Αριθμός 231/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Σπυρίδων Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με διακριτικό τίτλο ""...", που εδρεύει στην Ελευσίνα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δελλή και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και εν προκειμένω και από τον Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας του Νομού Αττικής, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Σταυράκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/7/2014 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 802/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2996/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13/6/2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 115 του ΠΔ της 11/12-11-1929 "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του Ν. 4266/1929 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του Ν 5895/1933, όπως περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 20 του ΑΝ 1540/1938, 19 του ΑΝ 1919/1939, 2 του ΑΝ 1925/1951 και 5 παρ. 4 του ΑΝ 263/1968, ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι σε βάρος εκείνων που, χωρίς συμβατική σχέση, καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημοσίων κτημάτων ή κτημάτων των οποίων τη νομή ή κατοχή έχει με οποιαδήποτε σχέση το Δημόσιο, βεβαιώνεται, κατά την κρίση αγαθού ανδρός και για το χρονικό διάστημα που έκαναν χρήση, αποζημίωση με πρωτόκολλο, το οποίο κοινοποιείται σε αυτόν που καρπώνεται ή χρησιμοποιεί το ακίνητο, ο οποίος δικαιούται να ασκήσει ανακοπή μέσα σε ένα μήνα στον ειρηνοδίκη ή στον πρόεδρο πρωτοδικών, ανάλογα με το ποσό της αποζημίωσης, αυτοί δε, κρίνοντας εκ των ενόντων, ακυρώνουν ή επικυρώνουν το πρωτόκολλο ή περιορίζουν την αποζημίωση και ότι κατά της απόφασης αυτής, ουδέν ένδικο μέσο επιτρέπεται. Μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της άνω ανακοπής είναι κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 εδ. ε' και στ', 3 παρ. 1, 2, 4, 24 παρ. 1 και 39 παρ. 1 ΕισΝΚΠολΔ, το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δικάζει κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (ΑΠ 1408/2012, ΑΠ 67/2012). Η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου τέμνει οριστικά την διαφορά ως προς την οφειλή και το ποσό της αποζημίωσης για την κατάληψη δημόσιου κτήματος, παρά την ακολουθούμενη διαδικασία, η παραπομπή στην οποία έγινε για λόγους ταχύτητας και μόνον και δεν αφορά τη λήψη ασφαλιστικού ή ρυθμιστικού της κατάστασης μέτρου. Για το λόγο αυτό δεν ίσχυε γι' αυτήν την απόφαση η απαγόρευση του άρθρου 699 ΚΠολΔ, αλλά υπέκειτο στα προβλεπόμενα από τον ΚΠολΔ ένδικα μέσα της έφεσης και της αναίρεσης (άρθρα 511 και 552 ΚΠολΔ), καθόσον η άνω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 115 του ΠΔ της 11/12-11-1929, που απαγόρευε την άσκηση ενδίκων μέσων κατ' αυτής θεωρήθηκε ότι έχει καταργηθεί σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 ΕισΝΚΠολΔ (ΟλΑΠ 38, 21, 22/2002). Ήδη, όμως, με το άρθρο 326 παρ. 3 του Ν. 4072/2012, που άρχισε να ισχύει από 11-4-2012 (ΦΕΚ Α' 86/11-4-2012), σε συνδυασμό με άρθρο 330 παρ. 2 του ως άνω νόμου, αντικαταστάθηκαν τα εδάφια δέκατο και ενδέκατο του άνω άρθρου 115 του ΠΔ από 11/12-11-1929 και ρητά επαναλήφθηκε η απαγόρευση άσκησης ένδικων μέσων κατά των αποφάσεων που εκδίδονται επί ανακοπών κατά πρωτοκόλλου αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημοσίων κτημάτων. Η ανωτέρω διάταξη, εξάλλου, δεν έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος που επιβάλλει στην Πολιτεία την υποχρέωση παροχής στους πολίτες ένδικης έννομης προστασίας προς επίλυση των ιδιωτικών διαφορών τους, αναγνωρίζοντας σ' αυτούς αντίστοιχο δημόσιο δικαίωμα, όμως στον νομοθέτη εναπόκειται, κατ' αρχήν, να κρίνει αν, πόσα και ποια ένδικα μέσα θα χορηγήσει, καθώς και για ποιους λόγους, συνεκτιμώντας ενδεχομένως την αξία του αντικειμένου της διαφοράς και το είδος της διαδικασίας με την οποία εκδικάζεται η υπόθεση. Το ίδιο ισχύει και στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ (κύρωση με το ΝΔ 53/1974), που αναγνωρίζει μεν, με το άρθρο 6 παρ. 1, το δικαίωμα στα πρόσωπα για δικαστική επίλυση των ιδιωτικών διαφορών τους σε συνθήκες δίκαιης δίκης, στην έννοια όμως αυτής δεν περιλαμβάνεται και η πρόβλεψη οπωσδήποτε άσκησης ένδικων μέσων (ΑΠ 