Αριθμός 966/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειουσών-κατηγορουμένων: 1) Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Κέντρωνη και 2) Π. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Κέντωνη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 902/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείουσες-κατηγορούμενες ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Νοεμβρίου 2012 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1296/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειουσών, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες με το αυτό από 16-11-2012 κοινό δικόγραφο ασκηθείσες αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων: α) Π. Κ. και β) Α. Κ., κατά της υπ' αριθμ. 902/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Nαυπλίου, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 197 του ΠΚ, "όποιος χωρίς να διαταράξει την κοινή ειρήνη εμποδίζει αυθαίρετα τη συνεδρίαση δικαστηρίου ή τη διαταράσσει σοβαρά με διέγερση θορύβου ή αταξίας ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. Η διάταξη αυτή προβλέπει δύο σωρευτικώς τελούμενα εγκλήματα, αφενός την αυθαίρετη παρεμπόδιση της συνεδρίασης του δικαστηρίου και αφετέρου την διατάραξη αυτής, κάθε ένα δε από αυτά μπορεί να τελεστεί με τη διέγερση θορύβου, αταξίας ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Η παρεμπόδιση τελείται όταν δεν κατέστη από την ενέργεια του υπαιτίου εφικτή η έναρξη ή η εξακολούθηση της συνεδριάσεως, με αποτέλεσμα να ματαιωθεί, η διατάραξη δε όταν δυσχεραίνεται η κανονική διεξαγωγή της αρξάμενης ήδη συνεδρίασης ή διακόπτεται αυτή. Για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της διατάραξης των συνεδριάσεων πρέπει η παρεμπόδιση ή διατάραξη να γίνεται αυθαίρετα, δηλαδή χωρίς δικαίωμα του ενεργούντος. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος που συνίσταται στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών τα οποία απαρτίζουν την έννοια της πιο πάνω πράξης και ενδεχόμενος δόλος αρκεί. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 902/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου (Πλημ/των), που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, οι αναιρεσείουσες κηρύχθηκαν ένοχες διατάραξης Δικαστηρίου και σε καθεμιά επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, η εκτέλεση των οποίων μετατράπηκε σε χρηματική και ορίστηκε προς τέσσερα ευρώ και σαράντα λεπτά (4,40) για κάθε ημέρα φυλάκισης. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Στις 21-3-2005 ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Σπάρτης κατά τη διάρκεια εκδικάσεως υποθέσεως ψευδορκίας μάρτυρα, μετά από διακοπή από την αρχική δικάσιμο της 17-3-2005 με κατηγορούμενες τις νυν κατηγορούμενες, οι τελευταίες διατάραξαν σοβαρά τη συνεδρίαση του ως άνω Δικαστηρίου με διέγερση θορύβου και αταξία, διακόπτοντας συνεχώς το λόγο του Προέδρου του Δικαστηρίου, του μάρτυρος Χ. Μ. και του συνηγόρου πολιτική αγωγή, Θεοδώρου Παπαδόγιαννη, φωνασκώντας, χειρονομώντας και απευθύνοντας εξυβριστικές και απειλητικές φράσεις προς το Δικαστήριο. Αμέσως μετά την εισαγγελική πρόταση περί ενοχής τους, σηκώθηκαν όρθιες και φωνάζοντας έντονα είπαν ότι: "οι Δικαστές δεν σέβονται τίποτε" ενώ μετά την απαγγελία της απόφασης περί ενοχής τους, αφού ρώτησαν αν ήταν ομόφωνη, είπαν απειλητικά: "καλά, καλά" και φωνάζοντας πρόσθεσαν ότι: "Από την Πέμπτη φάνηκε το πράγμα ... Δεν σέβονται τις αποφάσεις, τίποτα δεν σέβονται οι Δικαστές, γράφτε όσο περισσότερα, τόσο καλύτερα, γράφτε ότι θέλετε ... . Τι να πούμε έτσι που μας κάνουνε ... Τίποτα δεν σεβόμαστε (ενν. το Δικαστήριο) ούτε αμετάκλητες αποφάσεις, ούτε τίποτε". Πρέπει, συνεπώς, να κηρυχθούν ένοχες, όπως κατηγορούνται". Ακολούθως, το δικάσαν Εφετείο κήρυξε ένοχες τις κατηγορούμενες της πιο πάνω αξιόποινης πράξεως και ειδικότερα, του ότι: "Στη ... στις 21 Μαρτίου 2005, με πρόθεση τέλεσαν το αδίκημα της διατάραξης συνεδρίασης Δικαστηρίου και συγκεκριμένα: Κατά την εκδίκαση ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης, υπόθεσης ψευδορκίας μάρτυρα με κατηγορούμενες τις ίδιες, η οποία εκδικαζότανε κατόπιν διακοπής από την αρχική, μετ' αναβολών, δικάσιμο της 17ης Μαρτίου 2005, διατάραξαν σοβαρά την συνεδρίαση του ανωτέρω Δικαστηρίου με διέγερση θορύβου και αταξία, διακόπτοντας συνεχώς τον λόγο του Πρόεδρου του Δικαστηρίου, του εξετασθέντος μάρτυρος Χ. Μ. και του συνηγόρου πολιτικής αγωγής Θεόδωρου Παπαδόγιαννη, φωνασκώντας, χειρονομώντας και απευθύνοντας εξυβριστικές και απειλητικές φράσεις προς το Δικαστήριο. Ιδίως δε μετά την εισαγγελική πρόταση περί ενοχής τους, σηκώθηκαν όρθιες και φωνάζοντας έντονα είπαν: "οι Δικαστές δεν σέβονται τίποτα", ενώ μετά την απαγγελία της απόφασης περί ενοχής τους, αφού ρώτησαν αν ήταν ομόφωνη η απόφαση, είπαν απειλητικά: "καλά, καλά" και φωνάζοντας πρόσθεσαν ότι: "Από την Πέμπτη φάνηκε το πράγμα ... Δεν σέβονται τις αποφάσεις, τίποτα δεν σέβονται οι Δικαστές ... Γράφτε, όσο περισσότερα, τόσο καλύτερα, γράφτε ότι θέλετε ... Τι να πούμε έτσι που μας κάνατε. Τέτοιο σκάνδαλο που έγινε σήμερα, δεν έγινε ποτέ ... Τόσα γίνονται με τις ψευδομηνύσεις. Τίποτα δεν σεβόμαστε (ενν. το Δικαστήριο) ούτε αμετάκλητες αποφάσεις ούτε τίποτα". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε κάθε αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1 και 127 παρ.2 Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτές καταδικάστηκαν, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα, προσδιορίζονται οι ενέργειες και οι φράσεις των αναιρεσειουσών, που προκάλεσαν τη διατάραξη της συνεδρίασης του δικαστηρίου, το οποίο εξακολουθούσε να είναι συγκροτημένο και να συνεδριάζει, προκειμένου να προβεί στην εκδίκαση των υπολοίπων εκκρεμών υποθέσεων, τη συνεδρίαση του οποίου διατάραξαν κατά τον αναφερόμενο στο σκεπτικό τρόπο. Ο σχετικός λόγος αναίρεσης για έλλειψη της κατά νόμο απαιτούμενης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που τον θεμελιώνουν, μη αρκούσης της παραπομπής σε άλλο έγγραφο, εκτός από την αίτηση ακύρωσης. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16 Νοεμβρίου 2012 (υπ' αριθμ. πρωτ. 7669/2012 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αίτηση των: α) Π. Κ. του Γ., κατοίκου ... και β) Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμό 902/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Ναυπλίου. Και Καταδικάζει καθεμιά από τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