση ", την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Κράτος και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, την περαιτέρω μείωση των αποδοχών των μισθοδοτουμένων από το Δημόσιο, στο πλαίσιο δε αυτό, με τη διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 καταργήθηκαν πλήρως, από 1.1.2013, τα επιδόματα εορτών και αδείας. Ειδικότερα, με τη διάταξη αυτή ορίσθηκε ότι : "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη, ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ., και Ο.Τ.Α., καθώς και για τα μόνιμα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχους της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, καταργούνται από 1.1.2013". Όπως προειπώθηκε, από καμία συνταγματική διάταξη ή αρχή δεν κωλύεται, καταρχήν, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, οι οποίες υπόκεινται σε οριακό, μόνο, δικαστικό έλεγχο. Δύναται, επομένως, ο νομοθέτης, για λόγους που αυτός εκτιμά και η κατ' ουσίαν αξιολόγηση των οποίων δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημόσιων δαπανών, που συνεπάγονται οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό, σύνταξη ή άλλες παροχές από το δημόσιο ταμείο, λόγω της ανάγκης άμεσης απόδοσης και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων μέτρων, για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος. Στις περιπτώσεις δε αυτές, το επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης δεν προσδιορίζεται με βάση τις προηγούμενες αποδοχές των προσώπων αυτών, αλλά με βάση τις γενικότερα επικρατούσες συνθήκες και σε συνάρτηση με το επίπεδο διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας, εν γένει. Εν προκειμένω, με την επίμαχη διάταξη του ν. 4093/2012, ο νομοθέτης προέβη στην πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας για τους λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα και για τους στρατιωτικούς, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμησή του, συνεχιζόμενης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης. Το μέτρο δε αυτό αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου, ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής ("Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016") και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο αποσκοπεί τόσο στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας και την αντιμετώπιση των ιδιαίτερα αυξημένων ελλειμμάτων, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασής της (βλ. σχετικές αναφορές στο εγκριθέν με το ν. 4046/2012 Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής, καθώς και στην αιτιολογική έκθεση του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016), δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν, κατ' αρχήν, τη λήψη μέτρων περιστολής μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση. Εξάλλου, τα επιδόματα εορτών και αδείας δεν συνιστούν απόλυτα προνόμια και ο περιορισμός των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων με την κατάργησή τους, δικαιολογείται για λόγους γενικού συμφέροντος, που αποσκοπεί στη διασφάλιση της δημοσιονομικής εξυγίανσης και στη μείωση των δημοσίων δαπανών της Χώρας και, κατά συνέπεια, το μέτρο αυτό ανταποκρίνεται, επίσης, στους σκοπούς που επιδιώκει η Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή στη διασφάλιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας των κρατών - μελών, που έχουν ως νόμισμα το ευρώ και στην εξασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της ζώνης του ευρώ. Επομένως, το επίδικο μέτρο της κατάργησης των επιδομάτων εορτών και αδείας, το οποίο, λόγω της φύσης του, συμβάλλει άμεσα στην περιστολή των δημοσίων δαπανών, τεκμηριώνεται επαρκώς, με βάση τα ανωτέρω στοιχεία, δεν παρίσταται δε απρόσφορο, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων ως άνω σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο, δεδομένου ότι με αυτό το μέτρο, το οποίο εφαρμόζεται γενικά σε όλους τους μισθωτούς του δημόσιου τομέα, γίνεται προσπάθεια εξοικονόμησης και περιορισμού των διογκωμένων δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης, η οποία υπαγορεύεται από επιταγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για μείωση του υπερβολικού δημοσίου ελλείμματος (πρβλ. αποφάσεις ΔΕΕ C-49/18, Carlos Escribano Vindel σκ. 67 και C - 64/16, Associacao Sindical dos Juizes Portugueses, σκ. 49 και 52). Εξάλλου κατά τη λήψη του επίμαχου μέτρου της κατάργησης των εν λόγω επιδομάτων εορτών και αδείας, ο νομοθέτης είχε πλήρη επίγνωση όχι μόνο του εν γένει επιπέδου διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας, αλλά και ειδικά του επιπέδου διαβίωσης των υπαλλήλων δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Συγκεκριμένα, και όπως προκύπτει από τα δημοσιευμένα και διαθέσιμα στις υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου, κατά τον κρίσιμο χρόνο θέσπισης του ν. 4093/2012 (12.11.2012), στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛ.