Αριθμός 1051/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα και Χρυσούλα Παρασκευά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Μαρτίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Κονταξή, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 101/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών. Με κατηγορούμενο τον Μ. Κ. του Α., κάτοικο Πάτρας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ζαφειρόπουλο. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Α. Ο. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιλτιάδη Νικολόπουλο και 2) Σ. Ο. χα Α., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Πλημ/κείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 28/11 Σεπτεμβρίου 2012 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 991/2012. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 εδ. α του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης ποινικού δικαστηρίου, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2 του ίδιου κώδικα (άρθρο 483 παρ. 3). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης, καταδικαστικής ή αθωωτικής, οιουδήποτε δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 του ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ. Ειδικά δε, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, εν όψει του τεκμηρίου της αθωότητας που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και δεδομένου ότι αντικείμενο της αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται καθόλου ή εκτίθενται ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά της πράξεως και οι λόγοι για τους οποίους το δικαστήριο αδυνατεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι πραγματώθηκε από τον κατηγορούμενο η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος που του αποδίδεται, είτε δεν αιτιολογείται καθόλου ή με σαφήνεια και πληρότητα γιατί το δικαστήριο δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά του. Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής ή αθωωτικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνο στην κρίση για την ενοχή ή αθωότητα, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική ή αθωωτική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα δηλαδή, πρέπει να προκύπτει ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, όλα στο σύνολο τους, και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κτλ) , χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 101/2012 του Τριμελούς Πλημ/κείου Πατρών, κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος Μ. Κ. της αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Για να καταλήξει στην αθωωτική του κρίση το δικαστήριο δέχθηκε τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Στις 29.1.2006 και περί ώρα 16:45 ο κατηγορούμενος Μ. Κ. οδηγούσε το αρ. κυκλοφορίας ... Ι.X.E. αυτοκίνητο του επί της Ν.Ε.Ο. Αθηνών - Πατρών με κατεύθυνση από Αίγιο προς Πάτρα, ενώ στον ίδιο τόπο και χρόνο και με την ίδια κατεύθυνση εκινείτο το αρ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Α. Ο., ηλικίας τότε 80 ετών. Μόλις τα άνω οχήματα έφτασαν στη 203,00 χιλιομετρική θέση, σε απόσταση 1,5 χιλιόμετρο περίπου πριν από τα διόδια του Ρίου, ο Α. Ο., ο οποίος προπορευόταν με το όχημα του, κινούμενος επί της βοηθητικής λωρίδας της άνω οδού πραγματοποίησε αιφνίδιο και απροειδοποίητο ελιγμό προς τα αριστερά χωρίς προηγουμένως να ελέγξει αν μπορούσε να πράξει τούτο χωρίς κίνδυνο για τους λοιπούς χρήστες της οδού. Λόγω της αντικανονικής αυτής συμπεριφοράς του απέκλεισε τελείως την πορεία του αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο κατηγορούμενος ενώ το όχημα του πρώτου είχε πάρει κλίση λόγω του ελιγμού με αποτέλεσμα να προσκρούσει με το μέσον της πλάγιας αριστερής πλευράς του και συγκεκριμένα με την εμπρόσθια αριστερή θύρα και την κολώνα ανάμεσα στις δύο (αριστερές) πλαϊνές θύρες επί της εμπρόσθιας δεξιάς και πλάγιας δεξιάς πλευράς του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου. Ο τελευταίος προσπάθησε να αποφύγει την πρόσκρουση με την άμεση χρήση πέδησης πλην όμως τούτο δεν κατέστη εφικτό. Μετά την σύγκρουση το αυτοκίνητου του Α. Ο. κατέληξε διαγωνίως