Αριθμός 1874/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη και Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 20/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) Χ2 2) Χ3 και 3) Χ4.Το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Μαρτίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 561/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 189/14.05.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω κατ΄ αρθρ 485 &1 ΚΠΔ την με αριθμ. 1/12-3-2007 αίτηση του Χ1, γενομένη δια πληρεξουσίου ο οποίος είχε την προς τούτο εξουσιοδότηση η οποία προσαρτάται στην έκθεση αναίρεσης, για αναίρεση του με αριθμ. 20/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, με το οποίο απορρίπτεται εν μέρει κατ ουσία η με αριθμ. 12/2006 έφεση του κατά του με αριθμ. 130/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου για να δικαστεί για σωματεμπορία κατ΄ εξακολούθηση και για παράβαση του άρθρου 87 του Ν 3386/2005 και εκθέτω τα ακόλουθα: Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από κατηγορούμενο και στρέφεται κατά βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για την πρώτη κακουργηματική πράξη και για την συναφή πλημμεληματική και περιέχει συγκεκριμένους λόγους, της απόλυτης ακυρότητας του άρθρου 171 αρθ. 1 ΚΠΔ, και της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας (άρθρ. 484 & 1 α και δ ΚΠΔ) Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι Οι προβαλλόμενοι λόγοι συνίστανται όπως αναφέρονται στην αίτηση αναίρεσης. Α.- Στο ότι κατά την ανάκριση και ειδικότερα μετά την απολογία του κατηγορουμένου τότε και νυν αναιρεσείοντα ο Ανακριτής δεν εξέτασε τους μάρτυρες υπεράσπισης τους οποίους πρότεινε με το απολογητικό του υπόμνημα του και ότι το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε σιγή και χωρίς αιτιολογία τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου και Β.- ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται της ειδικής αιτιολογίας και συγκεκριμένα επειδή α) το μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο που στηρίζεται η παραπεμπτική κρίση του συμβουλίου εφετών είναι η κατάθεση της παθούσας και η αντιφατικές της καταθέσεις και ότι δεν λήφθηκαν υπ΄ όψη τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία β) ότι στο ίδιο βούλευμα σε απαλλακτική του διάταξη απορρίπτει την μοναδική κατάθεση της γιατί δεν επιβεβαιώνεται από κάποιο άλλο στοιχείο γ) ότι δεν λήφθηκαν και δεν αξιολογήθηκαν ισχυρισμοί του αναιρεσείοντα συνιστάμενοι στο ότι η παθούσα του έστελνε από το Αστυνομικό τμήμα όπου κρατούνταν μηνύματα από το τηλέφωνο της φιλικού ή ερωτικού περιεχομένου και δ) δεν αιτιολογείται ο σκοπός του αναιρεσείοντα σχετικά με την πρώτη πράξη. Ως προς τον πρώτο λόγο κατά τη διάταξη του άρθρου 173 & 2 του ΚΠΔ από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρ. 171 όσες αναφέρονται σε πράξεις τις προδικασίας μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνεται αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο και κατά το επόμενο άρθρο 174 & 1 ακυρότητα που δεν προτάθηκε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο καλύπτεται και κατά τη διάταξη του άρθρου 176 & 1. Αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο και της κύριας διαδικασίας το δικαστήριο που επαναλαμβάνει την εκδίκαση της υπόθεσης. Από τις συνδυασμένες αυτές διατάξεις προκύπτει ότι πράξεις η παραλείψεις προανακριτικών ή ανακριτικών υπαλλήλων που έχουν σχέση με την εμφάνιση