ΣΤΑΤ), δηλαδή της κατά τα άρθρα 1 παρ. 2 και 10 του ν. 3832/2010 (ΦΕΚ Α' 38), όπως ισχύει, ανεξάρτητης αρχής, η οποία αποτελεί την εθνική στατιστική αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 223/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαρτίου 2009 (L 87/164) και υπάγεται στον έλεγχο της Βουλής των Ελλήνων, το 2011 το όριο κινδύνου φτώχειας ανά άτομο, μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις (ΕΚΑΣ και λοιπά κοινωνικά επιδόματα) είχε διαμορφωθεί στα 6.591 ευρώ (βλ. έκδοση ΕΛ.ΣΤΑΤ, Συνθήκες Διαβίωσης στην Ελλάδα, 2.11.2012), τη στιγμή που το μέσο ετήσιο ισοδύναμο ατομικό εισόδημα ανήρχετο στα 12.637,08 ευρώ (βλ. το από 2.11.2012 Δελτίο Τύπου της ΕΛ.ΣΤΑΤ με τίτλο "Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών 2011"). Παράλληλα, με τον ν. 4024/2011 θεσπίστηκε, όπως εκτέθηκε προηγουμένως, νέο, ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων (και του ευρύτερου δημόσιου τομέα), με το βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΥΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 780 ευρώ, τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΔΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 858 ευρώ, τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΤΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 1.037 ευρώ και τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΠΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 1.092 ευρώ (άρθρο 13 του ν. 4024/2011), ενώ με τον ν. 4093/2012 ο κατώτατος βασικός μισθός στον ιδιωτικό τομέα διαμορφώθηκε στα 586,08 ευρώ και το κατώτατο ημερομίσθιο στα 26,18 ευρώ. Κατά συνέπεια, οι αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων (και του ευρύτερου δημόσιου τομέα) ακόμη και μετά την κατάργηση των επίμαχων επιδομάτων, εξασφάλιζαν αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, τόσο σε σχέση με όσους διαβιούσαν στα όρια της φτώχειας, όσο και με όσους απασχολούνταν στον ιδιωτικό τομέα με τον κατώτατο βασικό μισθό και ημερομίσθιο. Εξάλλου, ενόψει του ότι η εκτίμηση του νομοθέτη, ως προς τα ληπτέα μέτρα, για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσης από αυτόν κρίσιμης κατάστασης υπόκειται, κατά τα ανωτέρω, σε οριακό μόνο δικαστικό έλεγχο, δεδομένου ότι ο νομοθέτης απολαμβάνει μεγάλης ελευθερίας επιλογής στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ιδίως όταν η επιλογή αυτή αναφέρεται σε χορήγηση παροχών και εντάσσεται σε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής, που αποσκοπεί στη δημοσιονομική εξυγίανση, ενόψει των περιορισμένων πόρων του κράτους (βλ. απόφαση Ε.Δ.Δ.Α., Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, της 7.5.2013, σκ. 39), τυχόν ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων για το νομοθέτη, δεν καθιστά από μόνη της μη αιτιολογημένη την επίδικη ρύθμιση, ούτε, άλλωστε, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο η συγκεκριμένη επιλογή, αν, δηλαδή, ο νομοθέτης επέλεξε τον καλύτερο τρόπο χειρισμού του προβλήματος ή αν έπρεπε να είχε ασκήσει διαφορετικά την εξουσία του (πρβλ. Ε.Δ.Δ.Α., Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, σκ. 48). Περαιτέρω, ενόψει της φύσης των επιδομάτων εορτών και αδείας και του λόγου της θέσπισής τους, καθώς και του ύψους, στο οποίο είχαν διαμορφωθεί, κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η κατάργησή τους στερείται, προδήλως, εύλογης βάσης, ούτε ότι η επερχόμενη με αυτήν μείωση των συνολικών αποδοχών θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωση των υπαλλήλων (πρβλ. Ολ. ΣτΕ 3404-3406/2014, 3177/2014, πρβλ. και Ε.Δ.Δ.Α., Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, σκ. 31, 45 και 46). Εξάλλου, εκ μόνου του λόγου ότι άλλες ρυθμίσεις του ν. 4093/2012, οι οποίες αφορούν διαφορετικά θέματα (μισθούς και συντάξεις), κρίθηκαν αντισυνταγματικές, δεν προκύπτει αναγκαίως αντισυνταγματικότητα και της επίδικης ρύθμισης (Α.