επί της διαχωριστικής γραμμής ίου οδοστρώματος σε απόσταση δέκα μέτρων περίπου από το σημείο, που τα οχήματα ήρθαν σε επαφή και το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου αφού διέσχισε το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας κατέληξε εν μέρει στη βοηθητική λωρίδα του ρεύματος κυκλοφορίας προς Αθήνα και εν μέρει εκτός οδοστρώματος, ενώ αποτέλεσμα της παραπάνω σφοδρής σύγκρουσης ήταν ο θανάσιμος τραυματισμός του Α. Ο., οι υπέστη σοβαρές κακώσεις στον αυχένα, ο τραυματισμός της συνεπιβάτιδος συζύγου του Σ. Ο., που υπέστη κάταγμα ρινός και ο επίσης σοβαρός τραυματισμός του κατηγορούμενου Μ. Κ., ο οποίος υπέστη εκτεταμένα κατάγματα θώρακος, στέρνου, πλευρών κλπ. Για το ατύχημα αυτό ευθύνεται αποκλειστικά ο Α. Ο., ο οποίος πραγματοποίησε απότομο ελιγμό προς τα αριστερά με σκοπό να ενεργήσει παράνομη αναστροφή επί της Εθνικής Οδού, όπου εκινείτο, παρά την υπάρχουσα κατά μήκος αυτής διπλή διαχωριστική γραμμή, ώστε να καταλάβει το αντίθετο προς αυτόν ρεύμα κυκλοφορίας. Δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε αντικανονική συμπεριφορά του κατηγορουμένου, που να συνδέεται αιτιωδώς με την ως άνω σύγκρουση. Ειδικότερα, δεν προέκυψε ότι ο τελευταίος οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα αφού εκινείτο με ταχύτητα εντός του επιτρεπόμενου ορίου των 100 χ/ώρα (βλ. έκθεση αυτοψίας) στην κύρια λωρίδα του ρεύματος πορείας του και αιφνιδιασθείς από την απότομη κίνηση του Α. Ο., παρά την άμεση τροχοπέδηση του οχήματος του και τον αριστερό ελιγμό, πού πραγματοποίησε, δεν ήταν δυνατόν να αποφύγει επιτυχώς τη σύγκρουση με το παραπάνω ΙΧΕ αυτοκίνητο, για την οποία ουδόλως συνετέλεσε αιτιωδώς η κατά τα άνω ταχύτητα, που αυτός είχε αναπτύξει. Ούτε περαιτέρω αυτός επιχείρησε αντικανονική υπέρβαση από τα αριστερά του οχήματος του Α. Ο. και εισήλθε για το σκοπό αυτό στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου όταν διαπίστωσε την ύπαρξη οχημάτων στο αντίθετο ρεύμα επανέφερε το αυτοκίνητο του αιφνιδίως στο ρεύμα πορείας του με αποτέλεσμα να προκαλέσει αυτός την σύγκρουση. Ο εξετασθείς μάρτυρας Α. Ο., που δεν γνωρίζει τις συνθήκες του ατυχήματος, καταλήγει σε ένα τέτοιο συμπέρασμα βασιζόμενος σε υποθετικές και μόνον κρίσεις. Τα παραπάνω ενισχύονται και από τα ευρήματα της αυτοψίας και ειδικότερα από τα εξής: α) τα ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου και η κατεύθυνση αυτών προς το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας ξεκινούν από το ρεύμα πορείας προς Πάτρα και έχουν μήκος 14,70 μέτρων για τον αριστερό τροχό και 9,30 μέτρων για το δεξιό τροχό, γεγονός δηλωτικό της ευθύγραμμης πορείας του ανωτέρω οχήματος μέσα στο ρεύμα πορείας του και την προσπάθεια αποφυγής του οχήματος του Α. Ο. με ελιγμό προς τα αριστερά χωρίς καθόλου να ενισχύουν την άποψη περί πραγματοποίησης υπέρβασης και αιφνίδιας επαναφοράς στο ρεύμα πορείας, β) το σημείο σύγκρουσης των οχημάτων βρίσκεται ακριβώς στο μέσον του οδοστρώματος επί της διπλής διαχωριστικής γραμμής και συγκεκριμένα στο σημείο όπου σταματούν τα ίχνη τροχοπέδησης του άνω οχήματος, όπως άλλωστε αποδεικνύεται από την ύπαρξη των ευρημάτων της σύγκρουσης τόσο στο μέσον του οδοστρώματος όσο και στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας από Πάτρα προς Αθήνα, σε αντίθεση με όσα ένορκα κατέθεσε ο μάρτυρας Β. Λ., μηχανολόγος - μηχανικός, ο οποίος τόσο κατά την κατάθεση του όσο και κατά την από 10.8.2006 τεχνική του έκθεση, που εκτιμάται ελεύθερα (ΑΠ 384/2009 ΠοινΔνη 2010.292), τοποθετεί το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων εντός του ρεύματος πορείας από Αθήνα προς Πάτρα, γ) από τα σημεία σύγκρουσης των αυτοκινήτων δεν προκύπτει ότι πρώτα χτυπήθηκε η πίσω αριστερή πόρτα του οχήματος του Α. Ο., αλλά στο μέσον ακριβώς της αριστερής πλευράς και ιδίως η εμπρόσθια αριστερή πόρτα (βλ. φωτογραφίες), δ) από την πορεία των συγκρουσθέντων οχημάτων μετά τη σύγκρουση και συγκεκριμένα την κατεύθυνση αυτών προς το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας προς Αθήνα, ενώ αν το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου είχε επιπέσει αιφνιδίως και με αυξημένη ταχύτητα κατά την