Αριθμός 680/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Κούκλη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ1, κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή Χαλκίδας και ήδη στο Τζάνειο Νοσοκομείο Πειραιώς, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σταυρούλα Δανιήλ, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ΄ αριθμ. 717/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιανουαρίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1357/2006. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή με αριθμό 420/28-9-2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: 1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά τα άρθρα 527 και 528 παρ.1 ΚΠΔ, την από 9-1-06 αίτηση του καταδικασμένου Χ1, κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές Χαλκίδας, που κατέθεσε ενώπιον του Διευθυντή της Φυλακής, όπως την συμπλήρωσε με τα από 22-2 και 11-8-06 υπομνήματά του, για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την 717/04 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που τον καταδίκασε σε ποινή κάθειρξης έξι ετών για διακεκριμένη κλοπή, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, [άρθρα 45 και 98, 372 παρ.1α, 374 περ. δ και ε ΠΚ], και εκθέτω τα ακόλουθα. 2- Η αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την 717/04 καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη μετά την έκδοση της 2460/05 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την ασκηθείσα υπ' αυτού αίτηση αναιρέσεως, στηριζόμενη, κατά τους ισχυρισμούς του, σε νέα γεγονότα και αποδείξεις, από τα οποία καθίσταται φανερό ότι είναι αθώος για την πράξη που καταδικάσθηκε, είναι νομότυπη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.2, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, και πρέπει να εξετασθεί κατ΄ ουσία, (βλ. ΑΠ 1097/1995/ Π.ΧΡ. ΜΣΤ/1247 ΑΠ 127/2001 Π.Χρ. ΝΑ/896, ΑΠ 760/98 Ποιν. Δικ. 1998/660). 3- Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα, εκτός από άλλες περιπτώσεις που αριθμούνται περιοριστικώς στο άρθρο αυτό, και όταν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, οι οποίες μόνες ή σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νέες αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες δεν είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που δίκασε και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές. Την κρίση αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αίτησης για επανάληψη της διαδικασίας από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης και από τα έγγραφα. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή και νεότερες συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, υπό την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που καταδίκασε, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα. Δεν αποτελούν όμως νέα γεγονότα η ανάκληση ομολογίας του κατηγορουμένου ή μαρτυρίας συγκατηγορουμένου του, διότι οι ανακλήσεις αυτές είναι προφανώς αναξιόπιστες και δεν καθιστούν πρόδηλη την αθωότητα του κατηγορουμένου. [ΑΠ.756/93 ΠΧΡ.83/535, ΑΠ.216/98 ΠΧΡ. 98/801]. 4- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αιτών καταδικάσθηκε με αυτήν για διακεκριμένες κλοπές, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, που συνίσταται στο ότι στην περιφέρεια του Ν. Αττικής κατά το χρονικό διάστημα από τις 23 Αυγούστου 1988 έως το πρώτο εξάμηνο 1989, και δη στις 23 και 25-8-88, 25 και 27-3-89 και πρώτο εξάμηνο 89, ενεργώντας από κοινού με άλλους, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφαίρεσε από την κατοχή τρίτων διάφορα αυτοκίνητα με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή τους. Ως νέες αποδείξεις, από τις οποίες προκύπτει, κατά τους ισχυρισμούς του, ότι είναι αθώος της αξιόποινης πράξης της κλοπής, για την οποία καταδικάσθηκε, προβάλλονται οι εξής: α-Η 240/10-1-06 βεβαίωση του γραμματέα της Κλειστής Φυλακής Χαλκίδας, με την οποία βεβαιώνεται ότι αυτός κατά το χρονικό διάστημα από 13-8 έως 24-6 86 και από 15-12-88 έως τις 19-4-89, όπου απέδρασε, κρατούταν στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού με διάφορα διωκτικά έγγραφα. β) Η από 6-7-06 ένορκη βεβαίωση του Μ1 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Λαμίας, στην οποία τούτος καταθέτει ότι όλα όσα έχει καταθέσει στις ανακριτικές αρχές σε βάρος του αιτούντος είναι ψευδή, ότι τα κατέθεσε κατόπιν εκβιάσεώς του από ανθρώπους, που δεν κατονομάζει, καθό χρόνο βρισκόταν στη φυλακή, και ότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες που άντλησε από συγκρατούμενούς του στη φυλακή, δράστης της κλοπής του αυτοκινήτου του δικηγόρου Ψ1 είναι ο Χ2 και οι φίλοι του. δ-Οι από 8-6-06 υπεύθυνες δηλώσεις των Μ1 και Μ2, στις οποίες δηλώνουν ότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες που άντλησαν από συγκρατούμενούς τους στη φυλακή, δράστης της κλοπής του αυτοκινήτου του δικηγόρου Ψ1 είναι ο Χ3, ότι αυτός μετά την κλοπή το αυτοκίνητο τούτο το μεταβίβασε στον ......, ο οποίος διατηρούσε τότε συνεργείο επισκευής αυτοκινήτων στα ......., ότι η ενοχοποίηση του αιτούντος είναι κατασκεύασμα των ..., ....., ......, Χ3 και ....., και ότι όλα αυτά έγιναν γιατί ο αιτών είναι αντιεξουσιαστής. Από τις ανωτέρω παριστάμενες ως νέες αποδείξεις δεν προκύπτει ότι ο αιτών είναι αθώος της πράξης των κλοπών, με χρόνο τελέσεως τον Αύγουστο του 88 και το πρώτο εξάμηνο του 89, καθόσον αυτός από τις 19-4-89 βρισκόταν εκτός φυλακής λόγω αποδράσεως. Αντίθετα, όσον αφορά τις δυο κλοπές που φέρεται ότι τέλεσε στις 25 και 27-3-89, σε βάρος των παθόντων Ψ2 και Ψ3, προκύπτει ότι αυτός δεν μπορούσε να είναι δράστης τούτων, καθόσον κατά το χρόνο εκείνο κρατούταν στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού. 5.-Κατ' ακολουθία, η αίτηση του καταδικασμένου, όσον αφορά τις δυο κλοπές, που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα στις 25 και 27-3-89 σε βάρος των Ψ2 και Ψ3, πρέπει να γίνει ουσιαστικά δεκτή, και, εφόσον η επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο δεν κρίνεται αναγκαία, [άρθρο 528 παρ.1 ΚΠΔ], να ακυρωθεί η σχετική καταδίκη του και συνακόλουθα η επιβληθείσα σ' αυτόν ποινή, να κηρυχθεί αθώος γι' αυτές και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για την επιβολή νέας ποινής, ενώ, όσον αφορά τις λοιπές κλοπές, με χρόνο τελέσεως δηλ. την 23-8-88, 25-3-88 και πρώτο εξάμηνο 89, εφόσον από τα νέα στοιχεία δεν καθίσταται φανερό ότι είναι αθώος, ούτε ότι καταδικάστηκε αδίκως για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Για τούτο προτείνω Α-Να γίνει μερικά δεκτή η από 9-1-06 αίτηση του καταδικασμένου Χ1, κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές Χαλκίδας, για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την 717/04 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, και δη όσον αφορά την καταδίκη του με αυτή για τις δυο κλοπές που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα στις 25 και 27-3-89 σε βάρος των Ψ2 και Ψ3. Β-Να ακυρωθεί η καταδίκη του αιτούντος σχετικά με τις δυο αυτές κλοπές, καθώς και η επιβληθείσα σ' αυτόν με την ανωτέρω απόφαση ποινή, και να κηρυχθεί γι' αυτές αθώος. Γ-Να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, προκειμένου τούτο να επιβάλει νέα ποινή, και Δ-Να απορριφθεί η αίτηση, όσον αφορά τις λοιπές κλοπές για τις οποίες επίσης καταδικάσθηκε με την ως άνω απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και την πληρεξούσια δικηγόρο του αιτούντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή η κατ' άρθρ. 525 Κ.