Π. 899/2021, Ολ. ΣτΕ 1307/2019, Ολ. ΣτΕ 1308/2019). Αντίθετη εκδοχή θα ισοδυναμούσε με αφηρημένο έλεγχο συνταγματικότητας του νόμου, ο οποίος, σύμφωνα με το Σύνταγμα, δεν έχει ανατεθεί στη Δικαστική εξουσία. Ενόψει αυτών, η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπ. Γ.1 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με την οποία, κατ' εκτίμηση του δημοσιονομικού κόστους (ετήσια εξοικονόμηση δαπάνης ποσού 469.600.000 ευρώ, βλ. έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, που συνόδευε το σχέδιο του ν. 4093/2012, κατά την υποβολή του προς ψήφιση στη Βουλή) καταργήθηκαν τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας, δεν παραβιάζει τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των αναιρεσίβλητων, υπαλλήλων του αναιρεσείοντος και, συνεπώς, αυτή δεν αντίκειται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (Α.Π. 1467/2022, Α.Π. 77/2022 Α.Π. 899/2021, Α.Π. 1280/2020, Ολ. ΣτΕ 798/2021 Ολ. ΣτΕ 1307/2019, Ολ. ΣτΕ 1308/2019) Τέλος, η επίδικη διάταξη δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 5 και 25 παρ. 4 του Συντάγματος, δεδομένου ότι πρόκειται για μέτρο, που αφορά όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα της χορήγησης των επιδομάτων εορτών και αδείας στους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι αποτελούν διαφορετική κατηγορία, σε βάρος της οποίας έχουν επιβληθεί άλλα οικονομικής φύσεως μέτρα (Α.Π. 1467/2022, Α.Π. 77/2022, Α.Π. 899/2021, Ολ. ΣτΕ 798/2021, Ολ. ΣτΕ 1307/2019, Ολ. ΣτΕ 1308/2019). Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 (που ισχύει από 1.1.2016) και εφαρμόζεται, ως εκ του χρόνου άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (15-04-2022) αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, δηλαδή αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα, που ο νόμος απαιτεί, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013 Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 171/2019, Α.Π. 359/2015, Α.Π. 130/2016, Α.Π. 1420/2013) . Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010 του άρθρου 16 του ν. 4024/2011 και της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, κρίνοντας εσφαλμένα ότι η πλήρης κατάργηση, με την τελευταία διάταξη, των επιδομάτων εορτών και των επιδομάτων αδείας, προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 5 παρ. 1 και 25 παρ.1-4 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.) και ότι, ως εκ τούτου, τυγχάνουν εφαρμοστέες οι διατάξεις του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010 και του άρθρου 16 του ν. 4024/2011, οι οποίες προέβλεπαν την καταβολή των ως άνω επιδομάτων στο ποσό των 500 ευρώ για το επίδομα Χριστουγέννων και στο ποσό των 250 ευρώ για καθένα από τα επιδόματα Πάσχα και αδείας. Και τούτο διότι η κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας, με τις διατάξεις της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, δεν ήταν αντίθετη με τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις και το μέτρο αυτό ήταν αναγκαίο για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης και της δυσμενούς οικονομικής κατάστασης στην οποία είχε περιέλθει η Χώρα, συνέβαλε στην δημοσιονομική πειθαρχία, στην περιστολή των δημοσίων δαπανών και υλοποιούσε δεσμεύσεις δημοσιονομικών στόχων που απέρρεαν για τη Χώρα από αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, για περιορισμό των υπερβολικών δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης, είναι ορισμένος, αφού αναφέρονται επαρκώς στο αναιρετήριο οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, οι οποίες, κατά τις προσαπτόμενες με το λόγο αυτό αιτιάσεις, παραβιάσθηκαν, το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα και οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης και τα όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι αναιρεσίβλητοι με τις από 23-02-2023 έγγραφες προτάσεις τους, περί αοριστίας του ως άνω λόγου αναίρεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα . Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) για την έρευνα του ως άνω αναιρετικού λόγου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 17-12-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 309/17-12-2018 αγωγή τους, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ρόδου, οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσίβλητοι εξέθεταν ότι συνδέονταν με το αρχικώς εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΡΟΔΟΥ "ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ" - ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ - ΚΕΝΤΡΟ ΥΓΕΙΑΣ ΚΩ "ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟΝ" - ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ - ΚΕΝΤΡΟ ΥΓΕΙΑΣ ΚΑΛΥΜΝΟΥ "ΤΟ ΒΟΥΒΑΛΕΙΟ", με υπαλληλική σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, αμειβόμενοι σύμφωνα με τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου (ν. 4024/2011) και ότι οι αποδοχές τους δεν υπερβαίνουν για τα επίμαχα χρονικά διαστήματα καταβολής των επιδομάτων το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ μηνιαίως, σε δωδεκάμηνη βάση. Ότι το εναγόμενο προέβη σε διαδοχικές περικοπές των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδόματος αδείας και τελικά στην πλήρη κατάργησή τους. Ότι, ειδικότερα, με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 3833/2010, τα εν λόγω επιδόματα περικόπηκαν κατά ποσοστό 30%, με αναδρομική ισχύ από 01-01-2010. Ότι κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου τρίτου του Ν. 3845/2010, τα επιδόματα αυτά περικόπηκαν περαιτέρω και καθορίστηκαν στα ποσά των 500,00, 250,00 και 250,00 ευρώ αντίστοιχα, με αναδρομική ισχύ από 01-06-2010 και, στη συνέχεια, κατ' εφαρμογή του άρθρου 16 του Ν. 4024/2011 επανακαθορίστηκαν στα ίδια ποσά, με ισχύ από 01-11-2011, ενώ από 01-01-2013, κατ' εφαρμογή της υποπαραγράφου Γ.1 "Μισθολογικές διατάξεις του Δημοσίου Τομέα" (περ. 1) του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016. Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του Ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016", επήλθε ολοσχερής κατάργηση των επιδομάτων αυτών. Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενοι ότι οι ως άνω διατάξεις, κατ' εφαρμογή των οποίων το εναγόμενο από 01.06.2010 περιέκοψε και από 01.01.2013 σταμάτησε να τους καταβάλει τα επιδόματα εορτών και αδείας, είναι ανίσχυρες, ως αντικείμενες στα άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 5 παρ. 1, 22 παρ. 4, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α. ), που κυρώθηκε με το ν.δ/μα 53/1974, ζήτησαν, κατά την κύρια βάση της ένδικης αγωγής, από τη σύμβαση εργασίας τους και με βάση τη διάταξη του άρθρου 16 του Ν. 4024/2011, η οποία προέβλεπε την καταβολή των ως άνω επιδομάτων, έστω μειωμένων και επικουρικώς κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του Α.Κ., και επικουρικότερα κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρο 904 επ. του Α.Κ.) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα από αυτούς το συνολικό χρηματικό ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ, για επιδόματα εορτών και επιδόματα αδείας των ετών 2016, 2017 και 2018, με τον νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα που καθεμία από τις ως άνω παροχές κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των περιουσιακών - εργατικών διαφορών (άρθρα 614 επ. του ΚΠολΔ, όπως αυτά ίσχυαν, ενόψει του χρόνου άσκησης της αγωγής, μετά την τροποποίησή τους από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87 / 23.07.2015, ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 01.01.2016 κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015 ), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 130/2019 οριστική απόφασή του, με την οποία, αφού απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη, ως προς τις επικουρικές βάσεις αυτής, για τους διαλαμβανόμενους στην απόφαση λόγους, έκρινε αυτήν νόμιμη, ως προς την κύρια βάση από τη σύμβαση εργασίας και δέχθηκε αυτήν εν μέρει, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, δεχόμενο ότι η διάταξη της υποπαράγραφου Γ1 περιπτ. 1 με τίτλο "ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ" της παραγρ. Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, με την οποία καταργήθηκαν από 01.01.2013 τα επιδόματα εορτών και αδείας στο Δημόσιο, στους Ο.Τ.