Αριθμός 1340/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «E. Α. Μ. «Α., που εδρεύει στη …. και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Α. Α. Α.", λόγω συγχώνευσης των δύο εταιρειών και απορροφήσεως της δεύτερης από την πρώτη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ντανάκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-9-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3422/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 14840/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-11-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την υπό κρίση, από 30-11-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 95911/178/2021), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφάλισης (άρθρ. 681A, 666, 667 και 670 έως 676 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015), με αριθ. 14840/2020 απόφαση του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αίτηση είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και επομένως πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Με την από 17-9-2015 (αριθ. έκθ. κατάθ. 9602/6-10-2015) αγωγή, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης εξ Ατυχημάτων Αυτοκινήτων", κατά της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "….", καθολική διάδοχος της οποίας μετά από συγχώνευση, με απορρόφηση είναι η αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, η οποία υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της απορροφηθείσας εταιρίας και συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες (ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 598/2021), ιστορούσε, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της και κατά τα αποτελούντα αντικείμενο της παρούσας δίκης πραγματικά περιστατικά ότι, στις 24-5-2002, το με αριθ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης φορτηγό αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε ο Θ. Γ., προστηθείς στην οδήγηση από τον Θ. Λ., συγκρούστηκε με το, χωρίς αριθμό κυκλοφορίας, ιδιωτικής χρήσης επιβατηγό αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε ο D. R., ιδιοκτησίας του Α. Δ., υπό τις ειδικότερες συνθήκες που περιγράφονται στην αγωγή. Ότι, συνεπεία του τροχαίου αυτού ατυχήματος, υπέστη υλικές ζημίες το με αριθ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης φορτηγό αυτοκίνητο, ο ιδιοκτήτης του οποίου Θ. Λ. άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 23-12-2001 (αριθ. έκθ. κατάθ. 173438/10171/2002) αγωγή αποζημίωσης, το περιεχόμενο της οποίας ενσωμάτωσε στην ένδικη ως άνω αγωγή, στρεφόμενος και κατά του ενάγοντος (Ε.Κ.) για το λόγο ότι το ζημιογόνο όχημα, που οδηγούσε ο D. R., φερόταν, κατά το χρόνο του ατυχήματος, ως ανασφάλιστο και ζητούσε, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 19.793,58 ευρώ. Ότι, πριν τη συζήτηση της αγωγής και λόγω της αποκλειστικής υπαιτιότητας, η οποία δεν επιδέχονταν αμφισβήτηση, του οδηγού του, χωρίς αριθμό κυκλοφορίας, αυτοκινήτου D. R., το ενάγον προέβη σε συμφωνία με τον ως άνω ενάγοντα, ιδιοκτήτη του οχήματος, Θ. Λ. και στα πλαίσια της εξωδικαστικής διευθέτησης των εκπορευόμενων από το ένδικο ατύχημα απαιτήσεων, κατέβαλε, στις 5-6-2003, στον ως άνω το ποσό των 11.000 ευρώ. Ότι, στη συνέχεια το ενάγον (Ε.Κ.) άσκησε, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, κατά του ως άνω οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου D. R. και κατά του ιδιοκτήτη Α. Δ., την από 8-6-2005 αγωγή, με την οποία, ισχυριζόμενος ότι με την ως άνω καταβολή, υποκαταστάθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 4 του ν. 489/1976, στα δικαιώματά του έναντι των υπόχρεων σε αποζημίωση, ζήτησε την καταβολή του ως άνω ποσού. Το ως άνω δικαστήριο, με την με αριθ. 4409/2008 οριστική του απόφαση απέρριψε την αγωγή δεχόμενο ότι το ζημιογόνο επιβατηγό αυτοκίνητο του οποίου ιδιοκτήτης ήταν ο Α. Δ., είχε αριθμό κυκλοφορίας ... και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του, κατά το χρόνο του ατυχήματος (24-5-2002), στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Α. Α.", δυνάμει του με αριθ. ... ασφαλιστήριου συμβολαίου, για το χρονικό διάστημα από 12-11-2001 έως 12-5-2002. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε, ως υποκαθιστάμενο εκ του νόμου, σε όλα τα συνεπεία του ατυχήματος - δικαιώματα του προσώπου που ζημιώθηκε, έναντι του υπόχρεου προς αποζημίωση ή του ασφαλιστή του, να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία είναι υποχρεωμένη να του καταβάλει το ως άνω ποσό των 11.000 ευρώ , σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 4 του ν. 489/1976, όπως ρητά αναφέρεται στο αγωγικό δικόγραφο. Επικουρικά δε ζήτησε να του καταβληθεί το ως άνω ποσό, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού κατ' άρθρο 904 του ΑΚ σε συνδ. με το άρθρο 19 παρ. 5 εδ. β' του ν. 489/1976, καθόσον η αντίδικός του, μη καταβάλλοντας το ως άνω ποσό στον ζημιωθέντα Θ. Λ., ενώ ήταν υπόχρεη στη καταβολή του, κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του, χωρίς νόμιμη αιτία. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθ. 3422/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία απέρριψε αυτή κατά την κύρια βάση της, ως αβάσιμη κστ' ουσία, λόγω του ότι η απαίτηση του ενάγοντος (Ε.Κ.) υπέκυψε στη διετή παραγραφή του άρθρου 7 του ν. ΓΠΝ/1911, κατά παραδοχή της προβληθείσας από την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία σχετικής νόμιμης και στην εν λόγω διάταξη στηριζόμενης ένστασης, καθόσον από την καταβολή της αποζημίωσης (6-6-2003) από το ενάγον (Ε.Κ) όταν και γεννήθηκε η αγωγική του αξίωση, μέχρι την άσκηση της αγωγής (6-10-2015) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας, έγινε όμως δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη κατά την επικουρική της βάση των άρθρων 904 του ΑΚ και 19 παρ. 5 εδ. β' του ν 489/1976, δεδομένου ότι η επικουρική αυτή αγωγική βάση θεμελιώνεται σε διαφορετικά πραγματικά περιστατικά από εκείνα της κύριας βάσης και αναγνώρισε ότι η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία οφείλει να καταβάλει στο ενάγον Ν.Π.Ι.Δ. το ποσό των 11.000 ευρώ, το οποίο καταβάλλοντας ως αποζημίωση στον ζημιωθέντα αντί της υπόχρεης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας κατέστησε αυτή πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του. Κατά της απόφασης αυτής, ασκήθηκε από την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η από 5-4-2018 (αριθ. κατάθ. 35303/1654/2018) έφεση, με την οποία επικαλούμενη εσφαλμένη εφαρμογή συγκεκριμένων διατάξεων του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλούμενης και την απόρριψη της αγωγής του αντιδίκου της. Το ως άνω, δικάσαν ως Εφετείο, δικαστήριο εξέδωσε την προσβαλλόμενη, με αριθ. 14840/2020, απόφαση, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση. Το π.δ/γμα 314/1993, το οποίο εκδόθηκε προς συμμόρφωση στην 90/232 οδηγία της ΕΟΚ (ήδη Ευρωπαϊκή Ένωση), ορίζει στο άρθρο 2 ότι "δεν επιτρέπεται στο Επικουρικό Κεφάλαιο να απαιτεί, προκειμένου να καταβάλει την αποζημίωση, να αποδείξει το θύμα, καθ' οιονδήποτε τρόπο, ότι το υπεύθυνο για το ατύχημα μέρος δεν είναι σε θέση ή αρνείται να πληρώσει" και στο άρθρο 3 ότι "Σε περίπτωση διαφοράς μεταξύ του Επικουρικού Κεφαλαίου και του Ασφαλιστή Αστικής Ευθύνης για το ποιος πρέπει να αποζημιώσει το θύμα για σωματικές βλάβες, που προκαλούνται από όχημα αγνώστων στοιχείων ή για υλικές ζημίες και σωματικές βλάβες ανασφαλίστου αυτοκινήτου, το Επικουρικό Κεφάλαιο