Αριθμός 1014/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα-Δημαρά- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του καλούντος - εκκαλούντος-εφεσιβλήτου: Κ. Μ. του Π., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουκουράκη και κατέθεσε προτάσεις. Των καθ' ων η κλήση-εφεσιβλήτων-εκκαλούντων: 1) Ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «Ι. Κ. Κ. Σ. Ε..»Ε. που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ι. Κ. του Δαμιανού, κατοίκου ..., οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Κοινοποίηση: 1) Χ. Μ. του Π.., 2) Α. Μ. του Π., κάτοικοι ..., 3) Π. Λ. του Πέτρου, κάτοικος ..., οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/1/2003 αγωγή του ήδη καλούντος - εκκαλούντος - εφεσιβλήτου και των προς ους η κοινοποίηση και την από 2/10/2003 αγωγή της πρώτης των ήδη καθ' ων η κλήση-εφεσιβλήτων - εκκαλούντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2303/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και οι 6186/2006 μη οριστική και 7167/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των ανωτέρω εφετειακών αποφάσεων, ζήτησαν ο ήδη καλών - εκκαλών - εφεσίβλητος και οι προς ους η κοινοποίηση με την από 18/12/2007 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 2236/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 7167/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 3059/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν εκ νέου ο ήδη καλών - εκκαλών - εφεσίβλητος και οι προς ους η κοινοποίηση με τις από 26/7/2011 και 5/9/2011 αιτήσεις τους επί των οποίων, κατόπιν συνεκδικάσεώς τους, εκδόθηκε η 1474/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 3059/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και διέταξε την διακράτηση της υπόθεσης προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση ενώπιόν του. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο ήδη καλών - εκκαλών - εφεσίβλητος με την από 17/5/2022 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 17-5-2022 κλήση του εκκαλούντος - εφεσίβλητου, Κ. Μ., κατά των εφεσιβλήτων - εκκαλούντων, ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «Ι. Κ. Κ. Σ. «Ε. και Ι. Κ. (κοινοποιούμενη και στους εκκαλούντες - εφεσίβλητους, Χ. Μ., Α. Μ. και Π. Λ.), κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της, νόμιμα φέρονται για νέα συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατ' άρθρο 581 παρ. 1 του ΚΠολΔ, οι από 8-6-2005 (5166/14-6-2005) και από 29-6-2005 (5762/29-6-2005) αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της 2303/2005 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά την αναίρεση της επ' αυτών (εφέσεων) εκδοθείσας 3059/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών με την 1474/2013 αναιρετική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (δεύτερη για την ίδια υπόθεση). Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 272 παρ. παρ. 1-2 και 524 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους από τα άρθρα 30 και 44 παρ. 1 του Ν. 3994/2011 (ΦΕΚ 165/25.7.2011), αντίστοιχα, τα οποία, σύμφωνα με το άρθρο 72 παρ. 4 εδ. β' του άνω νόμου, σε συνδυασμό με την παρ. 2 αυτού, εφαρμόζονται στην κρινόμενη υπόθεση, διότι οι ένδικες εφέσεις ασκήθηκαν στις 14-6-2005 και στις 29-6-2005, αντίστοιχα, ήτοι πριν από την έναρξη ισχύος του και η συζήτησή τους ήταν εκκρεμής κατά τη δημοσίευση αυτού στις 25-7-2011, συνάγεται ότι επί ερημοδικίας του εκκαλούντος στην κατ' έφεση δίκη, εφαρμόζονται ως προς την έφεση οι διατάξεις που ισχύουν επί ερημοδικίας του ενάγοντος κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και, συνεπώς, το δικαστήριο ερευνά, αν τη συζήτηση επισπεύδει ο εκκαλών ή ο εφεσίβλητος και η έφεση απορρίπτεται ερήμην του εκκαλούντος, που επιμελήθηκε για τη συζήτηση ή κλητεύθηκε νομίμως γι' αυτήν (ΑΠ 314/2011). Επίσης, από τον συνδυασμό της ως άνω διάταξης του άρθρου 524 παρ. 1-4 ΚΠολΔ με εκείνη του άρθρου 271 παρ. 1-2 αυτού προκύπτει ότι, όταν η συζήτηση επισπεύδεται από τον εκκαλούντα και απουσιάζει ο εφεσίβλητος, μολονότι έχει νομότυπα και εμπρόθεσμα κλητευθεί, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και ο εφεσίβλητος παρών. Έτσι, επί ερημοδικίας του εκκαλούντος, εάν τη συζήτηση επισπεύδει ο εφεσίβλητος ερευνάται εάν ο απολειπόμενος εκκαλών κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και στη μεν αποφατική περίπτωση κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση και διατάσσεται νέα κλήτευση (άρθρα 524 παρ. 1, 3, 272 παρ. 1 και 2, 271 ΚΠολΔ), ενώ, στην περίπτωση που τη συζήτηση επισπεύδει ο εκκαλών, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη, χωρίς να ερευνηθεί η ουσία της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή, η απόρριψη της έφεσης δεν είναι τυπική, αλλά γίνεται κατ' ουσίαν (ΑΠ 163/2023, ΑΠ 2/2022), διότι, κατά πλάσμα του νόμου, ο εκκαλών θεωρείται ότι παραιτήθηκε από το ασκηθέν ένδικο μέσο της έφεσης (ΑΠ 11/2016, ΑΠ 314/2011). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 4 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 44 παρ. 1 Ν. 3994/2011, άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και τροποποιήθηκε από το άρθρο 28 του Ν. 4842/2021, που ισχύει από 1-1-2022, κατ' άρθρο 120 του νόμου αυτού, σε περίπτωση ερημοδικίας του εφεσιβλήτου, οπότε η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης, τις προτάσεις που υποβλήθηκαν από το διάδικο που δεν εμφανίσθηκε κατά την πρωτοβάθμια δίκη, καθώς και τα πρακτικά και τις εκθέσεις που λήφθηκαν κατ' αυτήν, αντίγραφα των οποίων είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει μέσα σε πέντε ημέρες από τη συζήτηση ο παριστάμενος διάδικος, διαφορετικά κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες, με επίκληση από τον εκκαλούντα - εφεσίβλητο, Κ. Μ., ... εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Γ. Δ., ακριβές αντίγραφο της άνω, από 17-5-2022 κλήσης αυτού, με πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου, την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, καθώς και κλήση για να παρασταθούν οι εκκαλούντες - εφεσίβλητοι, αντίστοιχα, εταιρεία με την επωνυμία «Ι. Κ. Κ. Σ. «Ε. και Ι. Κ., κατά τη συζήτησή της, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα σε αυτούς. Οι τελευταίοι, όμως, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ότι επιθυμούν να συζητηθεί η υπόθεση χωρίς την εμφάνισή τους στο ακροατήριο, με έγγραφες προτάσεις, και, συνεπώς, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προεκτέθηκε, πρέπει να δικαστούν ερήμην και περαιτέρω, η από 29-6-2005 έφεσή τους να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη ως προς το μέρος που στρέφεται κατά του εφεσίβλητου, Κ. Μ. και να καταδικαστούν αυτοί στα δικαστικά του έξοδα για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του νόμιμου αιτήματός του (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το διατακτικό. Αντιθέτως, η συζήτηση της από 8-6-2005 έφεσης του εκκαλούντος, Κ. Μ., κατά των ανωτέρω εφεσίβλητων πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν και οι ίδιοι παρόντες (άρθρα 524 παρ. 1 εδ. α', σε συνδυασμό με 271 παρ. παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ). Σημειώνεται, ότι δεν προσκομίζονται από τον άνω εκκαλούντα οι πρωτόδικες προτάσεις των εφεσίβλητων, πλην, όμως η μη προσκόμισή τους δεν συνεπάγεται το απαράδεκτο της συζήτησης, κατά τα προεκτεθέντα, καθόσον, σύμφωνα με το προσκομιζόμενο 35/1-2-2019 πιστοποιητικό της γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, οι προτάσεις και τα σχετικά των δικογραφιών μέχρι το τέλος του έτους 2011 έχουν πολτοποιηθεί διαδοχικά, με τελευταία πολτοποίηση που έλαβε χώρα με τα από 13-2-2018 πρακτικά της αρμόδιας Επιτροπής του Εφετείου Αθηνών, που συγκροτήθηκε βάσει του 120/1966 Β. Δ/γματος, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η χορήγηση αντιγράφων των προτάσεων που κατατέθηκαν στη δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω πρωτόδικη και ήδη εκκαλουμένη απόφαση. Περαιτέρω, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο κατά την παραπάνω δικάσιμο οι εκκαλούντες στην από 8-6-2005 έφεση, Χ. Μ., Α. Μ. και Π. Λ., οι οποίοι συνδέονται με τον εκκαλούντα, Κ. Μ., με δεσμό απλής ομοδικίας, δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη, με επίκληση, 374/25-5-2022 έκθεση επίδοσης της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας ο παριστάμενος εκκαλών, Κ. Μ., τους κάλεσε για να παραστούν στη συζήτηση με επίδοση επίσημου αντιγράφου της από 17-5-2022 κλήσης στην Π. Χ., δικηγόρο και αντίκλητό τους, κατ' άρθρο 143 παρ. 1 ΚΠολΔ, δυνάμει του 1879/13-5-2022 συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών, Μ. Φ.. Ωστόσο, η από 8-6-2005 έφεση απαραδέκτως εισάγεται προς συζήτηση ως προς τους ανωτέρω εκκαλούντες, καθόσον ο καλών δεν νομιμοποιείται να φέρει προς συζήτηση την έφεση και ως προς τους ομοδίκους του, ως προς τους οποίους, συνεπώς, η δίκη επί της άνω έφεσης πρέπει να χωριστεί (άρθρο 75 παρ. 2 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες, Κ. Μ., Χ. Μ., Α. Μ. και Π. Λ., με την από 15-1-2003 (57853/3590/2003) αγωγή τους, εξέθεσαν ότι δυνάμει της από 17-10-1998 έγγραφης εργολαβικής σύμβασης, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτών και της πρώτης εναγόμενης ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «Ι. Κ. Κ. Σ. «Ε., εκπροσωπούμενης από τον δεύτερο εναγόμενο, Ι. Κ., ομόρρυθμο μέλος αυτής, η άνω εταιρεία ανέλαβε, έναντι της αναφερόμενης αμοιβής και σύμφωνα με τους ειδικότερα αναφερόμενους σ' αυτή (σύμβαση) όρους, την εκτέλεση των υδραυλικών εγκαταστάσεων και των εγκαταστάσεων κεντρικής θέρμανσης στις υπό ανέγερση δεκατρείς (13) πολυκατοικίες, που βρίσκονται στην περιοχή Αγίου Ιωάννου Ρέντη, επί των οδών .... Ότι δυνάμει συμβατικού όρου ο δεύτερος εναγόμενος ανέλαβε ατομικά τις υποχρεώσεις από την εργολαβική σύμβαση, ευθυνόμενος εις ολόκληρον με την εταιρεία ως πρωτοφειλέτης. Ότι η παράδοση του έργου συμφωνήθηκε να γίνει μέχρι 17-6-2001, πλην, όμως, η πρώτη εναγομένη δεν περαίωσε το έργο εντός της συμβατικής προθεσμίας, γι' αυτό και κατήγγειλαν την σύμβαση με την από 18-10-2002 εξώδικη δήλωση, που επιδόθηκε σε αμφότερους τους εναγόμενους. Ότι σύμφωνα με συμβατικό όρο, σε περίπτωση μη αποπεράτωσης του έργου εντός της συμβατικής προθεσμίας, η εργολάβος ανέλαβε την υποχρέωση να τους καταβάλει ποινική ρήτρα ποσού 50.000 δραχμών για κάθε ημέρα καθυστέρησης. Ότι το εκτελεσθέν μέρος του έργου είχε τις αναφερόμενες κακοτεχνίες οφειλόμενες σε υπαιτιότητα των εναγομένων, για την αποκατάσταση των οποίων απαιτείται δαπάνη ποσού 37.600 ευρώ. Ότι για τις υπολειπόμενες εργασίες προς αποπεράτωση του έργου, με βάση τις συμβατικές τιμές αυξημένες κατά ποσοστό 30% λόγω ανατιμήσεως των υλικών και των εργασιών, απαιτείται επιπλέον δαπάνη ποσού 74.613 ευρώ. Ότι, έναντι της συμφωνηθείσας συνολικής εργολαβικής αμοιβής, ανερχόμενης στο ποσό των 163.800.000 δραχμών, κατέβαλαν στην εναγόμενη εργολάβο σταδιακά ποσό 117.710.000 δραχμών (ήτοι 345.444 ευρώ), το οποίο υπερβαίνει το κόστος των εργασιών που αυτή εκτέλεσε μέχρι το χρόνο της καταγγελίας, ανερχόμενο στο αναλυτικά αναφερόμενο ποσό των 232.000 ευρώ, στο οποίο πρέπει να μειωθεί η αμοιβή της. Με βάση αυτό το ιστορικό, οι ενάγοντες ζήτησαν, να μειωθεί η αμοιβή της πρώτης εναγομένης εργολήπτριας στο ποσό των 232.000 ευρώ και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ο καθένας εις ολόκληρον, να τους καταβάλλουν, συμμέτρως, (α) ποσό 74.613 ευρώ ως αποζημίωση για την απαιτούμενη επιπλέον δαπάνη αποπεράτωσης του έργου λόγω ανατίμησης των υλικών και εργασιών, (β) ποσό 37.600 ευρώ ως αποζημίωση για την δαπάνη αποκατάστασης των κακοτεχνιών του εκτελεσθέντος έργου, (γ) ποσό 113.444 ευρώ, το οποίο κατέβαλαν ως αμοιβή στην πρώτη εναγομένη επιπλέον εκείνης που αναλογεί στο έργο που εκτέλεσε μέχρι την καταγγελία, ως προς το οποίο αυτή κατέστη πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας τους και (δ) ποσό 71.900 ευρώ ως καταπεσούσα ποινική ρήτρα και συνολικά στον καθένα ποσό 74.389,25 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Περαιτέρω, η εργολήπτρια εταιρεία με την επωνυμία «Ι. Κ. Κ. Σ. «Ε., με την από 2-10-2003 (139248/8872/2003) αγωγή της επικαλέστηκε ότι κατάρτισε με τους εναγόμενους την ως άνω εργολαβική σύμβαση, δυνάμει της οποίας ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελέσει το προαναφερόμενο έργο, αντί συμφωνηθείσας εργολαβικής αμοιβής 163.800.000 δραχμών. Ότι αν και εκτέλεσε το αναληφθέν έργο, εκτός από τις εργασίες σύνδεσης με το δίκτυο της ΕΥΔΑΠ σε τέσσερις πολυκατοικίες και τη συναρμολόγηση τεσσάρων λεβητοστασίων, το οποίο (έργο) ουσιαστικά παρέλαβαν οι εναγόμενοι, εντούτοις οι τελευταίοι αρνήθηκαν την τυπική παραλαβή του και αντισυμβατικά με την από 18-10-2002 εξώδικη δήλωση κατήγγειλαν την ένδικη εργολαβική σύμβαση. Ότι κατόπιν της άνω καταγγελίας της οφείλουν το υπόλοιπο μέρος της συμφωνημένης εργολαβικής αμοιβής, ανερχόμενο στο ποσό των 46.090.000 δραχμών (ήτοι 135.260,45 ευρώ). Ζήτησε δε, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν, ο καθένας εις ολόκληρον, το άνω ποσό των 135.260,45 ευρώ, νομιμοτόκως από το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης (21-10-2002), άλλως από την επίδοση της αγωγής. Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εκδόθηκε από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών η 2303/2005 οριστική απόφαση. Με αυτήν, η από 15-1-2003 αγωγή των εργοδοτών, απορρίφθηκε ως αόριστη κατά το δεύτερο αίτημα (αποζημίωσης για κακοτεχνίες του εκτελεσθέντος έργου) και ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά το θεμελιούμενο στις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού τρίτο αίτημα (απόδοσης της επιπλέον καταβληθείσας μέχρι την καταγγελία της σύμβασης αμοιβής) και έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν ως προς το πρώτο και το τέταρτο αιτήματα (αποζημίωσης για την επιπλέον απαιτούμενη δαπάνη αποπεράτωσης του έργου και για καταπεσούσα ποινική ρήτρα) και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι, ο καθένας εις ολόκληρον, να καταβάλουν στους ενάγοντες, συμμέτρως, το ποσό των 98.953,20 ευρώ (ήτοι, σε καθένα ποσό 24.738,30 ευρώ), νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, ενώ η από 2-10-2003 αγωγή της εργολήπτριας εταιρείας απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν, οι μεν ενάγοντες της από 15-1-2003 αγωγής την από 8-6-2005 (5166/2005) έφεση, οι δε εναγόμενοι της άνω αγωγής και η πρώτη εξ αυτών ενάγουσα της από 2-10-2003 αγωγής, την από 29-6-2005 (5762/2005) έφεση. Το Εφετείο Αθηνών, αρχικά εξέδωσε την 6186/2006 μη οριστική απόφαση, με την οποία διέταξε επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να εξεταστούν στο ακροατήριο οι διάδικοι, Κ. Μ. και Ι. Κ. και εκ νέου οι μάρτυρες που εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και στη συνέχεια την 7167/2007 τελεσίδικη απόφαση. Με αυτήν αμφότερες οι εφέσεις έγιναν τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτές, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη 2303/2005 απόφαση και, περαιτέρω, αφού κρατήθηκαν και δικάστηκαν οι ένδικες αγωγές, η μεν από 15-1-2003 αγωγή των εργοδοτών έγινε εν μέρει δεκτή, μόνο κατά το τέταρτο αίτημα καταβολής της καταπεσούσας ποινικής ρήτρας και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι, ο καθένας εις ολόκληρον, να καταβάλουν στους ενάγοντες, συμμέτρως, το ποσό των 13.274,22 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής (ενώ απορρίφθηκαν τα υπόλοιπα αιτήματα και ειδικότερα, ως αόριστα τα αιτήματα αποζημίωσης για την επιπλέον απαιτούμενη επιπλέον δαπάνη αποπεράτωσης του έργου και για την αποκατάσταση των κακοτεχνιών του έργου και ως μη νόμιμο το, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, αίτημα απόδοσης της επιπλέον καταβληθείσας στην πρώτη εναγόμενη αμοιβής), η δε από 2-10-2003 αγωγή της εργολήπτριας έγινε δεκτή κατ' ουσίαν και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι - εργοδότες να της καταβάλουν, κατ' ισομοιρία, το υπόλοιπο της συμφωνηθείσας αμοιβής της ποσού 135.260,45 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Κατά της άνω απόφασης (7167/2007) οι εργοδότες (ενάγοντες της από 15-1-2003 αγωγής, εκκαλούντες της από 8-6-2005 έφεσης και εφεσίβλητοι της από 29-6-2005 έφεσης) άσκησαν την από 18-12-2007 αίτηση, με την οποία ζήτησαν την αναίρεση αυτής. Επί της εν λόγω αίτησης αναίρεσης εκδόθηκε η 2236/2009 απόφαση του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία η 7167/2007 απόφαση αναιρέθηκε κατά ένα μέρος, για πλημμέλειες από τους αριθμούς 20, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' αποδοχή ως βάσιμων των πρώτου, τρίτου και όγδοου λόγων αναίρεσης, αντίστοιχα. Ειδικότερα, με την ανωτέρω απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο Αθηνών, (α) παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ένδικης από 17-10-1998 εργολαβικής σύμβασης, παραλείποντας να αναγνώσει ουσιώδες μέρος αυτής, συναρτώμενο με τον εκ μέρους των αναιρεσειόντων (ως εναγομένων στην από 2-10-2003 αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης), προβληθέντα ουσιώδη ισχυρισμό, ότι δυνάμει του υπ' αριθ. 6 συμβατικού όρου η αμοιβή που δικαιούται να λάβει η εργολήπτρια μετά την καταγγελία της σύμβασης είναι ανάλογη με το παραδοθέν από αυτήν έργο, (β) δεν έλαβε υπόψη του όλα τα πραγματικά περιστατικά που οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν προς θεμελίωση του υπό στοιχείο (γ) αγωγικού αιτήματος περί απόδοσης, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, του ποσού των 113.444 ευρώ, το οποίο η εναγομένη - εργολάβος έλαβε επιπλέον της δικαιούμενης αμοιβής της για το έργο που εκτέλεσε μέχρι την καταγγελία της σύμβασης και ειδικότερα, ότι σύμφωνα με τον όρο 6 της ένδικης εργολαβικής σύμβασης ο εργοδότης δικαιούται οποτεδήποτε να καταγγείλει αζημίως γι' αυτόν, με απλό εξώδικο έγγραφό του, τη σύμβαση και να συνεχίσει την εκτέλεση του έργου με άλλο εργολάβο, υποχρεούμενος μόνο στην καταβολή της αμοιβής του εργολάβου για το μέχρι της καταγγελίας έργο που εκτελέστηκε, αφαιρουμένου του ποσού που αντιστοιχεί σε τυχόν υπάρχουσες κακοτεχνίες και (γ) εσφαλμένα απέρριψε ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας το υπό στοιχείο (α) αίτημα της αγωγής, με το οποίο (οι αναιρεσείοντες) ζήτησαν αποζημίωση για τη δαπάνη αποπεράτωσης του έργου αυξημένη κατά 30% επί των συμβατικών τιμών λόγω ανατίμησης υλικών και εργασιών. Η ως άνω 7167/2007 απόφαση του Εφετείου δεν αναιρέθηκε (καθόσον απορρίφθηκαν οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης) και, συνεπώς, έχει γίνει αμετάκλητη και έχει αποκτήσει δύναμη δεδικασμένου, ως προς τα κεφάλαια, με τα οποία έκρινε, απαράδεκτο λόγω αοριστίας το υπό στοιχείο (β) αίτημα της αγωγής, με το οποίο αναιρεσείοντες (ενάγοντες της από 15-1-2003 αγωγής) ζήτησαν αποζημίωση ποσού 37.600 ευρώ για αποκατάσταση των κακοτεχνιών του έργου και ως εν μέρει βάσιμο κατ' ουσίαν το υπό στοιχείο (δ) αίτημα της αγωγής περί απόδοσης της καταπεσούσας ποινικής ρήτρας ποσού 13.274,22 ευρώ. Ακολούθως, με την από 11-12-2009 κλήση των εργοδοτών (εναγόντων της από 15-1-2003 αγωγής, εκκαλούντων της από 8-6-2005 έφεσης) επαναφέρθηκαν προς κρίση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών οι ως άνω αντίθετες εφέσεις και επ' αυτών εκδόθηκε η 3059/2011 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου. Με αυτήν οι εφέσεις έγιναν τυπικά και κατ' ουσία δεκτές, εξαφανίστηκε η 2303/2005 οριστική απόφαση και, αφού κρατήθηκε η υπόθεση και δικάστηκαν οι ένδικες αγωγές, η μεν από 15-1-2003 αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν (κατά το υπό στοιχείο (α) αίτημα) και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι, ο καθένας εις ολόκληρον, να καταβάλουν στους ενάγοντες, συμμέτρως, συνολικό ποσό 14.354,22 ευρώ (ήτοι, ποσό 1.080 ευρώ ως αποζημίωση για την επιπρόσθετη δαπάνη ολοκλήρωσης του έργου και ποσό 13.274,22 ευρώ για καταπεσούσα ποινική ρήτρα, που όπως προεκτέθηκε, είχε επιδικασθεί αμετακλήτως με την μη αναιρεθείσα κατά το κεφάλαιο αυτό 7167/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών), νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, η δε από 2-10-2003 αγωγή της εργολήπτριας εταιρείας έγινε δεκτή στο σύνολό της κατ' ουσίαν και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στην ενάγουσα, κατ' ισομοιρία, το ποσό των 135.260,45 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Ακολούθως, ο ενάγων εργοδότης, Κ. Μ. με την από 26-7-2011 αίτηση και οι λοιποί ενάγοντες - εργοδότες με την από 5-9-2011 αίτηση ζήτησαν την αναίρεση της ανωτέρω 3059/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και επί των αιτήσεων αυτών εκδόθηκε από το Α1 Πολιτικό Τμήμα του Δικαστηρίου τούτου, η 1474/2013 απόφαση, με την οποία αναιρέθηκε στο σύνολό της η ως άνω προσβαλλόμενη (3059/2011) απόφαση του Εφετείου Αθηνών, για αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά παραδοχή των σχετικών επιμέρους αιτιάσεων των πρώτου, δεύτερου, τέταρτου και πέμπτου λόγων των αιτήσεων αναίρεσης. Συγκεκριμένα, με την εν λόγω αναιρετική απόφαση έγιναν δεκτά, επί λέξει, τα εξής: "Με τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 361, 700, 343, 297, 298 ΑΚ, υπό την έννοια ότι δεν τις εφάρμοσε, ενώ έπρεπε να τις εφαρμόσει. Τούτο διότι: 1) Αν και δέχεται ότι σε όλα τα παραδοθέντα μέχρι τη συμβατική προθεσμία κτίρια, καθώς και εκείνα τα οποία φέρονται να παραδόθηκαν μετά την εκπνοή της συμβατικής προθεσμίας και μέχρι την καταγγελία, δεν είχαν εκτελεστεί όλες οι συμφωνηθείσες εργασίες, τις οποίες και αναφέρει αναλυτικά στο αποδεικτικό του πόρισμα, στη συνέχεια, αν και έχει διαπιστώσει την ύπαρξη του πιο πάνω συμβατικού όρου (βλ. σελ. 12 της προσβαλλόμενης απόφασης), για μείωση της οφειλόμενης αμοιβής, αντί την αξία αυτών (η οποία προσδιοριζόταν στην μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, το περιεχόμενο της οποίας αναφερόταν στο αποδεικτικό του πόρισμα) να αφαιρέσει από την οφειλομένη υπόλοιπη αμοιβή της εργολήπτριας εταιρίας, εντούτοις θεωρώντας ότι αυτές (μη εκτελεσθείσες εργασίες) δεν αναιρούν τη χρήση των διαμερισμάτων ως κατοικιών και συνακόλουθα ότι το έργο δεν ήταν ανεκτέλεστο και μη περατωμένο, στη συνέχεια προχώρησε στην επιδίκαση του συνόλου της υπόλοιπης οφειλόμενης αμοιβής. Οι αιτιολογίες, όμως "... οι ελλείψεις δεν αναιρούν τη χρήση των διαμερισμάτων ως κατοικιών και συνακόλουθα το έργο δεν ήταν ανεκτέλεστο...", συνδέονται αιτιωδώς με τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 688 - 690 ΑΚ δικαιώματα, για τα οποία δεν γίνεται λόγος στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι προβλήθηκαν από τους εργοδότες, όχι, όμως και με τον προβληθέντα ισχυρισμό περί συμβατικής πρόβλεψης για μείωση της αμοιβής, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για ουσιώδεις ή επουσιώδεις ελλείψεις. 2) Αν και δέχεται εκπρόθεσμη εκτέλεση εργασιών και σε άλλες από τις τέσσερις πολυκατοικίες, δεν προβαίνει στην επιδίκαση αποζημίωσης για την αποκατάσταση της ζημίας των εργοδοτών από την ανατίμηση των υλικών και της αμοιβής του εργατοτεχνικού προσωπικού. 3) Αν και δέχεται, ότι κατόπιν συμφωνίας των συμβαλλόμενων δεν εκτελέστηκαν ορισμένες εργασίες (όπως η τοποθέτηση διακοπτών πλυντηρίου, βρυσών στις βεράντες κ.α), για τις οποίες, ενόψει της συμφωνίας των διαδίκων, δεν οφείλεται αμοιβή, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, εντούτοις δεν προβαίνει στην αντίστοιχη μείωση της οφειλόμενης αμοιβής στην εργολάβο, αλλά επιδικάζει το συνολικά οφειλόμενο υπόλοιπο της εργολαβικής αμοιβής, ενώ δέχεται ότι δεν είχε καταβληθεί στην εργολήπτρια πλέον των εργασιών που εκτέλεσε...", Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 580 παρ. 3 και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και του άρθρου 570 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, προκύπτουν τα εξής: Σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει ο ίδιος την υπόθεση κατ` ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Ωστόσο, δεν προχωρεί αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης, στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται, υπό την ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων, ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης, αλλά, στην περίπτωση αυτή, η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα. Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ` ουσία την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 του ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις και αφού, μετά την αναίρεση, παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις. Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο, από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ` ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης, μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, που εν προκειμένω είναι η αναφερόμενη στην αρχή, από 17-5-2022, κλήση του εκκαλούντος - εφεσίβλητου, Κ. Μ., σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή (ΑΠ 72/2022, ΑΠ 904/2021, ΑΠ 28/2020, ΑΠ 1105/2019, ΑΠ 84/2017, ΑΠ 894/2015, ΑΠ 2225/2014). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 του ΚΠολΔ, "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται σ' αυτήν", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, "η υπόθεση συζητείται (στο δικαστήριο της παραπομπής) μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση...". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσον έχουν προσβληθεί όλα ή κάποια από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή, κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), στα οποία αφορά ο λόγος αναίρεσης που έγινε δεκτός, καθώς και αυτά που συνάπτονται, άρρηκτα, με εκείνα που αναιρέθηκαν. Η έκταση αυτή της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης, κατισχύει από κάθε αντίθετη γενική διατύπωση αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από την ίδια της έκτασης της αναιρέσεως της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1150/2017, ΑΠ 304/2016). Στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση. Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της αποβάλλει την ισχύ της και δεν παράγει δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε αυτή, ενώ οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που ήταν πριν από αυτήν. Περίπτωση ολικής αναίρεσης συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός πλήττει, κατά νομική ακολουθία, το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό με το αιτιολογικό της (ΟλΑΠ 27/2007, ΑΠ 359/2017, ΑΠ 84/2017). Η μερική αναίρεση αναφέρεται σε ολόκληρο το κεφάλαιο της απόφασης, στο οποίο αφορά ο λόγος αναίρεσης που έγινε δεκτός και αν η αναιρεθείσα απόφαση είναι δευτέρου βαθμού η έφεση θα επανακριθεί μόνο ως προς το κεφάλαιο αυτό και δεν εξετάζονται εκ νέου, ούτε θίγονται τα κεφάλαια που δεν αναιρέθηκαν, ως προς τα οποία πλέον η απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη και παράγει δεδικασμένο, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο. Στην αντίθετη περίπτωση, παραβιάζεται το δεδικασμένο της απόφασης αυτής, κατά τη θετική του λειτουργία (ΑΠ 72/2022, ΑΠ 644/2017, ΑΠ 503/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα προεκτεθέντα, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση, στην οποία βρίσκονταν πριν από την έκδοση της αναιρεθείσας 3059/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Eνόψει, λοιπόν, του ότι με την ως άνω τελεσίδικη απόφαση είχε γίνει τυπικά, ως νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσα και κατ' ουσίαν δεκτή η από 8-6-2005 (5166/2005) έφεση των εργοδοτών και αφού, είχε εξαφανιστεί η 2303/2005 εκκληθείσα οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, είχε κρατηθεί η υπόθεση και είχαν δικαστεί οι ένδικες αγωγές, το Δικαστήριο τούτο της παραπομπής πρέπει να ερευνήσει τη βασιμότητα των αγωγών στο πλαίσιο της ως άνω αναιρετικής απόφασης ήτοι ως προς τα υπό στοιχεία (α) και (γ) αιτήματα της από 15-1-2003 αγωγής των εργοδοτών (περί των οποίων διατυπώνονται παράπονα με λόγους της από 8-6-2005 έφεσής τους) και ως προς τη βασιμότητα της από 2-10-2003 αγωγής της εργολήπτριας εταιρείας, με την οποία συναρτώνται τα αιτήματα της άνω από 15-1-2003 αγωγής υπό στοιχείο (γ) και περί μείωσης της αμοιβής της εργολάβου, στην έρευνα των οποίων θα περιοριστεί το παρόν Δικαστήριο της παραπομπής. Δεν θα εξεταστούν ο πρώτος λόγος της από 8-6-2005 έφεσης, με τον οποίο οι ενάγοντες εργοδότες παραπονούνταν για την απόρριψη ως απαράδεκτου, λόγω αοριστίας, του υπό στοιχείο (β') αγωγικού αιτήματος περί καταβολής αποζημίωσης ποσού 37.600 δραχμών για την αποκατάσταση των κακοτεχνιών του έργου, καθόσον ως προς το κεφάλαιο αυτό, όπως προεκτέθηκε, η πρωτόδικη απόφαση έχει γίνει αμετάκλητη με την πρώτη 2236/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, καθώς και η από 29-6-2005 έφεση της εργολήπτριας εταιρείας και του Ι. Κ., μετά την απόρριψή της ως ανυποστήρικτης, κατά τα προεκτεθέντα. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 700 ΑΚ, ο εργοδότης έχει το δικαίωμα έως την αποπεράτωση του έργου να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση. Αν γίνει καταγγελία, οφείλεται στον εργολάβο η συμφωνημένη αμοιβή, αφαιρείται, όμως, από αυτήν η δαπάνη που εξοικονομήθηκε από τη ματαίωση της συμβάσεως, καθώς και οτιδήποτε άλλο ωφελήθηκε ο εργολάβος από άλλη εργασία του ή παρέλειψε με δόλο να ωφεληθεί. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, αν ο εργοδότης καταγγείλει τη σύμβαση πριν από την περάτωση του έργου, αυτή λύεται για το μέλλον και ο εργοδότης υποχρεούται να παραλάβει το έργο στην κατάσταση που βρίσκεται κατά την καταγγελία και να καταβάλει στον εργολάβο ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή, από την οποία, μετά από ένσταση του εργοδότη, μπορούν να αφαιρεθούν τα άνω ποσά. Η εν λόγω διάταξη είναι ενδοτικού δικαίου και δεν αποκλείει αντίθετες συμφωνίες των μερών, που περιορίζουν είτε το δικαίωμα καταγγελίας είτε το δικαίωμα του εργολάβου προς λήψη ολόκληρης της συμφωνημένης αμοιβής (πρβλ ΑΠ 1051/2020). Εφόσον αποδεικνύεται τέτοια συμφωνία, η επίκληση της οποίας εκ μέρους του εργοδότη αποτελεί ένσταση στην απαίτηση του εργολάβου προς απόληψη της αμοιβής του, σε περίπτωση καταγγελίας της εργολαβικής σύμβασης, δεν οφείλεται ολόκληρο το ποσό της υπολειπόμενης αμοιβής, αλλά εκείνο που αντιστοιχεί στις πράγματι, μέχρι τότε, εκτελεσθείσες εργασίες. Έτσι λοιπόν, δεν οφείλεται αμοιβή για τις μη εκτελεσθείσες εργασίες ή εκτελεσθείσες πλημμελώς, που μπορεί να οφείλονται σε παραλείψεις του εργολάβου, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι ουσιώδεις ή επουσιώδεις ή καθιστούν το έργο ελαττωματικό ή άχρηστο για το σκοπό που προορίζεται (επιφυλασσομένων, υπέρ του εργοδότη, των δικαιωμάτων του, για τις ελλείψεις αυτές, από τα άρθρα 688 - 690 ΑΚ) ή αν αυτές δεν εκτελέστηκαν με υπόδειξη του εργοδότη. Ούτε, άλλωστε, εφόσον αποδεικνύεται η συμφωνία που προαναφέρθηκε, σε περίπτωση παράδοσης του έργου κατά τμήματα με ελλείψεις (μη εκτελεσθείσες εργασίες) ή κακοτεχνίες και καταβολής μέρους της αμοιβής του εργολάβου, δικαιούται αυτός να λάβει το υπόλοιπο της αμοιβής του, μετά την καταγγελία της σύμβασης, αν δεν επικαλείται και δεν αποδεικνύει αντίθετη συμφωνία ή έγκριση των επιμέρους τμημάτων του έργου εκ μέρους του εργοδότη. Περαιτέρω, από το συνδυασμό της παραπάνω διάταξης του άρθρου 700 με εκείνες των άρθρων 343 παρ. 1, 297 και 298 ΑΚ, συνάγεται ότι ο εργοδότης μπορεί να ζητήσει την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη εξαιτίας της από υπαιτιότητα του εργολάβου καθυστέρησης προς εκπλήρωση της παροχής, κατά το διάστημα προ της καταγγελίας. Η ζημία του αυτή μπορεί να συνίσταται και στο επιπλέον ποσό που θα υποχρεωθεί να καταβάλει σε άλλον εργολάβο, για την εκτέλεση του μη αποπερατωθέντος έργου, λόγω της επελθούσας ανατίμησης των υλικών και των αμοιβών του εργατοτεχνικού προσωπικού (ΑΠ 1474/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα 2303/2004 και 7167/2007 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης των ανωτέρω Δικαστηρίων, αντίστοιχα, τις ανωμοτί καταθέσεις των διαδίκων Κ. Μ. και Ι. Κ., νομίμου εκπροσώπου της εργολήπτριας εταιρείας, η εξέταση των οποίων διατάχθηκε με την 6186/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, οι οποίες περιέχονται στα 7167/2007 πρακτικά του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, τις με αριθμούς ... ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που προσκομίζονται με επίκληση από τους εκκαλούντες της από 8-6-2005 έφεσης, οι οποίες λήφθηκαν κατόπιν προηγούμενης εμπρόθεσμης κλήτευσης των αντιδίκων τους (βλ. τις υπ' αριθμ. ... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Θ. Τ.), καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και οι προσαγόμενες φωτογραφίες, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο πρώτος από τους ενάγοντες της από 15-1-2003 αγωγής (Α' αγωγή), Κ. Μ., είχε στην κυριότητά του ένα οικόπεδο, άρτιο και οικοδομήσιμο, επιφάνειας 24.822 τετρ. μέτρων, κείμενο στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Αγίου Ιωάννη Ρέντη Αττικής, στο οικοδομικό τετράγωνο με τους αριθμούς 18-20-44-45, που περιβάλλεται από τις οδούς ... Στο οικόπεδο αυτό αποφάσισε να ανεγείρει συγκρότημα πολυώροφων οικοδομών, ενιαίων στατικά και λειτουργικά, κατά το σύστημα του Ν. 3741/1929, του Ν.