Π.Δ. αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας στρεφόμενη κατά ήδη αμετάκλητης δικαστικώς αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία, η οποία επιδιώκει, με την συνδρομή των προϋποθέσεων του νόμου, την ακύρωση της προσβαλλόμενης δικαστικής αποφάσεως. Παρά ταύτα είναι επιτρεπτή εφόσον τούτο δεν είναι ασυμβίβαστο προς την αίτηση αυτή, η εφαρμογή ορισμένων από τις γενικές περί ενδίκων μέσων διατάξεις. Σ΄ αυτές περιλαμβάνονται όσες αφορούν την παραίτηση από την αίτηση (άρθρα 474, 475 και 476 Κ.Π.Δ.). Συνεπώς ο καταδικασθείς που άσκησε τέτοια αίτηση επιτρεπτώς δύναται να παραιτηθεί με δήλωσή του ενώπιον του Διευθυντή των φυλακών στις οποίες κρατείται εκτίοντας την ποινή, εφόσον έχει χωρήσει νομότυπη δήλωση παραιτήσεως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την αίτηση και επιβάλλει στον παραιτούμενο τα έξοδα της διαδικασίας. Εν προκειμένω από τον Χ1, καταδικασθέντα σε ποινή κάθειρξης 6 ετών δυνάμει της υπ΄ αριθμ. 717/2004 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη με την 2460/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου της κατ΄ αυτής ασκηθείσας αναιρέσεως κατατέθηκε νομίμως στον Διευθυντή Φυλακών Χαλκίδος η από 9.1.2006 αίτησή του, όπως τη συμπλήρωσε με τα από 22.2 και 11.8.2006 υπομνήματά του, περί επαναλήψεως της διαδικασίας με σκοπό την ακύρωση της αποφάσεως και επανάληψη της διαδικασίας για το λόγο ότι μετά την αμετάκλητη καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους καταδικάσαντες δικαστές γεγονότα και αποδείξεις που καθιστούν πρόδηλο ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή ότι καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα. Η συζήτηση της ως άνω αιτήσεως προσδιορίστηκε ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά τη συνεδρίαση της 12.1.2007. Με την από 12.1.2007 αίτηση που κατατέθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 16.1.2007 με αρ. πρωτ.388 και αριθμ. ποιν. πρωτ. 131/19.1.2007 ο υποβαλών την αίτηση ζήτησε "Ακύρωση ή διαγραφή της διαδικασίας που έγινε σήμερα εν απουσία του, παρά τη θέλησή του...". Όμως ανεξάρτητα από την αοριστία της αιτήσεως αυτής και την κατ΄ εκτίμηση του περιεχομένου της παραίτησής του από της ως άνω αιτήσεώς του περί επαναλήψεως της διαδικασίας δεν έχει χωρήσει νομότυπη δήλωση παραιτήσεως καθόσον εχώρησε μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο της υποθέσεως. Μετά ταύτα εφόσον δεν χώρησε νομότυπη παραίτηση από την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, πρέπει η από 12.1.2004 αίτηση ν΄ απορριφθεί ως απαράδεκτη. Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 του Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα στις περιπτώσεις που προβλέπονται περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο, μεταξύ των οποίων είναι και αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα, που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες, είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Επομένως η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε αμετακλήτως μετά την έκδοση της υπ΄ αριθμ. 