ΑΡΙΘΜΟΣ 1233/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Α. Τ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καρύδα, περί αναιρέσεως της 264/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με Πολιτικώς ενάγουσα την Κ. Μ., κάτοικο ... που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κονιαβίτη. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Απριλίου 2013 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 535/2013. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Στα άρθρα 362 και 363 ΠΚ ορίζεται ότι όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφημήσεως και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές, τότε διαπράττεται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Επομένως για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τελευταίου, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και γ) εκείνος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε το ψευδές γεγονός να προέβη ηθελημένα στην ενέργεια αυτή και να τελούσε εν γνώσει της αναλήθειάς του και της δυνατότητάς του να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Ως γεγονός νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής για συκοφαντική δυσφήμηση αποφάσεως, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτήν, εκτός από τα ανωτέρω, άλλα περαιτέρω στοιχεία. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού. Το τελευταίο συμβαίνει και στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, που προβλέπεται από τα άρθρα 363 σε συνδυασμό με 362 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του οποίου απαιτείται άμεσος δόλος. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στην περίπτωση αυτή η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη, θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή, περιστατικών. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων Α. Τ. καταδικάσθηκε από το Α' Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την αναιρεσιβαλλομένη 264/2013 απόφασή του, σε ποινή φυλακίσεως ενός έτους για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως, η οποία ανεστάλη επί τριετία. Στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Στην Αθήνα στις 5-5-2005, με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτων ισχυρίσθηκε για κάποιον άλλον γεγονότα ψευδή, που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του, ενώ τελούσε εν γνώσει της αναληθείας των γεγονότων αυτών. Ειδικότερα, στις 5-5-2005, κατέθεσε στον γραμματέα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την υπ' αριθμ. καταθέσεως 4070/2005 αγωγή του κατά της εγκαλούσας Κ. Μ., της οποίας έλαβαν γνώση ο γραμματέας που την παρέλαβε, ο δικαστής που την προσδιόρισε και ο δικαστικός επιμελητής που την επέδωσε, με την οποία ισχυρίσθηκε για την τότε εναγομένη και νυν εγκαλούσα, εν γνώσει τελών της αναληθείας των, τα ακόλουθα ψευδή "Ποιά είναι η αλήθεια και η πραγματικότητα; Η εναγόμενη επιδόθηκε επί δέκα οκτώ περίπου μήνες σε ένα ανελέητο κυνηγητό εναντίον μου και πολιορκώντας ασφυκτικά το συγγενικό περιβάλλον της πωλήτριάς μου κατόρθωσε, ποιος ξέρει με ποια ανταλλάγματα, να εισέρχεται στην προσωρινή κατοικία της πωλήτριας μου, στην ... που είναι μόνιμη κατοικία της εγγονής της Μ. Κ., έχοντας έτσι άμεση επικοινωνία με την πωλήτρια μου Ε. Ξ. Εκεί η Μ. με την άμεση συνεργασία δύο ατόμων που στρατολόγησε, του Π. ή Π. Κ., ανηψιού της Ε. Ξ., και του Α. Τ., φίλου του Π. Κ., με τα οποία αυτά άτομα εγώ έχω σοβαρές οικονομικές διαφορές από πολύμηνη παροχή δικηγορικών μου υπηρεσιών, χωρίς να μου πληρώσουν ούτε μέρος των εξόδων μου για δώδεκα (12) περίπου ταξίδια μου που πραγματοποίησα στη ..., κατέστρωσαν τα δόλια σχέδιά τους εναντίον μου, αράδιαζαν ένα σωρό ψέματα στην 90χρονη Ε. Ξ., ότι, δήθεν, εγώ έχω κάνει πολλές αγορές στη ... βάζοντας ως πωλήτριά μου την ίδια (κ. Ε. Ξ.), ότι την έχω χρεώσει στη ΔΟΥ ...