Δ. 1024/1971 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, αποτελούμενο από είκοσι (20) πολυκατοικίες (κτίρια 1 έως 20), οι οποίες οικοδομήθηκαν δυνάμει της με αριθμό 450/1990 οικοδομικής άδειας της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Νομαρχίας Πειραιά, καθώς και από δύο επιπλέον κτίρια καταστημάτων και κατοικιών (κτίρια 21 και 22), τα οποία οικοδομήθηκαν δυνάμει της με αριθμό ... αναθεώρησης της ως άνω αρχικής οικοδομικής άδειας. Προς το σκοπό αυτό ο πρώτος ενάγων: (α) δυνάμει του με αριθμό ... προσυμφώνου μεταβιβάσεως ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικού της συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Γ. - Γ. ανέθεσε στον τρίτο ενάγοντα, Α. Μ., την ανέγερση και αποπεράτωση των επτά από τις είκοσι πολυκατοικίες, ήτοι των κτιρίων 1, 2, 7, 8, 16, 17 και 20, (β) δυνάμει του με αριθμό ... προσυμφώνου μεταβιβάσεως ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικού της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου ανέθεσε στον τέταρτο ενάγοντα, Π. Λ., την ανέγερση και αποπεράτωση άλλων επτά πολυκατοικιών, ήτοι των κτιρίων 5, 6, 9, 10, 13, 13 και 15 και (γ) δυνάμει του με αριθμό ... προσυμφώνου μεταβιβάσεως ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικού της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου ανέθεσε στον δεύτερο ενάγοντα, Χ. Μ., την ανέγερση και αποπεράτωση των υπόλοιπων έξι πολυκατοικιών, ήτοι των κτιρίων 3, 4, 11, 12, 18 και 19, με τους ειδικότερα αναφερόμενους στα ως άνω προσύμφωνα όρους και συμφωνίες. Ακολούθως, με το από 17-10-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο καταρτίστηκε μεταξύ του πρώτου ενάγοντος, Κ. Μ., ο οποίος ενεργούσε αφενός μεν ατομικά, αφετέρου δε και για λογαριασμό των υπόλοιπων τριών εναγόντων, και της πρώτης εναγομένης ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «Ι. Κ. Κ. Σ. «Ε., εκπροσωπούμενης από τον δεύτερο εναγόμενο, Ι. Κ., καταρτίστηκε σύμβαση έργου, με την οποία η ως άνω εταιρεία ανέλαβε την εκτέλεση όλων των υδραυλικών εργασιών και εγκαταστάσεων, καθώς και των εγκαταστάσεων κεντρικής θέρμανσης των υπό ανέγερση πολυκατοικιών επί του ως άνω οικοπέδου (όρος 1ος της σύμβασης). Στο εν λόγω συμφωνητικό δεν αναφέρονται οι αριθμοί των κτιρίων (πολυκατοικιών), στα οποία θα εκτελούντο οι ανωτέρω εργασίες, ωστόσο, σύμφωνα με τον αγωγικό ισχυρισμό που δεν αμφισβητείται, αυτές αφορούσαν δεκατρία (13) κτίρια και συγκεκριμένα τα με αριθμούς 7, 8, 9, 10, 11, 12, 14, 15, 16, 17, 18, 19 και 20 . Η εκτέλεση του έργου θα γινόταν με υλικά της εργολήπτριας εταιρείας, εκτός από τα είδη υγιεινής, τις μπαταρίες και τους θερμοσίφωνες που τα υλικά θα της προμήθευαν οι εργοδότες. Σύμφωνα με τον 6ο όρο του συμφωνητικού, η εργολήπτρια εταιρεία ανέλαβε την υποχρέωση να αρχίσει την εκτέλεση του έργου εντός πέντε (5) ημερών από την υπογραφή του συμφωνητικού και να το παραδώσει αποπερατωμένο εντός τριάντα δύο (32) μηνών από την υπογραφή αυτού (δηλαδή μέχρι τις 17-6-2001). Σε περίπτωση μη παραδόσεως αυτού εντός της συμβατικής προθεσμίας συμφωνήθηκε η εκ μέρους του εργολάβου καταβολή ποινικής ρήτρας 50.000 δραχμών για κάθε ημέρα καθυστέρησης, εκτός αν η καθυστέρηση οφειλόταν σε υπαιτιότητα του εργοδότη, οπότε η προθεσμία παράδοσης θα παρατεινόταν κατά τόσες ημέρες όσες θα διαρκούσε η καθυστέρηση. Αν η οφειλόμενη σε υπαιτιότητα του εργολάβου καθυστέρηση υπερέβαινε τις 15 ημέρες, ο εργοδότης είχε το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση και να συνεχίσει τις εργασίες με άλλο εργολάβο, επιφυλασσόμενος για κάθε θετική ή αποθετική ζημία λόγω της καθυστέρησης. Επίσης, ο εργοδότης δικαιούτο οποτεδήποτε (πχ κακοτεχνίες κλπ) να καταγγείλει, αζημίως γι' αυτόν, με απλό εξώδικο έγγραφο, τη σύμβαση και να συνεχίσει την εκτέλεση του έργου με άλλο εργολάβο, υποχρεούμενος μόνο στην καταβολή της αμοιβής του εργολάβου για το μέχρι την καταγγελία έργο που εκτελέστηκε, αφαιρουμένου του ποσού που αντιστοιχεί σε τυχόν υπάρχουσες κακοτεχνίες. Εξάλλου, η εργολήπτρια εταιρεία ανέλαβε να εκτελέσει το έργο σύμφωνα με τα κατασκευαστικά σχέδια, των οποίων έλαβε γνώση, όπως αυτά είχαν εκπονηθεί ή και θα αναθεωρούνταν και τροποποιούνταν από τους μελετητές και επιβλέποντες το έργο μηχανικούς (όρος 3ος του συμφωνητικού). Δυνάμει του 13ου όρου του συμφωνητικού ο δεύτερος εναγόμενος, Ι. Κ., νόμιμος εκπρόσωπος της εργολήπτριας εταιρείας, ανέλαβε και ατομικά τις απορρέουσες από την ένδικη σύμβαση υποχρεώσεις της τελευταίας, ευθυνόμενος εις ολόκληρον με αυτήν ως πρωτοφειλέτης. Περαιτέρω, με τον 11ο όρο της σύμβασης ως εργολαβική αμοιβή της πρώτης εναγομένης εργολάβου συμφωνήθηκε, για πλήρη υδραυλική εγκατάσταση (υλικά και εργατικά) κάθε διαμερίσματος (λουτρό - κουζίνα) το ποσό των 170.000 δραχμών, για κάθε WC του υπογείου το ποσό των 60.000 δραχμών και για κάθε θερμίδα κεντρικής θέρμανσης (υλικά και εργατικά) το ποσό των 30 δραχμών. Στον ίδιο συμβατικό όρο αναφέρεται ότι η κάθε πολυκατοικία αποτελείται από επτά (7) ορόφους (ήτοι, ισόγειο και έξι (6) πάνω από το ισόγειο ορόφους), καθένας από τους οποίους περιλαμβάνει έξι (6) διαμερίσματα και συνολικά σαράντα δύο (42) διαμερίσματα (ήτοι 42 λουτρά - κουζίνες) και υπόγειο, αποτελούμενο από ένα ή δύο χώρους (WC) κατά περίπτωση, ενώ ο λέβητας κάθε πολυκατοικίας είναι 180.000 θερμίδων και το κοστολόγιο κάθε πολυκατοικίας ανέρχεται, (α) για την υδραυλική εγκατάσταση σε 7.200.000 δραχμές, κατά στρογγυλοποίηση (ήτοι, 42 Χ 170.000 + 1,5 Χ 60.000 = 7.230.000 δραχμές) και (β) για την εγκατάσταση κεντρικής θέρμανσης σε 5.400.000 δραχμές (ήτοι, 180.000 Χ 30), δηλαδή, συνολικά το κόστος κάθε πολυκατοικίας συμφωνήθηκε στο ποσό των 12.600.000 δραχμών (7.200.000 + 5.400.000 δραχμές). Με βάση τα ανωτέρω και τον αριθμό των πολυκατοικιών, η συμφωνηθείσα εργολαβική αμοιβή ανέρχεται στο ποσό των 163.800.000 δραχμών (ήτοι, 13 κτίρια Χ 12.600.000 δραχμές) και ήδη 480.704,32 ευρώ. Επίσης, με βάση τον 9ο όρο του συμφωνητικού η πληρωμή της εργολαβικής αμοιβής θα διενεργείτο μετά το πέρας ολοκληρωμένων τμημάτων της εργασίας και κατόπιν επιμετρήσεων, που θα φέρουν την υπογραφή του εργοδότη ή του νόμιμου εκπροσώπου του και συγκεκριμένα: (α) Μετά το πέρας της αγοράς και τοποθέτησης όλων των σωληνώσεων της υδραυλικής εγκατάστασης πλήρως κάθε πολυκατοικίας. (β) Μετά το πέρας της αγοράς και τοποθετήσεως όλων των σωληνώσεων της εγκατάστασης θερμάνσεως πλήρως κάθε πολυκατοικίας. (γ) Μετά το πέρας της πλήρους ολοκλήρωσης της υδραυλικής εγκατάστασης (δίκτυο ύδρευσης, αποχετευτικό δίκτυο, δίκτυο ομβρίων κλπ), την τοποθέτηση των ειδών υγιεινής, την σύνδεση του θερμοσίφωνα και γενικά την πλήρη ολοκλήρωση και λειτουργία κάθε πολυκατοικίας και (δ) Μετά το πέρας της πλήρους ολοκλήρωσης της εγκατάστασης κεντρικής θέρμανσης, τη δοκιμή και λειτουργία αυτής κάθε πολυκατοικίας, ενώ το υπόλοιπο θα πληρωνόταν μετά τη λειτουργία κάθε πολυκατοικίας, οπότε και θα εκδιδόταν τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών από την εργολάβο για το συνολικό ποσό της αμοιβής της. Ακόμη, με τον 12 όρο του συμφωνητικού συμφωνήθηκε ότι η εργολήπτρια εταιρεία θα λάμβανε: (α) Μετά το πέρας της αγοράς και τοποθέτησης όλων των σωληνώσεων της υδραυλικής εγκατάστασης κάθε πολυκατοικίας, πλην της τοποθέτησης των ειδών υγιεινής και τη σύνδεση του θερμοσίφωνα, ποσό 4.600.000 δραχμών και (β) μετά το πέρας της αγοράς και τοποθέτησης όλων των σωληνώσεων και της εγκατάστασης κεντρικής θέρμανσης κάθε πολυκατοικίας, εκτός από την τοποθέτηση των σωμάτων, ποσό 3.400.000 δραχμών, ενώ για το υπόλοιπο της αμοιβής η εργολήπτρια εταιρεία θα λάμβανε δύο (2) διαμερίσματα από τα προς πώληση υπάρχοντα των περαιωμένων ή υπό κατασκευή πολυκατοικιών, με τιμές (αναλόγως διαμερίσματος και ορόφου) ίσες ή ανάλογες με την τιμή διαμερίσματος που θα λάμβανε ο ηλεκτρολόγος Α. Χ. στις ίδιες πολυκατοικίες με τον ίδιο τρόπο (μορφή αντιπαροχής). Η διαφορά τιμής ανά όροφο καθορίστηκε σε ποσό 5.000 δραχμές ανά τ.