εκπροσώπηση και υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος δημιουργούν απόλυτες ακυρότητες, ότι οι ακυρότητες αυτές μπορούν να προταθούν μέχρι της αμετάκλητης παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και ότι απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορούν οι ακυρότητες αυτές να προταθούν ακόμη και στο Άρειο Πάγο είναι να έχουν υποβληθεί και να έχουν τεθεί υπ΄ όψη του αρμοδίου κατ΄ άρθρο 176 & 1 ΚΠΔ δικαστικού συμβουλίου το οποίο είναι το αρμόδιο μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου οπότε απεκδύεται από κάθε δικαιοδοσία επί της υπόθεσης (Α Π 1259/2000 Π.Χ. ΝΑ 440 και 1260/2000 Π.Χ. ΝΑ 441 ΑΠ 44/2005 Π.Χ. ΝΕ 831). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων αναφέρει ότι ο Ανακριτής απέρριψε το αίτημα του να εξετάσει τους μάρτυρες τους οποίους πρότεινε με το απολογητικό του υπόμνημα και ότι το Συμβούλιο Εφετών δεν απάντησε στον σχετικό λόγο έφεσης που επικαλέστηκε χωρίς ν΄ αναφέρει τι περί του αν προβλήθηκε σχετικός ισχυρισμός ενώπιον του Συμβουλίου Πλημ/κών και ποια η απόφαση του. Τουτέστιν ο αναιρεσείων προέβαλλε ως λόγο αναίρεσης την εμφιλοχωρήσασα απόλυτη ακυρότητα επειδή το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν απάντησε επί σχετικού αυτοτελούς λόγου έφεσης και ο οποίος έχει σαν περιεχόμενο την μη εξέταση των μαρτύρων που πρότεινε με το απολογητικό του υπόμνημα από τον Ανακριτή. Ο υπό κρίση λόγος αναίρεσης ο οποίος προβάλλεται, συνιστάμενος κατά τα ανωτέρω στο ότι το Συμβούλιο Εφετών δεν απάντησε αυτοτελούς λόγου κρίνεται μη βάσιμος γιατί η παράλειψη του αρμόδιου Συμβουλίου Εφετών ν΄ απαντήσει επί σχετικού λόγου έφεσης δεν δημιουργεί αναιρετικό λόγο γιατί η παράλειψη αυτή του Συμβουλίου Εφετών θεμελιώνει όχι αναιρετικό λόγο αφού δεν υφίσταται αντικείμενο άλλα λόγο επανεισαγωγής της υπόθεσης σ΄ αυτό με νέα πρόταση του Εισαγγελέα ως προς τον μη απαντηθέντα αυτοτελή λόγο της έφεσης (ΑΠ 292/78 Π.Χ. ΚΘ 478, ΑΠ 1418/83) επομένως ο λόγος αυτός πρέπει ν΄ απορριφθεί. Περαιτέρω ως προς τον δεύτερο λόγο. Το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου δέχθηκε με το προσβαλλόμενο βούλευμα κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του ότι, από τα αποδεικτικά στοιχεία που μνημονεύει κατά το είδος τους προέκυψαν τα ακόλουθα: Ότι ο αναιρεσείων παρέλαβε την από τον Γ1 αεροπορικώς αποσταλείσα Ζ στο αεροδρόμιο της Ρόδου και ο οποίος την εγκατέστησε στο ξενοδοχείο της ........ "......" αποσπώντας της το διαβατήριο με το πρόσχημα την τακτοποίηση των διαφόρων διατυπώσεων και την διερεύνηση της δυνατότητας να εξασφαλίσει τα απαραίτητα για την παραμονή της δικαιολογητικά, στην πραγματικότητα όμως προκειμένου να πετύχαινε την στέρηση της ελεύθερης μετακίνηση της και την εξάρτηση της από αυτόν. Ο αναιρεσείων στην συνέχεια της παρέστησε ότι υπήρχε δυνατότητα εξασφάλισης δικαιολογητικών και κυρίως εξασφάλισης πλαστού διαβατηρίου χώρας της Ευρωπαϊκής Ένωσης αρκεί να του έδινε αρκετά χρήματα, 5.000 για να την πάντρευε με ΄Ελληνα, 1500 για την κατασκευή πλαστού διαβατηρίου ή 1700 ευρώ για έκδοση άδειας παραμονής. Εν όψει όλων αυτών και προ του κινδύνου της απέλασης και προκειμένου να εξασφάλιζε τα χρήματα και αναζητώντας διέξοδο ακολούθησε τον αναιρεσείοντα σε κάποιο σπίτι που όπως της είπε διέμενε κάποιος που μπορούσε να βοηθήσει στην επίλυση των προβλημάτων με την παραμονή της και όταν την πήγε στο σπίτι εκείνο την άφησε και έφυγε. Η παθούσα όπως διαπίστωσε στην συνέχεια η συνάντηση