Αριθμός 418/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Χ. Σ. του Α., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Φωτάκη. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παναγόπουλο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-10-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17227/1999 μη οριστική 28533/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 728/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1655/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που παρέπεμψε την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, όπου εκδόθηκε η 1343/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-11-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας, ανέγνωσε την από 26-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, η οποία περιέχει κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση, εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από εκείνον που την επέσπευσε αποζημίωση για τις ζημιές που επήλθαν από την εκτέλεση, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 ΑΚ αλλά και χρηματική ικανοποίηση, για τη μη περιουσιακή ζημία, δηλαδή την ηθική βλάβη που υπέστη από την ακυρωθείσα εκτέλεση. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, το άδικο, ως στοιχείο της καθιερούμενης αδικοπραξίας, εντοπίζεται στην επίσπευση της αναγκαστικής εκτέλεσης, και σε οποιαδήποτε πράξη αυτής (αναγκαστικής εκτέλεσης). Τούτο δε μπορεί να συνίσταται σε λόγους ακυρότητας τόσο ουσιαστικούς, όπως η έλλειψη δικαιώματος, όσο και τυπικούς, συνεπεία των οποίων κρίθηκε αμετάκλητα παράνομη η αναγκαστική εκτέλεση. Εξάλλου, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, για τη θεμελίωση αξίωσης από αδικοπραξία για αποζημίωση καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικά οι εξής προϋποθέσεις: α) πράξη ή παράλειψη του δράστη που είναι παράνομη, δηλαδή να αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου που απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, β) η πράξη ή παράλειψη να είναι υπαίτια, δηλαδή να οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια του δράστη, ακόμη και ελαφρά, γ) ζημία περιουσιακή ή μη (ηθική βλάβη) και δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης, που κρίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 ΑΚ, και υφίσταται όταν η υπαίτια συμπεριφορά ήταν ικανή, με βάση αντικειμενικά κριτήρια κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση. Οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας (δόλου ή αμέλειας, που αρκεί να είναι και ελαφρά), και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, και γι` αυτό η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή, το σφάλμα δε του δικαστηρίου είχε επιβλαβές για τον αναιρεσείοντα αποτέλεσμα στη συγκεκριμένη περίπτωση. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, τ' ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά: "Με την με αριθμό …/28-2-1983 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και τις τρεις ταυτάριθμες αυξητικές συμβάσεις, η εναγομένη (και ήδη αναιρεσίβλητη τράπεζα με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" χορήγησε προς την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΒΙΟΜΕΤΑΛΚΟ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑ ΟΙΚΙΑΚΩΝ ΣΥΣΚΕΥΩΝ Α.