μ. Στο ως άνω συμφωνητικό δεν αναφέρεται το στάδιο των εργασιών, στο οποίο βρίσκονταν κατά την υπογραφή του οι ως άνω δεκατρείς (13) πολυκατοικίες, στις οποίες θα εκτελούντο οι συμβατικές εργασίες, ωστόσο από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι στις έξι (6) πρώτες πολυκατοικίες είχαν τελειώσει οι πλινθοδομές, ενώ οι υπόλοιπες επτά (7) βρίσκονταν στο στάδιο των πλινθοδομών. Σε εκτέλεση των συμβατικών της υποχρεώσεων η πρώτη εναγομένη - εργολήπτρια εταιρεία εγκαταστάθηκε αμέσως στο έργο και άρχισε να εκτελεί τις συμβατικές εργασίες. Όπως προεκτέθηκε, με βάση τον 9ο συμβατικό όρο η πληρωμή της εργολαβικής αμοιβής θα γινόταν κατά στάδιο εργασίας και κατόπιν επιμέτρησης. Μέχρι το τέλος του έτους 1999, οι ενάγοντες εργοδότες, έναντι της ανωτέρω εργολαβικής αμοιβής κατέβαλαν στην πρώτη εναγομένη - εργολήπτρια εταιρεία τα ακόλουθα ποσά, για τα οποία εκδόθηκαν οι προσκομιζόμενες με επίκληση σχετικές αποδείξεις πληρωμής και συγκεκριμένα: (1) Έναντι λογαριασμού υδραυλικών εργασιών και υλικών στις οικοδομές Φ. και Σ., στις 10-12-1998 το ποσό των 8.280.000 δραχμών, στις 2-3-1999 το ποσό των 8.280.000 δραχμών, στις 12-3-1999 το ποσό των 8.280.000 δραχμών, στις 6-4-1999 το ποσό των 2.500.000 δραχμών, στις 19-4-1999 το ποσό των 5.780.000 δραχμών, στις 28-5-1999 το ποσό των 8.280.000 δραχμών, στις 4-8-1999 το ποσό των 8.280.000 δραχμών και στις 25-10-1999 το ποσό των 4.140.000 δραχμών και (2) Έναντι λογαριασμού εγκατάστασης κεντρικής θέρμανσης (εργασία και υλικά) στις οικοδομές Φ. και Σ., στις 12-3-1999 το ποσό των 3.060.000, στις 19-4-1999 το ποσό των 3.060.000 δραχμών, 28-5-1999 το ποσό των 6.120.000 δραχμών, στις 15-9-1999 το ποσό των 6.120.000 δραχμών, στις 23-9-1999 το ποσό των 6.120.000 δραχμών, στις 25-10-1999 το ποσό των 6.120.000 δραχμών, στις 24-121999 το ποσό του 1.000.000 δραχμών και στις 30-12-1999 το ποσό των 8.180.000 δραχμών. Ενόψει του ότι οι πολυκατοικίες ήταν δεκατρείς (13), οι οποίες διακρίνονται με τους αριθμούς που προαναφέρθηκαν και στις εν λόγω αποδείξεις πληρωμής δεν αναφέρεται ο αριθμός της ή των πολυκατοικιών που αφορά κάθε απόδειξη, δεν προκύπτει ποια ή ποιες πολυκατοικίες αφορούσε καθεμία από τις καταβολές, ούτε προέκυψε τούτο από το αποδεικτικό υλικό. Επίσης, οι ενάγοντες - εργοδότες παρέδωσαν στην εναγομένη - εργολήπτρια εταιρεία τις με αριθμούς ... και ... επιταγές, ποσού 4.340.000, 10.000.000 και 9.770.000 δραχμών, αντίστοιχα, με ημερομηνίες έκδοσης 23-4-1999, 4-6-1999 και 29-10-1999, αντίστοιχα, πληρωτέες στην Εθνική Τράπεζα, σε διαταγή της εργολήπτριας εταιρείας, με χρέωση του με αριθμό 40159910 λογαριασμού, που ο πρώτος ενάγων τηρούσε στην πληρώτρια Τράπεζα, οι οποίες εμφανίστηκαν εμπρόθεσμα και πληρώθηκαν. Επομένως, μέχρι το τέλος του έτους 1999 οι ενάγοντες εργοδότες κατέβαλαν στην πρώτη εναγομένη - εργολήπτρια εταιρεία ως αμοιβή, με μετρητά και επιταγές, συνολικό ποσό 117.710.000 δραχμών και ήδη 345.444 ευρώ, η καταβολή του οποίου δεν αμφισβητείται από τους εναγόμενους. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι παρότι η εκτέλεση του έργου ξεκίνησε ομαλά, στην πορεία άρχισαν να εμφανίζονται προβλήματα στις σχέσεις των διαδίκων. Όπως προαναφέρθηκε ο συμβατικός χρόνος παράδοσης του έργου είχε οριστεί σε 32 μήνες από την υπογραφή της σύμβασης, δηλαδή μέχρι τις 17-6-2001, πλην, όμως, η εργολήπτρια εταιρεία δεν ολοκλήρωσε το έργο εντός της συμβατικής προθεσμίας. Γι' αυτό οι ενάγοντες εργοδότες με την από 3-1-2002 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση - δήλωση, που κοινοποιήθηκε προς αμφότερους τους εναγομένους στις 10-1-2002, όπως αποδεικνύεται από τις 9006 και 9007/10-1-2002 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Θ. Τ., διαμαρτυρήθηκαν για αντισυμβατική συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης (και ειδικότερα λόγω χρησιμοποίησης άπειρου εργατοτεχνικού προσωπικού και ύπαρξης ελλείψεων και κακοτεχνιών στο έργο) και την κάλεσαν όπως, (α) εντός πέντε (5) ημερών από την κοινοποίηση του εξωδίκου, να ολοκληρώσει τις υδραυλικές εγκαταστάσεις και το δίκτυο θέρμανσης στις έξι (6) από τις πολυκατοικίες και συγκεκριμένα σε εκείνες που βρίσκονταν επί των οδών Σ. 26, Σ. 26α, Σ. 28, Σ. 28α, Φ. 16β και Φ. 16γ, (β) μέχρι τις 15-1-2002 να αποκαταστήσει όλες τις ζημιές που προκλήθηκαν στα διαμερίσματα και στους κοινόχρηστους χώρους εξαιτίας των ελαττωματικών υδραυλικών εγκαταστάσεων και δικτύων κεντρικής θέρμανσης και (γ) μέσα δε δεκαπέντε ημέρες από την κοινοποίηση, να αποπερατώσει όλες τις συμβατικές εργασίες στο σύνολο των πολυκατοικιών, δηλώνοντας σ' αυτήν ότι, αν δεν ανταποκριθεί, θα καταγγείλουν τη σύμβαση. Οι ως άνω προθεσμίες παρήλθαν άπρακτες εκ μέρους της εναγόμενης εργολήπτριας και κατόπιν αυτού οι ενάγοντες εργοδότες, με την από 18-10-2002 εξώδικη καταγγελία - πρόσκληση - δήλωση - διαμαρτυρία, που κοινοποιήθηκε σε αμφότερους τους εναγόμενους στις 21-10-2002, όπως αποδεικνύεται από τις 9870 και 9871/21-10-2002 εκθέσεις επίδοσης του προαναφερόμενου δικαστικού επιμελητή, κατήγγειλαν την ένδικη εργολαβική σύμβαση και δήλωσαν ότι δεν αποδέχονται το έργο που είχε κατασκευαστεί μέχρι τότε "λόγω των απαράδεκτων κακοτεχνιών και ελαττωματικών υλικών" που χρησιμοποιήθηκαν και ότι επιφυλάσσονται κάθε δικαιώματός τους για τις δαπάνες αποπεράτωσης του έργου από άλλον εργολάβο και αποκατάστασης των κακοτεχνιών και των ελαττωματικών υλικών για το ήδη μέχρι τότε εκτελεσθέν έργο. Στη συνέχεια, οι ενάγοντες εργοδότες, με την από 3-12-2002 εξώδικη πρόσκληση και δήλωση, που κοινοποιήθηκε στην πρώτη εναγομένη στις 4-12-2002, όπως αποδεικνύεται από την 10043/4-12-2002 έκθεση επίδοσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή, την προσκάλεσαν να προσέλθει, στις 11-12-2002, ώρα 8.00 π.μ., στο χώρο του έργου, προκειμένου να καταγραφούν οι εργασίες που υπολείπονται για την ολοκλήρωση του έργου και οι κακοτεχνίες στο ήδη εκτελεσθέν μέρος του έργου και τα ελαττωματικά υλικά που έχουν τοποθετηθεί σ' αυτό, δηλώνοντας σ' αυτήν ότι, σε περίπτωση που δεν εμφανιστεί, θα προχωρήσουν μόνοι τους στην καταγραφή των ανωτέρω. Η εναγόμενη εργολήπτρια δεν ανταποκρίθηκε στην ανωτέρω πρόσκληση των εναγόντων, καθόσον δεν εμφανίστηκε στο χώρο του έργου κατά την παραπάνω ημερομηνία. Κατόπιν αυτού, την ίδια ημέρα (11-12-2002), οι αρχιτέκτονες μηχανικοί Κ. Κ., Δ. Μ. και Ι. Σ. και ο ηλεκτρολόγος μηχανικός Β. Λ., μέλη του ΤΕΕ, ενεργώντας κατόπιν σχετικής εντολής των εναγόντων εργοδοτών, διενήργησαν αυτοψία στις υδραυλικές εγκαταστάσεις και στις εγκαταστάσεις κεντρικής θέρμανσης των επίδικων δεκατριών (13) πολυκατοικιών (κτίρια 7, 8, 9, 10, 11, 12, 14, 15, 16, 17, 18, 19 και 20), χωρίς την παρουσία της πρώτης εναγομένης και κατέγραψαν λεπτομερώς στην από 10-1-2003 τεχνική έκθεση που συνέταξαν τις εργασίες που υπολείπονται για την αποπεράτωση του έργου και τις κακοτεχνίες και ελαττώματα που υπάρχουν στο μέρος του έργου που είχε ήδη εκτελεστεί μέχρι την άνω ημερομηνία, προδιορίζοντας συγχρόνως και την απαιτούμενη γι' αυτές δαπάνη. Εξάλλου, η εργολήπτρια εταιρεία, διατεινόμενη ότι, μετά την καταγγελία της ένδικης σύμβασης, δικαιούται να λάβει ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή, με την από 2-10-2003 ένδικη αγωγή της ζήτησε να της επιδικαστεί το ποσό των 135.260,45 ευρώ, που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ της συμφωνηθείσας αμοιβής συνολικού ποσού 163.800.000 δραχμών (ήδη 480.704,32 ευρώ) και του μέρους αυτής που της είχαν ήδη καταβάλει οι εναγόμενοι εργοδότες ποσού 117.710.000 δραχμών (ήδη 345.444 ευρώ). Οι εναγόμενοι, αμυνόμενοι κατά της αξίωσης αυτής, πρότειναν, κατ' ένσταση, ότι σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης από αυτούς, υπήρχε συμβατική πρόβλεψη για μείωση της αμοιβής, ώστε η εργολήπτρια να λάβει ποσό αμοιβής που να αντιστοιχεί στο μέχρι την καταγγελία έργο που εκτέλεσε. Ο ισχυρισμός αυτός είναι βάσιμος, διότι πράγματι με τον προαναφερόμενο 6ο συμβατικό όρο συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση καταγγελίας της επίδικης σύμβασης η εργολάβος θα δικαιούται αμοιβή μόνο για το μέχρι την καταγγελία εκτελεσθέν μέρος του έργου. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η αμοιβή της εργολήπτριας εταιρείας που αναλογεί στο μέχρι την καταγγελία εκτελεσθέν από αυτήν μέρος του επίδικου έργου, ανέρχεται στα ακόλουθα ποσά: (α) Για τα κτίρια με τους αριθμούς 7, 8, 9, 10, 11 και 12, σε ποσό 20.000 ευρώ για κάθε κτίριο και συνολικά σε ποσό 120.000 ευρώ (7 κτίρια Χ 20.000 ευρώ για το καθένα) και (β) για τα κτίρια με τους αριθμούς 14, 15, 16, 17, 18, 19 και 20, σε ποσό 16.000 ευρώ για κάθε κτίριο και συνολικά σε ποσό 112.000 ευρώ (7 κτίρια Χ 16.000 ευρώ για κάθε κτίριο). Δηλαδή, το συνολικό ποσό αμοιβής, που, σύμφωνα με τον προαναφερόμενο συμβατικό όρο, δικαιούτο να λάβει η εργολήπτρια εταιρεία για το έργο που εκτέλεσε μέχρι το χρόνο της καταγγελίας, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 232.000 ευρώ (120.000 + 112.000 ευρώ). Όπως προαναφέρθηκε, μέχρι το τέλος του έτους 1999, οι ενάγοντες εργοδότες κατέβαλαν στην πρώτη εναγομένη - εργολήπτρια εταιρεία, με μετρητά και επιταγές, αμοιβή συνολικού ποσού 117.710.000 δραχμών (ήδη 345.444 ευρώ), την καταβολή του οποίου ομολογεί η εργολήπτρια εταιρεία με την άνω, από 2-10-2003, αγωγή της. Συνεπώς, εφόσον η εργολήπτρια εταιρεία έχει ήδη λάβει το ποσό της αμοιβής που αντιστοιχεί στο μέρος του έργου που εκτέλεσε μέχρι την καταγγελία, η από 2-10-2003 αγωγή της, με την οποία διεκδικεί το σύνολο της συμφωνηθείσας αμοιβής, είναι ουσιαστικά αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, όπως ορθά κατ' αποτέλεσμα, έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά με διαφορετική αιτιολογία, η οποία κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ, αντικαθίσταται με την παρούσα. Εξάλλου, κατά τα προεκτεθέντα, η εναγόμενη εργολήπτρια εταιρεία για το έργο που εκτέλεσε μέχρι την καταγγελία της σύμβασης, έλαβε αμοιβή ποσού 117.710.000 δραχμών (ήδη 345.444 ευρώ), δηλαδή έχει λάβει επιπλέον της αμοιβής που δικαιούται ποσό 113.444 ευρώ (ήτοι, 345.444 - 232.000 ευρώ). Επομένως, πρέπει να μειωθεί η αμοιβή της (εναγόμενης - εργολήπτριας) στο ως άνω ποσό των 232.000 ευρώ, κατ' αποδοχή ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού αιτήματος της από 15-1-2003 αγωγής των εναγόντων - εργοδοτών και συνακόλουθα να υποχρεωθεί αυτή να επιστρέψει το επιπλέον ληφθέν ποσό των 113.444 ευρώ, κατά το οποίο αυτή έχει καταστεί αδικαιολογήτως πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας των εναγόντων χωρίς νόμιμη αιτία. Ως εκ τούτου, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε το παραπάνω υπό στοιχείο γ' αίτημα της ένδικης, από 15-1-2003 αγωγής, ως ουσιαστικά αβάσιμο έσφαλε, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο εκκαλών, Κ. Μ., με τον δεύτερο λόγο της από 8-6-2005 έφεσής του, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Επίσης, αποδείχθηκε ότι οι υπολειπόμενες εργασίες που απαιτούνται για την ολοκλήρωση των υδραυλικών εγκαταστάσεων και των εγκαταστάσεων κεντρικής θέρμανσης είναι οι εξής: (α) Στα κτίρια Νο 14, 15, 16, 17, 18, 19 και 20, σε συνολικά 315 παροχές νερού, δεν έχουν τοποθετηθεί καθόλου οι σωλήνες παροχής διατομής Φ18/2, ενώ στα υπόλοιπα κτίρια, σε συνολικά 270 παροχές, έχουν τοποθετηθεί πλαστικές σωλήνες παροχών διατομής Φ15-16/2 αντί της προβλεπόμενης στη σύμβαση διατομής Φ18/2, (β) δεν έχουν τοποθετηθεί τα προβλεπόμενα στη σύμβαση σπιράλ σε όλες τις παροχές ύδατος, (γ) δεν έχουν τοποθετηθεί οι τρεις από τους πέντε προβλεπόμενους διακόπτες παροχής νερού, ούτε διακόπτες στο νιπτήρα και στο νεροχύτη σε όλα τα διαμερίσματα (546 τον αριθμό), (δ) δεν έχουν τοποθετηθεί βρύσες στις βεράντες όλων των διαμερισμάτων, ούτε έχουν γίνει οι σχετικές εγκαταστάσεις σωληνώσεων, (ε) δεν έχει τοποθετηθεί βρύση πλυντηρίου σε κανένα διαμέρισμα, (στ) δεν έχουν γίνει οι υδραυλικές και αποχετευτικές εγκαταστάσεις σε κανένα από τα 26 WC των 26 υπογείων χώρων όλων των κτιρίων, (ζ) δεν έχει γίνει σύνδεση του θερμοσίφωνα σε κανένα από τα 546 διαμερίσματα, (η) οι οριζόντιες στήλες της αποχέτευσης, σε όσα κτίρια έχουν τοποθετηθεί, διατρέχουν τα υπόγεια στην οροφή και όχι στο δάπεδο, όπως προβλέπεται στην εγκεκριμένη από την Πολεοδομία μελέτη αποχέτευση κι είναι πρόχειρα και πλημμελώς στερεωμένες, οι περισσότερες δεν έχουν την απαιτούμενη κλίση 2% ή έχουν αντίστροφη κλίση, με αποτέλεσμα το φράξιμο των εγκαταστάσεων αποχέτευσης και τη διαρροή αποβλήτων στους υπόγειους χώρους, (θ) τα φρεάτια σύνδεσης σωληνώσεων της αποχέτευσης στα κτίρια 14, 15, 16, 17, 18, 19 και 20 είναι ημιτελή, (ι) το δίκτυο απορροής ομβρίων υδάτων σε όλα τα κτίρια είναι ημιτελές, οι σωλήνες δεν έχουν επαρκή κλίση, δεν είναι επαρκώς στερεωμένες, δεν υπάρχουν φρεάτια συλλογής ούτε σωληνώσεις προς τον αγωγό συλλογής και απορροής ομβρίων στα πεζοδρόμια των οδών που περιβάλλουν το οικόπεδο, (ια) το δίκτυο κεντρικής θέρμανσης είναι ημιτελές σε όλα τα κτίρια, ιδιαίτερα δε στους χώρους των λεβητοστασίων των κτιρίων 14, 15, 16, 17, 18, 19 και 20 δεν έχει γίνει καμία εργασία εγκατάστασης κεντρικής θέρμανσης και οι χώροι των λεβητοστασίων είναι κενοί, εκτός από μερικούς, στους οποίους υπάρχει μόνο ο λέβητας, άλλοι λέβητες βρίσκονται στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου και στην αποθήκη υλικών υπάρχουν οι 6 από τους 7 κυκλοφορητές και κανένας καυστήρας, (ιβ) στα κτίρια 7, 8, 9, 10, 11 και 12 οι δεξαμενές πετρελαίου δεν έχουν τοποθετηθεί σύμφωνα με την σχετική περιγραφή της εγκεκριμένης από την Πολεοδομία μελέτης θέρμανσης και έχουν κατασκευαστεί από λεπτή λαμαρίνα και όχι από την προβλεπόμενη από τη σύμβαση λαμαρίνα πάχους 3 χιλιοστών, ενώ στα κτίρια 14, 15, 16, 17, 18, 19 και 20 δεν έχουν κατασκευαστεί καθόλου δεξαμενές, (ιγ) στα κτίρια 14, 15, 16, 17, 18, 19 και 20 οι χαλυβδοσωλήνες που συνδέουν το λέβητα με τις κατακόρυφες στήλες των ορόφων είτε λείπουν εντελώς είτε δεν έχουν συνδεθεί με το λέβητα και δεν έχει γίνει εγκατάσταση παροχών πετρελαίου από τη δεξαμενή πετρελαίου του λεβητοστασίου μέχρι το πεζοδρόμιο, (ιδ) δεν έχει γίνει δοκιμή λειτουργίας της εγκατάστασης κεντρικής θέρμανσης από τεχνίτη καυστηραντζή σε κανένα από τα 13 κτίρια, (ιε) οι σωλήνες των κατακόρυφων στηλών και οι σωλήνες που διέρχονται από τους χώρους της οικοδομής μη θερμαινόμενους δεν είναι μονωμένες σε κανένα από τα 13 κτίρια, (ιστ) σε όλα τα διαμερίσματα και των 13 κτιρίων η εγκατάσταση του μονοσωλήνιου συστήματος της κεντρικής θέρμανσης έγινε με πλαστική σωλήνα εσωτερικής διαμέτρου 12 χιλιοστών, αντί να γίνει με χάλκινη ή δικτυωμένου πολυαιθυλενίου εσωτερικής διαμέτρου 13 χιλιοστών, όπως προβλέπεται από την εγκεκριμένη από την Πολεοδομία μελέτη και (ιζ) σε όλα τα διαμερίσματα και των 13 κτιρίων οι διακόπτες των σωμάτων θέρμανσης δεν έχουν τα απαραίτητα σωληνάκια εισαγωγής - εξαγωγής ζεστού νερού. Με βάση τις συμβατικές τιμές και με υπολογισμό της τιμής κάθε παροχής κατ' αποκοπή, στην οποία περιλαμβάνεται το κόστος αγοράς των υλικών και της απαιτούμενης εργασίας, η δαπάνη που απαιτείται για την εκτέλεση των άνω εργασιών, ανέρχεται στα κάτωθι ποσά, ήτοι, (α) για την εγκατάσταση σωληνώσεων παροχών διατομής Φ18/2 στα διαμερίσματα των κτιρίων 14, 15, 16, 17, 18, 19 και 20: 315 παροχές Χ 50 ευρώ ανά παροχή = 15.750 ευρώ. Για την εγκατάσταση σωληνώσεων παροχών διατομής Φ18/2 στα διαμερίσματα των κτιρίων 7, 8, 9, 10, 11 και 12 (μετά την αποξήλωση των ελαττωματικών παροχών διατομής Φ15-16/2: 270 παροχές Χ 55 ευρώ ανά παροχή = 14.850 ευρώ, (β) για την τοποθέτηση σπιράλ σε όλες τις παροχές ύδρευσης, ήτοι σε 585 παροχές (315 + 270) Χ 20 ευρώ ανά παροχή = 11.700 ευρώ, (γ) για την τοποθέτηση τριών (3) διακοπτών παροχής νερού σε κάθε διαμέρισμα και συνολικά σε 546 διαμερίσματα Χ 30 ευρώ ανά διαμέρισμα = 16.380 ευρώ, (δ) για την τοποθέτηση βρύσης στις βεράντες κάθε διαμερίσματος και συνολικά σε 546 διαμερίσματα Χ 50 ευρώ ανά διαμέρισμα = 27.300 ευρώ, (ε) για την τοποθέτηση βρύσης πλυντηρίου σε κάθε διαμέρισμα και συνολικά σε 546 διαμερίσματα Χ 10 ευρώ ανά διαμέρισμα = 5.460 ευρώ, (στ) για την υδραυλική εγκατάσταση ύδρευσης στα 26 WC των υπογείων χώρων Χ 90 ευρώ ανά WC = 2.340 ευρώ, (ζ) για τη σύνδεση των θερμοσιφώνων όλων των διαμερισμάτων και συνολικά σε 546 διαμερίσματα Χ 30 ευρώ ανά διαμέρισμα = 16.380 ευρώ, (η) για την τοποθέτηση των οριζοντίων σωληνώσεων της αποχέτευσης σε όλα τα κτίρια: 13 κτίρια Χ 1.000 ανά κτίριο = 13.000 ευρώ, (θ) για την αποχετευτική εγκατάσταση των 26 WC στους 26 υπόγειους χώρους: 26 Χ 90 ευρώ ανά WC = 2.340 ευρώ, (ι) για την αποπεράτωση των ημιτελών φρεατίων σύνδεσης σωληνώσεων της αποχέτευσης στα κτίρια 14, 15, 16, 17, 18, 19 και 20: 7 κτίρια Χ 200 ευρώ ανά κτίριο - 1.400 ευρώ, (ια) για την αποπεράτωση του δικτύου απορροής ομβρίων όλων των κτιρίων: 13 κτίρια Χ 1.200 ευρώ ανά κτίριο = 15.600 ευρώ, (ιβ) για την εγκατάσταση και σύνδεση των μηχανημάτων στους χώρους των λεβητοστασίων στα κτίρια 14, 15, 16, 17, 18, 19 και 20, κατ' αποκοπή τιμή για όλα τα κτίρια 21.700 ευρώ, στην οποία περιλαμβάνονται τα εργατικά της εγκατάστασης και τοποθέτησης του λέβητα, του καυστήρα, του κυκλοφορητή, του πιεστικού δοχείου, των διαφόρων οργάνων (θερμοστάτες κλπ), της καμινάδας και της παροχής νερού στο πιεστικό και το κόστος αγοράς 7 καυστήρων και ενός κυκλοφορητή, (ιγ) για την κατασκευή και τοποθέτηση 13 δεξαμενών πετρελαίου διαστάσεων 