ς 40.000.000 δραχμές και ότι πρέπει η Ξ. να βάλει δικηγόρο στη ... για να ξεκαθαρίσει την κατάσταση. Έτσι η τριμελής αυτή συμμορία Μ., Τ., Π. Κ.έκαμψαν κάθε ηθική αντίσταση της κ. Ε. Ξ. και την έσυραν στην κυριολεξία στη Συμβολαιογράφο Σαντορίνης Φωτεινή Νικολοπούλου και την παρέπεισαν και υπέγραψε ένα Γενικό και Ειδικό Πληρεξούσιο με το οποίο διόριζε το δικηγόρο της Κ. Μ. Πάνο Σιμιτό ως δικηγόρο της να ενεργήσει για τις εντολές, που περιλαμβάνονται σ' αυτό. Το κείμενο του πληρεξουσίου δεν της το διάβασαν, αλλά της εξήγησαν προφορικά ότι γράφει για την έρευνα που πρέπει να κάνει ο δικηγόρος της Μ.. Και δεν περιορίστηκαν μόνο στο να συντάξουν ένα πληρεξούσιο με εντολές, αλλά να περιλάβουν σ' αυτό και ομολογία της πωλήτριας μου ότι, δήθεν, το ακίνητο που μου πούλησε (επίδικο) είναι της Μ.. Έτσι με τον τρόπο αυτό διέπραξαν το αδίκημα της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως". Έτσι έβλαψε την τιμή και την υπόληψη της ως άνω εγκαλούσας, η οποία στην πραγματικότητα ουδέποτε παρέστησε ψευδή γεγονότα στην Ε. Ξ., ούτε την παρέπεισε να υπογράψει πληρεξούσιο προς τον δικηγόρο Πάνο Σιμιτό, το οποίο η τελευταία υπέγραψε εν γνώσει της και οικειοθελώς, προκειμένου να προστατεύσει τα συμφέροντά της. Μάλιστα η τελευταία (Ε. Ξ.) αν και υπερήλικη, κατά τον χρόνο της υπογραφής του συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου (80 ετών περίπου) ήταν σε πολύ καλή κατάσταση υγείας, τόσο σωματικά όσο και πνευματικά, αντιλαμβανόμενη το περιεχόμενο των εγγράφων που υπέγραφε. Πολύ περισσότερο, δεν ήταν άτομο το οποίο μπορούσε κάποιος να χειραγωγήσει. Για το λόγο αυτό εξάλλου και αθωώθηκε η εγκαλούσα από το ποινικό δικαστήριο για την αποδιδόμενη σ' αυτήν πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης. Συνεπώς πρόκειται για ψευδές γεγονός το οποίο γνώριζε ο κατηγορούμενος, ο οποίος παρά ταύτα το διέλαβε στην επίμαχη αγωγή, της οποίας έλαβαν γνώση τα προαναφερόμενα πρόσωπα (δικαστής, γραμματέας κλπ) και μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας όχι μόνο στα πλαίσια της αντιδικίας που είχε μαζί της αλλά και στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον τους". Με τις παραδοχές αυτές η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, διέλαβε την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς τη γνώση του κατηγορουμένου περί της αναληθείας των ισχυρισμών του αυτών, ως προς το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, διευκρινίζεται δε σε αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα από ποια πραγματικά περιστατικά και με ποιες σκέψεις και συλλογισμούς πείσθηκε το δικαστήριο που την εξέδωσε για την ακριβή γνώση από τον κατηγορούμενο της αναληθείας των όσων αυτός ισχυρίσθηκε, από δε τα εκτιθέμενα περιστατικά προκύπτει ότι το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η γνώση του ήταν αυτονόητη. Ειδικότερα, η γνώση του αναιρεσείοντος ως προς το ψευδές των από αυτόν εκτεθέντων στην αγωγή αιτιολογείται πλήρως από την έμμεση, αλλά σαφή παραδοχή ότι αυτός είχε προσωπική αντίληψη των καταμηνυθέντων ως ψευδών και του αντιστοίχου περιεχομένου της αγωγής του, οπότε γνώριζε την πραγματική κατάσταση, και συνεπώς δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων, σχετικά με τη γνώση αυτή, περιστατικών, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων ως εκ του παρατιθεμένου στο σκεπτικό πλέγματος των σχέσεων αυτού, λόγω της αντιδικίας του με την εγκαλούσα και των συναλλαγών του με την Ε. Ξ. που παρατίθενται στο σκεπτικό, γνώριζε αναγκαίως την πραγματική κατάσταση από προσωπική αντίληψη. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, Επομένως ο σχετικός τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η ίδια απόφαση διότι στην αναιρεσιβαλλομένη δεν αιτιολογείται ο απαιτούμενος υπερχειλής δόλος του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμος. Με το άρθρο 50 παρ. 4 του ν. 3160/2003, τροποποιήθηκε το άρθρο 510 παρ.1 ΚΠοινΔ και μεταξύ άλλων καταργήθηκε και ο προβλεπόμενος στο στοιχ. Η' λόγος αναιρέσεως κατά αποφάσεων για την μη παράθεση στην απόφαση του σχετικού άρθρου του ποινικού νόμου, αντίστοιχα δε με την παράγραφο 9 του ίδιου άρθρου τροποποιήθηκε και το άρθρο 518 παρ. 1 του ΚΠοινΔ με την απάλειψη της ρυθμίσεως για την περίπτωση που δεν έχει παρατεθεί το άρθρο του ποινικού νόμου που εφαρμόστηκε, ότι δηλαδή ο Άρειος Πάγος στην περίπτωση αυτή παραθέτει αυτός το σωστό άρθρο του ποινικού νόμου. Επομένως ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η ιδία απόφαση για την, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ' ΚΠοινΔ, πλημμέλεια της ελλείψεως αιτιολογίας, επειδή δεν έχει παρατεθεί το άρθρο του ΠΚ που αναφέρεται στην πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, είναι αβάσιμος διότι η υποχρέωση παραθέσεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της δικαστικής αποφάσεως δεν εκτείνεται και στην παράθεση του αριθμού του άνω άρθρου, καθ' όσον αυτή αποτελούσε ίδιον καταργηθέντα λόγο αναιρέσεως και δεν περιλαμβάνεται πλέον η παράλειψη αυτή στους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ λόγους. Η κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή αυτούς που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Ισχυρισμός που αποτελεί άρνηση στοιχείου της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και κατ' ακολουθίαν της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής υπό την άνω έννοια, γι' αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να τον αιτιολογήσει ειδικά σε περίπτωση απορρίψεως αυτού. Δεν αποτελεί, πάντως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ' ΚΠοινΔ, κατά μεν το μέρος που με αυτόν πλήττεται η απόφαση διότι χωρίς αιτιολογία απέρριψε τον αυτοτελή του ισχυρισμό ότι "σε παρόμοιες περιπτώσεις κατά κανόνα δεν λαμβάνουν γνώση όλου του περιεχομένου της αγωγής (και άρα του τυχόν δυσφημιστικού γεγονότος) ο γραμματέας που παρέλαβε το δικόγραφο της αγωγής, ο δικαστής που προσδιόρισε τη δικάσιμη και ο δικαστικός επιμελητής που την επέδωσε...", πρέπει να απορριφθεί, διότι ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι αυτοτελής, αλλά υπερασπιστικό επιχείρημα και το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει ούτε και να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του κατά το μέρος δε που με αυτόν πλήττεται η απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας διότι "δεν αποδεικνύεται ότι έλαβαν πράγματι γνώση του συγκεκριμένου, φερομένου ως δυσφημιστικού γεγονότος τα παραπάνω πρόσωπα..." είναι απαράδεκτος γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και τη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας που παραστάθηκε (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την από 13.4.2013 (υπ' αριθ. 2910/16.4.2013) Αίτηση- Δήλωση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Α. Τ. του Ι. και της Ε. κατά της υπ' αριθ. 264/2013 αποφάσεως του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ καθώς και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Οκτωβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