είχε προσχεδιαστεί από τον αναιρεσείοντα και είχε περιεχόμενο την ερωτική συνεύρεσή της με αυτόν γιατί αμέσως μόλις έφυγε ο αναιρεσείων και αφού αρχικά συζήτησαν για το πρόβλημα της ο άγνωστος άρχισε να την χαϊδεύει και στην αντίδραση της είπε ότι ήταν γι΄ αυτή τη δουλειά εκεί και ότι είχε πληρώσει 150 ευρώ για τον λόγο αυτό και κρατώντας την στη συνέχεια δυνατά και βίαια με τα χέρια του ήλθε σε πλήρη κατά φύση σεξουαλική επαφή. Μετά από αυτό κατεβαίνοντας κάτω βρήκε το αναιρεσείοντα ο οποίος την περίμενε και του ζήτησε το διαβατήριο πλην εκείνος πλέον αποκαλύπτοντας τους αληθινούς σκοπούς του της είπε ότι θα πάθαινε μεγάλο κακό αν δεν έκανε αυτό που της έλεγε, και στη συνέχεια την οδήγησε σε ένα άλλο σπίτι όπου την παρέδωσε σε κάποιον 50ντάρη με τον οποίο είχε κανονίσει συνάντηση εκ τον προτέρων και ο οποίος την ανάγκασε να του κάνει στοματικό έρωτα λέγοντας συγχρόνως ότι ο αναιρεσείων ΄΄είχε καλά κορίτσια ΄΄ και στην συνέχεια την πήγε σε άλλο σπίτι όπου την παρέδωσε σε κάποιον άλλο άνδρα 40 περίπου ετών ο οποίος της είπε ότι ήταν συνεργάτης του αναιρεσείοντα όπου και εκεί αναγκάστηκε να έλθει σε σαρκική συνάφεια με αυτόν. Στην συνέχεια της ζήτησε ή να δουλεύει στο μαγαζί του ή να κάνει βίζιτες σε σπίτια και ένα βράδυ που τη ξαναέφερε στο μαγαζί του με υπόδειξη του ένας από τους πελάτες την πήρε σ΄ ένα απομονωμένο χώρο του καταστήματος και εκεί ασκώντας βία την ανάγκασε να έλθει σε πλήρη κατά φύση συνουσία. Στην συνέχεια και μετά από αιφνιδιαστικό έλεγχο του καταστήματος του από αστυνομικούς ο αναιρεσείων της παρέδωσε το διαβατήριο της είπε ότι την ψάχνει η αστυνομία και για να φανεί ότι συνεργάζεται με την αστυνομία την οδήγησε ο ίδιος στο Α/Τ Ιαλυσσού όπου και διαπιστώθηκε η παράνομη παραμονή της στην Ελλάδα Με τις παραδοχές αυτές σχετικά με όσα κατηγορείται ο αναιρεσείων το προσβαλλόμενο βούλευμα έχει πλήρη σαφή και συγκεκριμένη αιτιολογία και ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στις παρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 98 και 386 & 1-3β με τις οποίες κατηγορήθηκε και ότι καμία αντίφαση δεν παρατηρείται μεταξύ στο σκεπτικό ούτε και υπάρχουν αντιφάσεις στην αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος ΄Οσον αφορά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντα περί του ότι το μοναδικό αποδεικτικό μέσο όσον αφορά την πράξη της σωματεμπορίας είναι η κατάθεση της παθούσας και ότι με επιφύλαξη έπρεπε να ληφθεί υπ ΄όψη, ότι και το ίδιο το συμβούλιο εφετών το έκανε στην περίπτωση άλλου κατηγορουμένου όπως και ότι ή παθούσα του έστελνε από το αστυνομικό τμήμα μηνύματα με το τηλέφωνο της ερωτικού ή φιλικού περιεχομένου πρέπει να απορριφθούν καθ΄ όσον αυτά ανάγονται στην ανέλεγκτο ουσιαστική κρίση του κρίση του Συμβουλίου Εφετών και εκφεύγουν του ακυρωτικού ελέγχου( ΑΠ 108/1995 ΠΧ Μστ-207, ΑΠ 233/86, ΑΠ 1455/95, ΑΠ 224/87). Κατ΄ ακολουθία των παραπάνω η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου πρέπει ν΄ απορριφθεί Για τους λόγους αυτούςΠροτείνω: Να απορριφθεί η την με αριθμ. 1/12-3-2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση του με αριθμ. 20/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, με το οποίο απορρίπτεται εν μέρει κατ ουσία η με αριθμ. 12/2006 έφεση του κατά του με αριθμ. 