Αριθμός 1739/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Ερατώ Κολέση, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: A)Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) των πληρεξουσίων δικηγόρων Βασιλείου Κωτσοβίλη και Γεωργίου Μαθιόπουλου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Β. Κ. του Γ., κατοίκου ..., δικηγόρου, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αλέξανδρου Λεοντόπουλου - Βαμβέτσου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Κοινοποιούμενη: Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών" (ΔΣΑ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε. B)Της αναιρεσείουσας: Β. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αλέξανδρου Λεοντόπουλου - Βαμβέτσου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) των πληρεξουσίων δικηγόρων Βασιλείου Κωτσοβίλη και Γεωργίου Μαθιόπουλου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις. Κοινοποιούμενη: Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών" (ΔΣΑ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-1-2015 αγωγή της ήδη A αναιρεσίβλητης- Β αναιρεσείουσας και την από 13-9-2018 πρόσθετη παρέμβαση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν η 2/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 7067/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε η ήδη Α αναιρεσείουσα, με την από 18-3-2021 αίτησή της και η Β αναιρεσείουσα με την από 16-4-2021 αίτησή της. Εκδόθηκαν οι: 803/2022 και 802/2023 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, οι οποίες κήρυξαν απαράδεκτη την συζήτηση των αναιρέσεων, αντίστοιχα. Τις υποθέσεις επανέφερε για συζήτηση, με τις από 11-7-2022 κλήσεις της η Α αναιρεσείουσα- Β αναιρεσίβλητη. Κατά τη συζήτηση των κλήσεων αυτών που εκφωνήθηκαν με τη σειρά τους από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Αριστείδης Βαγγελάτος. Ο πληρεξούσιος της Β αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, ο πληρεξούσιος της Α αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με τις από 11.7.2022 με αριθμ. καταθ. 146/13.7.2022 και από 11.7.2022 με αριθμ. καταθ. 147/13.7.2022 κλήσεις της καλούσας αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" παραδεκτά και νόμιμα φέρονται προς συζήτηση η από 18.3.2021 με αριθμ. καταθ. 1413/138/18.3.2021 αίτηση αναίρεσης της καλούσας-αναιρεσείουσας κατά της καθής η κλήση-αναιρεσίβλητης Β. Κ. και η από 16.4.2021 με αριθμ. καταθ. 2375/287/22.4.2021 αίτηση αναίρεσης της καθής η κλήση-αναιρεσείουσας Β. Κ. κατά της καλούσας-αναιρεσίβλητης, αντίστοιχα, που στρέφονται κατά της υπ'αριθμ. 7067/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση των υπ'αριθμ. 803/2022 και 802/2022 αποφάσεων του παρόντος Δικαστηρίου, με την πρώτη των οποίων κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της από 18.3.2021 αίτησης αναίρεσης και με τη δεύτερη των οποίων κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της από 16.4.2021 αίτησης αναίρεσης, λόγω μη κλήτευσης του προσθέτως υπέρ της ενάγουσας (Β. Κ.) παρεμβάντος, ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών". Οι ως άνω από 18.3.2021 και από 16.4.2021 αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να ενωθούν και συνεκδικαστούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 του ΚΠολΔ, το οποίο, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, καθόσον στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης, με τη συνεκδίκασή τους δε, διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων. Οι αιτήσεις αυτές ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε επίδοση της προσβαλλόμενης υπ'αριθμ. 7067/21.12.2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1, 144 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτές (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων τους (άρθρο 577 παρ 3 ΚΠολΔ) δεδομένου ότι για το παραδεκτό της συζήτησης τους, κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας το μη παρασταθέν κατά τη συζήτηση Ν.Π.Δ.Δ. "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών", που, όπως προεκτέθηκε, είχε παρέμβει πρόσθετα υπέρ της ενάγουσας στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως προκύπτει από τις μετ'επικλήσεως προσκομιζόμενες από την καλούσα υπ'αριθμ. 2395Β/30-9-2022, 2396Β/30-9.2022, 2399Β/30-9-2022 και 2398Β/4-10.2022 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελητρίας της Περιφερείας του Εφετείου Αθηνών Γ. Π. προς το ως άνω Ν.Π.Δ.Δ. αντιγράφων της από 18.3.2021 αίτησης αναίρεσης, της από 16.4.2021 αίτησης αναίρεσης, της από 11.7.2022 (με αριθμ. καταθ. 147/2022) κλήσης και της από 11.7.2022 (με αριθμ. καταθ. 146/2022) κλήσης, αντίστοιχα. Από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής: Με την από 14.1.2015 με αριθ. καταθ. 3889/13/14.1.2015 αγωγή η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη-αναιρεσείουσα, ιστορούσε ότι στις 3.2.1989 προσλήφθηκε από την εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα-αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, ως δικηγόρος με σύμβαση έμμισθης εντολής και έναντι παγίας μηνιαίας αντιμισθίας. Ότι, όταν η εναγόμενη προέβη στις 31.12.2009 σε καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής δηλώνοντας ότι παύει να αποδέχεται τις υπηρεσίες της και στις 15.1.2010 σε νέα επιβεβαιωτική της αρχικής καταγγελία, αυτή άσκησε την από 21.2.2011 αγωγή ακυρότητας της καταγγελίας και ότι με την υπ' αριθμ. 809/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κρίθηκε τελεσίδικα η ακυρότητα της καταγγελίας της έμμισθης εντολής για το λόγο ότι η ενάγουσα δεν είχε συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για λήψη πλήρους σύνταξης, και η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει για μισθούς υπερημερίας μέχρι τις 10.5.2011 το συνολικό ποσό των 47.985,27 ευρώ. Ότι στις 14.10.2014 η εναγομένη κοινοποίησε επικουρική (για την περίπτωση απόρριψης της αίτησης αναίρεσής της κατά της προαναφερθείσας τελεσίδικης απόφασης) καταγγελία της σύμβασης, επικαλούμενη τις διατάξεις των άρθρων 46 παρ. 2 περ. δ του ν. 4194/2013 και 5 παρ. 2 της κυρωθείσας με το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 4046/2012 υπ' αριθμ. 6/2012 Π.Υ.Σ., δυνάμει της οποίας καταργούνται ρήτρες μονιμότητας στον ιδιωτικό τομέα και στις επιχειρήσεις ή εταιρίες ή οργανισμούς που υπάγονται ή είχαν υπαχθεί οποτεδήποτε, κατά το παρελθόν, στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ταυτόχρονα δε της κατέβαλε το ποσό των 82.539,46 ευρώ ως αποζημίωση. Ότι η ως άνω από 14.10.2014 καταγγελία είναι άκυρη, άλλως καταχρηστική, διότι η εναγομένη προέβη σε αυτήν (επίδικη καταγγελία) α) λόγω εμπάθειας προς το πρόσωπό της για τους σ'αυτή εκτιθέμενους λόγους, β) για να καλύψει το γεγονός ότι δεν την συμπεριέλαβε στη διαδικασία προαγωγών στις 23.7.2010, προάγοντας αντ' αυτής στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου τη συνάδελφό της Χ. Κ., και γ) λόγω της αντισυνταγματικότητας της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 2 της Π.Υ.Σ. 6/2012. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητούσε α) να αναγνωρισθεί ότι η από 14.10.2014 καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής είναι άκυρη και ότι η από 3.2.1989 σύμβαση έμμισθης εντολής συνεχίζεται και μετά την ως άνω ημερομηνία και μέχρι να συμπληρωθούν οι προϋποθέσεις λήψης πλήρους σύνταξης αυτής, β) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει για το χρονικό διάστημα από 10.5.2011 μέχρι τη συζήτηση της αγωγής τη μηνιαία αντιμισθία της ποσού 5.775,98 ευρώ, πλέον επιδομάτων εορτών και αδείας, γ) να αναγνωρισθεί ότι πρέπει να αποκατασταθεί η υπηρεσιακή της εξέλιξη (στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου), δ) να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να της καταβάλει, ως συμπλήρωση των αποδοχών της, για το χρονικό διάστημα από 1.10.2010 έως 10.5.2010 το επίδομα ισολογισμού ύψους 4.325,57 ευρώ, ε) να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 25.