υποχρεούται σε πρώτη φάση να αποζημιώσει το θύμα. Αν τελικά αποφασισθεί ότι ο ασφαλιστής αστικής ευθύνης θα έπρεπε να είχε καταβάλει την αποζημίωση εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, ο ασφαλιστής αστικής ευθύνης θα επιστρέψει το οφειλόμενο ποσό στο Επικουρικό Κεφάλαιο που την κατέβαλε". Η διάταξη αυτή, όπως από το κείμενο της αδιστάκτως προκύπτει, αναφέρεται σε διαφορά μεταξύ Επικουρικού Κεφαλαίου και ασφαλιστή, για το ποιος πρέπει να αποζημιώσει τον τρίτο παθόντα και δεν καθιερώνει εξ αρχής δυνατότητα του τρίτου να στραφεί κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου και υποχρέωση του τελευταίου να αποζημιώσει αυτόν και αν ακόμη το αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο και μετά το Επικουρικό Κεφάλαιο να στραφεί κατά του ασφαλιστή και να ζητήσει την απόδοση του ποσού που αυτό κατέβαλε στον παθόντα. Διαφορετική ερμηνεία θα ανέτρεπε το σκοπό της σύστασης και λειτουργίας του Επικουρικού Κεφαλαίου, ο οποίος συνίσταται σε επικουρική παρέμβαση και όχι κυρία και η επικουρική παρέμβαση είναι επιτρεπτή (άρθρο 1 παρ. 4 της 84/5 οδηγίας Ε.Ο.Κ.). Ειδικότερα, από τη διάταξη αυτή (άρθρο 3 Π.Δ. 314/93), η οποία είναι πιστή αντιγραφή του άρθρου 4 της 90/232/ΕΟΚ), προκύπτει ότι, εάν ο παθών επικαλεσθεί ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν ανασφάλιστο και το Επικουρικό Κεφάλαιο δεν αποδείξει ανταποδεικτικώς ότι ήταν ασφαλισμένο ή εάν το τελευταίο αποδείξει μεν ότι είχε συναφθεί για το αυτοκίνητο σύμβαση ασφάλισης, αλλά ο παθών ισχυρισθεί και αποδείξει ότι η σύμβαση αυτή έληξε λύθηκε, ακυρώθηκε ή ανεστάλη νομότυπα, τότε το Επικουρικό Κεφάλαιο έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει αμέσως τον παθόντα. Εάν εκ των υστέρων αποκαλυφθεί ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο καλύπτονταν, κατά το χρόνο του ατυχήματος, από ισχύουσα ασφαλιστική σύμβαση, τότε το Επικουρικό Κεφάλαιο δεν έχει το δικαίωμα να στραφεί κατά του παθόντος και να ζητήσει την επιστροφή, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, του ποσού της αποζημίωσης που του κατέβαλε, αλλά έχει αξίωση για επιστροφή της καταβληθείσας αποζημίωσης μόνο κατά του ασφαλιστή. Δηλαδή και η διάταξη αυτή θεσπίστηκε για την προστασία του θύματος από το κίνδυνο εμπλοκής σε δικαστικούς αγώνες με το Επικουρικό Κεφάλαιο και επιστροφή σ' αυτό της αποζημίωσης που εισέπραξε, στη περίπτωση που εκ των υστέρων προέκυπτε ότι το αυτοκίνητο, από το οποίο προκλήθηκε η ζημία του, ήταν ασφαλισμένο (Ολ.ΑΠ 3/2005). Με το π.δ/γμα 237/1986 "Κωδικοποίηση των διατάξεων του ν. 489/1976" "Περί υποχρεωτικής ασφάλισης των εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης", όπως συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε, ορίζονται: Στο άρθρο 2: "Ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα επί οδού υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλεια την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος". Στο άρθρο 10 αυτού: "Το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ίδια αξίωση κατά του ασφαλιστή". Στο άρθρο 11 παρ. 1 του ιδίου π.δ/τος: "Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του προσώπου που ζημιώθηκε , όταν τούτο ασκεί την κατ' άρθρο 10 παρ. 1 αξίωση, ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, επιφυλασσομένου σ' αυτόν του δικαιώματος αγωγής κατά του αντισυμβαλλομένου, του ασφαλισμένου και του οδηγού". Και στο άρθρο 19 παρ. 1 περ. 1 του ιδίου π.δ//τος: "Το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στο πρόσωπο που ζημιώθηκε την, κατά την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού, αποζημίωση λόγω θανατώσεως ή σωματικών βλαβών ή υλικών ζημιών από αυτοκινητικό ατύχημα όταν: α) ... β) Το ατύχημα προήλθε από αυτοκίνητο ως προς το οποίο δεν έχει εκπληρωθεί η κατά το άρθρο 2 υποχρέωση ... γ)... δ)... ". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου, που κυκλοφορεί στην Ελλάδα, πρέπει να έχει ασφαλίσει αυτό σε μία νομίμως λειτουργούσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία. Εάν από το αυτοκίνητο προξενηθούν θανάτωση, σωματικές βλάβες ή υλικές ζημίες, ο παθών έχει ευθεία αγωγή κατά της ασφαλιστικής εταιρίας, για καταβολή της αποζημίωσής του, μέχρι το ποσό, που προβλέπεται από την ασφαλιστική σύμβαση και ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτού ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση κατά του ασφαλιζόμενου ή του αντισυμβαλλόμενου ή του οδηγού. Και μόνο όταν το αυτοκίνητο είναι ανασφάλιστο, τότε ο παθών έχει αγωγή κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου για καταβολή της αποζημίωσης, δηλαδή η αγωγή κατά του τελευταίου είναι επικουρική. Ως ανασφάλιστο θεωρείται το ζημιογόνο αυτοκίνητο: α) όταν δεν έχει συναφθεί γι' αυτό ποτέ κατά το παρελθόν σύμβαση ασφάλισης ή β) όταν αυτή έληξε και δεν ανανεώθηκε ή λύθηκε ή ακυρώθηκε ή ανεστάλη, είτε μονομερώς με καταγγελία του ασφαλιστή ή του ασφαλισμένου, είτε με κοινή συμφωνία αυτών. Στη δεύτερη περίπτωση, για να θεωρηθεί ανασφάλιστο το ζημιογόνο αυτοκίνητο πρέπει να έχει χωρήσει γνωστοποίηση στον αντισυμβαλλόμενο ή στον ασφαλισμένο από τον ασφαλιστή της λήξης, λύσης, ακύρωσης ή αναστολής της ασφαλιστικής σύμβασης και να έχει παρέλθει χρονικό διάστημα δέκα έξι (16) ημερών από τη γνωστοποίηση αυτή, διότι μόνο εφόσον συντρέξουν οι δύο αυτές προϋποθέσεις (γνωστοποίηση της λήξης, κ.λ.π. και πάροδος 16 ημερών από αυτή), ο ασφαλιστής μπορεί να αντιτάξει κατά του τρίτου παθόντος την λήξη, λύση, ακύρωση ή αναστολή της ασφαλιστικής σύμβασης και, κατά συνέπεια, αυτός δεν έχει αξίωση για αποζημίωση κατά του ασφαλιστή και το ζημιογόνο αυτοκίνητο θεωρείται ανασφάλιστο (άρθρο 11 παρ. 2 εδ. α' του π.δ/τος 237/1986). Η γνωστοποίηση δε, γίνεται με έγγραφη επιστολή του ασφαλιστή προς τον ασφαλισμένο ή τον αντισυμβαλλόμενο στη κατοικία ή στη διαμονή αυτών ( εδ. β' της ανωτέρω παρ. 2 του άρθρου 11, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 7 του ν. 2170/1993). Η γνωστοποίηση αυτή απαιτείται και αν ακόμη η ακύρωση της ασφαλιστικής σύμβασης έγινε με μεταγενέστερη κοινή συμφωνία ασφαλιστή και αντισυμβαλλομένου ή ασφαλισμένου. Ο παθών τρίτος για να θεμελιώσει την αξίωσή του για αποζημίωση κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, αρκεί να επικαλεσθεί, εκτός των άλλων αναγκαίων πραγματικών περιστατικών, ότι το προκαλέσαν τη ζημία αυτοκίνητο, κατά το χρόνο του ατυχήματος, ήταν ανασφάλιστο. Το εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο, έχει το δικαίωμα, όπως ήδη αναφέρθηκε, να αποδείξει ανταποδεικτικώς ότι το εν λόγω αυτοκίνητο καλυπτόταν από ασφαλιστική σύμβαση, οπότε ο ενάγων παθών τρίτος έχει το δικαίωμα να προβάλλει τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι η επικαλούμενη από το εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο σύμβαση ασφάλισης έληξε, λύθηκε, ακυρώθηκε ή ανεστάλη με νόμιμο τρόπο, έγινε η γνωστοποίηση αυτής με τον προαναφερθέντα τύπο από τον ασφαλιστή προς τον ασφαλισμένο ή αντισυμβαλλόμενο και το ατύχημα συνέβη μετά παρέλευση 16 ημερών από τη γνωστοποίηση αυτή. Και αν αποδειχθεί ο ισχυρισμός αυτός, το ζημιογόνο αυτοκίνητο θεωρείται ανασφάλιστο και το Επικουρικό Κεφάλαιο ενέχεται στην καταβολή της αποζημίωσης. Έτσι, ο τρίτος παθών δεν βρίσκεται σε δυσχερή θέση έναντι του αντιδίκου του Επικουρικού Κεφαλαίου, αφού γνωρίζοντας την ασφαλιστική σύμβαση, που παραδεκτώς και ορισμένως επικαλέστηκε το τελευταίο, έχει την ευχέρεια να ερευνήσει, αν αυτή, κατά το χρόνο του ατυχήματος, ίσχυε ή είχε λήξει, λυθεί, ακυρωθεί ή ανασταλεί και να προβάλλει και να αποδείξει το σχετικό ισχυρισμό του. Σε όλες τις περιπτώσεις ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου, το ζημιωθέν πρόσωπο έχει ιδία αξίωση κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου (παρ. 3 του ίδιου άρθρου 19) και το τελευταίο (Ε.