Ε", πίστωση ύψους 33.200.000 δραχμών. Την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της παραπάνω πρωτοφειλέτιδας από την εν λόγω σύμβαση πίστωσης για το ποσό αυτό πλέον τόκων και εξόδων, εγγυήθηκαν τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της, Σ. Κ., Λ. Κ., Χ. Μ. (διευθύνων σύμβουλος) και Ε. Ζ., ευθυνόμενοι ως πρωτοφειλέτες. Η εν λόγω σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού κινήθηκε μέχρι την 1-4-1987, οπότε η εναγομένη τράπεζα, λόγω του ότι υπήρχε χρεωστικό υπόλοιπο, χωρίς να γίνονται καταβολές από την πιστούχο για μεγάλο χρονικό διάστημα, προέβη, όπως είχε δικαίωμα από τη σύμβαση, στην καταγγελία και το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, ο οποίος εμφάνιζε χρεωστικό κατάλοιπο 26.128.762 δραχμών, το οποίο κοινοποίησε στην πιστούχο εταιρία και στους άνω συνεγγυητές. Ακολούθως, προέβη στην έκδοση της με αριθμό …/24-5-1988 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δυνάμει της οποίας υποχρεώθηκαν όλοι οι παραπάνω (πιστούχος εταιρεία και συνεγγυητές) ευθυνόμενοι εις ολόκληρο καθένας από αυτούς να καταβάλουν στην εναγομένη δανείστρια Τράπεζα το άνω ποσό με τους νόμιμους τόκους και τα δικαστικά έξοδα. Τον Ιούνιο του έτους 1989, η αρχική πιστούχος εταιρεία μετά από μεταβίβαση του συνόλου των μετοχών της στον Γ. Χ., μετονομάσθηκε σε …, τη δε διεύθυνσή της ανέλαβε ο προαναφερόμενος Γ. Χ. ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος αυτής. Η μετονομασθείσα εταιρεία και υπό τη νέα της διεύθυνση, δεν ενδιαφέρθηκε να καταβάλει την οφειλή της και έτσι η εναγομένη επέσπευσε σε βάρος της αναγκαστική εκτέλεση με βάση την παραπάνω διαταγή πληρωμής. Ειδικότερα, με την με αριθμό …/4-5-1990 έκθεση αναγκαστικής κατάσχε-σης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, …κατασχέθηκαν κατ' εντολή της, μεταξύ άλλων, και εμπορεύματα παραγωγής της πρωτοφειλέτιδας (ηλεκτρικά είδη, συσκευές οικιακής χρήσης) αξίας 16.634.000 δραχμών. Η κατάσχεση αυτή επιβλήθηκε σε εμπορεύματα που βρέθηκαν στο εργοστάσιο της οφειλέτιδας και σε μία αποθήκη που βρίσκονταν στην ... Η αποθήκη αυτή, κατά το χρόνο της κατάσχε-σης φερόταν ότι είχε εκμισθωθεί προ πέντε περίπου μηνών από τον Μ. Σ. στον οποίο ανήκε και ο οποίος με βάση το από 15-12-1989 ιδιωτικό συμφωνητικό (μισθωτήριο) την είχε μισθώσει στον ενάγοντα (και ήδη αναιρεσείοντα) για την αποθήκευση οικιακών συσκευών για τις ανάγκες της νεοσύστατης τότε επιχείρησής του, ήτοι της ίδρυσης και λειτουργίας καταστήματος πώλησης ηλεκτρικών συσκευών που μόλις είχε συστήσει με έδρα τη …σε κατάστημα επί της οδού … αριθμ. …. Στην αποθήκη αυτή βρέθηκαν πολλά και διαφορετικά είδη εμπορευμάτων, πολλά ανταλλακτικά, πλήρεις εξοπλισμοί γραφείων, βιβλιοθήκες, πολυθρόνες, τραπέζι συνεδριάσεων, συσκευή F3Χ, γραφομηχανής, καθώς και ένα λεωφορείο μεταφοράς προσωπικού τύπου ΜΕRCΕDΕS, σύμφωνα με το περιεχόμενο της παραπάνω, επικαλούμενης και προσκομιζόμενης με αριθμό …/4-5-1990 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, Η εναγομένη τράπεζα προχώρησε στην ενέργεια της κατάσχεσης κινητών πραγμάτων, μετά από γραπτές πληροφορίες που έλαβε από τους συνεγγυητές στη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, οι οποίοι στις 27-4-1990 κατέθεσαν ... γραπτό πολυσέλιδο υπόμνημά τους .... στο οποίο, επικαλούμενοι τις ιδιότητές τους..... αλλά και τις αποκλειστικές πληροφορίες που οι ίδιοι είχαν συλλέξει από τους εργαζόμενους στην οφειλέτιδα εταιρία ..