Αριθμός 878/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 1 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Χ. του Γ., κατοίκου ... και 2. Κ. χας Ν. Σ., το γένος Γ. Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Μαρτσέκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ, Των αναιρεσιβλήτων: 1. της ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ", ειδικής διαδόχου της πρώην τραπεζικής εταιρείας "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ", (αρ. 63Ε του ν.3601/2007), ΦΕΚ Β' 74/18.01.2013 και ΦΕΚ Β' 76/18.01.2013, ειδικής διαδόχου κατά τον νόμον (αρ. 63Δ Ν.360/2007, ως τροποποιηθείς ισχύει) της πρώην Τραπεζικής Εταιρείας "Τ BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην με την επωνυμία ASRIS BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ και πρώην ΑΣΠΙΣ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε), ΦΕΚ Β' 2856/17-12-2011, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Κλούδα και 2. Γ. Χ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Ιουλίου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων η οποία κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 465/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1262/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 5 Ιουλίου 2006 αίτησή τους επί της οποίας εκδόθηκε η 553/2011 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Η υπόθεση επανέρχεται με την από 15 Δεκεμβρίου 2011 κλήση των ήδη αναιρεσειόντων προς νέα συζήτηση. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 15 Φεβρουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του τέταρτου λόγου της 945/5-7-2006 αιτήσεως για αναίρεση της 1262/2006/24-2-2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ως και την από 14 Φεβρουαρίου 2007 έκθεση του Εισηγητή Αρεοπαγίτη Διονυσίου Γιαννακόπουλου με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της παραστάσης αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις 164Γ'/5-7-2007 και 76/23-11-2012 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών στο Πρωτοδικείο Αθηνών και Πειραιώς ... και ..., αντίστοιχα, προκύπτει ότι με εντολή των πληρεξουσίων δικηγόρων των αναιρεσειόντων Μιχαήλ Μαρτσέκη και Στεφανίας Σαρρή, κατά την αυτή πάντοτε αντιστοιχία, οι οποίοι επισπεύδουν την κρινόμενη 945/5-7-2006 αίτηση για αναίρεση της 1262/24-2-2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση επ' αυτής αρχικά της 296/2008 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως προκειμένου να συνταχθεί από τον εισηγητή έκθεση επί του παραλειφθέντος να ερευνηθεί τετάρτου λόγου αναιρέσεως, και στη συνέχεια της 553/2011 αποφάσεως αυτού, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτησή της λόγω μη κλητεύσεως του απολιπομένου και κατά την δικάσιμο εκείνη (14-3-2011) δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της εν λόγω αιτήσεως και της από 15-12-2011 κλήσεως, με τις συνημμένες πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης (1-4-2013), νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων με κλήση προς συζήτηση κατά την ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο (1-4-2013). Κατ' αυτήν όμως, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο εν λόγω αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ.1, 