Κ.), με την καταβολή της αποζημίωσης υποκαθίσταται σε όλα τα, εξαιτίας του ατυχήματος, δικαιώματα του ζημιωθέντος, έναντι του υπόχρεου προς αποζημίωση ή του ασφαλιστή, πλην της περίπτωσης δ' (αν ο ασφαλιστής πτώχευσε ή αν η εκτέλεση σε βάρος του απέβη άκαρπη ή ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της ασφαλιστικής επιχείρησης εξαιτίας παράβασης νόμου), κατά την οποία δεν υποκαθίσταται στα εν λόγω δικαιώματα (παρ. 4 του ίδιου άρθρου 19). Η αξίωση υποκατάστασης, που ασκείται από το Επικουρικό Κεφάλαιο κατά του υπόχρεου σε αποζημίωση ή του ασφαλιστή του, είναι αυτή που θα ασκούσε ο ζημιωθείς τρίτος, αν δεν υπήρχε θέμα ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου. Η ανωτέρω υποκατάσταση, δηλαδή, έχει την έννοια της ex lege μεταβίβασης της απαίτησης αποζημίωσης στο Επικουρικό Κεφάλαιο και δεν χορηγείται στο τελευταίο αυτόνομη αξίωση κατά του υπόχρεου μετά την ικανοποίηση του δικαιούχου. Η μεταβίβαση αυτή συνοδεύεται με όλα τα κατά το χρόνο της μεταβίβασης πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα της απαίτησης που μεταβιβάζεται. Ο υπόχρεος προς αποζημίωση όταν ενάγεται, βάσει του μηχανισμού της υποκατάστασης από το Επικουρικό Κεφάλαιο αναγωγικά, δικαιούται να προβάλλει κατ' αυτού την ένσταση της παραγραφής της αξίωσης. Συνέπεια δε του γεγονότος της υποκατάστασης που ασκείται από το Επικουρικό Κεφάλαιο, κατά του υπόχρεου σε αποζημίωση ή του ασφαλιστή του είναι αυτή, που θα ασκούσε ο ζημιωθείς τρίτος, αν δεν υπήρχε θέμα ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου είναι ότι, η αξίωση με βάση την υποκατάσταση υπόκειται στον ίδιο χρόνο παραγραφής, όπως η αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου δηλαδή πενταετή κατά την ΑΚ 937 ή διετή, κατά το άρθρο 7 του ν. ΓΠΝ/1911 από την ημέρα του ατυχήματος. Διαφοροποιείται, όμως, η αφετηρία της παραγραφής, γιατί το δικαίωμα αναγωγής του Επικουρικού Κεφαλαίου γεννιέται το πρώτο από την ικανοποίηση του παθόντος, μη υφιστάμενο πριν από το χρονικό αυτό σημείο (ΑΠ 399/2020, ΑΠ 2173/2013, ΑΠ 568/2002). Τέλος, από το άρθρο 904 του ΑΚ, η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής φύσης και μπορεί να ασκηθεί μόνο όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός αν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα, στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 5 εδ. β' του ν. 489/1976, σε περίπτωση διαφοράς μεταξύ του Επικουρικού Κεφαλαίου και του ασφαλιστή αστικής ευθύνης για το ποιος πρέπει να αποζημιώσει το θύμα για σωματικές βλάβες, που προκαλούνται από όχημα αγνώστων στοιχείων ή για υλικές ζημιές και σωματικές βλάβες ανασφάλιστου οχήματος, το Επικουρικό Κεφάλαιο υποχρεούται, σε πρώτη φάση, να αποζημιώσει το θύμα. Αν τελικά αποφασισθεί, ότι ο ασφαλιστής αστικής ευθύνης θα έπρεπε να έχει καταβάλει την αποζημίωση, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει ο ασφαλιστής αστικής ευθύνης θα επιστρέψει το οφειλόμενο ποσό, στο Επικουρικό Κεφάλαιο που την κατέβαλε. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, σε περίπτωση κατά την οποία το Επικουρικό Κεφάλαιο υποχρεωθεί να καταβάλει στα ζημιωθέντα από το ατύχημα πρόσωπα, αποζημίωση, με βάση την έλλειψη ασφάλισης του ζημιογόνου αυτοκινήτου και μεταγενέστερα διαπιστωθεί ότι αυτό ήταν ασφαλισμένο, που σημαίνει ότι το Επικουρικό Κεφάλαιο κατέβαλε αλλότριο χρέος, δηλαδή το χρέος του ασφαλιστή προς τα ζημιωθέντα πρόσωπα και έτσι ο ασφαλιστής αυτός απαλλάχθηκε από το χρέος του, η καταβολή δε αυτή οδηγεί σε sine causa πλουτισμό του ασφαλιστή, έχει δικαίωμα το Επικουρικό Κεφάλαιο, με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, σε συνδυασμό και με την ως άνω διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 εδ. β' του ν. 489/1976, να στραφεί κατά του ασφαλιστή και να ζητήσει την πληρωμή (επιστροφή) του καταβληθέντος στους ζημιωθέντες ποσού (ΑΠ 1136/2014, ΑΠ 568/2002). Η προς απόδοση του πλουτισμού αγωγή, που έχει ενοχικό χαρακτήρα, υπόκειται στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 του ΑΚ (ΑΠ 38/2021, ΑΠ 1208/2012). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 10/2020). Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1217/2020). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 132/2021, ΑΠ 169/2019, 1394/2017). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 132/2021, ΑΠ 578/2019, ΑΠ 945/2019). Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε την έφεση κατά της με αριθμ. 3422/2017 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, δέχθηκε τα ακόλουθα: ''... το ενάγον Ν.Π.Ι.Δ. άσκησε την από 17-9-2015 αγωγή του, με την οποία ισχυριζόταν ότι με την καταβολή της αποζημίωσης υποκαταστάθηκε σε όλα τα εξ' αιτίας του ατυχήματος δικαιώματα του προσώπου που ζημιώθηκε έναντι του υποχρέου προς αποζημίωση ή του ασφαλιστή αυτού (άρθρο 19 παρ.4 του ν.489/1976), δικαιούτο επομένως να ζητήσει από την Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία με την επωνυμία "...", η οποία ασφάλιζε το ζημιογόνο αυτοκίνητο κατά το χρόνο του ατυχήματος, το ποσό που κατέβαλε. Επικουρικά ζητούσε το ανωτέρω ποσό και με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, επικουρική βάση, την οποία δέχτηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ... Η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρία", η οποία είναι καθολική διάδοχος της ... Α.Ε., ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση έσφαλε στην κρίση της και παραβίασε το νόμο, δεχόμενη την επικουρική βάση της αγωγής. Ισχυρίζεται ότι η αγωγή θα έπρεπε να απορριφθεί και ως προς την επικουρική της βάση, καθώς εφόσον πρωτοδίκως έγινε δεκτή η περί παραγραφής της αξίωσης ένσταση και απορρίφθηκε για την αιτία αυτή η κυρία βάση της κρινομένης αγωγής, θα έπρεπε να απορριφθεί για την ίδια αιτία και η επικουρική βάση της αγωγής αυτής, διότι, κατά νόμο, η παραγραφή είναι νόμιμος λόγος απόσβεσης των ενοχών και συνεπώς, παραγραφείσης της αξιώσεως, δεν ιδρύονται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της Α.Κ. 904, καθώς η απόρριψη της αξίωσης του εφεσιβλήτου ένεκα παραγραφής, είναι απόρριψη εκ νομίμου αιτίας, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της Α.Κ. 904. Ο σχετικός λόγος έφεσης, τυγχάνει απορριπτέος (...). Στη προκείμενη περίπτωση ορθώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή κατά την κύρια βάση της, τη στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 19 § 4 του ν. 489/1976, ως παραγεγραμμένη. Όπως δε προκύπτει με την αγωγή του κατά της εφεσίβλητης και κατά την επικουρική βάση της, το ενάγον ισχυρίστηκε, ότι για το επίδικο τροχαίο ατύχημα κατέβαλε στον ιδιοκτήτη του ζημιωθέντος από το ατύχημα αυτοκινήτου, ως αποζημίωσή του για τις φθορές και βλάβες που υπέστη το αυτοκίνητο του, κατόπιν εξώδικου συμβιβασμού, το ποσό των 11.000 ευρώ, επειδή το ζημιογόνο αυτοκίνητο φερόταν ως ανασφάλιστο, ότι εκ των υστέρων διαπιστώθηκε ότι το αυτοκίνητο αυτό ήταν ασφαλισμένο στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία και ως εκ τούτου αυτή ήταν υπόχρεη προς αποζημίωση του ιδιοκτήτη του ζημιωθέντος αυτοκινήτου και ότι επομένως υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό αυτό, επικουρικά, με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η ίδια, με τη μη καταβολή του ποσού αυτού στον παραπάνω ζημιωθέντα, ενώ ήταν υπόχρεη στην καταβολή του και ταυτόχρονα με την καταβολή του από το εκκαλούν, έγινε πλουσιότερη σε βάρος του κατά το ποσό αυτό, δηλαδή αυξήθηκε αντίστοιχα η περιουσία της χωρίς νόμιμη αιτία και μειώθηκε αντίστοιχα η δική του, ο πλουτισμός της δε αυτός διατηρείται μέχρι σήμερα. Η επικουρική αυτή αγωγική βάση θεμελιώνεται σε διαφορετικά πραγματικά περιστατικά από εκείνα της κύριας βάσης της αγωγής, αφού η μεν κύρια αγωγική βάση, που απορρέει από το άρθρο 19 § 4 ν. 489/76, στηρίζεται στο γεγονός της υποκατάστασης του εκκαλούντος, μετά την καταβολή της αποζημίωσης στον ιδιοκτήτη του ζημιωθέντος αυτοκινήτου, στα δικαιώματα του τελευταίου έναντι της εφεσίβλητης, η δε αξίωση του ενάγοντος που ασκείται με την επικουρική αγωγική βάση, είναι διαφορετική και αυτοτελής, ανεξάρτητη από εκείνη του άρθρου 19 § 4 ν. 489/76, αφού δημιουργήθηκε το πρώτον μετά τη διαπίστωση ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο δεν ήταν ανασφάλιστο, αλλά ασφαλισμένο στην εφεσίβλητη, με συνέπεια αυτή να είναι υπόχρεη προς αποζημίωση του ζημιωθέντος και όχι το ενάγον, το οποίο καταβάλλοντας την αποζημίωση αυτή στον ζημιωθέντα αντί της υπόχρεης εφεσίβλητης, κατέστησε αυτή χωρίς αιτία πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του. Όμως στην περίπτωση αυτή, διαφοροποιείται η αφετηρία της παραγραφής, γιατί το δικαίωμα αναγωγής του Επικουρικού Κεφαλαίου γεννάται το πρώτο από την ικανοποίηση του παθόντος, μη υφιστάμενο πριν από το χρονικό αυτό σημείο (...). Επιπλέον δε, η προς απόδοση του πλουτισμού αγωγή, η οποία έχει ενοχικό χαρακτήρα, υπόκειται στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 Α.Κ. (...), προθεσμία η οποία στην προκείμενη περίπτωση δεν έχει παρέλθει. Επομένως με βάση τα ανωτέρω, οι ισχυρισμοί της εκκαλούσας τυγχάνουν απορριπτέοι. Με τον δεύτερο λόγο έφεσης, η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι από την επισκόπηση της αγωγής του εφεσιβλήτου, το τελευταίο θεμελίωσε τόσο την κυρία, όσο και την επικουρική βάση της αγωγής του στην αδικοπραξία (τροχαίο ατύχημα) και στην εκ της ασφαλιστικής συμβάσεως και του νόμου, υποχρέωση της εκκαλούσας να του αποκαταστήσει τη ζημία που αυτό υπέστη, ως καταβαλόν αποζημίωση σε ζημιωθέντα τρίτο που ζημιώθηκε εξ ατυχήματος προκληθέντος υπό οδηγού ανασφαλίστου οχήματος, το οποίο μεταγενεστέρως διεπιστώθη ότι ήτο ασφαλισμένο στην εκκαλούσα. Και για μεν την κύρια βάση της αγωγής του επεκαλέσθη την διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 εδ. β', για δε την επικουρική βάση της αγωγής του επεκαλέσθη την Α.Κ. 904. Έσφαλε όμως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, καθώς έκρινε πως τα ως άνω προταθέντα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίζονται τόσον η κύρια, όσον και η επικουρική βάση της αγωγής του, διαφέρουν μεταξύ τους, δηλαδή δεν αναφέρονται σε τροχαίο ατύχημα, ούτε σε ανασφάλιστο αυτοκίνητο, ούτε στις υποχρεώσεις και δικαιώματα του εφεσιβλήτου, ούτε στην εκ της ασφαλιστικής συμβάσεως και του νόμου υποχρέωση του ασφαλιστή και πως ένεκα τούτου η επικουρική βάση της αγωγής του εφεσίβλητου στηρίζεται, σε αυτοτελή αξίωση, ανεξάρτητη των ανωτέρω περιστατικών. Ο σχετικός λόγος έφεσης, τυγχάνει ομοίως απορριπτέος, καθώς όπως ήδη ελέχθη η επικουρική βάση της αγωγής στηρίζεται σε περιστατικά διαφορετικά και πρόσθετα από εκείνα, στα οποία στηρίζεται η κύρια βάση της αγωγής. Η αξίωση αυτή είναι άλλη και αυτοτελής, ανεξάρτητη από εκείνη του άρθρου 19 παρ. 4 του ν. 489/1976, αφού δημιουργήθηκε το πρώτον μετά την διαπίστωση ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο δεν ήταν ανασφάλιστο, αλλά ήταν ασφαλισμένο στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, με συνέπεια αυτή να είναι υπόχρεη προς αποζημίωση του ζημιωθέντος και όχι το Επικουρικό Κεφάλαιο, με αποτέλεσμα, καταβάλλοντας το τελευταίο την αποζημίωση στον ζημιωθέντα, αντί της υπόχρεης ασφαλιστικής εταιρίας, να καταβάλει αλλότριο χρέος και να καταστεί η ασφαλιστική εταιρία sine causa πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του ...''. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρίας. Το, ως άνω δικαστήριο, με το να οδηγηθεί στη προαναφερθείσα κρίση, δεν παραβίασε ούτε ευθέως είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή είτε με εσφαλμένη υπαγωγή, ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 904 του ΑΚ και του άρθρου 19 παρ. 5 εδ. β'του ν. 489/1976, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς το ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις και διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την παραδοχή της επικουρικής βάσης, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, της αγωγής του ενάγοντος (Ε.Κ.) δεδομένου ότι, η επικουρική αυτή αγωγική βάση θεμελιώνεται σε διαφορετικά πραγματικά περιστατικά από εκείνα της κύριας βάσης της αγωγής, αφού η μεν κύρια αγωγική βάση η απορρέουσα από το άρθρο 19 παρ. 4 του ν. 489/1976, στηρίζεται στο γεγονός, της, μετά την καταβολή της αποζημίωσης στο ζημιωθέντα, υποκατάστασης του αναιρεσίβλητου στα δικαιώματα αυτού, έναντι της αναιρεσείουσας (είχε δε υποκύψει στην διετή παραγραφή του άρθρου 7 του ν. ΓΠΝ/1911), η δε, με την δεύτερη ως άνω επικουρική αγωγική βάση, ασκούμενη αξίωση του αναιρεσίβλητου είναι άλλη και αυτοτελής αξίωση, ανεξάρτητη από εκείνη του άρθρου 19 παρ. 4 του ν. 489/1976, απορρέουσα από το άρθρο 904 του ΑΚ και 19 παρ. 5 εδ. β' του ν. 489/1976, αφού δημιουργήθηκε το πρώτον μετά τη διαπίστωση, ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο δεν ήταν ανασφάλιστο, αλλά ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, με συνέπεια αυτή να είναι υπόχρεη προς αποζημίωση του ζημιωθέντος και όχι το αναιρεσίβλητο (Ε.Κ.), το οποίο καταβάλλοντας την αποζημίωση αυτή στον ζημιωθέντα, αντί της υπόχρεης αναιρεσείουσας, κατέστησε αυτή χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του. Η ενοχική αξίωση του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου προς απόδοση του πλουτισμού της εναγόμενης-αναιρεσείουσας, δεν επηρεάζεται από την παραγραφή της κύριας βάσης της αγωγής. Το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ. καταβάλλοντας αχρεωστήτως το ποσό των 11.000 ευρώ, ενώ η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία ήταν υποχρεωμένη από την ενεργή σύμβαση ασφάλισης σε αποζημίωση του ζημιωθέντος από το ασφαλισμένο σε αυτήν, κατά το χρόνο του ατυχήματος, ζημιογόνο αυτοκίνητο, με τη μη καταβολή στον ζημιωθέντα του ως άνω ποσού, αύξησε (με τη μη μείωση της καταβολής) την περιουσία της, όπως προαναφέρθηκε, χωρίς νόμιμη αιτία και μειώθηκε αντίστοιχα η περιουσία του καταβάλλοντος αναιρεσίβλητου νομικού προσώπου, μολονότι δεν είχε αντίστοιχη ευθύνη ή υποχρέωση έναντι του ασφαλισμένου προσώπου, ο δε πλουτισμός της αναιρεσείουσας διατηρείται μέχρι σήμερα. Επομένως, οι αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 559 αριθ. 1α' και 19 του ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατόπιν των παραπάνω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, το οποίο κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 30-11-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 95911/178/2021), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 14840/2020 απόφασης του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 31 Αυγούστου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