Αριθμός 1746/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Απόστολο Φωτόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Της καλούσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "..." κατά μετατροπή της αρχικώς αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", ως καθολικής διαδόχου διά συγχωνεύσεως με απορρόφηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον ίδιο ως άνω διακριτικό τίτλο, που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Καρακατσάνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις με αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Του αναιρεσιβλήτου - καθού η κλήση: Β. Χ. του Ο., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πετρόπουλο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 907/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 38/2018 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 4-6-2018 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 456/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης. Κατόπιν της από 30-1-2020 κλήσης και των από 12-8-2020 προσθέτων λόγων, εκδόθηκε η 1253/2021 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, που έκρινε απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αυτής. Η υπόθεση επαναφέρεται με την από 3-8-2022 κλήση της καλούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται παραπάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Η καλούσα - αναιρεσείουσα με την από 3-8-2022 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 162/5-8-2022 κλήση της επισπεύδει νόμιμα νέα συζήτηση της από 4-6-2018 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 9/5-6-2018 αίτησης για αναίρεση - με τους κυρίους και τους από 12-8-2020 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 57/14-8-2020 προσθέτους λόγους της - της υπ' αριθμό 38/21-3-2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας μετά την έκδοση της υπ' αριθμό 1253/26-10-2021 μη οριστικής απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτησή της (άρθρα 573 παρ. 1 και 576 παρ. 2 β ΚΠολΔ). Η αίτηση αναίρεσης που προαναφέρθηκε και οι πρόσθετοι λόγοι της ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα και γενικά παραδεκτά (άρθρα 552, 553 παρ. 1 β, 556 παρ. 1, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1, 569 παρ. 2 και 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης πρέπει να συνεκδικασθούν με την αναίρεση, η οποία επομένως πρέπει να ερευνηθεί και περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο τόσο των κυρίων, όσο και των προσθέτων λόγων της (άρθρα 573 παρ. 1 και 246 ΚΠολΔ). 2. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής : Ο αναιρεσίβλητος - ενάγων στην από 25-6-2012 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 284/19-7-2012 αγωγή του - την οποία απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας και έστρεψε κατά της αναιρεσείουσας-εναγομένης - είχε εκθέσει τα εξής: Ότι στις 1-6-1978 είχε καταρτίσει με την εναγομένη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κι ότι έκτοτε πρόσφερε σε αυτή προσηκόντως την εργασία του ως μηχανικός-οδηγός υπεύθυνος του σταθμού τροφοδοσίας καυσίμων των αεροσκαφών στον αερολιμένα Κέρκυρας έως και την 14-5-2010, όταν πλέον συνταξιοδοτήθηκε. Ότι η απασχόλησή του είχε ορισθεί σε οκτώ (8) ώρες την ημέρα και σε πέντε (5) ημέρες την εβδομάδα, αλλά ότι εργαζόταν ανελλιπώς σε όλη τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης με την εργοδότριά του τόσο κατά τα Σάββατα και κατά τις Κυριακές, όσο και κατά τις λοιπές αργίες, χωρίς ωστόσο να λαμβάνει αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης. Ότι η εργοδότριά του είχε αναλάβει συμβατικά την υποχρέωση να του καταβάλλει ως αμοιβή για την εργασία του τις ημέρες που προαναφέρθηκαν το ημερομίσθιό του με συντελεστή 2,5 επί του ημερομισθίου και τέλος, ότι η εναγομένη δεν κατέβαλε σε αυτόν καθόλου αμοιβή για την εργασία του κατά τα Σάββατα, ενώ για την εργασία του κατά τις Κυριακές κατέβαλε σε αυτόν μόνον τα ημερομίσθιά του χωρίς όμως το ποσόν που θα προέκυπτε από την ποσοστιαία τους προσαύξηση. Με το ιστορικό αυτό ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει σε αυτόν νομιμότοκα για το χρονικό διάστημα από 3-1-2006 έως και 13-5-2010 - κυρίως με βάση τη σύμβαση και, επικουρικά, σύμφωνα με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό - ποσά 65.202,64 Ευρώ για την εργασία του κατά τα Σάββατα και ποσό 163.006,59 Ευρώ για την απασχόλησή του κατά τις Κυριακές και τις λοιπές αργίες. Η εναγομένη αρνήθηκε την ιστορική βάση της αγωγής και, επικουρικά, επικαλέσθηκε ότι ο ενάγων-εργαζόμενος ασκεί καταχρηστικά το δικαίωμά του εναντίον της (άρθρο 281 ΑΚ). Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επομ. επ. ΚΠολΔ όπως ίσχυαν πριν το ν.4335/2015) και εξέδωσε την υπ'αριθ. 907/28-7-2015 απόφαση του, με την οποία έκρινε την αγωγή παραδεκτή και νόμιμη μόνο ως προς την επικουρική της βάση (άρθρα 904 επ., 340, 345 εδ. α, 346 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ), ενώ απέρριψε την κύρια βάση της ως μη νόμιμη. Το ίδιο Δικαστήριο απέρριψε στη συνέχεια την αγωγή - ως προς την επικουρική της βάση - ως ουσιαστικά αβάσιμη, επειδή δέχθηκε την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος που είχε προβάλει η εναγομένη ως παραδεκτή και βάσιμη (άρθρα 591 παρ. 1, 262 παρ. 1 ΚΠολΔ και 281 ΑΚ). Ο αναιρεσίβλητος - τότε ενάγων άσκησε κατά της απόφασης που προαναφέρθηκε την από 24-5-2016 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 30/24-6-2016 έφεση - την οποία απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας - για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεσή του, να εξαφανισθεί η απόφαση που είχε εκκληθεί και να γίνει δεκτή η αγωγή του κατά της εφεσίβλητης-εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας (άρθρα 591 επ. και 511 επ. ΚΠολΔ). Το Μονομελές Εφετείο Κέρκυρας δίκασε την έφεση αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργασιακών διαφορών και εξέδωσε την υπ' αριθμό 38/21-3-2018 απόφαση με την οποία έκρινε ότι η ένσταση από τα άρθρα 591 παρ. 1, 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, και 281 ΑΚ που είχε προβάλει η εφεσίβλητη-εναγομένη ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου - και την οποία υπέβαλε και πάλι ενώπιον του Εφετείου ως εφεσίβλητη (άρθρα 527 αριθμός 1, 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, και 281 ΑΚ) - ήταν μη νόμιμη για τους λόγους που ειδικότερα αναφέρονται στην απόφαση. Μετά από αυτό το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, δίκασε την υπόθεση στην ουσία της, έκανε δεκτή την αγωγή που είχε ασκήσει ο τότε ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα νομιμότοκα συνολικό ποσό 228.209,23 Ευρώ. 3.α. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται (...) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (...). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του (...). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας (...) [επί] των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων (...), (Ολ.ΑΠ 1/2022, ΑΠ 686/2022). Κατά την έννοια περαιτέρω της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του σύμφωνα τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο (...) ευλόγως η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη (...) η αδράνεια του δικαιούχου (...) για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ` αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, [οι οποίες προέρχονται] κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και [βρίσκονται] σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια (...) με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης [και η οποία] δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, (...) εξέρχεται [από τα όρια] που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Δεν είναι πάντως απαραίτητο η (...) ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης [που επιχειρείται από το δικαιούχο] να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ.ΑΠ 8/2018, Ολ.ΑΠ 8/2001). Η διακρίβωση των πράξεων με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας. Η κρίση όμως ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας εμπίπτουν στη νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 2/2019). 3.