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης με το νόμιμο τόκο, και στ) να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να της καταβάλει τις ασφαλιστικές εισφορές στα αναφερόμενα ασφαλιστικά ταμεία για το χρονικό διάστημα από 1.10.2010 έως τη συζήτηση της αγωγής. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την υπ'αριθμ. 2/2019 απόφασή του, συνεκδικάζοντας, αντιμωλία των διαδίκων, την από 14.1.2015 αγωγή και την από 13.9.2018 πρόσθετη υπέρ της ενάγουσας παρέμβαση του ΝΠΔΔ "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών", κατά την ειδική διαδικασία των αμοιβών από την παροχή εργασίας, αφού απέρριψε ότι έκρινε απορριπτέα, κατά τις αναφερόμενες σ'αυτή διακρίσεις, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ'ουσία βάσιμη και αναγνώρισε ότι η εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα α) το ποσό των 3.230,68 ευρώ ως υπόλοιπο οφειλομένης αποζημίωσης απόλυσης και β) το ποσό των 260.385,04 ευρώ για μισθούς υπερημερίας και για επιδόματα εορτών, αδείας και ισολογισμού για το χρονικό διάστημα από 10.5.2011 έως 14.10.2014. Επί της από 18.6.2019 έφεσης της εναγομένης, επί της από 17.6.2019 έφεσης της ενάγουσας και επί της από 4.12.2019 πρόσθετης παρέμβασης του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ της ενάγουσας Ν.Π.Δ.Δ. "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών" που ασκήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 7067/2020 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου. Με την απόφαση αυτή, με την οποία συνεδικάσθηκαν, αντιμωλία των διαδίκων, και κατά την ίδια ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές παροχής εργασίας, οι ως άνω εφέσεις και η πρόσθετη υπέρ της ενάγουσας παρέμβαση, απορρίφθηκε τυπικά η από 18.6.2019 έφεση της εναγόμενης κατά το μέρος που αυτή στρεφόταν κατά του δεύτερου εφεσίβλητου ΝΠΔΔ "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών", απορρίφθηκε κατ'ουσία η από 4.12.2019 πρόσθετη παρέμβαση, έγιναν τυπικά δεκτές και κατ'ουσία η από 18.6.2019 έφεση της εναγομένης-εκκαλούσας (κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της ενάγουσας-πρώτης εφεσίβλητης) και η από 17.6.2019 έφεση της ενάγουσας-εκκαλούσας, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κρατήθηκε η υπόθεση, δικάσθηκε επί της ουσίας η από 14.1.2015 αγωγή, απορρίφθηκε αυτή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας ως προς το αγωγικό κεφάλαιο συμπλήρωσης της αποζημίωσης απόλυσης και αναγνωρίσθηκε ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα για μισθούς υπερημερίας και για επιδόματα εορτών, αδείας και ισολογισμού για το χρονικό διάστημα από 10.5.2011 έως 14.10.2014 το ποσό των 260.385,04 ευρώ, με το νόμιμο τόκο. Ειδικότερα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: ""...Στην προκειμένη περίπτωση το υπό στοιχείο δ αγωγικό αίτημα περί αναγνώρισης ότι πρέπει να αποκατασταθεί η υπηρεσιακή εξέλιξη της ενάγουσας, ήδη πρώτης εφεσίβλητης-εκκαλούσας-υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση, με την καταβολή των συναδόντων επιδομάτων (στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη- Προϊσταμένου) τυγχάνει απορριπτέο ως απαράδεκτο, όπως έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση και παρά τα υποστηριζόμενα στον όγδοο (τελευταίο) λόγο της ανωτέρω δεύτερης συνεκδικαζόμενης έφεσης, δεδομένου ότι στην αγωγή δεν γίνεται μνεία των προσόντων της, ούτε αυτών της προς σύγκριση με αυτήν, προαχθείσας συναδέλφου της, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αμέσως ανωτέρω μείζονα σκέψη, με αποτέλεσμα τη δημιουργία νομικής αοριστίας, μη καλυπτόμενης από τις προτάσεις. Ειδικότερα δεν αναφέρεται πόσες κενές θέσεις Εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊσταμένου υπήρχαν προς πλήρωση κατά την κρίση στις 23.7.2010 ή αν προς κρίση ετίθετο μόνο η αύξηση της αμοιβής δια της απονομής αποδοχών ανώτερου Βαθμού, ποια ήταν τα τυπικά και ουσιαστικά, γενικά και ειδικά προσόντα της ενάγουσας, ήδη πρώτης εφεσίβλητης-εκκαλούσας-υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση, και της προς σύγκριση με αυτήν, προαχθείσας συναδέλφου της (γενική και ειδική αρχαιότητα, τίτλοι σπουδών και διπλωμάτων, επιμορφωτικά σεμινάρια, άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, γνώση ξένων γλωσσών, αξιολόγηση), ώστε να δύναται το Δικαστήριο από τη σύγκριση αυτών να κρίνει αν υπήρξε κατάφωρα άδικη κρίση του αρμοδίου οργάνου της εναγομένης, ήδη εκκαλούσας-εφεσίβλητης-καθ' ης η πρόσθετη παρέμβαση (ήδη αναιρεσείουσας αναιρεσίβλητης) ως προς τα ως άνω αποφασιστικά κριτήρια συνολικώς εκτιμώμενα (...). Η ενάγουσα.... δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω, προσελήφθη από την εναγομένη.... ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", στις 3.2.1989 με σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία και τοποθετήθηκε στο τμήμα Διεξαγωγής Δικών..... Στις 31.12.2009, και ενώ η ενάγουσα.... είχε συμπληρώσει το 60ο έτος της ηλικίας της, η εναγομένη...., επικαλούμενη το άρθρο 19 του Γενικού Κανονισμού της και το άρθρο 10 του Οργανισμού Διεύθυνσης νομικών υπηρεσιών, βάσει των οποίων προβλέπεται απόλυση για τους κατέχοντες το βαθμό του τμηματάρχη λόγω της συμπλήρωσης του 60ου έτους της, της γνωστοποίησε με το υπ' αριθμ. ... έγγραφό της ότι θα παύσει από 1.1.2010 να αποδέχεται τις υπηρεσίες της. Ακολούθως η ενάγουσα... άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 24.12.2009 αναγνωριστική αγωγή της εναντίον της εναγομένης... με αίτημα τη συνέχιση παροχής των υπηρεσιών της. Εν συνεχεία στις 15.1.2010 η εναγομένη... επέδωσε στην ενάγουσα... την από 14.1.2010 εξώδικη δήλωσή της με την οποία κατήγγειλε τη σύμβαση έμμισθης εντολής της τελευταίας για τον ανωτέρω λόγο. Την καταγγελία αυτή προσέβαλε με έτερη (από 21.2.2011) αγωγή της η ενάγουσα...., ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την αγωγή αυτή ζητούσε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της εν λόγω καταγγελίας και να υποχρεωθεί η τότε και νυν αντίδικός της να της καταβάλει μισθούς υπερημερίας. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε αμφότερες τις ανωτέρω αγωγές, με την υπ' αριθμ. ... οριστική απόφαση απέρριψε την πρώτη από 24.12.2009 αγωγή και έκανε εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη τη δεύτερη από 21.2.2011 αγωγή, αναγνωρίζοντας την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής και υποχρεώνοντας την τότε και νυν εναγομένη... να της καταβάλει ως μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1.1.2010 έως 10.5.2011 το συνολικό ποσό των 51.881,69 ευρώ. Αμφότεροι οι τότε διάδικοι άσκησαν εφέσεις και το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε επ' αυτών την υπ' αριθμ. 809/2014 απόφασή του με την οποία αναγνώρισε την ακυρότητα της τότε επίδικης καταγγελίας, αλλά περιόρισε το οφειλόμενο ποσό των μισθών υπερημερίας σε 47.985,27 ευρώ, δεχόμενο ως ουσιαστικά βάσιμη την προβληθείσα ήδη από τον πρώτο βαθμό ένσταση συμψηφισμού. Η εναγομένη, ήδη εκκαλούσα-εφεσίβλητη-καθ' ης η πρόσθετη παρέμβαση, άσκησε την από 20.6.2014 αίτηση αναίρεσης κατά της ως άνω υπ' αριθμ. 