ΑΕ (πρώην ΒΙΟΜΕΤΑΛΚΟ ΑΕ) και από όσα τους εμπιστεύθηκε ο ίδιος ο μεγαλομέτοχος και διευθύνων σύμβουλος της πιστούχου εταιρείας, δηλαδή ο Γ. Χ. σε συναντήσεις που είχαν μαζί του στις εγκαταστάσεις του εργοστασίου της εταιρείας, του εξιστορούσαν το μεθοδευμένο σχέδιο που εφάρμοζε η οφειλέτιδα εταιρεία για την απόκρυψη ετοίμων εμπορευμάτων αυτής, εξαρτημάτων, πρώτων υλών και γενικά του εργοστασιακού εξοπλισμού, από τους δανειστές της, μεταξύ των οποίων και από την εναγομένη Τράπεζα, κατονομάζοντας και τα πρόσωπα που την διευκόλυναν στην εκπλήρωση του σχεδίου της, μεταξύ των οποίων και τον ενάγοντα Χ. Σ., ο οποίος ήταν συγγενής του μεγαλομετόχου, Γ. Χ. και μέχρι πρότινος εργαζόμενου ως υπαλλήλου-εργοδηγού στην οφειλέτρια εταιρεία, ενώ εμφανιζόταν να ασκεί το πρώτον στις 15-12-1989 εμπορική δραστηριότητα εμπορευόμενος αποκλειστικά προϊόντα της εταιρείας …ΑΕ με συμβάσεις πώλησης που ήταν εικονικές και με έδρα το επί της οδού …, αριθμός ., κατάστημα ιδιοκτησίας του Γ. Χ.. Επιπλέον, προσδιόριζαν επακριβώς όλα τα σημεία όπου είχαν μεταφερθεί προς απόκρυψη τα εμπορεύματα και ο εξοπλισμός της οφειλέτιδας εταιρείας, μεταξύ των οποίων και η αποθήκη στην κοινότητα ... όπου και τελικώς διενεργήθηκε η αναγκαστική κατάσχεση κινητών και όπου πράγματι, όπως προειπώθηκε, ανευρέθηκαν πολύ μεγάλες ποσότητες εμπορευμάτων και λοιπών κινητών πραγμάτων της εταιρείας. Υπό αυτές τις συνθήκες, η εναγομένη Τράπεζα επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση και διενήργησε αναγκαστική κατάσχεση των κινητών πραγμάτων της οφειλέτιδας εταιρείας στις 4-5-1990, ενώ συγχρόνως προς ικανοποίηση της χρηματικής της απαίτησης και μετά τις προαναφερόμενες πληροφορίες που είχε λάβει, άσκησε τη με αριθμό κατάθεσης 17911/ΤΟ 2774/14-6-1990 αγωγή περί διάρρηξης απαλλοτρίωσης κατά του ενάγοντος και της οφειλέτριας εταιρείας, προσβάλλοντας ως καταδολιευτικές τις πράξεις συμβάσεων πώλησης κινητών (εμπορευμάτων) που φέρονταν να είχαν καταρτισθεί μεταξύ των ανωτέρω, αγοραστή και πωλήτριας, στις 23-12-1989, 16-2-1990, 20-2-1990, 21-2-1990 και στις 24-2-1990. Ταυτόχρονα η εναγομένη Τράπεζα άσκησε και τη με αριθμό κατάθεσης 17910/ΤΟ 2773/14-6-1990 αγωγή περί διάρρηξης απαλλοτρίωσης προσβάλλοντας ως καταδολιευτικές τις μεταβιβάσεις ακινήτων προς τρίτους που διενέργησε ο Σ. Κ. μέτοχος και μέλος του Δ.Σ της οφειλέτιδας εταιρείας, η οποία αγωγή προσδιορίσθηκε να συζητηθεί προς έκδοση οριστικής απόφασης κατά τη δικάσιμο της 17-4-2007, αφού στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα επήλθε ο θάνατος των δύο εκ των τριών εναγομένων και αφού ολοκληρώθηκαν οι διεξαγωγές των αποδείξεων που είχαν διαταχθεί με τη με αριθμό 127/1992 πράξη του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι η εναγομένη τράπεζα ήδη με τη με αριθ. εκθ. κατ. 7714/ΤΟ 1278/5-6-1989 αγωγή της, στρεφόταν κατά του Ε. Ζ. (μετόχου και μέλους του Δ.Σ της ΒΙΟΜΕΓΑΛΚΟ ΑΕ και συνεγγυητή στη σύμβαση αλληλοχρέου λογαριασμού) επιδιώκοντας τη διάρρηξη ως καταδολιευτικών των μεταβιβάσεων που διενήργησε προς τρίτους.... ενώ με την με αριθμό …/1992 έκθεση.... εκπλειστηριάσθηκε ακίνητη περιουσία του Ε. Ζ.. εκδόθηκε η με αριθμό 3223/16-7-1990 απόφαση.... δικαστηρίου, το οποίο, πιθανολογώντας ότι θα ευδοκιμήσει η ήδη από 14-76-1990 αγωγή διάρρηξης καταδολιευτικής δικαιοπραξίας κατά των καθ'ων της άνω αίτησης (οφειλέτιδας εταιρείας και του ενάγοντος), διέταξε τη συντηρητική κατάσχεση όλων των εμπορευμάτων της καθ' ης