Αριθμός 1634/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη - Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2007, με τη παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου ..... , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Στυλιανό, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3752/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Σεπτεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1638/2006. Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το κύρος και, κατ' ακολουθίαν, το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρ. 513 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί, ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναιρέσεως λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ, την ύπαρξη παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως (Ολ. ΑΠ 2/2002). Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως, για έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, ούτε από τον αντίστοιχο λόγο επί βουλευμάτων, πρέπει: α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται με την αναίρεση, επί πλέον, σε τί ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιές είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της αποφάσεως ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής, ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ. ΑΠ 19/2001 και 2/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 27-9-2006 αίτηση αναιρέσεως πλήττεται η 3752/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε μηνών μετατραπείσα σε χρηματική. Η αναίρεση αυτή ασκήθηκε με δήλωση, του εξουσιοδοτηθέντος προς τούτο από τον αναιρεσείοντα δικηγόρου Γεωργίου Στυλιανού, ενώπιον του γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Αθηνών και συντάχθηκε η 393/2006 Έκθεση. Στην εν λόγω έκθεση διαλαμβάνονται ως λόγοι αναιρέσεως κατά της ανωτέρω αποφάσεως τα ακόλουθα κατά λέξη "......Διότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει α) ειδική και ανεπτυγμένη αιτιολογία, όπως επιβάλλουν τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, β) δεν εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία και τα οποία συνιστούν τα αντικειμενικά και τα υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, γ) δεν περιέχει τις αποδείξεις στις οποίες στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου, καθώς και τους νομικούς λόγους που δικαιολογούν την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στο παραπάνω αδίκημα.Ειδικότερα: 1) αναγράφει στο σκεπτικό της η προσβαλλομένη απόφαση: ".....Όμως ο κατηγορούμενος.....έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του μηνυτή στη θέση του αποδέκτη....." χωρίς να παραθέτει καν πόθεν (από ποιό αποδεικτικό μέσο) προέκυψε τούτο!!! Όμως, το μόνο αποδεικτικό μέσο που ετέθη υπ' όψιν του δικάσαντος Δικαστηρίου υπήρξε η κατάθεση του μηνυτού. Και ο ίδιος ο μηνυτής ρητώς κατέθεσε: "... ΔΕΝ ΞΕΡΩ ποιός πλαστογράφησε"!!! 2) Περαιτέρω αναγράφει στο σκεπτικό της η προσβαλλομένη: "(Ο μηνυτής) παρέδωσε το εκ δρχ.....τίμημα στον κατηγορούμενο μέσω του εκπροσωπούντος αυτόν ονόματι Χ1.....", χωρίς ομοίως να αναφέρει καν πόθεν προέκυψε αποδεικτικώς τούτο!!! Αντίθετα όμως, ο ίδιος ο μηνυτής κατέθεσε: "Στον Χ1 τα΄δωσα (τα χρήματα). ΔΕΝ ΞΕΡΩ αν (τα) έδωσε (ο Χ1) στον..... ". 3) Η όλη (και μόνο αποδεικτικό μέσο) κατάθεση του μηνυτή καταδεικνύει σαφέστατα ότι το πρόσωπο με το οποίο είχε αυτός κυρίως σχέσεις ήταν ο Χ1 και όχι εγώ. Στον Χ1 έδωσε τα χρήματα, στον Χ1 έδωσε τις εξουσιοδοτήσεις που απαιτούνταν, με τον Χ1 μίλησε στο τηλέφωνο για να διαμαρτυρηθεί. Πόθεν λοιπόν προέκυψε κατά την προσβαλλομένη ότι εγώ πλαστογράφησα τις συναλλαγματικές του; Κατά συνέπειαν η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη και θα πρέπει να αναιρεθεί κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔικ.". Έτσι διατυπούμενος ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, για τη στήριξη του οποίου ο αναιρεσείων επικαλείται γενικώς τις προϋποθέσεις για την πληρότητα της αιτιολογίας μιάς καταδικαστικής αποφάσεως, τις οποίες έχει διαμορφώσει η νομολογία, είναι εντελώς αόριστος, αφού δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, σε τί ακριβώς συνίσταται η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και από ποιες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στην οποία πάντως παρατίθεται πλήρης αιτιολογία, προκύπτει η έλλειψη αυτή. Ειδικότερα, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της αποφάσεως ή οι αντιφατικές αιτιολογίες της και ποια πραγματικά περιστατικά, από εκείνα που θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, δεν περιλαμβάνονται στην αιτιολογία της αποφάσεως ή ποια πραγματικά περιστατικά υπήγαγε το Δικαστήριο στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφήρμοσε, αλλά ούτε ποια αποδεικτικά μέσα δεν έλαβε υπόψη του ή δεν εκτίμησε το Εφετείο Αθηνών που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ οι μερικότερες αιτιάσεις, που παρατίθενται, αναφέρονται στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, η οποία, όμως, δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν περιέχεται στην ως άνω κρινόμενη αίτηση ούτε ένας ορισμένος και παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 27 Σεπτεμβρίου 2006 αίτηση του ..... , περί αναιρέσεως της 3752/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και, Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 27 Ιουλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 2 Αυγούστου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