809/2014 εφετειακής απόφασης. Κατά το χρόνο, που εκκρεμούσε η εκδίκαση της προαναφερθείσας αίτησης αναίρεσης, η εναγομένη..., με την από 14.10.2014 εξώδικη δήλωσή της, στην οποία συμπεριλήφθηκε η υπ' αριθμ. ... πράξη του Διοικητή της, γνωστοποίησε στην ενάγουσα, τη νέα καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί αμετακλήτως ως άκυρη η ήδη πραγματοποιηθείσα και προσβληθείσα καταγγελία, και ταυτοχρόνως της κατέβαλε για αποζημίωση λόγω της καταγγελίας το συνολικό ποσό των 82.539,46 ευρώ, και συγκεκριμένα πιστώθηκε στον τραπεζικό λογαριασμό της το (καθαρό) ποσό των 80.285,51 ευρώ αφαιρουμένου του ποσού 2.253,95 ευρώ λόγω παρακράτησης φόρου. Εν συνεχεία στις 13.5.2015 εκδόθηκε επί της ως άνω από 20.6.2014 αίτησης αναίρεσης η υπ' αριθμ. 610/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία κρίθηκε αμετακλήτως ως άκυρη η ανωτέρω από 14.1.2010 καταγγελία λόγω ανυπαρξίας σπουδαίου λόγου, καθώς τέτοιον δεν αποτελεί ο επικαλούμενος στην εν λόγω καταγγελία, τον οποίο δεν συνιστά η υποχρεωτική αποχώρηση από την υπηρεσία λόγω συμπλήρωσης του 60ου έτους από την ενάγουσα..., και υποχρεώθηκε η τελευταία να καταβάλει στην τότε αντίδικό της ποσό 13.746,38 ευρώ, το οποίο εσφαλμένως της είχε επιδικασθεί με την υπ' αριθμ. 809/2014 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου. Η ενάγουσα... είχε ήδη ασκήσει την ένδικη από 14.1.2015 αγωγή βάλλοντας κατά του κύρους της επίδικης από 14.10.2014 καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής της, προβάλλοντας τρεις λόγους ακυρότητας, εκ των οποίων οι δεύτερος και τρίτος έχουν ήδη απορριφθεί, μένοντας προς εξέταση ο πρώτος λόγος.... και συγκεκριμένα ότι η επίδικη καταγγελία υπαγορεύτηκε από λόγους εμπάθειας προς το πρόσωπό της και για να εξαναγκασθεί να ασκήσει την κρινόμενη (τρίτη) αγωγή για να ισχυρισθεί ότι συνεπεία της έγερσης πολλών αγωγών κλονίσθηκαν οι σχέσεις των διαδίκων, ώστε να αποκλείεται η συνέχιση της συμβατικής τους σχέσης. Από τα στοιχεία της δικογραφίας, όπως δέχθηκε εξ άλλου και η εκκαλουμένη απόφαση, δεν αποδεικνύεται ότι λόγος για την καταγγελία υπήρξε η εμπάθεια και η εκδικητική συμπεριφορά των εκπροσώπων της εναγομένης...., επειδή η ενάγουσα..., δεν δέχθηκε να αποχωρήσει κατά τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας της και αξίωσε δικαστικά τη συνέχιση της σύμβασης έμμισθης εντολής, δεδομένου ότι από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδείχθηκε ότι οι σχέσεις των διαδίκων δεν ήταν καλές, ούτε ότι μεσολάβησε κάτι μεταξύ των δύο ασκηθεισών καταγγελιών. Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι ουδέποτε τέθηκε θέμα ικανότητας της ενάγουσας, ήδη πρώτης εφεσίβλητης-εκκαλούσας-καθ' ης η πρόσθετη παρέμβαση, ή δυσαρέσκειας της εργοδότριάς της, εναγομένης, ήδη εκκαλούσας-εφεσίβλητης-καθ' ης η πρόσθετη παρέμβαση. Η πρώτη καταγγελία, η οποία ακυρώθηκε αμετακλήτως, έγινε λόγω της επέλευσης ενός αντικειμενικού γεγονότος, ήτοι της συμπλήρωσης του 60ου έτους της ηλικίας της. Εν συνεχεία, η εναγομένη... προέβη στη δεύτερη (επίδικη) καταγγελία, όπως εξ άλλου προκύπτει από το κείμενό της, θεωρώντας ότι πλέον, λόγω νέων νομοθετικών ρυθμίσεων, μπορούσε να ευδοκιμήσει η νέα αυτή καταγγελία. Τα αναφερόμενα στις προτάσεις του παρόντος βαθμού της εκκαλούσας της ανωτέρω πρώτης συνεκδικαζόμενης έφεσης, και δη στις σελίδες 90-91, δεν μπορεί να θεωρηθούν ότι η εναγομένη, ήδη εκκαλούσα- εφεσίβλητη-καθ' ης η πρόσθετη παρέμβαση, συνομολογεί τον ισχυρισμό της ενάγουσας... περί ασκήσεως της επίδικης καταγγελίας, προκειμένου να ισχυριστεί διατάραξη των σχέσεων των διαδίκων συνεπεία της άσκησης τριών αγωγών. Ειδικότερα στις εν λόγω σελίδες η εναγομένη από τη μια αρνείται κατηγορηματικά την ύπαρξη εμπάθειας σε βάρος της αντιδίκου της, από την άλλη μεριά αναφέρεται σε κλονισμό της μεταξύ τους εμπιστοσύνης συνεπεία σοβαρής διαταραχής της συνεργασίας τους. Εξ άλλου από τα ανωτέρω αναφερόμενα στις προτάσεις, σε καμία περίπτωση, δεν υφίσταται ομολογία, περί του αγωγικού ισχυρισμού της ενάγουσας... ότι η επίδικη (δεύτερη) καταγγελία έγινε για να αναγκαστεί να ασκήσει την παρούσα αγωγή, προκειμένου να ισχυρισθεί η αντίδικός της ότι συνεπεία άσκησης πολλών αγωγών διεταράχθησαν οι σχέσεις των διαδίκων, δεδομένου ότι ήδη είχε ασκηθεί μεταξύ των διαδίκων και άλλη αγωγή (στο Ειρηνοδικείο Αθηνών) και δεν απαιτείτο η άσκηση και άλλης αγωγής. Είναι δε άλλος ο ισχυρισμός ότι είναι άκυρη η επίδικη καταγγελία γιατί έγινε συνεπεία κλονισμού των σχέσεων των διαδίκων λόγω νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εντολέα συμπεριφοράς (άσκηση αγωγών). Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο το τέταρτο μέρος του πρώτου λόγου της ανωτέρω συνεκδικαζόμενης έφεσης, συνακόλουθα δε πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο το υπό στοιχείο γ αγωγικό κονδύλιο περί επιδίκασης μισθών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από την επομένη της επίδικης καταγγελίας (15.10.2014) έως τη συζήτηση της αγωγής (18.10.2018). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα... δικαιούται το επίδομα ισολογισμού για το χρονικό διάστημα από 1.1.2010 έως 10.5.2011 καθώς και την αναλογία με την οποία αυτό προσαύξησε τα δώρα εορτών για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα, ομοίως δε και τους μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 10.5.2011 έως 14.10.2014, για τον υπολογισμό των οποίων δεν υφίσταται ειδικότερο παράπονο. Επομένως, η ενάγουσα, ήδη πρώτη εφεσίβλητη-εκκαλούσα-υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση, δικαιούται 3.093 ευρώ για επίδομα ισολογισμού του έτους 2010, 3.093 ευρώ για επίδομα ισολογισμού του έτους 2011, 2.749,38 ευρώ για επίδομα αδείας του έτους 2011, 5.498,75 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων του έτους 2011, 4.399 ευρώ ως αναλογία αντιμισθίας για το μήνα Μάιο του έτους 2011, 60.486,25 (5.498,75 ευρώ Χ 11 μήνες) ευρώ ως αποδοχές υπερημερίας για τους μήνες από τον Ιούνιο του έτους 2011 έως τον Απρίλιο του έτους 2012, 142.488,30 (4.913,39 ευρώ χ 29 μήνες) ευρώ ως αποδοχές υπερημερίας για τους μήνες Μάιο του έτους 2012 έως Σεπτέμβριο του έτους 2014, 2.751,42 ευρώ ως αναλογία αντιμισθίας για το μήνα Οκτώβριο του έτους 2014, 2.749,38 ευρώ για δώρο Πάσχα του έτους 2012, 3.093,05 ευρώ για επίδομα ισολογισμού του έτους 2012, 2.456,70 ευρώ για επίδομα αδείας του έτους 2012, 4.913,39 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων του έτους 2012, 2.456,70 ευρώ για δώρο Πάσχα του έτους 2013, 2.211,03 ευρώ για επίδομα ισολογισμού του έτους 2013, 2.456,70 ευρώ για επίδομα αδείας του έτους 2013, 4.913,39 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, 2.456,70 ευρώ για δώρο Πάσχα του έτους 2014, 2.211,03 ευρώ για επίδομα ισολογισμού του έτους 2014, 2.456,70 ευρώ για επίδομα αδείας του έτους 2014, 3.451,17 ευρώ για αναλογία δώρου Χριστουγέννων του έτους 2014, ήτοι το συνολικό ποσό των 260.385,04 ευρώ, εκ του οποίου το μερικότερο ποσό των αποδοχών υπερημερίας (αντιμισθίας) συνολικού ύψους 210.124,97 (4.399 ευρώ + 60.486,25 ευρώ + 142.488,30 ευρώ + 2.751,42 ευρώ) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την πρώτη του επόμενου μηνός εντός του οποίου έκαστη μηνιαία αντιμισθία κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή. Η εναγομένη, ήδη εκκαλούσα - εφεσίβλητη - καθ' ης η πρόσθετη παρέμβαση επικαλούμενη με τον τρίτο λόγο έφεσής της το από 19.12.2016 ιδιωτικό συμφωνητικό προβάλλει την ένσταση συμβιβασμού απαραδέκτως το πρώτο στο παρόν Δικαστήριο. Με το εν λόγω από 19.12.2016 ιδιωτικό συμφωνητικό η ενάγουσα, ήδη πρώτη εφεσίβλητη- εκκαλούσα-υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση, και η εναγομένη, ήδη εκκαλούσα- εφεσίβλητη-καθ' ης η πρόσθετη παρέμβαση, συμφώνησαν την καταβολή ποσού 28.513,77 ευρώ , ώστε να παύσει η πρώτη να διατηρεί οποιαδήποτε απαίτηση από τη δεύτερη για το χρονικό