εταιρείας, που βρίσκονταν στην κατοχή της είτε στην κατοχή του Χ. Σ. Ειδικότερα, διατάχθηκε η συντηρητική κατάσχεση 1466 θερμαστρών πετρελαίου, 1448 συσκευών υγραερίου, 469 απορροφητήρων, 617 κουζινών υγραερίου και 100 μοτέρ απορροφητήρων μέχρι του ποσού των 40.000.000 δραχμών, στη συζήτηση δε της άνω αίτησης παρενέβησαν προσθέτως υπέρ της αιτούσας τράπεζας και οι Ε. Ζ. και Χ. Μ., οι οποίοι επανέλαβαν όλα όσα ισχυρίσθηκαν στο έγγραφο υπόμνημά τους που ήδη είχαν, όπως προαναφέρθηκε, καταθέσει από 27-4-1990 στην εναγομένη τράπεζα. Με βάση την παραπάνω απόφαση, η εναγομένη στις 26-11-1990 επέβαλε συντηρητική κατάσχεση επί των άνω κινητών..... τα οποία ανευρέθησαν στο εργοστάσιο της οφειλέτιδας εταιρίας … ΑΕ (το οποίο είχε ήδη εκπλειστηριασθεί και είχε κατακυρωθεί στην υπερθεματίστρία εταιρεία με την επωνυμία … ΑΕ), καθώς και στην αποθήκη στην κοινότητα Ν. ... στην οποία είχαν ανευρεθεί εμπορεύματα και στις 4-5-1990 όταν είχε διενεργηθεί η αναγκαστική κατάσχεση κινητών σε εκτέλεση διαταγής πληρωμής... Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι στις 17-5-1990 ο ενάγων κατέθεσε τη με αριθμό 14749/ΤΟ 2277/17-5-1990 ανακοπή κατά της εκτέλεσης (αρθ. 936 ΚΠολΔ) κατά της εναγομένης και της οφειλέτιδας εταιρείας …ΑΕ, επιδιώκοντας την ακύρωση της επισπευδομένης αναγκαστικής εκτέλεσης με την οποία η εναγομένη είχε επιβάλει αναγκαστική κατάσχεση επί των εμπορευμάτων που είχαν ανευρεθεί στην αποθήκη στη Ν. ... Με το δικόγραφο της ανακοπής του ο ενάγων ισχυρίζονταν ότι είναι αποκλειστικός κύριος και κάτοχος των άνω εμπορευμάτων δυνάμει ισχυρών διαδοχικών πωλήσεων (όχι εικονικών όπως ισχυρίζονταν η εναγομένη) που είχε καταρτίσει με την πωλήτρια εταιρεία..... βάσει των αναφερόμενων τιμολογίων και δελτίων αποστολής συνολικής αξίας όλων των εμπορευμάτων 35.847.156 δραχμών, το τίμημα των οποίων είχε εξοφλήσει με καταβολή μετρητών ύψους 12.340.767 δραχμών και με αποδοχή συναλλαγματικών για το υπόλοιπο ποσό που είχαν μεταβιβαστεί από την εκδότρια-πωλήτρια εταιρία …ΑΕ στην ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ και οι οποίες συναλλαγματικές πληρώθηκαν κατά τη λήξη τους (από 27-5-1990 έως και 27-10-1990). Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 761/18-6-1991 πράξη αυτού του Δικαστηρίου που διέταξε τη διεξαγωγή των αποδείξεων. Εν τω μεταξύ στις 26-11-1991 εκδικάσθηκε η αγωγή διάρρηξης καταδολιευτικής δικαιοπραξίας που είχε ασκήσει η εναγομένη τράπεζα σε βάρος του ενάγοντος και της εταιρείας …Α. Ε στην οποία συζήτηση παρενέβη προσθέτως υπέρ της εναγομένης και η Τράπεζα Πίστεως ΑΕ, επιβεβαιώνοντας τους ισχυρισμούς περί συμπαιγνίας και καταδολίευσης δανειστών εκ μέρους του ενάγοντος και της εταιρίας …Α. Ε. Τελικώς εξεδόθη η υπ' αριθμ. 288/27-1-1992 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδι-κείου Θεσσαλονίκης που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής για δικονομικούς λόγους και ειδικότερα λόγω της επελθούσας πτώχευσης της εταιρείας …Α. Ε με την με αριθμό 710/2-7-1990 οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου. Την ίδια χρονική περίοδο, ο ενάγων ενόψει της εκκρεμούσης ανακοπής του, άσκησε αίτηση ανάκλησης της με αριθμό 3223/16-7-1990 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) επιδιώκοντας την ανατροπή της επιβληθείσας συντηρητικής κατάσχεσης, η οποία όμως απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθώς το Δικαστήριο πιθανολόγησε ότι όλες οι επικαλούμενες διαδοχικές πωλήσεις εμπορευμάτων από την …Α.