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, επιτρεπτώς το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της αναιρέσεως, παρά την απουσία αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, με την κρινόμενη 945/5-7-2006 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 1262/24-2-2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 106855/6303/16-7-2003 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση χρηματικής απαιτήσεως των δι' αυτής εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων (α) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ BANK ΑΕ", στην δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε μετά διαδοχικές ειδικές διαδοχές η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ" και (β) Γ. Χ., απορρέουσα, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, από τον τηρούμενο στην πρώτη τούτων τραπεζικό λογαριασμό του αποβιώσαντος στις 13-11-2000 αδελφού αυτών Β. Χ., την κληρονομία του οποίου και αποδέχθηκαν, ως μόνοι εξ αδιαθέτου αυτού κληρονόμοι, το χρηματικό ποσό του οποίου εξ ολοκλήρου ανέλαβε ο δεύτερος των εναγομένων, αναληθώς φερόμενος ως συνδικαιούχος του εν λόγω τραπεζικού λογαριασμού. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η απορριπτική αυτής 465/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 5590/24-6-2005 έφεση των εναγόντων, η 1262/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική ομοίως επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της. Ειδικότερα, διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, "Στις 12-2-1998 ο Β. Χ. του Γ. άνοιξε στο κατάστημα της πρώτης εναγομένης Τράπεζας στη Γλυφάδα Αττικής το με αριθμό ... λογαριασμό ταμιευτηρίου με μόνο δικαιούχο τον ίδιο, υπογράφοντας παράλληλα και το έντυπο που χορηγήθηκε από την πρώτη εναγομένη Τράπεζα υπό τον τίτλο "Όροι - Καταθέσεων" και περιείχε του γενικούς και ειδικούς όρους που διέπονται κάθε μορφής κατάθεση στην ως άνω Τράπεζα. Στις 12.8.1999 ο ίδιος άνοιξε στο ίδιο υποκατάστημα το με αριθμό ... προθεσμιακό λογαριασμό με μόνο δικαιούχο τον ίδιο, ο οποίος διεπόταν από τους ίδιους πιο πάνω όρους. Στις 14-9-2000, κατόπιν εντολής του καταθέτη, ποσό 173.147,47 ευρώ επενδύθηκε σε προθεσμιακή κατάθεσης λήξης 16.10.2000 με παράλληλη χρέωση του με αριθμό ... προθεσμιακού λογαριασμού. Στις 16.10.2000 ο άνω καταθέτης έτρεψε και τους δύο πιο πάνω λογαριασμούς σε κοινούς λογαριασμούς εισάγοντας ως δεύτερο δικαιούχο αυτών τον ανεψιό του Γ. Χ. (δεύτερο εναγόμενο), με την προσθήκη του ονόματος του τελευταίου στους λογαριασμούς αυτούς, οι οποίοι συνέχιζαν να διέπονται από τους ήδη υπογεγραμμένους από τον Β. Χ. "Όρους Καταθέσεων", όπου στο κεφάλαιο με τίτλο "Ειδικοί Όροι ανάλογα με τη μορφή καταθέσεως" στην παράγραφο Ζ' του κεφαλαίου αυτού με τίτλο "κατάθεση σε κοινό (διαζευκτικό) λογαριασμό" αναφέρονται τα ακόλουθα: "Η Τράπεζα δέχεται καταθέσεις σε κοινό (διαζευκτικό) λογαριασμό στο όνομα των συνδικαιούχων που αναφέρονται στην αίτηση ανοίγματος του λογαριασμού με τον όρο ότι η κατάθεση διέπεται από τις διατάξεις του ν. 5638/1932, όπως συμπληρώθηκε από το ν.