130/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου για να δικαστεί για Σωματεμπορία κατ΄ εξακολούθηση και για Παράβαση του άρθρου 87 του Ν 3386/2005 και εκθέτω τα ακόλουθα Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντα. Αθήνα την 25-4-2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Επειδή με το προσβαλλόμενο με αριθ. 20/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου απορρίφθηκε η με αριθ. 12/2-10-2006 έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και επικυρώθηκε το πρωτόδικο με αριθ. 130/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Δωδεκανήσου, με το οποίο παραπέμφθηκε αυτός ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου που θα ορίσει ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών Δωδεκανήσου για να δικαστεί α) για την κατ' εξακολούθηση πράξη της σωματεμπορίας από κοινού, συνδεόμενης με την παράνομη είσοδο και παραμονή της παθούσης στη χώρα, και β) της παράβασης του άρθρου 87 του Ν. 3386/2005). II. Κατά τη διάταξη του άρθρου 351 παρ. 1 του Π.Κ., όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 8 του ν. 3064/2002, ''όποιος με τη χρήση βίας, απειλής ή άλλου εξαναγκαστικού μέσου ή την επιβολή ή κατάχρηση εξουσίας, προσλαμβάνει, μεταφέρει ή προωθεί εντός ή εκτός της επικράτειας, κατακρατεί, υποθάλπει, παραδίδει, με ή χωρίς αντάλλαγμα, σε άλλον ή παραλαμβάνει από άλλον, πρόσωπο με σκοπό να προβεί ο ίδιος ή άλλος, στη γενετήσια εκμετάλλευσή του, τιμωρείται με κάθειρξη, μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή, δέκα χιλιάδων (10.000) έως πενήντα χιλιάδων (50.000) Ευρώ''. Και κατά τη διάταξη της παρ. 4 περ. γ΄ του Κώδικα, που προστέθηκε επίσης με το άρθρο 8 του ν. 3064/2002, ''με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή, πενήντα χιλιάδων (50.000) έως εκατό χιλιάδων (100.000) Ευρώ, τιμωρείται ο υπαίτιος (μεταξύ άλλων περιπτώσεων) και αν η πράξη συνδέεται με την παράνομη είσοδο, παραμονή ή έξοδο του παθόντος από τη χώρα''. Εξάλλου η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται στο βούλευμα με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη του και τα συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν μέρει ή εξολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο ως άνω με αριθ. 20/2007 βούλευμά του, το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, με επιτρεπτή εξολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών Δωδεκανήσου, δέχτηκε μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των κατ' είδος αναφερόμενων σ' αυτό αποδεικτικών μέσων (καταθέσεων μαρτύρων, εγγράφων απολογίας του κατηγορουμένου και λοιπών στοιχείων) ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 29.3.2006 ο Αρχιφύλακας Β1 δέχθηκε στο γραφείο Αλλοδαπών της Υποδ/νσης Ασφαλείας Ρόδου, κατά τον χρόνο της υπηρεσίας του ανώνυμο τηλεφώνημα, με το οποίο του καταγγέλθηκε ότι μια αλλοδαπή υπήκοος Βουλγαρίας, ονόματι Ζ εργαζόταν παράνομα στο κατάστημα "..........." της .......... Ρόδου. Πρωινές ώρες της 30.3.06 συνάντησε στην Αστυνομική Δ/νση τον Υπαστυνόμο Χ4, ο οποίος υπηρετεί στο Αστυνομικό Τμήμα Ιαλυσσού και του ανέφερε την ως άνω πληροφορία, προτείνοντας του, ότι, αν είχε ανάγκη της συνδρομής του, θα ήταν στη διάθεση του. Ο Χ4 του απάντησε ότι θα ενημέρωνε τον Διευθυντή του και θα έλεγε και σ' αυτόν πότε θα γίνει ο έλεγχος στο κατάστημα προκειμένου να συμμετάσχει και αυτός. Πράγματι βραδινές ώρες της 30.3.06 (περί ώρα 23:30) έγινε έλεγχος από αστυνομικούς του Αστ. ΤΜ. Ιαλυσσού και τον ως άνω Αρχιφύλακα, πλην όμως δεν ανευρέθη η αναζητούμενη Ζ στο κατάστημα, ερωτηθείς δε σχετικά ο ιδιοκτήτης του Χ1 απάντησε πως δεν θυμόταν αν είχε απασχολήσει