Ε προς τον ενάγοντα ήταν εικονικές και όχι πραγματικές, όπως ο ενάγων ισχυρίζονταν και συνεπώς δεν διατηρούσε επί των συντηρητικώς κατασχεθέντων εμπορευμάτων ίδιο δικαίωμα κυριότητας. Στις 21-9-1994 δημοσιεύθηκε η με αριθμό 13394/1994 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία για πρώτη φορά ο ενάγων αναγνωρίσθηκε κύριος των αναγκαστικώς κατασχεθέντων εμπορευμάτων αξίας 16.939.132 δραχμών, δυνάμει σο-βαρής και όχι φαινομενικής σύμβασης πώλησης που κατήρτισε με την …Ε και κηρύχθηκε ανενεργός ως προς τον ενάγοντα η επισπευδομένη σε βάρος του από την εναγομένη αναγκαστική εκτέλεση. Κατά της παραπάνω απόφασης η εναγομένη τράπεζα άσκησε έφεση, η οποία συζητήθηκε την 7-4-1995, ενώ συνεκδικάσθηκε συγχρόνως και η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση που άσκησαν υπέρ της εναγομένης τράπεζας οι Χ. Μ. και Ε. Ζ., που επανέλαβαν στο δευτεροβάθμιο αυτό δικαστήριο τον ισχυρισμό περί συμπαιγνίας των Χ. Σ. και της εταιρείας …ΑΕ και περί εικονικότητας των μεταξύ τους συναφθεισών συμβάσεων πώλησης εμπορευμάτων. Για την έφεση αυτή εκδόθηκε η με αριθμό 2158/31-5-1995 τελεσίδικη απόφαση αυτού του Δικαστηρίου που έκρινε με δύναμη δεδικασμένου ότι η επίδικη σύμβαση ήταν πραγματική και όχι εικονική, απορρίπτοντας ως κατ' ουσία αβάσιμη αυτήν (έφεση). Μετά τη δημοσίευση της εν λόγω απόφασης, στις 18-7-1995 το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με τη με αριθμό 12669/18-7-1995 απόφαση του κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους, Λ. Κ., Χ. Σ. και Γ. Χ. για τις αξιόποινες πράξεις της καταδολίευσης δανειστών, ηθικής αυτουργίας και άμεσης συνέργειας σ' αυτήν και επέβαλε σ' αυτούς φυλάκιση οκτώ μηνών στον καθένα, ενώ έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω θανάτου για τον κατηγορούμενο, Σ. Κ. Ενόψει της διαμορφούμενης κατάστασης, η εναγομένη μετά τη δημοσίευση της παραπάνω ποινικής απόφασης, άσκησε την από 25-7-1995 αναίρεση κατά της με αριθμό 2158/31-5-1995 τελεσίδικης απόφασης αυτού του Δικαστηρίου (πολιτικού), παραπονούμενη για το ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν κατά το σχηματισμό της ουσιαστικής του κρίσης. Την ίδια χρονική περίοδο και μετά τη δημοσίευση της παραπάνω τελεσίδικης απόφασης αυτού του δικαστηρίου, ο ενάγων Χ. Σ. με τη με αριθμό κατ. 29249/7-7-2005 αίτηση του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ζήτησε την ανάκληση της με αριθμό 3223/16-7-1990 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) που είχε διατάξει την επιβολή της προαναφερόμενες συντηρητικής κατάσχεσης των εμπορευμάτων της οφειλέτιδας εταιρείας …ΑΕ, επί της ο-ποίας εκδόθηκε η με αριθμό 26390/6-10-1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που ανακάλεσε την προαναφερόμενη απόφαση και διέταξε την απόδοση στον ενάγοντα όλων των κινητών πραγμάτων που είχαν κατασχεθεί συντηρητικώς από την εναγομένη τράπεζα. Περαιτέρω, στις 8-3-1996 εκδικάσθηκαν ενώπιον του Β' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης οι ασκηθείσες εφέσεις των κατηγορουμένων Γ. Χ. και Χ. Σ. κατά της με αριθμό 12669/18-7-1995 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκη και οι εν λόγω κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν αθώοι της αποδιδόμενης σ' αυτούς κατηγορίας της καταδολίευσης δανειστών με άμεση συνεργεία του ενάγοντος Χ. Σ., ενώ στις 3-7-1997 δημοσιεύθηκε η με αριθμό 1235/3-7-1997 του Αρείου Πάγου με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα αναίρεση της εναγομένης τράπεζας κατά της με αριθμό 2158/1995 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου. Από τα παραπάνω λεπτομερώς εξιστορούμενα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, αποδεικνύεται ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της 4-5-1990 που η εναγομένη τράπεζα διενήργησε αναγκαστική κατάσχεση, αφενός μεν είχε νόμιμη χρηματική αξίωση που απέρρεε από τον εκτελεστό τίτλο της με αριθμό 1236/24-5-1988 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και αφετέρου επιχείρησε αναγκαστική εκτέλεση δικαιολογημένη σε βάρος της οφειλέτιδας εταιρείας …Α.Ε, χωρίς να γνωρίζει ούτε να αγνοεί από βαρεία αμέλεια (έχοντας παραβιάσει την υποχρέωση που εξέρχεται από τα συνηθισμένα μέτρα για επιμελή συμπεριφορά στις συναλλαγές) ότι σε μέρος των κατεσχημένων εμπορευμάτων διατηρούσε ίδιο δικαίωμα κυριότητας ο ενάγων λόγω ισχυρής πώλησης που είχε καταρτίσει ο τελευταίος με την οφειλέτιδα εταιρεία..... ώστε η εναγομένη δεν είχε λόγο να αμφιβάλλει, αλλά ούτε και υποχρέωση να διερευνήσει περαιτέρω την αλήθεια αυτών που με γραπτό υπόμνημά της ανέφεραν οι ανωτέρω Χ. Μ. και Ε. Ζ..... Επομένως, και κατά το χρόνο (26-11-1990 ) που η εναγομένη τράπεζα επέβαλε συντηρητική κατάσχεση κινητών σε εμπορεύματα εις χείρας της εταιρείας …και εις χείρας του ενάγοντος, δικαιολογημένα ενεργούσε, αφού είχε πιθανολογήσει την εικονικότητα των συμβάσεων πωλήσεων, αξιοποιώντας τις πληροφορίες που προαναφέρθηκαν για την τύχη των αποκρυβέντων εμπορευμάτων της οφειλέτιδας εταιρείας. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι, προϋπόθεση της αποζημιωτικής αγωγής του άρθρου 703 ΚΠολΔ που ρυθμίζει την υποχρέωση προς αποζημίωση του οφειλέτη σε βάρος του οποίου επεβλήθη ασφαλιστικό μέτρο είναι αφενός να απερρίφθη τελεσίδικα η κύρια αγωγή του επισπεύδοντος και αφετέρου να επέδειξε δόλο ή βαρεία αμέλεια για ανυπαρξία του δικαιώματος του, στοιχεία που ουδόλως αποδείχθηκε ότι συντρέχουν στην παρούσα υπόθεση, αφού με καμία μορφή πταίσματος δεν αποδείχθηκε ότι βαρύνεται η εναγομένη τράπεζα... Εξάλλου, οι αγωγικοί ισχυρισμοί ότι η εναγομένη τράπεζα κατά το χρόνο που διενήργησε την αναγκαστική κατάσχεση (4-5-1990) και τη συντηρητική κατάσχεση των κινητών εις χείρας του ενάγοντος (26- 11-1990) απέβλεπε στο να ευνοήσει τους εγγυητές Χ. Μ. και Ε. Ζ. (συνοφειλέτες και συνυπόχρεους στην ικανοποίηση της χρηματικής αξίωσης της εναγομένης τράπεζας) και να εκδικηθεί τον ενάγοντα, ουδόλως ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού, όπως λεπτομερώς ανωτέρω αναφέρεται, η τελευταία στράφηκε δικαστικά και κατά των λοιπών υπόχρεων χωρίς να εξαιρέσει κανέναν προκειμένου να επιτύχει την ικανοποίηση της αξίωσής της, εξαντλώντας όλους τους νόμιμους τρόπους και τα νόμιμα μέσα χωρίς διακρίσεις και όλοι οι σχετικοί ισχυρισμοί του ενάγοντος που επαναφέρονται με την υπό κρίση έφεση, ελέγχονται ως ουσιαστικά αβάσιμοι." Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, ζήτησε την καταβολή αποζημίωσης (για αποκατάσταση θετικής και αποθετικής ζημίας) και χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη, που υπέστη από την πιο πάνω ακυρωθείσα εκτέλεση, που επέσπευσε η αναιρεσίβλητη και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη μη εφαρμογή, τις προδιαληφθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 940 παρ.3 ΚΠολΔ, 914 και 919 ΑΚ καθόσον, υπό τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και δη εκείνα που ανάγονται στην έλλειψη υπαιτιότητας των αρμοδίων οργάνων της αναιρεσίβλητης, δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα. 2.