β. Στον πρώτο λόγο αναίρεσης του κυρίως δικογράφου η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ κατά την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ - η οποία επέδρασε στο διατακτικό της - επειδή απέρριψε ως νόμω αβάσιμη την ένσταση που είχε προβάλει ως εφεσίβλητη ενώπιόν του ότι ο εκκαλών-ενάγων άσκησε καταχρηστικά το δικαίωμά του εναντίον της (άρθρα 281 ΑΚ, 262 παρ. 1 και 527, αριθμός 1 ΚΠολΔ), μολονότι επρόκειτο για νόμιμη ένσταση η οποία έπρεπε να ερευνηθεί και περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Το Μονομελές Εφετείο ως προς τον ισχυρισμό που προαναφέρθηκε δέχθηκε τα εξής "(...) Ο ισχυρισμός (ένσταση) της εναγομένης, περί καταχρηστικής άσκησης των αγωγικών απαιτήσεων εκ μέρους του ενάγοντος, κατ' άρθρο 281 του AK, για το λόγο ότι ο ενάγων, με την ένδικη συμπεριφορά του δημιούργησε εύλογα την πεποίθηση σ' αυτήν ότι δεν επρόκειτο να διεκδικήσει τις σχετικές αξιώσεις του, εφόσον απασχολήθηκε στην επιχείρησή της επί 35 έτη, ουδέποτε την είχε οχλήσει καθ' όλη τη χρονική περίοδο της εργασίας του, για την καταβολή αυτών, αλλά, αντιθέτως, αποχώρησε από την εργασία του, λόγω συνταξιοδότησής του, λαμβάνοντας το ποσό των 209.795,20 €. ως νόμιμη αποζημίωση και το ποσό των 77.516,58 €. ως αποζημίωση, λόγω συνταξιοδοτικού ασφαλιστικού προγράμματος, που είχε συνάψει η ίδια με την ασφαλιστική εταιρία "..." καταβάλλοντας αυτή το μεγαλύτερο μέρος των ασφαλιστικών εισφορών, με αποτέλεσμα να επέρχεται προφανής παραβίαση των ορίων άσκησης του δικαιώματος του, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός αυτού, ο οποίος (ισχυρισμός) προβάλλεται, ως διακωλυτικός της άσκησης του αγωγικού δικαιώματος του ενάγοντος είναι μη νόμιμος και απορριπτέος διότι, τα περιστατικά αυτά που περιέχει, και αληθή υποτιθέμενα, δεν ενέχουν προφανή υπέρβαση των αξιολογικών ορίων, που θέτει το άρθρο 281 του ΑΚ και, ως εκ τούτου, δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του επίμαχου δικαιώματος, καθ' όσον η λήψη από τον ενάγοντα των άνω ποσών, λόγω αποζημίωσης απόλυσης (λόγω συνταξιοδότησης) και αποζημίωσης ασφάλισης, αποτελούσαν κεκτημένα δικαιώματά του, λόγω της επί τριάντα (30) και πλέον έτη απασχόλησής του στην εναγομένη, η δε μη αναζήτηση των αγωγικών αξιώσεών του, κατά το διάστημα της εργασίας του στην εναγομένη, οφείλεται στο γεγονός και μόνο του φόβου της δυσμενούς μεταχείρισης του ενάγοντος, σε περίπτωση διεκδικήσεων του ή και, ακόμη, της απόλυσής του από την εναγομένη (...)". Η ίδια μάλιστα απόφαση δέχεται περαιτέρω σε άλλα σημεία της ανελέγκτως - μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που είχαν προσκομιστεί - εκτιμώντας τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία, ότι ο αναιρεσίβλητος-εργαζόμενος α) παρείχε την εργασία του στην αναιρεσείουσα-εργοδότριά του σε θέση ευθύνης και συγκεκριμένα ως διευθυντής του σταθμού ανεφοδιασμού των αεροσκαφών τον οποίο διατηρούσε η αναιρεσείουσα στον αερολιμένα Κέρκυρας και για το λόγο αυτό αμειβόταν με μηνιαίο μισθό που ανερχόταν στις 13-5-2010 σε ποσόν 4.283,15 Ευρώ, β) καθόριζε ο ίδιος τις ημέρες και τις ώρες της εργασίας του ανάλογα με την επιβατική κίνηση που εμφάνιζε το αεροδρόμιο και γ) οι ώρες κατά τις οποίες εργαζόταν δεν ήταν ποτέ περισσότερες, αλλά συχνά λιγότερες από οκτώ (8) την ημέρα. Τα περιστατικά όμως που προαναφέρθηκαν και συγκεκριμένα ότι α) ο αναιρεσίβλητος - εργαζόμενος διεκδίκησε από την αναιρεσείουσα - εργοδότριά του αποδοχές ποσού 228.209,23 Ευρώ δύο (2) χρόνια μετά τη συνταξιοδότησή του, μολονότι για χρονικό διάστημα τριάντα πέντε (35) ετών δεν τις είχε απαιτήσει από αυτή, β) λάμβανε υψηλό μηνιαίο μισθό ο οποίος στις 13-5-2010 ανερχόταν στο ποσό των 4.283,15 Ευρώ, γ) εργαζόταν υπό ευνοϊκές συνθήκες τις οποίες διαμόρφωνε ο ίδιος, επειδή μπορούσε να καθορίζει τις ημέρες και τις ώρες της εργασίας του οι οποίες μάλιστα δεν ήταν ποτέ περισσότερες, αλλά συχνά λιγότερες από οκτώ (8) την ημέρα, δ)κατά την αποχώρηση του από την εργασία του λόγω συνταξιοδότησης έλαβε πλήρη την αποζημίωση του ν.2112/1920 ύψους 209.795,20 ευρώ και όχι το 40% αυτής σύμφωνα με το άρθρο 8 ν.3198/1955 και ε) η αναιρεσείουσα είχε καταρτίσει με ασφαλιστική επιχείρηση σύμβαση ασφάλισης με δικαιούχο του ασφαλίσματος τον αναιρεσείοντα και με ασφάλιστρα που κατέβαλε στο μεγαλύτερο μέρος τους για να λάβει ο αναιρεσείων κατά την αποχώρηση από την εργασία του - εκτός από τη σύνταξή του και τις λοιπές νόμιμες παροχές - και ένα επιπλέον χρηματικό ποσό το οποίο ανήλθε τελικά σε 77516,58 ευρώ θα μπορούσαν να δημιουργήσουν δικαιολογημένη πεποίθηση στην αναιρεσείουσα ότι ο αναιρεσίβλητος δεν θα αξίωνε