2460/2005 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την ασκηθείσα από τον αιτούντα αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ΄ αριθμ. 717/2004 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αιτών καταδικάσθηκε σε ποινή καθείρξεως 6 ετών για διακεκριμένες κλοπές κατ΄ εξακολούθηση, για το λόγο ότι από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα νέα έγγραφα στοιχεία, άγνωστα στους δικαστές που τον δίκασαν, σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου γίνεται φανερό, όπως διατείνεται, ότι είναι αθώος, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη, παραδεκτώς δε εισαγόμενη ενώπιον του δικαστηρίου τούτου κατά το άρθρο 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 Κ.Π.Δ. πρέπει να εξετασθεί κατ΄ ουσίαν. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα που υπάρχουν στη σχετική δικογραφία προέκυψε ότι με την υπ΄ αριθμ. 717/2004 καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη με την 2460/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου της κατ΄ αυτής ασκηθείσης αναιρέσεως, ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος για διακεκριμένες κλοπές κατ΄ εξακολούθηση, ήτοι του ότι στην Αθήνα στις 23.8.88, 25.8.88 25.3.1988 και 27.3.88 και το πρώτο εξάμηνο του έτους 1989 ενεργώντας από κοινού με άλλους, κατ΄ επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφήρεσε από την κατοχή τρίτων αυτοκίνητα με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή τους και καταδικάσθηκε σε ποινή καθείρξεως 6 ετών. Ο αιτών με την αίτηση περί επαναλήψεως της διαδικασίας επικαλέσθηκε και προσκόμισε ως νέα αποδεικτικά στοιχεία 1) την υπ΄ αριθμ. 240/10.1.06 βεβαίωση του Γραμματέα της Κλειστής Φυλακής Χαλκίδος, στην οποία βεβαιώνεται ότι αυτός κατά το χρονικό διάστημα από 13.8.1985 έως 24.6.1986 και από 15.12.1988 έως τις 19.4.1989 εκρατείτο στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού (με διάφορα διωκτικά έγγραφα), 2) την από 6.7.2006 ένορκη βεβαίωση (κατάθεση) ενώπιον του Ειρηνοδίκη Λαμίας, του Μ1, στην οποία καταθέτει μεταξύ άλλων "ότι οι ένορκες καταθέσεις που έδωσε ενώπιον αρμοδίων οργάνων εις βάρος του Χ1 ήταν όλες ψευδείς και τούτο γιατί απειλήθηκε τότε από τον Χ2 και τον ...., να καταθέσει εναντίον του, ότι το όνομα του Χ1 σκόπιμα αναφερόταν, για να ενοχοποιηθεί και αυτά τα γνώριζαν πολλοί άλλοι κρατούμενοι της εποχής εκείνης....αυτό που ξέρω είναι ότι ο Χ1 δεν είχε καμμιά σχέση με κλοπές, τα αυτοκίνητα στα........είναι δουλειά του Χ2 και φίλων του", 3) την από 8.6.2006 υπεύθυνη δήλωση του Μ1 στην οποία καταθέτει μεταξύ άλλων "Ο Χ1 είναι άσχετος...πολλοί έλεγαν το όνομά του, αλλά εγώ γνωρίζω ότι ήταν στη Σουηδία και δεν είχε καμμιά σχέση με κλοπές αυτοκινήτων...τα φόρτωναν όλα στο Χ1 λόγω της φυγοδικίας του...", 4) την από 11.7.2006 υπεύθυνη δήλωση του Μ2, που μεταξύ άλλων καταθέτει "...ο Χ1 δεν έχει καμμιά σχέση με κλεμμένα αυτοκίνητα....όλα ήταν ψέματα και κατασκευασμένα των ...Χ3...", 5) αποκόμματα εφημερίδων σε φωτοτυπίες που αφορούν άλλες δικαστικές υποθέσεις ξένες προς αυτές του αιτούντος. Από τα ανωτέρω στοιχεία που είναι νεότερα αφού λήφθηκαν σε χρόνο μεταγενέστερο της ως άνω αμετακλήτου καταδίκης τους αιτούντος, λαμβανόμενα υπόψη μόνα τους και σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που προσκομίσθηκαν και λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο που εξέδωσε την ως άνω υπ΄ αριθμ. 