287/2016, ΑΠ 929/2014). Οι υποθέσεις των ανακοπών κατά των πρωτοκόλλων αποζημίωσης, δικάζονται κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, επειδή, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 326 παρ. 3 του Ν. 4072/1912, οι εν λόγω υποθέσεις είναι νομικά απλές, με την έννοια ότι, η επ' αυτών κρίση, αποτελεί κατά κύριο λόγο εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και στοιχείων και ότι επιτυγχάνεται περιορισμός περιττής επιβάρυνσης των δικαστηρίων, λαμβανομένου υπόψη ότι ζητήματα που αφορούν την κυριότητα ή την νομή των κτημάτων επιλύονται μόνο κατά την τακτική διαδικασία. Ο περιορισμός δε, αυτός, της άσκησης ενδίκων μέσων κατά των σχετικών αποφάσεων επί αυτών των υποθέσεων που εκδικάζονται κατά την συγκεκριμένη διαδικασία, δεν είναι δυσανάλογος και δεν αντιβαίνει στην καθιερούμενη με το άρθρο 25 του Συντάγματος, αρχή της αναλογικότητας. Περαιτέρω, με δεδομένο ότι το παραδεκτό των ενδίκων μέσων κατ' άρθρο 24 παρ. 1 ΕισΝΚΠολΔ, κρίνεται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης και εν προκειμένω ότι, δεν υφίσταται ειδικότερη ρύθμιση, αφού ο άνω Ν. 4072/2012, δεν περιλαμβάνει μεταβατική διάταξη ή άλλη διάταξη για τις κατά την δημοσίευση του εκκρεμείς δίκες επί των ανακοπών κατά πρωτοκόλλου αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημοσίου κτήματος, η απαγόρευση άσκησης ενδίκων μέσων κατά των αποφάσεων αυτών καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς επ' αυτών δίκες (ΑΠ 18/2016, ΑΠ 285/2016). Κατ' ακολουθία τούτων, κατά των αποφάσεων που έκριναν επί ανακοπής, η οποία ασκήθηκε κατά πρωτοκόλλου αποζημίωσης εκδοθέντος σε βάρος εκείνων που χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημόσιου κτήματος, εφόσον δημοσιεύτηκαν μετά την 11-4-2012, απαγορεύεται η άσκηση ενδίκου μέσου έφεσης ή αναίρεσης (ΑΠ 484/2021, ΑΠ 476/2020, ΑΠ 384/2020, ΑΠ 18/2016, ΑΠ 578/2017, ΑΠ 19/2016). Εξάλλου κατά το άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νομίμως ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Απαράδεκτη κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι η αναίρεση, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, η οποία απευθύνεται κατά απόφασης που δεν υπόκειται ή δεν μπορεί πλέον να προσβληθεί με ένδικα μέσα και συνεπώς με αναίρεση, κατά το χρόνο άσκησης της τελευταίας. Στην προκείμενη περίπτωση με την κρινόμενη από 13-6-2019 αίτησή της, η αναιρεσείουσα ζητά να αναιρεθεί η υπ' αριθμ. 2996/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων την από 14-7-2015 (αριθμός κατάθεσης: ...) έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της εκδοθείσης με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, υπ' αριθμ. 802/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 10-7-2014 (αριθμός κατάθεσης: ...) ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας κατά του προσβαλλόμενου με αυτήν υπ' αριθμ. ... πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης κοινόχρηστου χώρου αιγιαλού που εξέδωσε η Κτηματική Υπηρεσία Δυτικής Αττικής (Τμήμα Αιγιαλού), απέρριψε την ως άνω έφεση ως απαράδεκτη. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 19-6-2017, ήτοι μετά την ισχύ του άρθρου 326 παρ. 3 του Ν. 4072/1912. Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η προσβαλλόμενη απόφαση, ενόψει του χρόνου δημοσίευσης αυτής, δεν υπόκειται σε αναίρεση. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία κατατέθηκε στην Γραμματεία του ως άνω δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου στις 14-6-2019, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενώ πρέπει ακόμη να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου που υποβλήθηκε με τις ενώπιον αυτού του δικαστηρίου από 30-10-2020 έγγραφες προτάσσεις του, μειωμένα όμως σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176, 183, 189 παρ. 1 ΚΠολΔ, 22 παρ. 1, 3 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 § 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της υπ' αριθ. 134423/1992 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΟλΑΠ 5/2002, ΑΠ 40/2012, ΑΠ 479/2012), όπως αμέσως παρακάτω στο διατακτικό αυτής απόφασης ορίζεται ειδικότερα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 13-6-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2996/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