επαναφορά του στο δικό του ρεύμα κυκλοφορίας με το αυτοκίνητο του Α. Ο., το τελευταίο θα είχε μετακινηθεί προς τα δεξιά και όχι προς τα αριστερά λαμβάνοντας υπόψη και τα συγκρουσθέντα σημεία (μέσον αριστερής πλευράς) γεγονός που προκάλεσε το θανάσιμο τραυματισμό του οδηγού του και ε) η ύπαρξη καλής ορατότητας στο σημείο του ατυχήματος δεδομένου ότι ήταν ημέρα και η οδός ήταν ευθεία σε απόσταση τουλάχιστον 1,5 χιλιομέτρου πριν τα διόδια Ρίου Πατρών, γεγονός που θα απέτρεπε τον κατηγορούμενο να πραγματοποιήσει υπέρβαση στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, αν υπήρχαν αντιθέτως κινούμενα οχήματα, τα οποία αυτός θα είχε αντιληφθεί πριν επιχειρήσει την προσπέραση. Ο τελευταίος θα μπορούσε ακινδύνως να υπερβεί το αυτοκίνητο του θανόντος χωρίς να χρειαστεί να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας διότι υπήρχε ελεύθερο οδόστρωμα στην κύρια λωρίδα κυκλοφορίας προς Πάτρα λαμβανομένου υπόψη ότι ο θανών εκινείτο στο άκρο δεξιό τμήμα του οδοστρώματος και το ρεύμα πορείας προς Πάτρα έχει πλάτος τουλάχιστον 6,10 μέτρα. Κατόπιν των ανωτέρω, εφόσον αποδείχθηκε ότι ο θανάσιμος τραυματισμός του Α. Ο. και οι σωματικές βλάβες της συνεπιβαίνουσας στο αυτοκίνητο του Σ. Ο. (όπως αυτές αναφέρονται στο διατακτικό) δεν συνδέονται με αιτιώδη σύνδεσμο συναρτώμενο με οποιαδήποτε αμελή συμπεριφορά του κατηγορουμένου με την έννοια ότι εκείνη προκάλεσε το παραπάνω αποτέλεσμα πρέπει ο κατηγορούμενος αυτός να κηρυχθεί αθώος των αποδιδόμενων σε βάρος του αξιόποινων πράξεων της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και σωματικής βλάβης από αμέλεια όπως ορίζεται στο διατακτικό". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, και τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις δέχεται ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το θανατηφόρο ατύχημα τυγχάνει ο ίδιος ο θανών Α. Ο., ηλικίας 80 ετών, διότι οδηγώντας το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο επί της Ν.Ε.Ο Αθηνών-Πατρών, με κατεύθυνση προς Αθήνα, στην 200η χιλιομετρική θέση αυτής, πραγματοποίησε απότομο και απροειδοποίητο ελιγμό προς τα αριστερά, με σκοπό να ενεργήσει παράνομη αναστροφή επί της Ε.Ο., παρά την υπάρχουσα διπλή διαχωριστική γραμμή, ώστε να καταλάβει το αντίθετο προς αυτόν ρεύμα κυκλοφορίας, ενώ ουδεμία αμέλεια βαρύνει τον κατηγορούμενο, ο οποίος κινούμενος όπισθεν εκείνου, με ταχύτητα κάτω του επιτρεπομένου στο σημείο εκείνο ορίου των 100 χιλ/τρων την ώρα, αιφνιδιασθείς από τον απότομο και απροειδοποίητο ελιγμό του θανόντος, καίτοι τροχοπέδησε άμεσα (ίχνη πεδήσεως ,κατά την έκθεση αυτοψίας, 14,70 μ. από τον αριστερό τροχό και 9,30 μ. από τον δεξιό τροχό) και ενήργησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά προς αποφυγή συγκρούσεως, δηλαδή ενήργησε όπως θα ενεργούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος οδηγός, εν τούτοις δεν απέφυγε την σύγκρουση, και προσέκρουσε με το εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου του στην εμπρόσθια αριστερή πλευρά του οχήματος του θανόντος, με αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθενται με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν το δικαστήριο στην αθωωτική του κρίση. Περαιτέρω, το ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εξαίρει την αναγνωσθείσα έκθεση αυτοψίας, δεν σημαίνει ότι δεν έλαβε υπόψη και τα άλλα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα την από 10/8/2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Β. Λ., μηχανολόγου- μηχανικού, όπως αιτιάται ο αναιρεσειων, η οποία όχι μόνον αναγνώσθηκε (όπως προκύπτει από τα πρακτικά ,στη στήλη των αναγνωστέων εγγράφων), αλλά ρητώς αναφέρεται και αξιολογείται το πόρισμα της στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αθωωτικής αποφάσεως (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία, συνακόλουθα δε και η κρινόμενη αναίρεση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11/9/2012 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της 101/2012 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Πατρών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουλίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