την παραπάνω κοπέλα στο κατάστημα του. Ωστόσο πρωινές ώρες της 31.3.06 ο Χ1 και η Ζ εμφανίσθηκαν στο Αστυνομικό Τμήμα Ιαλυσσού, και ειδοποιηθείς από την Αστυφύλακα Β2 που εκείνο το βράδυ εκτελούσε καθήκοντα πληρώματος περιπολικού αυτοκινήτου στο Α. Τμ. Ιαλυσσού, ο Χ4 περί της εμφανίσεως των ως άνω προσώπων, εκάλεσε αμέσως τον Αρχιφύλακα Β1 , που είχε στο μεταξύ αναχωρήσει μετά τον πραγματοποιηθέντα έλεγχο στο ως άνω κατάστημα για Ρόδο να επιστρέψει, προκειμένου, ως εμπειρότερος, καθόσον υπηρετούσε στο Τμ. Αλλοδαπών, να ελέγξει το διαβατήριο της αλλοδαπής και διαπιστώσει το νόμιμο ή μη της παραμονής της στην Ελλάδα. Πράγματι ο τελευταίος διαπίστωσε ότι η Ζ είχε παραβιάσει τη βίζα της οκτώ ημέρες και επομένως η παραμονή της στην Ελλάδα ήταν παράνομη έπρεπε να απελαθεί. Συζητώντας ο Χ1 με τον Χ4, ο πρώτος του είπε ότι πράγματι γνώριζε την παραπάνω κοπέλα, γιατί του την είχε στείλει από την Κρήτη ένας φίλος του για να εργασθεί σ' αυτόν αφού της ετοίμαζε τα χαρτιά της, και ότι είχε VISA και την είχε εγκατεστημένη στο ξενοδοχείο .......... της ........, πλην όμως μπερδεύτηκε ως προς τα στοιχεία της και γι' αυτό, όταν είχε ερωτηθεί, κατά τον έλεγχο δεν ανέφερε ότι την γνώριζε. Η Ζ δεν κρατήθηκε στο κρατητήριο, εξαιτίας προβλήματος της υγείας της, αλλά παρέμεινε σε κάποιο γραφείο του ως άνω τμήματος φρουρούμενη από αστυνομικό. Ο Χ4 αφού της δήλωσε ότι είναι υπό απέλαση της είπε ότι μπορεί να συμβουλευθεί δικηγόρο για να προσφύγει κατά της απέλασης της. Η Ζ τότε του πρότεινε να τη βοηθήσει να μείνει στην Ελλάδα και εις αντάλλαγμα αυτή προέβη στην αποκάλυψη της παράνομης συμπεριφοράς του Χ1, τόσο σε βάρος της όσο και σε βάρος άλλων γυναικών. Η εν λόγω αλλοδαπή είχε έλθει στην Ελλάδα, μέσω Ιταλίας από την πατρίδα της την Βουλγαρία στις 15.12.05 με τη συνοδεία του Γ1, με τον οποίο γνωρίσθηκε στη Βουλγαρία, συνδέθηκε μαζί του ερωτικά και τον ακολούθησε στην Κρήτη, γιατί της υποσχέθηκε ότι θα την παντρευόταν αφότου χώριζε με άλλη αλλοδαπή γυναίκα με την οποία ήταν παντρεμένος. Αφού συνέζησαν επί τρίμηνο στην περιοχή ....... Κρήτης, ολίγο χρόνο πριν λήξη η VISA της Ζ ο Γ1 της προέβαλε ότι αντιμετώπιζε οικονομικές και οικογενειακές δυσκολίες, δεν μπορούσε να την συντηρεί πλέον και της πρότεινε να έλθει στη Ρόδο, στον φίλο του Χ1, ο οποίος θα φρόντιζε να εκδώσει τα απαραίτητα έγγραφα γι' αυτήν, ώστε νόμιμα πλέον να παραμείνει και να εργασθεί στην επιχείρηση του τελευταίου στη Ρόδο. Έτσι υπό την απειλή της μη δυνατότητας παραμονής, εργασίας και οικονομικής στήριξης της στην Ελλάδα η Ζ παρεδόθη από τον Γ1 στον από διετίας φίλο του στη Ρόδο Χ1, ο οποίος την παρέλαβε από το αεροδρόμιο της Ρόδου στις 23.3.06 με σκοπό να προβεί στη γενετήσια εκμετάλλευση της. προς τούτο ο τελευταίος την εγκατέστησε στο ξενοδοχείο της ........ "........", της απέσπασε το διαβατήριο της, με το πρόσχημα μεν να προβεί στις αναγκαίες για το ξενοδοχείο διατυπώσεις και να δει τι μπορεί να κάνει με τα χαρτιά της, στην πραγματικότητα όμως για να κατακρατήσει, ώστε να της στερηθεί η δυνατότητα ελευθερίας στη μετακίνηση της και να τεθεί υπό την εξάρτηση του. Την επόμενη μέρα το πρωί ο Χ1 προκειμένου να εξαναγκάσει την Ζ να εκδίδεται και να γίνει αντικείμενο σεξουαλικής εκμετάλλευσης από τρίτους και γνωρίζοντας ότι αυτή δεν είχε καθόλου χρήματα της είπε ότι θα μπορούσε να την παντρέψει με Έλληνα, αν του έδινε 5.000 ευρώ, να της κατασκευάσει πλαστό διαβατήριο χώρας της Ευρωπαϊκής Ένωσης αν του κατέβαλε 1.500 