Α. και στον ευρύτερο Δημόσιο Τομέα, είναι αντισυνταγματική, ως αντικείμενη στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 4 παρ. 1 και 5, 5 παρ. 1, 22 και 25 παρ.1 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. και, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 16 του Ν. 4024/2011, υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα από τους πρώτη, δεύτερο, τρίτη, τέταρτη, πέμπτη, έκτο, έβδομο, όγδοη, ένατη, δέκατη, ενδέκατη, δωδέκατο, δέκατο τρίτο, δέκατο τέταρτο, δέκατη πέμπτη, δέκατο έβδομο, δέκατη όγδοη, δέκατη ένατη και εικοστό εκ των εναγόντων, το συνολικό χρηματικό ποσό των δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500,00) ευρώ, στον δε δέκατο έκτο ενάγοντα το συνολικό χρηματικό ποσό των επτακοσίων πενήντα (750,00) ευρώ και όλα τα παραπάνω χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα που έγινε η επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση, ενώ απέρριψε, λόγω παραγραφής, τις αξιώσεις των εναγόντων για επιδίκαση επιδομάτων αδείας και δώρου Πάσχα για το έτος 2016. Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση της από 28-11-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 149/29-11-2019 έφεσης των ήδη αναιρεσειόντων, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 88/2022 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία, δικάζοντας κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, δέχθηκε τυπικά την έφεση και απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν, επικυρώνοντας την ομοίως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου δικάζον ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, την, κατά τα ανωτέρω απορριπτική της εφέσεως των ήδη αναιρεσειόντων κρίση του, στήριξε, στα εξής : "...ο παραπάνω λόγος έφεσης τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθώς πράγματι οι ανωτέρω διατάξεις, με τις οποίες περικόπηκαν τα ανωτέρω επιδόματα είναι αντισυνταγματικές [....]" και, στη συνέχεια, αφού ανέφερε, ως μείζονα πρόταση, τις ως άνω νομοθετικές ρυθμίσεις, που διαλαμβάνονται αναλυτικά στην μείζονα νομική σκέψη της παρούσας απόφασης δέχθηκε, κατ' ακριβή αντιγραφή, τα εξής : "... Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με την οποία καταργήθηκαν από 1-1-2013 τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και αδείας για λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου Δημόσιου Τομέα, όπως η εφεσίβλητη, αντίκειται στα άρθρα 25 παρ. 1και 4 παρ. 5 του Συντάγματος και τις απορρέουσες από αυτά αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη ... ". Με την κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεχόμενο ότι η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαράγραφου Γ1, με τίτλο "ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ" της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν.4093/2012, η οποία κατήργησε ολοσχερώς τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας από 01.01.2013 για τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, είναι αντισυνταγματική και ότι ορθά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επιδίκασε στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά, όπως αυτά επανακαθορίσθηκαν με το άρθρο 16 του ν 4024/2011, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη της υποπαράγραφου Γ1 περιπτ. 1 με τίτλο "ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ" της παραγρ. Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, που ήταν εφαρμοστέα, καθόσον, σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναπτύχθηκαν στην μείζονα νομική σκέψη στην αρχή της παρούσας απόφασης, η διάταξη αυτή δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 5 παρ. 1, 22 παρ. 4, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. και εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 16 του Ν. 4024/2011, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, αφού με τη ως άνω διάταξη του Ν. 4093/2012 καταργήθηκαν από 01.01.2013 τα επιδόματα εορτών και αδείας στο Δημόσιο, Ο.Τ.Α. και ευρύτερο δημόσιο τομέα, τα οποία είχαν χορηγηθεί από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη και, επομένως, και αυτά που χορηγούνταν με βάση την ως άνω διάταξη του άρθρου 16 του Ν. 4024/2011. Ο με τις από 23-02-2023 νομότυπα κατατεθείσες, είκοσι και πλέον ημέρες πριν από την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, προτάσεις (άρθρο 570 παρ. 1 του ΚΠολΔ) ισχυρισμός των αναιρεσιβλήτων περί απαραδέκτου του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επειδή, παρά τα όσα το αναιρεσείον υποστηρίζει με τον άνω αναιρετικό λόγο, ουδέποτε προβλήθηκαν ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, είναι αβάσιμος. Και διότι τούτο διότι, η διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ αναφέρεται σε "ισχυρισμούς" και όχι σε νομικούς κανόνες (Α.