δ. 951/1971. Ο κάθε ένας από τους δικαιούχους των καταθέσεων αυτών θα έχει το δικαίωμα να κάνει ολική ή μερική χρήση του λογαριασμού χωρίς τη σύμπραξη, συγκατάθεση, συναίνεση ή έγκριση των άλλων συνδικαιούχων, ακόμη και στην περίπτωση πρόωρης ανάληψης προθεσμιακής ή με προειδοποίηση καταθέσεως, εφόσον η πρόωρη αυτή ανάληψη γίνει αποδεκτή από την Τράπεζα". Στις 16-10-2000 με τη λήξη της προθεσμιακής κατάθεσης, αυτομάτως το κεφάλαιό της πλέον των τόκων, ήτοι το ποσό των 174.293,56 ευρώ, αφού χρεώθηκε στο με αριθμ. ... λογαριασμό, αποδόθηκε και στη συνέχεια πιστώθηκε στο με αριθμό ... λογαριασμό. Την ίδια ημέρα, κατόπιν εντολής του Β. Χ., ποσό 173.147,47 ευρώ επενδύθηκε εκ νέου σε νέα προθεσμιακή κατάθεση λήξης 16-11-2000 με παράλληλη χρέωση του με αριθμό ... λογαριασμού και πίστωση του με αριθμό ... προθεσμιακού λογαριασμού. Στις 16.11.2000 με τη λήξη της προθεσμιακής κατάθεσης αυτομάτως το ποσό του κεφαλαίου αυτής πλέον των τόκων, ήτοι το ποσό των 174.220,98 ευρώ, αφού χρεώθηκε στο με αριθμό ... προθεσμιακό λογαριασμό, αποδόθηκε και πιστώθηκε στο με αριθμό ... λογαριασμό, ο οποίος στις 16-10-2000 είχε καταστεί κοινός με την εισαγωγή και προσθήκη από τον αρχικό δικαιούχο (Β. Χ.) και του ονόματος του δεύτερου εναγομένου με την έννοια του ν. 5638/1932, ήτοι με δικαίωμα χρήσης της κατάθεσης από αυτόν, έστω και αν αυτός δεν ήταν ο καταθέτης και χωρίς τη σύμπραξη του συνδικαιούχου θείου του, όπως ο όρος αυτός για τη χρήση του λογαριασμού από οποιονδήποτε συνδικαιούχο χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών ρητά αναφέρεται και στο έντυπο της πρώτης εναγομένης Τραπέζης "Όροι καταθέσεων" που υπογράφηκε στις 12-2-1998 μεταξύ του αρχικού καταθέτη Β. Χ. και του νόμιμου εκπροσώπου αυτής Β. Συμεωνίδη και διέπει την εν λόγω κατάθεση, καθώς δεν επακολούθησε καμία τροποποίηση ή νεότερη συμφωνία μεταξύ των συμβληθέντων μερών περί των όρων των καταθέσεων. Έτσι, με βάση τα παραπάνω δεδομένα, ενόψει και των σχετικών με την κατάρτιση της συμβάσεως άρθρων 192 επ. ΑΚ, καταρτίστηκε εγκύρως σύμβαση καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό με συνδικαιούχους τον Β. Χ. του Γ. και Γ. Χ. του Α. (δεύτερο εναγόμενο). Σε κάθε περίπτωση, όπως αναφέρεται στη μείζονα σκέψη, για την εγκυρότητα της κατάρτισης της σύμβασης κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό δεν απαιτείται να διενεργηθεί αυτή από όλους τους δικαιούχους αλλά μπορεί να καταρτισθεί και από έναν μόνο δικαιούχο, ακόμη και από τρίτο πρόσωπο, μη δικαιούχο, εφόσον περιέχει τον όρο ότι η χρήση του λογαριασμού αυτού μπορεί να γίνει είτε από έναν, στο όνομά του, είτε από μερικούς και βέβαια από όλους μαζί στο όνομα των οποίων έγινε η κατάθεση, είτε εν όλω είτε εν μέρει, χωρίς τη σύμπραξη των άλλων δικαιούχων, αδιάφορο αν τα χρήματα της κατάθεσης ανήκουν σε όλους εκείνους υπέρ των οποίων ο λογαριασμός ή σε έναν ή σε μερικούς από αυτούς, τον οποίο (όρο), όπως αναφέρθηκε, περιέχει αναλυτικώς η εν λόγω σύμβαση. Περαιτέρω, η ίδια σύμβαση κοινού λογαριασμού περιέχει και δεύτερο πρόσθετο όρο, συνιστάμενο ότι σε περίπτωση θανάτου ενός από τους δικαιούχους, οι καταθέσεις και ολόκληρος ο λογαριασμός θα περιέρχεται αυτοδικαίως στον επιζώντα δικαιούχο, ο όρος δε αυτός αναγράφεται στο τέλος της παραγράφου Ζ' με τίτλο "Κατάθεση σε κοινό (διαζευκτικό) λογαριασμό" της από 12.2.1998 έγγραφης συμφωνίας περί των όρων των καταθέσεων μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, ήτοι του Β. Χ. και της πρώτης εναγομένης, που διέπει, όπως προαναφέρθηκε, τον επίδικο λογαριασμό". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνονται οι ηττηθέντες εκκαλούντες με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, και με την έννοια αυτή ερευνώνται κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα: Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διάφορα από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, συντρέχει όταν υπάρχει διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή λάθος ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου. Η παραμόρφωση μπορεί να γίνει θετικά, με τη μεταβολή του κειμένου του εγγράφου, ή αρνητικά με την παράλειψη χρήσιμων περικοπών και το ζήτημα πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό. Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός, όταν αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου για τη συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος, διαφορετικού από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων. Με τον τέταρτο και τελευταίο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, ότι παραμόρφωσε τα έγγραφα εισαγωγής δευτερεύοντος κατόχου των ... (ταμιευτηρίου) και ... (προθεσμιακού) λογαριασμών με τις παραδοχές της (α) ότι καταρτίσθηκε εγκύρως σύμβαση καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό με συνδικαιούχους τους Β. Χ. και Γ. Χ. (δεύτερο των αναιρεσιβλήτων", στο κείμενο των οποίων δε σημειώνεται υπογραφή του τελευταίου. Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως πράγματι η εισαγωγή και προσθήκη και του ονόματος του δεύτερου του αναιρεσίβλητου με δικαίωμα χρήσεως και από εκείνον της καταθέσεως κατά την έννοια του ν. 5638/1932, έστω και αυτός δεν ήταν ο καταθέτης, έγινε από μόνο τον αρχικό δικαιούχο Β. Χ., που ανταποκρίνεται στο κατά την ερευνώμενη αναιρετική αιτίαση περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων. Και τούτο σε συνέπεια με την διαλαμβανόμενη στις αιτιολογίες της νομική παραδοχή της ότι η κατάθεση σε κοινό λογαριασμό μπορεί να συσταθεί είτε από ένα ή περισσότερους από κοινού στο όνομά τους κοινώς, είτε από ένα ή περισσότερους στο όνομα καταθετών κοινώς, αλλά και τρίτων προσώπων, εφόσον περιέχει τον όρο χρήσεως του λογαριασμού και από τους τελευταίους και (β) ότι καταρτίσθηκε σύμβαση μεταξύ του αρχικού καταθέτη και του πρόσθετου δικαιούχου δεύτερου των αναιρεσιβλήτων αφενός και της πρώτης τούτων Τράπεζας αφετέρου, χωρίς να σημειώνεται στα εν λόγω έγγραφα υπογραφή εκπροσώπου της τελευταίας. Κατά την ανταποκρινόμενη στο περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας η εν λόγω σύμβαση καταρτίσθηκε κατά τους όρους του άρθρου 192 ΑΚ, με την έννοια ότι η πρώτη των αναιρεσιβλήτων τράπεζα αποδέχθηκε την πρόταση του αρχικού δικαιούχου για το άνοιγμα του λογαριασμού. Επομένως ο διατυπούμενος τέταρτος και τελευταίος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως, ερειδόμενος επί αναληθούς από ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως, ελέγχεται ως αβάσιμος. ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δίκαιου κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της, (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 α' και β' του "περί καταθέσεως εις κοινόν λογαριασμόν" ν. 5638/1932, όπως το πρώτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν. 951/1971, συνδυαζόμενες και με εκείνες των άρθρων 489, 491, 493, 806, 822, 830 ΑΚ, 2 παρ. 1 Ν.Δ. 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων περί Α.Ε." και 117 ΕισΝΑΚ, συνάγονται τα ακόλουθα: Με την συναπτόμενη μεταξύ αφενός δύο ή περισσοτέρων ενδιαφερομένων και αφετέρου κάποιας τράπεζας σύμβαση καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό, εκείνοι καταθέτουν σ' αυτήν χρήματα με την παράλληλη συμφωνία της τηρήσεως από αυτήν της κατάθεσης στο όνομα από κοινού και με τον πρόσθετο όρο ότι καθένας από εκείνους θα μπορεί να κάνει μερική ή ολική χρήση του λογαριασμού, αναλαμβάνοντας από αυτόν χρήματα χωρίς τη σύμπραξη των άλλων. Ο πρόσθετος αυτός όρος είναι απαραίτητος για να προσδώσει στην τραπεζική κατάθεση σε λογαριασμό με δύο ή περισσότερους δικαιούχους το χαρακτηρισμό της ως κατάθεση σε κοινό λογαριασμό. Η κατάθεση σε κοινό λογαριασμό μπορεί να συσταθεί είτε από περισσότερους μαζί στο όνομά τους κοινώς, είτε από ένα ή περισσότερους στο όνομα των καταθετών κοινώς, αλλά και τρίτων προσώπων, εφόσον περιέχει τον ανωτέρω όρο της χρήσης του λογαριασμού αυτού. Με την πιο πάνω κατάθεση των χρημάτων στο όνομα περισσοτέρων του ενός δικαιούχων, η κυριότητα των χρημάτων περιέρχεται στην τράπεζα και αποκτάται ξανά με την ανάληψη αυτών από οποιοδήποτε δικαιούχο, ο οποίος έτσι γίνεται κύριος των χρημάτων, έστω και αν δεν ήταν καταθέτης, ανεξάρτητα από το σκοπό της κατάθεσης (εντολή, δωρεά). Η άνω έννοια συνάγεται και από το γράμμα των προαναφερόμενων διατάξεων, στις οποίες γίνεται χρήση της φράσης χρηματική κατάθεση σε ανοικτό λογαριασμό "στο όνομα δύο ή περισσοτέρων μαζί" και όχι εκ μέρους δύο ή περισσοτέρων μαζί, καθώς και από τον χαρακτηρισμό των προσώπων, που τα αφορά η κατάθεση αυτή, ως "δικαιούχων" και όχι ως καταθετών, αλλά και από το σκοπό του νόμου, που απέβλεψε με τις διατάξεις αυτές στη συγκράτηση κεφαλαίων στην Ελλάδα και στην προσέλευση νέων κεφαλαίων που βρίσκονται στα χέρια Ελλήνων του εξωτερικού. Για την εγκυρότητα της κατάθεσης δεν απαιτείται να διενεργηθεί αυτή από όλους τους δικαιούχους, αλλά μπορεί να καταρτισθεί από μερικούς ή και έναν δικαιούχο, ακόμη και από τρίτο πρόσωπο μη δικαιούχο. Με τη σύναψη της συμβάσεως καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό δημιουργείται ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, υπό την έννοια ότι ο καθένας από τους δικαιούχους έχει το δικαίωμα να απαιτήσει από την τράπεζα την ανάληψη των χρημάτων του λογαριασμού, η οφειλέτρια, όμως, τράπεζα έχει την υποχρέωση να προβεί στην απόδοση των χρημάτων μόνο μία φορά, σε περίπτωση δε που η τελευταία απόδωσε σ' εκείνον τα χρήματα επέρχεται απόσβεση της απαιτήσεως έναντι αυτής ως προς όλους τους δανειστές, δηλαδή και ως προς τον άλλο ή άλλους δικαιούχους. Αυτοί έχουν δικαίωμα αναγωγής κατ' εκείνου που ανέλαβε τα χρήματα, σε περίπτωση δε δυο εις ολόκληρον δικαιούχων, για την εκ μέρους του ανάληψη του μισού των εν λόγω χρημάτων, εκτός αν αποδεικνύεται κάτι άλλο από την τυχόν υφιστάμενη εσωτερική σχέση τους. Στην εν λόγω σύμβαση επιτρέπεται να τεθεί και δεύτερος πρόσθετος όρος, συνιστάμενος στο ότι, σε περίπτωση θανάτου ενός