διάστημα από 10.5.2011-14.10.2014. Πλην, όμως, η εν λόγω ένσταση συμβιβασμού είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, δεδομένου ότι δεν προεβλήθη στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ληφθεί υπόψη στην παρούσα δίκη, ο δε σχετικός τρίτος λόγος της ανωτέρω πρώτης συνεκδικαζόμενης έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επιπλέον, η εναγομένη... επαναφέρει την στηριζόμενη στο άρθρο 281 του ΑΚ και παραδεκτώς προβληθείσα στον πρώτο βαθμό ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος όσον αφορά τους μισθούς υπερημερίας (πάγιας μηνιαίας αντιμισθίας) για το χρονικό διάστημα από 10.5.2011 έως τη συζήτηση της αγωγής (18.9.2018), για την οποία δεν απεφάνθη το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά την απέρριψε σιγή για το χρονικό διάστημα από 10.5.2011 έως 14.10.2014, δεδομένου ότι για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα απέρριψε το εν λόγω κονδύλιο ως ουσιαστικά αβάσιμο, κρίνοντας ότι η επίδικη από 14.10.2014 καταγγελία είναι έγκυρη, παράγουσα αποτελέσματα. Εν προκειμένω ο εν λόγω ισχυρισμός αλυσιτελώς προβάλλεται για το χρονικό διάστημα από 15.10.2014 έως 18.9.2018, καθώς το κονδύλιο που αντιστοιχεί στο χρονικό αυτό διάστημα απερρίφθη, κατά τα ανωτέρω, ως ουσιαστικά αβάσιμο. Περαιτέρω, απορριπτέος τυγχάνει ο τέταρτος λόγος έφεσης για το λοιπό χρονικό διάστημα, ήτοι από 10.5.2011 έως 14.10.2014, καθώς είναι αντιφατικός με τον αμέσως προηγούμενο περί ύπαρξης συμβιβασμού, καθώς σε καταφατική περίπτωση δεν υφίσταται πλέον τέτοιο δικαίωμα...". Α) Ως προς την από 18.3.2021 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας : Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 216/2023, 473/2022, 308/2020). "Πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελούν και οι επί μέρους λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 11/1996, 2043/2022, 422/2022). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 591 παρ.1 του ΚΠολΔ (όπως η παράγραφος αυτή ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο άσκησης της αγωγής, πριν δηλαδή από την αντικατάσταση της από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015) και 256 παρ.1 στοιχ. δ` του ιδίου Κώδικα σαφώς συνάγεται ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές δικηγόρων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως είναι η ένσταση ολικής ή μερικής εξόφλησης, ερειδόμενη επί του άρθρου 416 του ΑΚ (ΑΠ 907/2022, 447/2020), με τις προτάσεις τους και να προτείνουν αυτούς και συνοπτικά και προφορικά κατά τη συζήτηση με καταχώρησή τους στα πρακτικά και, επιπλέον, οι ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις. Απαιτείται δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν έχουν κατατεθεί προτάσεις στις οποίες περιέχονται οι εν λόγω ισχυρισμοί, προφορική προβολή των ισχυρισμών αυτών, που "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 235/2019, 378/2018, 88/2018, 611/2016). Για την παραδεκτή όμως προβολή κατά τα ανωτέρω των σχετικών ισχυρισμών ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, εφόσον έχουν κατατεθεί προτάσεις που περιέχουν έκθεση των πραγματικών περιστατικών που τους θεμελιώνουν, αρκεί η επιγραμματική καταχώριση αυτών στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, καθότι στην περίπτωση αυτή είναι δυνατή η εξέτασή τους στο ακροατήριο (ΑΠ 1482/2021, 235/2019, 981/2018). Εφόσον δε οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως κατά τρόπο παραδεκτό η προβολή για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη των ισχυρισμών αυτών είναι απαράδεκτη, εκτός εάν εμπίπτουν σε κάποια από τις εξαιρέσεις του παραδεκτού της βραδείας προβολής κατά τα άρθρα 527 και 269 ΚΠολΔ και ήδη (μετά το Ν.4335/2015) μόνο του άρθρου 527 ΚΠολΔ, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί ο διάδικος που προβάλλει τους ισχυρισμούς αυτού (ΑΠ 927/2022, 468/2022, 235/2019, 88/2018). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με τον πρώτο εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν από αυτή παραδεκτά και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη της την ένσταση εξόφλησης της επίδικης απαίτησης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, που αυτή, ως εναγόμενη, είχε προβάλλει παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης αυτού και με τις πρωτόδικες προτάσεις της και την οποία είχε επαναφέρει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως εκκαλούσα, με τον τρίτο λόγο της από 18.6.2019 έφεσής της κατά το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού, ένσταση που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού η παραδοχή της θα είχε ως συνέπεια την απόρριψη της ένδικης αξίωσης της ενάγουσας για επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 10.5.2011 έως 14.10.2014. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Και τούτο διότι από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) των ταυτάριθμων με την πρωτοβάθμια απόφαση πρακτικών συνεδρίασης (18.9.2018) του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, των από 18.9.2018 κατατεθεισών πρωτόδικων προτάσεών της εναγόμενης και της από 18.6.2019 έφεσης αυτής προκύπτει ότι εναγόμενη είχε προβάλλει παραδεκτά κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ένσταση εξόφλησης της αγωγικής αξίωσης της ενάγουσας για καταβολή μισθών υπερημερίας πλέον επιδομάτων εορτών, αδείας και ισολογισμού για το χρονικό διάστημα από 10.5.2011 έως 14.10.2014, ένσταση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και την οποία η εναγόμενη ανέπτυξε με τις πρωτόδικες προτάσεις της και την επανάφερε παραδεκτά στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ως εκκαλούσα με τον τρίτο λόγο της έφεσής της κατά το πρώτο σκέλος αυτού ζητώντας την εξαφάνιση της υπ'αριθμ. 2/2019 απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατά το μέρος που είχε απορρίψει την ένσταση αυτή ως αόριστη. Συνακόλουθα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο όφειλε να αποφανθεί επί του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού (ένσταση εξόφλησης) της εναγομένης, που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ως προς την προεκτεθείσα αξίωση της ενάγουσας για επιδίκαση μισθών (μηνιαίας αντιμισθίας) υπερημερίας, που είχε γίνει δεκτή ως κατ'ουσία βάσιμη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για το χρονικό διάστημα από 10.5.2011 έως 14.10.2014. Η αναιρεσίβλητη ισχυρίζεται με τις από 4.2.2022 προτάσεις της προς το Δικαστήριο τούτο, ότι η αναιρεσείουσα δεν προέβαλε παραδεκτά στο Εφετείο με τον τρίτο λόγο έφεσης ένσταση εξόφλησης, αλλά ένσταση συμβιβασμού την οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτη και ότι σε κάθε περίπτωση η αναιρεσείουσα δεν επανέφερε παραδεκτά την ως άνω ένσταση εξόφλησης ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις της, αφού ενσωματώνει σ'αυτές τις πρωτόδικες προτάσεις της. Οι ως άνω ισχυρισμοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθότι όπως προεκτέθηκε, η εναγόμενη με τον τρίτο λόγο της από 18-6-2019 έφεσής της, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, είχε επαναφέρει ενώπιον του Εφετείου την υποβληθείσα πρωτοδίκως ένσταση εξόφλησης (σελ. 10-22 έφεσης), την οποία παραδεκτά μπορούσε να επαναφέρει στο Εφετείο μόνο με το εφετήριο ή με πρόσθετο λόγο έφεσης και όχι με τις προτάσεις, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 520, 525 και 527 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1431/2022, 1256/2020, 353/2020, 35/2018), ενώ κατά το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού προέβαλε επικουρικά κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης και την αιτίαση ότι μετά την απόρριψη της ένστασης εξόφλησης ως αόριστης όφειλε να απορρίψει την αγωγή ως αβάσιμη για το λόγο ότι υπήρχε εξώδικη σύμβαση συμβιβασμού μεταξύ των διαδίκων μερών ως προς την προαναφερθείσα αγωγική απαίτηση (σελ. 22-24 έφεσης) . Λόγω, δε, της βασιμότητας του ως άνω πρώτου λόγου αναίρεσης της αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας , παρέλκει η έρευνα του τρίτου, εκ του αριθμού 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης και του τέταρτου, εκ των αριθμών 14 και 8 του ιδίου άρθρου λόγου αναίρεσης, καθόσον αμφότεροι οι ως άνω λόγοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του πρώτου λόγου αναίρεσης. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 36 του ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α 190), είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο τη ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, αν δεν συντρέχει μία από στην ως άνω διάταξη εξαιρετικές περιπτώσεις, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπ' όψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 203/2022, 911/2019, 179/2019). Ειδικότερα αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 του ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και για το παραδεκτό της προβολής του ως αναιρετικού λόγου να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 του ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 2057/2022, 1345/2022, 396/2022, 483/2022, 309/2020). Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 1345/2022, 217/2022, 396/2022). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ. ΑΠ 12/2000, ΑΠ 1132/2022, 516/2018) και με αυτόν ελέγχεται και η απόρριψη από το Δικαστήριο ισχυρισμού ότι προβλήθηκε απαράδεκτα (ΑΠ 907/2022, 447/2020, 98/2015, 1387/2011). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι απέρριψε ως απαράδεκτο τον αυτοτελή ισχυρισμό της (ένσταση) περί εξώδικου συμβιβασμού, που αυτή προέβαλε παραδεκτά, κατ'άρθρο 527 του ΚΠολΔ, το πρώτο στο Εφετείο με τον τρίτο λόγο έφεσης και κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, δεδομένου ότι ο ως άνω ισχυρισμός αποδεικνυόταν εγγράφως, με την από 19.12.2016 συμφωνία μεταξύ αυτής και της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης με τίτλο "εξωδικαστική επίλυση", με τον οποίο (συμβιβασμό) συμφωνήθηκε, με εξορθολογισμό μετ'έλεγχο κονδυλίων και με παραιτήσεις από εκατέρωθεν αξιώσεις, να καταβάλει αυτή στην αντίδικό της το ποσό των 28.513,77 ευρώ, ώστε να παύσει η ενάγουσα να διατηρεί έναντι αυτής (εναγόμενης) οποιαδήποτε απαίτηση για το χρονικό διάστημα από 10.5.2011 έως 14.10.2014. Ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Και τούτο διότι από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) του δικογράφου της από 18.6.2019 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας προκύπτει ότι με τον τρίτο λόγο έφεσης και κατά το δεύτερο σκέλος αυτού (σελ. 22 έως 24) είχε προβάλλει κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης την αιτίαση ότι σε κάθε περίπτωση και μετά την απόρριψη της ένστασης εξόφλησης το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο "...όφειλε να ρυθμίσει το διατακτικό της απόφασης του σύμφωνα με το περιεχόμενο του συμβιβασμού και αποφανθεί περαιτέρω, ότι δεν υφίσταται αντικείμενο της δίκης απορρίπτοντας την αγωγή ως νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη. Τούτο διότι η σύμβαση συμβιβασμού είναι υποχρεωτική για τους συμβαλλόμενους...Το δε δικαστήριο αν προταθεί, οφείλει να διατυπώσει το διατακτικό της απόφασής του σύμφωνα με το περιεχόμενο της μεταξύ των ενδιαφερομένων σύμβασης συμβιβασμού και να αποφανθεί ότι δεν υπάρχει αντικείμενο για να συνεχισθεί η δίκη...", ενώ δεν προέβαλε με το λόγο αυτό αυτοτελή ισχυρισμό (ένσταση) περί εξώδικου συμβιβασμού και μάλιστα με επίκληση λόγου που να δικαιολογεί την παραδεκτή προβολή του ως άνω ισχυρισμού στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 527 του ΚΠολΔ, όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται με το λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα. Εξάλλου, από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των ταυτάριθμων με την πρωτοβάθμια απόφαση πρακτικών συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και των από 18.10.2018 κατατεθεισών πρωτόδικων προτάσεών της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας προκύπτει ότι αυτή δεν είχε προβάλλει παραδεκτά κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ένσταση συμβιβασμού για τις επίδικες απαιτήσεις της ενάγουσας αλλά είχε προβάλλει μόνο ένσταση εξόφλησης της ενάγουσας. Επομένως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απορρίπτοντας το σχετικό τρίτο λόγο έφεσης (κατά το δεύτερο σκέλος αυτού) της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας με την αιτιολογία ότι "η εν λόγω ένσταση συμβιβασμού είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, δεδομένου ότι δεν προεβλήθη στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο" δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και δεν υπέπεσε στην εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται αυτή με τον ως άνω δεύτερο λόγο αναίρεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Β) Ως προς την από 16.4.2021αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας Από τις διατάξεις του άρθρου 46 παρ.2 του ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων" (ΦΕΚ Α' 208/27-9-2013), που εφαρμόζεται, στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου καταγγελίας της ένδικης σύμβασης έμμισθης εντολής (ΑΠ 1219/2019), συνάγεται ότι η από δικηγόρο παροχή νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή θεωρείται ως σχέση απόλυτα προσωπικής εμπιστοσύνης και συνάπτεται με σύμβαση ιδιόμορφης, έμμισθης εντολής, η οποία λογίζεται πάντοτε ως σύμβαση αορίστου χρόνου. Η σύμβαση αυτή λύνεται [εκτός άλλων και] με καταγγελία του εντολέα που συνιστά, κατ' αρχήν, μονομερή αναιτιώδη δικαιοπραξία(ΑΠ 919/2022, 140/2022). Όταν, όμως, για το προσωπικό του εντολέα ισχύει κανονισμός που προβλέπει μονιμότητα στην υπηρεσία (ανεξάρτητα προς το αν ο έμμισθος δικηγόρος υπάγεται ή όχι στον κανονισμό αυτόν), η καταγγελία εκ μέρους του εντολέα δεν μπορεί να γίνει οποτεδήποτε, αλλά μόνο όταν υπάρχει σπουδαίος λόγος, δηλαδή καθίσταται αιτιώδης (ΑΠ 919/2022, 140/2022). Ως εκ τούτου, η καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής υπό καθεστώς μονιμότητας, που έγινε από τον εντολέα χωρίς να υπάρχει σπουδαίος λόγος, είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (ΑΚ 174, 180). Ο εντολέας που κατήγγειλε ακύρως τη σύμβαση έμμισθης εντολής και έπαυσε να αποδέχεται τις νομικές υπηρεσίες του εντολοδόχου δικηγόρου, περιέρχεται σε υπερημερία ως εργοδότης (ΑΠ 919/2022, 140/2020). Τέτοια ρήτρας μονιμότητας στην υπηρεσία προβλέπεται από το άρθρο 19 παρ.1 του έχοντος συμβατική ισχύ Γενικού Κανονισμού Κατάστασης Υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος, (ΑΠ 1045/2018, 610/2015, 1833/2006), που εφαρμόζεται κατ' άρθρο 10 του Οργανισμού Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών αυτής και για τους δικηγόρους με πάγια αντιμισθία (ΑΠ 610/2015), με το οποίο ορίζονται περιοριστικά οι λόγοι απόλυσης των μονίμων υπαλλήλων της, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και η συμπλήρωση του ορίου ηλικίας. Εξάλλου η Τράπεζα της Ελλάδος η οποία αρχικά περιλαμβανόταν στο Δημόσιο Τομέα (άρθρο 6 περ.ε του ν.1256/1982), έπαυσε να περιλαμβάνεται στο δημόσιο τομέα, με το άρθρο 51 του ν. 1892/1990 (ΟλΑΠ 1/2006, ΑΠ 464/2014, 19/2013). Περαιτέρω, στο άρθρο 5 παρ.1 και 2 της 6/28-2-2012 Πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου (Π.