κάτι επιπλέον από αυτή μετά τη συνταξιοδότησή του. Η ικανοποίηση μάλιστα σήμερα των αξιώσεών του κατά της αναιρεσείουσας θα ήταν ικανή να προκαλέσει δυσμενείς επιπτώσεις στα έννομα οικονομικά της συμφέροντα. Οι παραδοχές επομένως τις αναιρεσιβαλλομένης που προαναφέρθηκαν στοιχειοθετούν νόμιμη ένσταση από τα άρθρα 281 ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ (πρβλ. ΑΠ 60/2023 και ΑΠ 686/2022). Το Μονομελές Εφετείο επομένως - το οποίο με την απόφαση που αναιρεσιβάλλεται απέρριψε την ένσταση που είχε προβάλει η τότε εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα ενώπιόν του ως νόμω αβάσιμη, ενώ επρόκειτο για νόμιμη ένσταση, την οποία έπρεπε να ερευνήσει και περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα - υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ κατά την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ευθέως παραβίασε. Ο πρώτος επομένως κύριος λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Μετά από αυτό παρέλκει να ερευνηθεί η βασιμότητα των λοιπών κυρίων, όπως και των προσθέτων λόγων αναίρεσης. 3.γ. Η αναιρεσιβαλλομένη επομένως απόφαση πρέπει να αναιρεθεί και η υπόθεση - η οποία χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση - να παραπεμφθεί για εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, επειδή είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε, όπως αιτείται και η αναιρεσείουσα (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις - μετά από το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της - πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος ηττήθηκε στη δίκη (άρθρα 106, 176 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. 4. [Σύμφωνα με] τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση (...) με τις προτάσεις (...) που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Κατά τη σαφή έννοια της διάταξης αυτής η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση προϋποθέτει εκτέλεση της ίδιας της απόφασης [που αναιρέθηκε] και όχι άλλου εκτελεστού τίτλου, όπως η διαταγή πληρωμής (άρθρ. 631 ΚΠολΔ), ακόμη και αν η έκδοσή της βασίσθηκε στην απόφαση [που αναιρέθηκε], όπως συμβαίνει, όταν σε συνέχεια αναγνωριστικής απόφασης εκδίδεται διαταγή πληρωμής για το αυτό ποσό που αφορά και η αναγνωριστική απόφαση (ΑΠ 1631/2010). Η αναιρεσείουσα τέλος στις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου στις 13-9-2021 εκθέτει - εκτός άλλων - α) ότι η υπ' αριθμό 38/21-3-2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας δέχθηκε την έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος κατά της υπ' αριθμό 907/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, εξαφάνισε την απόφαση που είχε εκκληθεί, δέχθηκε την από 26/6/2012 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 284/19-7-20212 αγωγή που είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος εναντίον της και αναγνώρισε την υποχρέωσή της να καταβάλει σε αυτόν τις επίδικες αποδοχές ποσού 228.209,23 Ευρώ με τους νόμιμους τόκους και τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας ποσού 11.500 Ευρώ και συνολικά ποσόν (228.209,23 Ευρώ + 11.500 Ευρώ =) 231.359,23 Ευρώ, β) ότι ο αναιρεσίβλητος πέτυχε να εκδοθεί σε βάρος της η υπ' αριθμό 152/2019 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει σε αυτόν το ποσόν που προαναφέρθηκε, γ) ότι ο αναιρεσίβλητος επέδωσε σε αυτή αντίγραφο του απογράφου με επιταγή προς εκτέλεση και, τέλος, δ) ότι κατέβαλε εκουσίως το ποσόν αυτό στον αναιρεσίβλητο. Η αναιρεσείουσα μετά από αυτά αιτείται να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, επειδή η αιτούσα-αναιρεσείουσα, όπως εκθέτει στις προτάσεις της, κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο-καθού η αίτηση το ποσόν που προαναφέρθηκε όχι σε εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, όπως ορίζει το άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά σε εκούσια συμμόρφωση στη διαταγή πληρωμής που είχε εκδοθεί σε βάρος της. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμό 38/21-3-2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε. Απορρίπτει την από 13-9-2021 αίτηση που υπέβαλε με τις προτάσεις της η αναιρεσείουσα για επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, το ύψος των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