από τους δικαιούχους, κατά το διάστημα εννοείται που παραμένει ανοικτός ο λογαριασμός, η κατάθεση και λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως στον επιζώντα δικαιούχο. Στην περίπτωση πληρώσεως της αναβλητικής αιρέσεως λαμβάνει χώρα αυτοδικαίως η, ως άνω, περιέλευση, μάλιστα δε η κατάθεση περιέρχεται στον επιζώντα ελεύθερη κάθε φόρου κληρονομίας ή άλλου τέλους. Παρέπεται ότι σε περίπτωση πληρώσεως της αναβλητικής αιρέσεως καταργείται αυτοδικαίως το από την ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή ή την τυχόν υφιστάμενη εσωτερική σχέση δικαίωμα αναγωγής των κληρονόμων του θανόντος, στη θέση εκείνου, κατά του επιζώντος δικαιούχου, η δε τράπεζα οφείλει να αποδώσει τα χρήματα του λογαριασμού όχι στους, ως άνω, κληρονόμους, αλλά στον επιζώντα δικαιούχο. Οι προεκτιθέμενες διατάξεις ως ειδικές υπερισχύουν της γενικής διατάξεως του άρθρου 368 ΑΚ περί ακυρότητας της συμβάσεως για την κληρονομία προσώπου που ζει. Η δε ρύθμιση, που απορρέει από τις εν λόγω διατάξεις, δεν είναι ασυμβίβαστη προς το προστατευόμενο από το Σύνταγμα (άρθρο 17 παρ. 1) δικαίωμα ιδιοκτησίας, ούτε προς το δικαίωμα διαθέσεως αιτία θανάτου. Από καμιά δε διάταξη νόμου δεν εξαρτάται το κύρος του δεύτερου, ως άνω, πρόσθετου όρου είτε από το ποιος συμβαλλόμενος είχε την πρωτοβουλία να τεθεί στη σύμβαση καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό ο όρος αυτός, είτε αν αποτελεί μεταγενέστερη της συμβάσεως προσθήκη, πάντως πριν από το θάνατο του συνδικαιούχου, προκειμένου οι επιζώντες συνδικαιούχοι να επωφεληθούν αυτής. Τέλος, κατά το άρθρο 192 ΑΚ η σύμβαση συντελείται μόλις περιέλθει εις εκείνον που πρότεινε η δήλωση αποδοχής της προτάσεώς του. Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις διαλαμβάνεται, ιδία, ότι ο επίμαχος τραπεζικός λογαριασμός κατέστη κοινός με την προσθήκη και εισαγωγή και του ονόματος του δευτέρου των αναιρεσίβλητων από τον αρχικό δικαιούχο Β. Χ., πρόταση του τελευταίου την οποία και αποδέχθηκε η αρχικώς εναγομένη Τράπεζα και καταρτίσθηκε μετ' αυτής σύμβαση καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό, διεπομένη από το ν. 5638/1932, κατά τους όρους της οποίας (α) οποιοσδήποτε συνδικαιούχος δικαιούται χρήσεως αυτού, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών δικαιούχων και (β) σε περίπτωση θανάτου ενός από τους δικαιούχους οι καταθέσεις και ολόκληρος ο λογαριασμός θα περιέρχεται αυτοδικαίως στους επιζώντες λοιπούς δικαιούχους αυτού. Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή των αμέσως παραπάνω σημειούμενων διατάξεων απόρριψη της απευθυνόμενης κατά των αναιρεσίβλητων αγωγή των αναιρεσειόντων, με άμεση δικονομική συνέπεια οι προβαλλόμενες με τους απομένοντες προς έρευνα λόγους αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.1 (α' σκέλος 1ου και 3ου λόγου) και 19 (β' σκέλος 1ου και 3ου λόγου, 2ος λόγος) ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων, αρνητικά να αξιολογούνται, ως αβάσιμες. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα της παρισταμένης πρώτης των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700,00 Ευρώ (ΚΠολΔ 183). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 945/5-7-2006 αίτηση για αναίρεση της 1262/24-2-2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