1,25Χ1,25Χ2,50 μ. από λαμαρίνα πάχους 3 χιλιοστών: 13 δεξαμενές Χ 850 ευρώ ανά δεξαμενή = 11.050 ευρώ, (ιδ) για την κατασκευή των χαλυβδοσωλήνων, που συνδέουν τον λέβητα με τις κατακόρυφες στήλες των ορόφων στα κτίρια 14, 15, 16, 17, 18, 19 και 20: 7 κτίρια Χ 300 ευρώ = 2.100 ευρώ, (ιε) για την εγκατάσταση παροχών πετρελαίου από τη δεξαμενή πετρελαίου στο λεβητοστάσιο μέχρι το πεζοδρόμιο για τα κτίρια 14, 15, 16, 17, 18, 19 και 20: 7 κτίρια Χ 500 ευρώ ανά κτίριο = 3.500 ευρώ, (ιστ) για τη δοκιμή λειτουργίας της εγκατάστασης κεντρικής θέρμανσης από τεχνίτη καυστηραντζή και στα 13 κτίρια: 13 κτίρια Χ 200 ευρώ ανά κτίριο = 2.600 ευρώ, (ιζ) για τη μόνωση των σωλήνων τη θέρμανσης των κατακόρυφων στηλών και των σωλήνων θέρμανσης, που διέρχονται από χώρους της οικοδομής μη θερμαινόμενους σε όλα τα κτίρια: 13 κτίρια Χ 400 ευρώ ανά κτίριο = 5.200 ευρώ, (ιη) για την αντικατάσταση των σωλήνων του μονοσωλήνιου συστήματος της κεντρικής θέρμανσης σε όλα τα διαμερίσματα όλων των κτιρίων, με άλλους σωλήνες που πληρούν την εγκεκριμένη από την Πολεοδομία μελέτη κεντρικής θέρμανσης: 546 διαμερίσματα Χ 60 ευρώ ανά διαμέρισμα = 32.760 ευρώ και (ιθ) για την τοποθέτηση των σωληνώσεων εισαγωγής - εξαγωγής ζεστού νερού στους διακόπτες των σωμάτων θέρμανσης σε όλα τα διαμερίσματα όλων των κτιρίων: 546 διαμερίσματα Χ 50 ευρώ ανά διαμέρισμα = 27.300 ευρώ. Με βάση τα ανωτέρω, η απαιτούμενη δαπάνη για τις υπολειπόμενες προς αποπεράτωση του έργου εργασίες, σύμφωνα με τις συμβατικές τιμές, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 248.710 ευρώ. Ωστόσο, το ποσό αυτό πρέπει να αυξηθεί κατά 20%, ήτοι κατά ποσό 40.051,20 ευρώ (248.710 Χ 20%), κατά το οποίο οι εργοδότες ζημιώθηκαν εξαιτίας της από υπαιτιότητα της εργολήπτριας εταιρείας καθυστέρησης ολοκλήρωσης του έργου. Τούτο, δεδομένου ότι από το χρόνο κατάρτισης της επίδικης σύμβασης (17-101998) μέχρι το χρόνο άσκησης της από 15-1-2003 αγωγής, αλλά και της συζήτησής της (13-5-2004), μεσολάβησαν τέσσερα και πλέον έτη και οι αντίστοιχες τιμές, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αυξήθηκαν λόγω ανατίμησης των τιμών αγοράς των υλικών και αμοιβής του εργατοτεχνικού προσωπικού κατά το άνω ποσοστό. Η κρίση του Δικαστηρίου περί των ανωτέρω ενισχύεται τόσο από την άνω από 10-1-2003 τεχνική έκθεση, το περιεχόμενο της οποίας επιβεβαίωσαν ενόρκως οι εκ των συντακτών αυτής, Δ. Μ., εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ενώπιον του Εφετείου, και Ι. Σ. με την ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών ... ένορκη βεβαίωση, όσο και από τις ... ένορκες βεβαιώσεις της Α. Κ., γραμματέα στην επιχείρηση των αδελφών Μ. και του Π. Κ., εργοδηγού και επιβλέποντα μηχανικού στο επίδικο έργο, αντίστοιχα, που λήφθηκαν με την επιμέλεια των εναγόντων - εργοδοτών, οι οποίοι έχουν άμεση γνώση της επίδικης υπόθεσης, χωρίς το περιεχόμενο των καταθέσεών τους να αναιρείται από την κατάθεση της μάρτυρα, που εξετάστηκε με πρόταση των εναγομένων, Α. Κ., αδελφής του δεύτερου εναγόμενου, Ι. Κ.. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε ότι η επιπλέον απαιτούμενη δαπάνη για την εκτέλεση των υπολειπόμενων εργασιών προς ολοκλήρωση του επίδικου έργου ανέρχεται στο ποσό των 27.053,20 ευρώ έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο εκκαλών, Κ. Μ., με τον τέταρτο λόγο της άνω έφεσής του, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Επίσης, όπως προαναφέρθηκε, με την ήδη αμετάκλητη, ως προς το κεφάλαιο αυτό, 7167/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η από 15-1-2003 αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή κατά το τέταρτο αίτημά της περί καταβολής καταπεσούσας ποινικής ρήτρας ποσού 13.274,22 ευρώ. Περαιτέρω, ο ανωτέρω εκκαλών, Κ. Μ., με τις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, από 24-10-2022, προτάσεις του ισχυρίζεται ότι οι υπόλοιποι εκκαλούντες ομόδικοί του (ως προς τους οποίους μετά το χωρισμό της δίκης, κατά τα προεκτεθέντα, η 8-6-2005 έφεση δεν δικάζεται), ήταν εικονικοί εργολάβοι, όπως είναι εικονικά και τα προαναφερόμενα τρία προσύμφωνα, με τα οποία φέρεται ότι ανέθεσε σε καθένα από αυτούς την ανέγερση και αποπεράτωση ορισμένων από τις επίδικες πολυκατοικίες, καθόσον αυτοί δεν είχαν οποιαδήποτε ανάμειξη στην οικοδόμησή τους, τις οποίες ολοκλήρωσε αποκλειστικά αυτός, που είναι κατασκευαστής οικοδομών, με δικά του τεχνικά και οικονομικά μέσα και ως εκ τούτου όλα τα ποσά που θα επιδικασθούν συνεπεία της ένδικης αγωγής πρέπει να επιδικαστούν αποκλειστικά σ' αυτόν. Ο παραπάνω ισχυρισμός του εκκαλούντος είναι απαράδεκτος, διότι με αυτόν, για πρώτη φορά ενώπιον του δικάζοντος ως Εφετείου παρόντος Δικαστηρίου, επιχειρείται ανεπίτρεπτη μεταβολή του αιτήματος της αγωγής, από την αιτούμενη επιδίκαση των αγωγικών κονδυλίων συμμέτρως σε όλους τους ενάγοντες, στην ζητούμενη από τον ανωτέρω εκκαλούντα επιδίκασή τους αποκλειστικά σ' αυτόν. Κατ' ακολουθία, των ανωτέρω, πρέπει η από 8-6-2005 έφεση των εργοδοτών να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν μόνο κατά το μέρος που ασκείται από τον εκκαλούντα Κ. Μ. και να εξαφανιστεί ως προς αυτόν η εκκαλούμενη 2303/2005 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο προς έρευνα (άρθρο 535 ΚΠολΔ), πρέπει, (α) να γίνει εν μέρει δεκτή η από 15-1-2003 αγωγή ως προς τον ενάγοντα, Κ. Μ. και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ο καθένας εις ολόκληρον, να του καταβάλουν για τις παραπάνω αιτίες το ποσό των 41.692,35 ευρώ (ήτοι, 113.444 + 40.051,20 + 13.274,22 ευρώ = 166.749,42 ευρώ : 4), νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, καθώς επίσης να καταδικαστούν σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ανωτέρω ενάγοντος, ανάλογα με την έκταση της ήττας τους, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του νόμιμου αιτήματός του (άρθρα 106, 178 παρ. 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και (β) να απορριφθεί η από 2-10-2003 αγωγή ως προς τον εναγόμενο, Κ. Μ. και να καταδικαστούν οι ενάγοντες στα δικαστικά του έξοδα, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας (άρθρα 106, 178 παρ. 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην των εκκαλούντων - εφεσιβλήτων, ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «Ι. Κ. Κ. Σ. Ε..Ε.. και Ι. Κ. και αντιμωλία του εκκαλούντος - εφεσίβλητου, Κ. Μ.. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29-6-2005 έφεση (5762/2005) των εκκαλούντων, ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «Ι. Κ. Κ. Σ. Ε..Ε.. και Ι. Κ. ως προς τον εφεσίβλητο Κ. Μ.. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους εκκαλούντες στα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, Κ. Μ., του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ. ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ' ουσίαν, ως προς τον εκκαλούντα, Κ. Μ., την από 8-6-2005 έφεση (5166/2005) κατά της 2303/2005 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. ΧΩΡΙΖΕΙ τη δίκη επί της άνω έφεσης ως προς τους εκκαλούντες, Χ. Μ., Α. Μ. και Π. Λ.. ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την παραπάνω εκκληθείσα οριστική απόφαση ως προς τον εκκαλούντα, Κ. Μ.. ΚΡΑΤΕΙ ΚΑΙ ΔΙΚΑΖΕΙ τις ένδικες αγωγές, κατά το αντίστοιχο μέρος τους. ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την από 15-1-2003 (57853/3590/2003) αγωγή ως προς τον ενάγοντα, Κ. Μ.. ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τους εναγόμενους να του καταβάλουν, ο καθένας εις ολόκληρον, το ποσό των σαράντα μιας χιλιάδων εξακοσίων ενενήντα δύο ευρώ και τριάντα λεπτών (41.692,30), νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους εναγόμενους να πληρώσουν μέρος των δικαστικών εξόδων του παραπάνω ενάγοντος, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων τριακοσίων πενήντα (3.350) ευρώ. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 2-10-2003 (139248/8872/2003) αγωγή ως προς τον εναγόμενο, Κ. Μ.. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους ενάγοντες να πληρώσουν τα δικαστικά έξοδα του ανωτέρω εναγόμενου, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τετρακοσίων (2.400 ευρώ). ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2023. H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και κωλυομένου του αμέσως αρχαιότερου μέλους της συνθέσεως, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2023. H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