- Επειδή, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.16 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το Δικαστήριο, ερευνώντας αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση διαδίκου τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, παρά το νόμο δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.16 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι με την κρίση του περί μη ύπαρξης υπαιτιότητας των αρμοδίων οργάνων της αναιρεσίβλητης κατά το χρόνο της κατάσχεσης, παραβίασε το δεδικασμένο που απέρρεε από την 13394/1994 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία κρίθηκε ότι αυτός κατέστη κύριος των επίδικων πραγμάτων (επί των οποίων επιβλήθηκε κατάσχεση) δυνάμει πραγματικής και όχι εικονικής πώλησης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού η ως άνω κρίση του Εφετείου για έλλειψη υπαιτιότητας της αναιρεσίβλητης δεν προσκρούει στο δεδικασμένο που απορρέει από την πιο πάνω τελεσίδικη απόφαση, την ύπαρξη, άλλωστε, του οποίου (δεδικασμένου), για τα ανωτέρω κριθέντα περιστατικά, δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση. 3.- Επειδή, από τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έ-χουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι' αυτά, δεν απαιτείται όμως η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει. Εφόσον, συνεπώς, προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά. Επομένως, ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος. 4.- Επειδή, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, δεδομένου ότι ενώ δέχεται ότι "αποδείχθηκε συμπαιγνιακή μεταβίβαση των κατασχεθέντων πραγμάτων", προκύπτουσα από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, στη συνέχεια υπάρχει παραδοχή της ότι με την 13394/1994 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου κρίθηκε ότι αυτός έγινε κύριος των κατασχεθέντων πραγμάτων δυνάμει σοβαρής και όχι φαινομενικής σύμβασης πώλησης, ενώ με την 1077/1996 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κηρύχθηκε αθώος από την κατηγορία της καταδολίευσης δανειστών. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού δεν υπάρχει παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "αποδείχθηκε συμπαιγνιακή μεταβίβαση των κατασχεθέντων πραγμάτων", οπότε θα υπήρχε η επικαλούμενη αντίφαση, απλώς αναφέρεται ότι η αναιρεσίβλητη, κατά το χρόνο της κατάσχεσης των επίδικων πραγμάτων, είχε σχηματίσει την πεποίθηση, από τα στοιχεία που είχαν μέχρι τότε τεθεί υπόψη της, τα οποία με λεπτομέρεια αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η πώληση των επίδικων πραγμάτων στον αναιρεσείοντα από την προαναφερθείσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία …Α.Ε" ήταν εικονική και έγινε προς βλάβη της. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν περιέχει άλλους λόγους, εκτός από τους παραπάνω, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2), καθώς ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12-11-2010 αίτηση του Χ. Σ. για αναίρεση της 1343/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