Π. 77/2022, Α.Π. 518/2022, Α.Π. 290/2018 ), οι δε επικαλούμενες στον αναιρετικό αυτό λόγο αιτιάσεις των αναιρεσειόντων αφορούν τη νομική βασιμότητα της ένδικης αγωγής και την εφαρμογή διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, τη συνδρομή των οποίων ερευνά αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο της ουσίας, βάσει της αρχής jura novit curia, ανεξαρτήτως δηλαδή της ενώπιόν του προβολής σχετικών ισχυρισμών από τα ήδη αναιρεσείοντα, με συνέπεια το, από το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, απαράδεκτο να μην ευρίσκει έδαφος εφαρμογής . Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο ως άνω από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, όπως ήδη εκτέθηκε, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ευθεία παραβίαση των ως άνω ουσιαστικού δικαίου κανόνων, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και, κατά παραδοχή του λόγου αυτού, να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα) μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι : "Οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση, ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης, δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης υπό του δικαστηρίου της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση διατακτικού της απόφασης, με βάση την έκταση της αναίρεσης, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο. Στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω έρευνα, πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α' του ΚΠολΔ, να κρατηθεί αυτή και να δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα και, στη συνέχεια, να γίνει δεκτή, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, η από 28-11-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 149/29-11-2019 έφεση των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων, να εξαφανισθεί η με αριθμό 130/2019 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Ρόδου, κατά το μέρος που δέχθηκε την από 17-12-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 309/17-12-2018 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη, κατά την κύρια βάση της και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα από τους πρώτη, δεύτερο, τρίτη τέταρτη, πέμπτη, έκτο, έβδομο, όγδοη, ένατη, δέκατη, ενδέκατη, δωδέκατο, δέκατο τρίτο δέκατο τέταρτο, δέκατη πέμπτη, δέκατο έβδομο, δέκατη όγδοη, δέκατη ένατη και εικοστό εκ των εναγόντων, το συνολικό χρηματικό ποσό των δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500,00) ευρώ, στον δε δέκατο έκτο ενάγοντα το συνολικό χρηματικό ποσό των επτακοσίων πενήντα (750,00) ευρώ και όλα τα παραπάνω χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα που έγινε η επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση (οι αγωγικές αξιώσεις των εναγόντων, που αφορούσαν την επιδίκαση επιδομάτων αδείας και δώρου Πάσχα για το έτος 2016 κρίθηκε με την ως άνω απόφαση ότι έχουν υποπέσει στην προβλεπόμενη διετή παραγραφή του Ν. 4270/2014 και, κατά παραδοχή του λόγου της έφεσης, που αναφέρεται στη νομική αβασιμότητα της αγωγής, να απορριφθεί η αγωγή των εναγόντων κατά το ως άνω μέρος, ως μη νόμιμη. Τέλος, η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων των δύο βαθμών δικαιοδοσίας και της παρούσας αναιρετικής δίκης, πρέπει να συμψηφιστεί στο σύνολό της, γιατί η ερμηνεία των διατάξεων των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 εδαφ. του ΚΠολΔ ), κατά τα διαλαμβανόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης . ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη με αριθμό 88/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, δικάσαντος ως Εφετείου . Κρατεί την υπόθεση και δικάζει κατ' ουσίαν την από 28-11-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 149/29-11-2019 έφεση των εκκαλούντων - αναιρεσειόντων . Δέχεται αυτήν κατ' ουσίαν . Εξαφανίζει τη με αριθμό 130/2019 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Ρόδου . Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 17-12-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 309/17-12-2018 αγωγή . Απορρίπτει την αγωγή . Συμψηφίζει τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα, των δύο βαθμών δικαιοδοσίας και της παρούσας αναιρετικής δίκης, στο σύνολό τους . ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