717/2004 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση σε βάρος του αιτούντος, δεν καθίσταται φανερό ότι αυτός είναι αθώος των αξιοποίνων πράξεων της κλοπής, που τελέσθηκαν τον Αύγουστο του έτους 1988 που αυτός δεν βρισκόταν στη φυλακή και τον Αύγουστο του έτους 1989 ως και το πρώτο εξάμηνο του 1989, καθόσον αυτός από τις 19.4.1989 βρισκόταν εκτός φυλακής λόγω αποδράσεως. Αντίθετα όσον αφορά τις κλοπές που φέρεται ότι τέλεσε στις 25.3.1989 και 27.3.1989 σε βάρος της Ψ2 και Ψ3, προκύπτει ότι αυτός δεν μπορούσε να είναι δράστης τούτων, καθόσον κατά το χρόνο εκείνο εκρατείτο στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού. Κατ΄ ακολουθίαν τούτων η αίτηση του καταδικασθέντος όσον αφορά τις δύο κλοπές, που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα στις 25.3.1989 και 27.3.1989 σε βάρος των Ψ2 και Ψ3, πρέπει να γίνει ουσιαστικά δεκτή και εφόσον η επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο δεν κρίνεται αναγκαία (άρθρ. 528 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) να ακυρωθεί η απόφαση ως προς την καταδίκη του για τις πράξεις αυτές και συνακόλουθα η επιβληθείσα σ΄ αυτόν ποινή, να κηρυχθεί αθώος γι΄ αυτές και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για την επιβολή νέας ποινής, ενώ όσον αφορά τις λοιπές κλοπές με χρόνο τέλεσης την 23.8.1988 και 25.8.1989 ως και το πρώτο εξάμηνο του έτους 1989 οι επικαλούμενοι λόγοι από τον αιτούντα για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας είναι αβάσιμοι και πρέπει ν΄ απορριφθεί κατ΄ ουσίαν η ως άνω αίτηση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12/16 Ιανουαρίου 2007 αίτηση του Χ1 περί παραιτήσεώς του από της κρινόμενης από 9 Ιανουαρίου 2006 αιτήσεώς του περί επαναλήψεως της διαδικασίας. Δέχεται εν μέρει την από 9 Ιανουαρίου 2006 αίτηση του Χ1, κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές Χαλκίδος, για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την υπ΄ αριθμ. 717/2004 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και δη όσον αφορά την καταδίκη του για τις κλοπές που φέρονται ότι τελέσθηκαν στην Αθήνα στις 25 Μαρτίου 1989 και 27 Μαρτίου 1989 σε βάρος των Ψ2 και Ψ3 αντιστοίχως. Ακυρώνει εν μέρει την υπ΄ αριθμ. 717/2004 απόφαση ως προς την καταδίκη του αιτούντος σχετικά με τις ανωτέρω επιμέρους πράξεις του κατ΄ εξακολούθηση εγκλήματος της κλοπής, καθώς και την επιβληθείσα σ΄ αυτόν με την ίδια απόφαση ποινή. Κηρύσσει τον αιτούντα Χ1 αθώον του ότι στην Αθήνα α) στις 25.3.1989 και ώρα 23.45 περίπου, με πρόθεση και από κοινού ενεργώντας με άλλους αφαίρεσε από την κατοχή άλλου ξένο εξ ολοκλήρου κινητό πράγμα με το σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα και συγκεκριμένα, αφού διέρρηξε τη θύρα του, αφαίρεσε από την κατοχή της Ψ2, το με αρ. κυκλ. RENAULT 5 τούρμπο, που ήταν σταθμευμένο επί της οδού ......., με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, β) στις 27.3.1989 και κατά τις πρωϊνές ώρες με πρόθεση και από κοινού ενεργώντας με άλλους αφαίρεσε από την κατοχή άλλου ξένου εξ ολοκλήρου κινητό πράγμα με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα και συγκεκριμένα αφαίρεσε από το με αρ. κυκλ. ....... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ανήκει στον Ψ3, κάτοικο ......, τις κρατικές πινακίδες του με σκοπό να τις ιδιοποιηθεί παράνομα. Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για να επιβάλει νέα ποινή. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την υπό κρίση από 9 Ιανουαρίου 2006 αίτηση του Χ1, κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή Χαλκίδος περί επαναλήψεως της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ΄ αριθμ. 717/2004 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Μαρτίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