ευρώ ή να της εκδόσει άδεια παραμονής αν του κατέβαλε 1.700 ευρώ. Με τον τρόπο αυτό επεδίωκε να της καταστήσει σαφές ότι λόγω οικονομικής της αδυναμίας και μη κατοχής του διαβατηρίου της η μόνη διέξοδος που είχε ήταν να κάνει ότι αυτός θα της έλεγε. Έτσι εξαναγκάσθηκε να τον ακολουθήσει στο αυτοκίνητο του με το οποίο αυτός την οδήγησε και την άφησε σε ένα σπίτι λέγοντας της δήθεν ότι εκεί θα μπορούσε να μιλήσει για το πρόβλημα της. στο σπίτι αυτό ένας άγνωστος άνδρας ηλικίας τριάντα έως τριανταπέντε περίπου ετών που την υποδέχθηκε, αφού συζήτησε μαζί της και της είπε να έχει εμπιστοσύνη στον Χ1, άρχισε να την χαϊδεύει και επειδή αυτή αντιδρούσε της είπε χυδαία "σταμάτα γιατί είσαι γι' αυτή τη δουλειά εδώ και εγώ έχω πληρώσει 150 ευρώ για σένα" και κρατώντας τη με τα δύο του χέρια δυνατά και βίαια ήλθε σε εξώγαμη συνουσία μαζί της. Αμέσως μετά κατέβηκε στο αυτοκίνητο όπου την περίμενε ο Χ1 και του ζήτησε το διαβατήριο της, πλην όμως εκείνος της είπε ότι θα πάθαινε μεγάλο κακό ή θα την έστελνε πακέτο στη Βουλγαρία, αν δεν έκανε ό,τι της έλεγε και στη συνέχεια την οδήγησε σε ένα άλλο σπίτι, ενώ αυτή έκλαιγε. Την άφησε στην εξώπορτα του σπιτιού αφού χτύπησε το κουδούνι του και την παρέδωσε σ? έναν άνδρα άνω των 50 ετών γκριζομάλλη, ο οποίος τη διέταξε και εξαναγκαστικά αυτή προέβη σε στοματικό έρωτα μ' αυτόν. Ενώ μάλιστα αυτή έκλαιγε αυτός κυνικά γελώντας έλεγε "τι ωραία κορίτσια που έχει ο Χ1. Ακολούθως ο Χ1 την παρέλαβε με το αυτοκίνητο του και οδηγώντας την παρέδωσε σε άλλο σπίτι σ' έναν άνδρα ηλικίας 40 περίπου ετών, ο οποίος της δήλωσε ότι ήταν συνεργάτης του Χ1 και αφού την έστειλε να κάνει μπάνιο την ακολούθησε και στο μπάνιο ήλθε σε σαρκική επαφή μαζί της. Έπειτα ο Χ1 την οδήγησε στο ξενοδοχείο ........, όπου την άφησε απειλώντας την ότι θα την σκότωνε αν μιλούσε. Στις 26 και 27.3.06 ο Χ1 ανέφερε, αφού επισκέφθηκε την Ζ ότι είχε μαγαζί όπου κοπέλες έκαναν στριπτίζ και την πήρε και την έφερε σ' αυτό για να δει αν μπορούσε να εργαστεί δίνοντας της μάλιστα και κατάλληλα ρούχα και ψηλοτάκουνα παπούτσια. Στο μαγαζί την προσέγγισαν οι άλλες κοπέλες που εργάζονταν εκεί και της έλεγαν ότι περνούν καλά, ότι ο Χ1 τις βοήθησε καθόσον είχε φτιάξει τα χαρτιά τους μέσω γάμου ή πλαστών εγγράφων, ενώ κοπέλες που δεν είχαν αποκτήσει ακόμη νόμιμα χαρτιά έδειχνα πεπεισμένες ότι ο Χ1 θα τους τα έφτιαχνε και ήταν ευχαριστημένες. Η Ζ όμως εδήλωνε ότι δεν μπορούσε να δουλέψει. Επιστρέφοντας την στο ξενοδοχείο ο Χ1 περί την 03:00 ώρα της 26.3.06 της επανέλαβε να σκεφθεί τι ήθελε να κάνει, να εργασθεί δηλ. στο μαγαζί του ή να κάνει "βίζιτερ) σε σπίτια. Ένα από τα βράδια που ο Χ1 την ξαναέφερε στο μαγαζί του, το βράδυ, προφανώς στις 29.3.06 αφού κάθισε με μία παρέα από δύο τρεις άνδρες μαζί με τον Χ1, με υπόδειξη του τελευταίου ένας εκ των ανδρών την πήρε σ' ένα απομονωμένο χώρο του μαγαζιού όπου ασκώντας πάνω της με την υπέρμετρη δύναμη του βία ήλθε σε εξώγαμη συνουσία μαζί της χωρίς τη θέληση της κάμπτοντας την αντίδραση της. Στις 30.3.06, φοβηθής προφανώς ο Χ1 ότι οι αστυνομικού που έλεγξαν το κατάστημα του θα εύρισκαν την Ζ και τούτο θα είχε ποινικές συνέπειες και για τον ίδιο που απέκρυψε την ύπαρξη της, προσήλθε στο ξενοδοχείο ..........., όπου διέμενε αυτή και παραδίδοντας της το διαβατήριο της, ούτως ώστε αυτή να μην μπορεί να τον καταγγείλει ότι της το είχε αφαιρέσει, της είπε ότι την ψάχνει η αστυνομία και για να φανεί ότι συνεργάζεται με την τελευταία την οδήγησε ο ίδιος στο Αστυνομικό Τμήμα Ιαλυσσού, όπου τελικά διαπιστώθηκε η παράνομη παραμονή της στην Ελλάδα". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο- αναιρεσείοντα πιο πάνω αξιόποινη πράξη της κατ' εξακολούθηση σωματεμπορίας κατά συναυτουργία, και από τα οποία συνήγαγε την κρίση για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης αυτής πράξεως, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντος στο ακροατήριο, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ. 1β, 45, 98, 351 παρ. 1 και 4γ του ΠΚ Ειδικότερα δε αναφέρεται στην αιτιολογία, ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο τελέσθηκε η πράξη, συνιστάμενος στην κατακράτηση της αλλοδαπής γυναίκας, που βρίσκονταν παράνομα στη χώρα. Επίσης αναφέρεται ο επιδιωκόμενος περαιτέρω σκοπός, συνιστάμενος στην γενετήσια εκμετάλλευση της γυναίκας αυτής. Αναφέρονται τέλος και τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, από τα οποία το Συμβούλιο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην κρίση ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος στο ακροατήριο, δεν υπάρχει δε ανάγκη αναφοράς και του τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο, ούτε πως αυτό αξιολογείται, ούτε επί φωτογραφίας, είναι αναγκαίο να αναφέρεται και το τι απεικονίζεται. Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος α) ότι μοναδικό αποδεικτικό μέσο είναι η κατάθεση της παθούσης και με επιφύλαξη έπρεπε να ληφθεί υπόψη, όπως το συμβούλιο το έκανε στην περίπτωση άλλου κατηγορουμένου και β) ότι η παθούσα του έστελνε από το αστυνομικό τμήμα μηνύματα με το τηλέφωνό της ερωτικού ή φιλικού περιεχομένου είναι απαράδεκτες, διότι με την επίκληση λόγου της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττουν την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Συμβουλίου. Επομένως ο από τη διάταξη του άρθρου 484 παρ.1 στοιχ δ' λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 εδ. ε΄ του ''Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα'' (κυρωτικός νόμος 2462/1997), ταυτόσημη εκείνης του άρθρου 6 παρ. 3 εδ. δ΄ της ''Ε.Σ.Δ.Α.'', κάθε πρόσωπο που κατηγορείται, δικαιούται μεταξύ άλλων να εξετάσει ή να ζητήσει την εξέταση των μαρτύρων κατηγορίας και να εξασφαλίσει την παρουσία και την εξέταση των μαρτύρων υπεράσπισης, με τους ίδιους όρους που ισχύουν για τους μάρτυρες κατηγορίας. Είναι προφανές ότι η διάταξη αυτή, που είναι εναρμονισμένη με εκείνη του άρθρου 327 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., με την οποία παρέχεται στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει την κλήτευση από τον εισαγγελέα, ενός ή δύο μαρτύρων της εκλογής του, αναλόγως αν κατηγορείται για πλημμέλημα ή κακούργημα (ανάλογο δε δικαίωμα, του παρέχεται κατά το άρθρο 500 του ίδιου Κώδικα και στο δεύτερο βαθμό), αναφέρεται στη διαδικασία του ακροατηρίου και δεν αφορά το στάδιο της ανάκρισης. Κατά το στάδιο αυτό ο ανακριτής ενεργεί, σύμφωνα με το άρθρο 248 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., όλες τις ανακριτικές πράξεις που θεωρεί κατά την κρίση του αναγκαίες, για να εξακριβωθούν το έγκλημα και οι υπαίτιοι και να επιτευχθεί ο κατά το άρθρο 239 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα σκοπός της ανάκρισης, μη υποχρεούμενος να λαμβάνει κατά τούτο υπόψη του, ούτε τις προτάσεις του εισαγγελέα. Και ναι μεν υποχρεούται ο ανακριτής, κατά τα άρθρα 239 παρ. 2 και 274 του Κ.Π.