Υ.Σ.) "Ρύθμιση θεμάτων για την εφαρμογή της παρ.6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012", η οποία εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ.6 του ν. 4046/2012 και εντός του πλαισίου της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης (ΟλΣτΕ 2307/2014), ορίσθηκε ότι "1. Από 14-2-2012 συμβάσεις εργασίας εργαζομένων, που προβλέπεται να λήγουν με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας ή με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, νοούνται ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και σε περίπτωση λύσης αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2112/1920, όπως ισχύει. Οι διατάξεις που προβλέπονται στο προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζονται και σε επιχειρήσεις, εταιρίες ή οργανισμούς, που υπάγονται ή είχαν υπαχθεί οποτεδήποτε κατά το παρελθόν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί κάθε φορά με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 (Α' 65) ή με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ν. 1892/1990 (Α' 101). 2. Από την 14-2-2012 διατάξεις νόμων ή κανονιστικών αποφάσεων, καθώς και όροι συλλογικών συμβάσεων και διαιτητικών αποφάσεων, κανονισμών εργασίας, οργανισμών προσωπικού και αποφάσεων διοίκησης επιχειρήσεων, που θεσπίζουν όρους που υποκρύπτουν μονιμότητα ή ρήτρες μονιμότητας παρεκκλίνοντας από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας ή και προβλέπουν την εφαρμογή, αναλογική ή ευθεία, διατάξεων του Κώδικα περί Δημοσίων Υπαλλήλων, καταργούνται. Οι διατάξεις που προβλέπονται στο προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζονται και σε επιχειρήσεις, εταιρίες ή οργανισμούς, που υπάγονται ή είχαν υπαχθεί οποτεδήποτε κατά το παρελθόν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί κάθε φορά με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 (Α' 65) ή με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ν. 1892/1990 (Α 101)". Με τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 5 της παραπάνω Π.Υ.Σ., καταργήθηκαν από τις 14-2-2012 οι λεγόμενες ρήτρες μονιμότητας, δηλαδή, οι κανονιστικοί εκείνοι όροι με τους οποίους ο εργοδότης αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην απολύσει τον εργαζόμενο, παρά μόνο για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά και των οποίων η βασιμότητα κρίνεται συνήθως με ορισμένη διαδικασία. Οι όροι αυτοί μπορεί να ενυπάρχουν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας τόσο ορισμένου όσο και αορίστου χρόνου. Ειδικότερα, η έννοια της παρ.2 του άρθρου 5 της ανωτέρω Π.Υ.Σ. είναι ότι καταργούνται, πέραν του ορίου ηλικίας ή της προϋπόθεσης συνταξιοδότησης (περί της οποίας προβλέπει η παρ.1), οι διαδικαστικοί και ουσιαστικοί περιορισμοί του δικαιώματος καταγγελίας, ανεξαρτήτως εάν αυτοί προβλέπονταν από διατάξεις νόμων ή κανονιστικές αποφάσεις ή συλλογικές ρυθμίσεις ή κανονισμούς εργασίας ή οργανισμούς προσωπικού ή αποφάσεις οργάνων διοίκησης των επιχειρήσεων, καθώς και οτιδήποτε παρεκκλίνει από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας και προσομοιάζει στον Υπαλληλικό Κώδικα αναφορικά με τα θέματα απόλυσης, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως ορισμένου (λόγω θέσπισης ορίου ηλικίας ή προϋπόθεσης συνταξιοδότησης ως χρονικού σημείου της λήξης αυτής) ή αορίστου χρόνου. Καταργούνται, δηλαδή, οι ρυθμίσεις εκείνες που αποκλείουν την τακτική καταγγελία ή την καθιστούν αιτιώδη, εξαρτώντας αυτήν από σπουδαίο λόγο ή από συγκεκριμένους λόγους (ΟλΑΠ 11/2017, ΑΠ 987/2022, 140/2020, 1237/2019, 426/2018). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ ορίζεται ότι "το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά" και με τη διάταξη του άρθρου 224 του ίδιου Κώδικα, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3994/2011 ορίζεται ότι "είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής. Με τις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μην μεταβάλλεται η βάση της αγωγής". Ως βάση της αγωγής, της οποίας δεν επιτρέπεται η μεταβολή, νοείται η ιστορική βάση αυτής, ήτοι το σύνολο των γεγονότων (πραγματικών περιστατικών), επί των οποίων θεμελιώνεται το αίτημα αυτής (Ολ. Α.Π. 2/1994), ανεξαρτήτως του δοθέντος από τους διαδίκους νομικού χαρακτηρισμού, χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης (ΑΠ 473/2022, 321/2020, 1087/2014). Μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, που συνιστά και ταυτόχρονη μεταβολή του αντικειμένου της δίκης, κατά παράβαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 111 του ΚΠολΔ αρχής της τηρήσεως προδικασίας και επάγεται απαράδεκτο, αποτελεί κάθε μεταγενέστερη προσθήκη νέων περιστατικών παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση (ΟλΑΠ 2/1994, ΑΠ 473/2022, 321/2020, 1183/2015). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 525 παρ.2 και 526 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο ενάγων, ως εκκαλών, δεν μπορεί να μεταβάλει την βάση της αγωγής του και δεν μπορεί, επίσης, να προτείνει νέους ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν είχαν προβληθεί πρωτοδίκως. Ισχυρισμός που στηρίζει την βάση της αγωγής, απαραδέκτως προτείνεται το πρώτον με την έφεση ή με τις προτάσεις, που υποβάλλονται στο Εφετείο, οι δε διατάξεις, που επιτρέπουν, σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις, την βραδεία προβολή νέων ισχυρισμών με τις προτάσεις ή και με την έφεση, στον δεύτερο βαθμό, αναφέρονται σε ισχυρισμούς άλλους, πλην εκείνων που θεμελιώνουν την αγωγική βάση (ενστάσεις, αντενστάσεις), δηλαδή σε καταλυτικούς του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή και δεν αφορούν πραγματικούς ισχυρισμούς που μεταβάλουν την βάση της αγωγής (Ολ. ΑΠ 2/1994, 1528/2022, 473/2022). Συνεπώς σε περίπτωση αγωγής αναγνώρισης της ακυρότητας καταγγελίας σύμβασης εργασίας και κατ' αναλογία, αναγνώρισης της ακυρότητας καταγγελίας σύμβασης παροχής δικηγορικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία, ο ενάγων οφείλει να εκθέσει στο εισαγωγικό δικόγραφο με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ακυρότητα, τα οποία αποτελούν στοιχεία της βάσης αυτής της αγωγής, που στηρίζουν το αντίστοιχο αίτημα (για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας), χωρίς να είναι δυνατή μεταγενέστερη, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης με τις επ' αυτής προτάσεις ή με την μετά την συζήτηση προσθήκη και αντίκρουση ή ενώπιον του Εφετείου, συμπλήρωση ή βελτίωση του σχετικού ισχυρισμού με επίκληση και νέων λόγων ακυρότητας, διότι έτσι μεταβάλλεται ανεπίτρεπτα κατ' άρθρο 224 του ΚΠολΔ η βάση της αγωγής (ΑΠ 1301/2022, 749/2020, 750/2020 179/2016, 460/2013). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 989/2022, 42/2020, 531/2014). Λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών. Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 854/2020, 113/2017). Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο, ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει αμέσως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες ή καίτοι δεν είχε διαπιστώσει κενό, παρά ταύτα προσέφυγε στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες, αλλιώς είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί (ΑΠ 1544/2022, 354/2022, 1286/2021, 1350/2018). Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β του ΚΠολΔ ορίζεται περαιτέρω ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 582/2023, 415/2021, 109/2020). Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ` αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 256/2022, 109/2020, 79/2018, 1333/2018). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα (ΑΠ 582/2023, 1285/2021, 860/2018, 208/2018). Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, αναφορικά με την επικαλούμενη ως άνω παράβαση (ΑΠ 1285/2021). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις : α) Με το πρώτο σκέλος αυτού ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αν και έκρινε ότι αυτή συνδέεται με την εναγόμενη με σύμβαση έμμισθης εντολής, δέχθηκε εσφαλμένα ότι εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 5 παρ.2 της Π.Υ.Σ. 6/2012 με την οποία καταργήθηκαν διατάξεις νόμων, κανονιστικών πράξεων κλπ που θεσπίζουν όρους μονιμότητας ή ρήτρες μονιμότητας προσωπικού, ενώ η διάταξη αυτή εφαρμόζεται μόνο σε συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας και δεν καταλαμβάνει τους δικηγόρους συνδεόμενους με έμμισθη εντολή και δεδομένου ότι ο νέος κώδικας δικηγόρων (ν. 4194/2013) που ετέθη σε ισχύ μετά την Π.Υ.Σ. 6/2012 επανέλαβε στο άρθρο 46 εδ.2 ότι η καταγγελία των εμμίσθων δικηγόρων σε αυτές τις περιπτώσεις γίνεται για σπουδαίο λόγο. Ότι επιπρόσθετα ακόμα και αν η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 5 παρ.2 της Π.Υ.Σ. 6/2012 επεκτεινόταν και στους δικηγόρους στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχει εφαρμογή στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, καθόσον αυτή εξαιρείται του δημοσίου τομέα. Ότι τέλος η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 46 του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013) με το να κρίνει ότι η καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής είναι αναιτιώδης καθότι σύμφωνα με την ως άνω διάταξη για το έγκυρο της καταγγελίας απαιτείται η αναγραφή λόγου, ενώ στο έγγραφο της καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής αυτής δεν αναγραφόταν συγκεκριμένος λόγος καταγγελίας. β) Με το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, καθότι ο όρος της καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής της από την εναγόμενη για σπουδαίο λόγο δεν ορίζεται μόνο από το νόμο αλλά ότι είναι μέρος και της ατομικής της σύμβασης που συνήψε με αυτή το Φεβρουάριο του έτους 1989, καθότι με το άρθρο 22 του ν. 723/1977 προβλέφθηκε για πρώτη φορά ότι η σύμβαση έμμισθης εντολής δικηγόρου πρέπει να καταγγέλλεται μόνο για σπουδαίο λόγο και συνακόλουθα η σύμβασή της καταλαμβανόταν από τη συγκεκριμένη διάταξη, που είχε καταστεί ατομικός όρος αυτής. γ) Με τον τρίτο σκέλος του λόγου αυτού, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, καθότι δέχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της δεν οφειλόταν σε εμπάθεια ή εκδικητική συμπεριφορά των εκπροσώπων της εναγομένης, ενώ αν εφάρμοζε τα διδάγματα της κοινής πείρας θα αναγνώριζε ότι η άρνηση της εναγομένης να συνεχισθεί η σύμβαση έμμισθης εντολής αυτής μετά την ακυρότητα της πρώτης καταγγελίας συνιστά εμπάθεια προς το πρόσωπό της με συνέπεια την καταχρηστικότητα της δεύτερης (επικουρικής) καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής της στην οποία προέβη αυτή (εναγόμενη). Ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης ως προς το πρώτο σκέλος του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Και τούτο διότι από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) του δικογράφου της από 14.1.2015 αγωγής της ενάγουσας προκύπτει ότι με αυτή η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυριζόταν ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη κοινοποίησε σ'αυτή την από 14.10.2014 εξώδικη δήλωση-καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής της, κατ'επίκληση των διατάξεων των άρθρων 46 παρ.2 εδ. δ του ν. 4172/2013 και του άρθρου 5 παρ.2 της Π.Υ.Σ. 6/2012 και ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη ως καταχρηστική και ότι είναι επίσης άκυρη για το λόγο ότι "...κρηπίδωμα έχει την αντισυνταγματική ως προσκρούουσα στις διατάξεις των άρθρ. 22 παρ.1 και 2, 26 και 43 παρ. 2 του Συντάγματος, άρθρ. 5 Π.Υ.Σ. 6/2012 η οποία ως εκ τούτου δεν τυγχάνει εφαρμοστέα, μηδέν αποτέλεσμα επάγουσα" και συνεπώς η ενάγουσα δεν είχε προβάλλει ως βάση ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής α) την ανυπαρξία σπουδαίου λόγου ή τη μη αναγραφή στη καταγγελία του λόγου αυτής, β) τη μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 2 της Π.Υ.Σ. στους δικηγόρους με σύμβαση έμμισθης εντολής και γ) τη μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 2 της Π.Υ.Σ. ως προς την αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία. Η, δε, επίκληση των ως άνω λόγων ακυρότητας με τις προτάσεις της ενάγουσας ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και με το δικόγραφο της από 17.6.2019 έφεσης της ενάγουσας ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, συνιστούσε, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, με την προσθήκη νέων λόγων ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής, όπως ορθά έκριναν τόσο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ'αριθμ. 2/2019 απόφασή του όσο και το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του και τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με τον ως άνω λόγο πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος αυτού είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, ως προς την καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 5 παρ.2 της Π.Υ.Σ. 6/2012 με την οποία καταργήθηκαν οι ρήτρες μονιμότητας του προσωπικού της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, και ότι δεν απαιτούταν για την καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας η ύπαρξη σπουδαίου λόγου, καθότι η καταγγελία αυτή είναι αναιτιώδης. Και τούτο διότι με το άρθρο 5 παρ.2 της Π.Υ.Σ. 6/2012, καταργήθηκε και η, προεκτεθείσα στη μείζονα σκέψη, ρήτρα μονιμότητας που προβλεπόταν από το άρθρο 19 παρ.1 του έχοντος συμβατική ισχύ Γενικού Κανονισμού Κατάστασης Υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος, που εφαρμόζεται κατ' άρθρο 10 του Οργανισμού Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών αυτής και για τους δικηγόρους με πάγια αντιμισθία. Οι επί μέρους ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας στον ως λόγο αναίρεσης ότι η ως άνω διάταξη του άρθρου 5 παρ.2 της Π.Υ.Σ. 6/2012 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωσή της, αλλά ότι τυγχάνει εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 46 παρ.2 περ.δ του ν. 4194/2013 με την οποία ορίζεται ότι η σύμβαση μεταξύ έμμισθου δικηγόρου και εντολέα λύεται μόνο: "με καταγγελία της σύμβασης από τον εντολέα ή εντολοδόχο δικηγόρο. Αν στο προσωπικό που απασχολείται στον εντολέα ισχύει κανονισμός εργασίας που προβλέπει μονιμότητα στην υπηρεσία, η καταγγελία της σύμβασης από τον εντολέα γίνεται μόνο για σπουδαίο λόγο. Η καταγγελία με ποινή ακυρότητας είναι έγγραφη και σε αυτή αναφέρεται ο λόγος της απόλυσης, επιδίδεται δε με δικαστικό επιμελητή" και επομένως για την καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής δικηγόρου πρέπει να συντρέχει σπουδαίος λόγος και ότι πρέπει να αναγράφεται σ'αυτή ο λόγος της καταγγελίας, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι καθότι, όπως προεκτέθηκε, με την κατάργηση, με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.2 της Π.Υ.Σ. 6/2012, της ρήτρας μονιμότητας που προβλέπεται στο άρθρο 19 παρ.1 του Γενικού Κανονισμού Κατάστασης Υπαλλήλων της αναιρεσείουσας και που εφαρμόζεται και για τους δικηγόρους αυτής με πάγια αντιμισθία (πρβλ. ΑΠ 140/2020), δεν τυγχάνει εφαρμογής η ως άνω διάταξη του παρ.2 περ. δ. εδ. γ του άρθρου 46 του ν. 4194/2013, αλλά η σύμβαση έμμισθης εντολής του δικηγόρου λύνεται με απλή καταγγελία, χωρίς να απαιτείται η ύπαρξη σπουδαίου λόγου, καθότι αυτή είναι αναιτιώδης (ΑΠ 140/2020 πρβλ. ΑΠ 919/2022). Περαιτέρω, ο επί μέρους ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η διάταξη του άρθρου 5 παρ.2 της Π.