Δ., να εξετάζει και την περίπτωση της αθωότητας του κατηγορούμενου και κάθε περιστατικό που εκείνος επικαλέσθηκε υπέρ αυτής, εκ της παραβιάσεως όμως της υποχρεώσεως αυτής του ανακριτή, δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα, αλλά δυνατότητα μόνο του κατηγορούμενου να προσφύγει, κατά το άρθρο 307 του Κ.Π.Δ., στο Δικαστικό Συμβούλιο. Έτσι αν δεν γίνει δεκτό από τον ανακριτή αίτημα του κατηγορούμενου για την εξέταση μαρτύρων, ουδεμία απόλυτη ακυρότητα δημιουργείται, ούτε ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 484 παρ. 1 περ. α΄ του Κ.Π.Δ.. Επομένως τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με σχετικό, εκ του άρθρου 484 παρ. 1 περ. α΄ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία της ανάκρισης, εκ της μη κλητεύσεως από τον ανακριτή, των μαρτύρων ............., ............. και ............, των οποίων ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος είχε ζητήσει την κλήτευση και την εξέτασή τους είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 245, 308 παρ. 1, 309 παρ. 1 εδ. δ΄, 312, 316 παρ. 2, 318 και 319 του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι, η ανάγκη ή μη συμπλήρωσης της ανάκρισης και η διάταξη περαιτέρω ανάκρισης ή προανάκρισης, απόκειται στην κυριαρχική εκτίμηση του Δικαστικού Συμβουλίου, η οποία δεν υπόκειται κατά τούτο στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Σε περίπτωση όμως απόρριψης αιτήματος που έχει υποβληθεί από τον εισαγγελέα ή τους διαδίκους, για την ενέργεια περαιτέρω ανάκρισης ή προανάκρισης, προκειμένου να διεξαχθεί συγκεκριμένη ανακριτική ενέργεια σε σχέση με συγκεκριμένο ζήτημα της κατηγορίας, το Συμβούλιο οφείλει να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση, ειδικά και εμπεριστατωμένα. Η αιτιολογία πάντως αυτή, η έλλειψη της οποίας προβάλλεται με τον αναιρετικό λόγο, από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. δ΄ του Κ.Π.Δ., θεωρείται ότι περιλαμβάνεται στην αιτιολογία για την ύπαρξη ή μη σοβαρών ενδείξεων ενοχής και την επί της ουσίας κρίση του Συμβουλίου για την παραπομπή ή όχι του κατηγορούμενου στο ακροατήριο, εφόσον βέβαια η τελευταία, είναι πλήρης. Στην προκείμενη περίπτωση, με λόγο αναιρέσεως και με επίκληση του αναιρετικού λόγου, εκ του άρθρου 484 παρ. 1 περ. α΄ του Κ.Π.Δ., προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα, εκ της παραβιάσεως των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου και, ειδικότερα, γιατί δεν απαντήθηκε το αίτημά του, για τη διεξαγωγή περαιτέρω κύριας ανάκρισης, προκειμένου να εξετασθούν οι ανωτέρω μάρτυρες, για την υπόθεση. Στο προσβαλλόμενο όμως βούλευμα, η παραπεμπτική κρίση του οποίου, είναι, όπως αναφέρθηκε, αιτιολογημένη, με πληρότητα, διαλαμβάνεται και απάντηση στο αίτημα του αναιρεσείοντος, για τη διεξαγωγή περαιτέρω ανάκρισης και αναφέρεται ότι, από τις υπάρχουσες αποδείξεις, προκύπτουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής, ικανές για την παραπομπή του κατηγορούμενου στο ακροατήριο, έτσι ώστε η διεξαγωγή περαιτέρω ανάκρισης, να είναι περιττή. Επομένως, ο αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, εν όψει και του ότι η μη ικανοποίηση της αιτήσεως του κατηγορούμενου, για τη διεξαγωγή περαιτέρω ανάκρισης, ουδεμία επάγεται απόλυτη ακυρότητα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ'αριθμ. 1/12-3-2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση του υπ' αριθμό 20/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2007. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