Υ.Σ. 6/2012 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην αναιρεσίβλητη Τράπεζα της Ελλάδος, καθότι αυτή εξαιρείται του δημοσίου τομέα είναι, επίσης, απορριπτέος ως αβάσιμος, καθότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι οι διατάξεις της καταλαμβάνουν τους απασχολούμενους τόσο στο δημόσιο τομέα, όσο και στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας (ΑΠ 392/2020, 1364/2018), σε κάθε, δε, περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής η ως άνω διάταξη για τον επιπρόσθετο λόγο ότι η αναιρεσίβλητη (Τράπεζα της Ελλάδος) περιλαμβανόταν στο Δημόσιο Τομέα (άρθρο 6 περ.ε του ν.1256/1982), από τον οποίο εξήλθε με τη διάταξη του άρθρου 51 του ν. 1892/1990. Περαιτέρω, ο ως άνω λόγος αναίρεσης ως προς το δεύτερο σκέλος του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγος της αοριστίας του, καθότι δεν εκτίθεται, στο αναιρετήριο, για το ορισμένο αυτού, ότι το Δικαστήριο της ουσίας, αν και διαπίστωσε κενά, ασαφή ή αμφίβολα σημεία, ως προς τις βουλήσεις των συμβαλλόμενων μερών κατά τη σύναψη της σύμβασης έμμισθης εντολής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, δεν προσέφυγε στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, τις οποίες παραβίασε, ούτε ότι καίτοι δεν διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία, παρά ταύτα προσέφυγε στις ερμηνευτικές αυτές διατάξεις. Τέλος, ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος αυτού είναι επίσης, απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφενός μεν λόγω της αοριστίας του, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποια διδάγματα κοινής πείρας εσφαλμένα δεν χρησιμοποιήθηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του άρθρου 281 του ΑΚ σε σχέση με την αγωγική βάση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής της αναιρεσείουσας, αφετέρου δε διότι οι επικαλούμενες αιτιάσεις κατά τον οικείο αναιρετικό λόγο αναφέρονται ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 1933/2022, 1551/2022, 809/2022). Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος, πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 539/2023, 2102/2022, 109/2020) Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και ότι στερείται νόμιμης βάσης και ειδικότερα ότι ενώ δέχεται ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι σχέσεις των διαδίκων δεν ήταν καλές, ούτε ότι μεσολάβησε κάτι μεταξύ των δύο ασκηθεισών καταγγελιών και ότι ουδέποτε τέθηκε θέμα ικανότητας αυτής (αναιρεσείουσας) ή δυσαρέσκεια της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, ακολούθως δέχεται ότι η εναγόμενη με τις προτάσεις της παραδέχεται ότι έχει διαταραχθεί η μεταξύ τους συνεργασία και η σχέση εμπιστοσύνης και ότι με τις ως άνω ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε τον αγωγικό της ισχυρισμό ότι η καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής υπαγορεύθηκε από εμπάθεια στο πρόσωπό της και προκειμένου να εξαναγκασθεί αυτή (αναιρεσείουσα) στην άσκηση της ένδικης τρίτης αγωγής, ώστε να ισχυρισθεί η αναιρεσίβλητη διατάραξη των σχέσεών τους. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν διαλαμβάνονται σ'αυτόν οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και το περιεχόμενο αυτών που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν, προκειμένου να ερευνηθεί από το σύνολο των επί της ουσίας παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης αν υπάρχουν, σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή τους, οι κατά την αναιρεσείουσα υπάρχουσες αναιρετικές πλημμέλειες των αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το αποδεικτικό της πόρισμα ότι η καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής της αναιρεσείουσας δεν ήταν άκυρη ως καταχρηστική. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2 και 216 παρ. 1 στοιχ. α και β του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο. Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 109/2020, 837/2019, 1864/2011). Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής κατά την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο κρίνοντας αυτήν ως αόριστη ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη. Πρόκειται δηλαδή και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 209/2023, 1117/2022, 108/2020). Η αοριστία, όμως, της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο σύμφωνα με το άρθ. 216 παρ. 1 στοιχ. α` και β` ΚΠολΔ στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν` αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά. Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθ. 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 1117/2022, 33/2022, 668/2020). Ανεξάρτητα από το είδος της προβαλλομένης αοριστίας πρέπει στην αίτηση αναίρεσης, εκτός των άλλων στοιχείων, να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής, που κρίθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση ως ορισμένη (ή απορρίφθηκε ως αόριστη), ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές αυτής, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης, διαφορετικά ο σχετικός λόγος είναι αόριστος (ΑΠ 141/2023, 353/2020, 939/2013). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι παρά το νόμο απέρριψε ως αόριστο το αγωγικό της αίτημα να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται η εναγομένη να αποκαταστήσει την υπηρεσιακή της εξέλιξη, καθότι στο αγωγικό της αίτημα, όπως συμπληρώθηκε με τις προτάσεις της, επικαλέσθηκε παραδεκτά ότι υπερείχε στα προσόντα αυτής σε σχέση με τη συνάδελφό της Χ. Κ.. Ο ως άνω τρίτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος καθότι δεν διαλαμβάνεται στην αίτηση αναίρεσης η ιστορική βάση της αγωγής, ως προς το ως άνω αίτημα το οποίο απορρίφθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, μη αρκούσης της αόριστης αναφοράς στο λόγο αυτό περί συμπλήρωσης της αγωγικής βάσης με τις προτάσεις της (κατ'άρθρο 224 του ΚΠολΔ), ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν είναι βάσιμο το αποδιδόμενο από την αναιρεσείουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα ότι η αγωγή της περιέχει επαρκή έκθεση των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη της ως άνω αγωγικής αξίωσης και ότι το Εφετείο θεωρώντας εσφαλμένα ότι τα στοιχεία αυτά δεν εκτίθενται με επάρκεια, την έκρινε αόριστη και την απέρριψε ως απαράδεκτη. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει α) να απορριφθεί η από 16.4.2021 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας και να καταδικαστεί αυτή λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ) και β) να γίνει δεκτή η από 18.3.2021 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αυτής, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, ως προς το ως άνω αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή (άρθ. 580 παρ.3 του ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας , που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 18.3.2021 με αριθμ. καταθ. 1413/138/18.3.2021 αίτηση αναίρεσης και την από 16.4.2021 με αριθ. καταθ. 2375/287/22.4.2021 αίτηση αναίρεσης της με αριθμ. 7067/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Απορρίπτει την από 16.4.2021 αίτηση αναίρεσης. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Δέχεται την από 18.3.2021 αίτηση αναίρεσης. Αναιρεί την υπ' αριθ. 7067/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