Αριθμός 336/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Σ. Λ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πάρι Αναστασάκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Α. Τ. Τ. Ε. A..E..", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από την ειδική εκκαθαρίστρια αυτής Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "P. Ε. Ε. Ε. Α. Ε. Ε. Ε. Π. «Ι. και το διακριτικό τίτλο «P. Ε. Ε. Ε. Α..Ε..", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Παπαδημητρόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/3/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 757/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6117/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8/12/2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 8.12.2020 (αρ.εκθ.κατ. ...) αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η με αριθμό 6117/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η οποία έκανε δεκτή την έφεση της εναγομένης -ήδη αναιρεσίβλητης, υπό εκκαθάριση εταιρείας με την επωνυμία "Α. Α.", νομίμως εκπροσωπούμενης από την ειδική εκκαθαρίστρια αυτής, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "P. Ε. Ε. Ε. Α. Ε.-Ε. Ε. Π. Ι." κατά του εφεσιβλήτου-ήδη αναιρεσείοντος, εξαφάνισε τη με αριθμό 757/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διακράτησε την υπόθεση και ακολούθως, απέρριψε την από 2.3.2013 (αρ.εκθ.κατ. ...) αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη, με την οποία ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) εξέθετε, ότι ως κτηνοτρόφος που συνήψε με την εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) τράπεζα συμβάσεις μεσοπροθέσμων και βραχυπροθέσμων επιχειρηματικών δανείων, υπήχθη κατ' αίτησή του στην ευνοϊκή ρύθμιση του άρθρου 39 παρ. 5 του νόμου 3259/2004 σχετικά με τον υπολογισμό του υπολοίπου των οφειλών του από τα δάνεια αυτά και ζήτησε, μετά υπολογισμό των γενομένων μετά την υπαγωγή του στη ρύθμιση τμηματικών καταβολών που κατά τους ισχυρισμούς του, ξεπερνούσαν κατά ποσόν τα οφειλόμενα, να υποχρεωθεί η εναγομένη στην καταβολή του ποσού των 14.472,60 ευρώ ως αχρεωστήτως καταβληθέντος. Η αίτηση αναιρέσεως, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της διετίας από την στις 10.12.2018 δημοσίευση της αναιρεσιβαλλομένης, δεδομένου ότι δεν προέκυψε επίδοσή της (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Με παροχή εξομοιώνεται και η συμβατική αναγνώριση ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει χρέος". Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι αναγκαία προϋπόθεση, για την έγερση αγωγής προς απόδοση της εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού ωφελείας του εναγομένου σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος ή επί ζημία του, είναι ότι ο πλουτισμός αυτός αποκτήθηκε από αιτία μη νόμιμη, ιδίως, υπό μία από τις ενδεικτικώς αναφερόμενες, στην ανωτέρω διάταξη, μορφές ελλείψεως της νομιμότητας της. Στην περίπτωση μη νομίμου αιτίας, εκείνος που έκανε την παροχή, για την αιτία αυτή, δικαιούται να αναζητήσει την ωφέλεια από τον λήπτη, με βάση την ανωτέρω διάταξη, εφ' όσον ισχυρισθεί και αποδείξει τα αναγκαία, κατά νόμο, στοιχεία, ήτοι: α) την περιουσιακή μετακίνηση από την μία περιουσία στην άλλη, β) την συγκεκριμένη αιτία της μετακινήσεως αυτής και γ) την ανυπαρξία ή το ελάττωμα αυτής, που καθιστά την διατήρηση του πλουτισμού αδικαιολόγητη. Όταν, όμως, υπάρχει νόμιμη αιτία, ερειδομένη σε διάταξη νόμου ή στη σύμβαση, από την οποία προέκυψε ο πλουτισμός αυτός, ο λήπτης δεν είναι υποχρεωμένος να αποδώσει την ωφέλεια, με βάση την ανωτέρω διάταξη και η σχετική αγωγή δεν θεμελιώνεται σ' αυτήν ( ΑΠ 45/2016, ΑΠ 93/2014, ΑΠ 1664/2013). Με τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 του ν. 2789/2000, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 42 του ν. 2912/2001, ορίσθηκε ότι "Κατ` εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί, ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί, εν όλω ή εν μέρει, ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31-12-2000, δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ` ανώτατο όριο". Τα πολλαπλάσια αυτά ορίσθηκαν με την ίδια διάταξη "α) στο τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31-12-1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτή, β) στο τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31-12-1990, γ) στο διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31-12-2000", σε κάθε δε περίπτωση, "στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού". Από δε τις διατάξεις του άρθρου 39 παρ.1, 2 και 12 του επιγενόμενου, ισχύοντος από 4-8-2004, ν. 3259/2004, ορίζεται ότι: "Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου (παρ. 1). Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεων τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος. Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Η αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια πέντε έως επτά ετών, εκ των οποίων δύο έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά. Η οφειλή θα είναι έντοκη με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις (παρ. 2). Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως (ο νόμος αυτός) ισχύει" (παρ. 12). Εξ άλλου οι ρυθμίσεις του άρθρου 39 ν. 3259/2004 είναι ευνοϊκότερες για τους κατά κύριο επάγγελμα αγρότες, έναντι των άλλων οφειλετών, για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές τους απέναντι στα πιστωτικά ιδρύματα, διότι στη παράγραφο 5 αυτού ορίζεται ότι, εφόσον ο οφειλέτης κατά το χρόνο κατάρτισης των δανειακών συμβάσεων κλπ. με τα πιστωτικά ιδρύματα, ήταν κατά κύριο επάγγελμα αγρότης, για τον επανακαθορισμό της οφειλής του από τις συμβάσεις αυτές θα ληφθεί υπόψη ο συντελεστής 2 και όχι 3 και συγκεκριμένα η βάση του υπολογισμού της οφειλής του από τις δανειακές συμβάσεις θα προκύψει από το άθροισμα του ποσού του ληφθέντος κεφαλαίου εκάστης, το δε άθροισμα αυτό θα πολλαπλασιαστεί με συντελεστή 2 και ακολούθως από το γινόμενο που θα προκύψει θα αφαιρεθούν οι οποτεδήποτε γενόμενες καταβολές εκ μέρους του για να εξαχθεί η τελική οφειλή αυτού προς το πιστωτικό ίδρυμα. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες εγκαθίδρυσαν υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από συμβάσεις ή πιστώσεις, ώστε η εκάστοτε προς αυτά οφειλή να μην υπερβαίνει το τετραπλάσιο, τριπλάσιο ή διπλάσιο, κατά περίπτωση, του ληφθέντος κεφαλαίου κάθε δανείου ή πιστώσεως ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων λογαριασμών του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, προκύπτει ότι με το άρθρο 39 του ν. 3259/2004, βελτιώθηκαν οι ρυθμίσεις του άρθρου 30 παρ. 1 του ν. 2789/2000, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 παρ. 1 του ν. 2912/2001, και περιορίσθηκε το οριζόμενο ως ανώτατο όριο, του τετραπλασίου της απαιτήσεως από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων με πιστωτικά ιδρύματα, στο τριπλάσιο αυτής (και εξαιρετικά για τις οφειλές των αγροτών στο διπλάσιο) και δεν καταργήθηκαν οι ως άνω διαβαθμίσεις των οφειλών ανάλογα με το χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού, ούτε αποκλείσθηκαν της ρυθμίσεως εκείνες οι οφειλές που δεν υπερέβαιναν το τριπλάσιο του ληφθέντος δανείου (ΑΠ 1101/2021, ΑΠ 1009/2019, ΑΠ 132/2014). Από τις αυτές ως άνω διατάξεις προκύπτει επίσης, ότι τίθεται ανώτατο όριο για τη "συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή" και όχι για την συνολική οφειλή από το δάνειο ή την πίστωση, ώστε η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων θα απαρτίζεται από την κύρια οφειλή που είναι το κεφάλαιο (ή το άθροισμα επί μέρους ληφθέντων κεφαλαίων) προσαυξανόμενη με συμβατικούς τόκους και στη συνέχεια μετά την προσαύξηση και των τόκων πολλαπλασιάζεται με συντελεστή 2 (για τις οφειλές των αγροτών). Από το προκύπτον γινόμενο θα αφαιρούνται οι όποιες καταβολές έχουν γίνει ήδη από την κατάρτιση της σύμβασης εκ μέρους του οφειλέτη, εγγυητή ή τρίτου, ενεργούντος υπέρ αυτού, και ότι απομένει θα αποτελεί την τελική οφειλή του δανειολήπτη (παρ. 8 του ιδίου άρθρου). Στη τελική οφειλή δεν είναι επιτρεπτό να προστεθεί οποιαδήποτε επιβάρυνση, όπως φόροι, τέλη, εισφορές ή έξοδα, οριοθετουμένης έτσι της εν γένει εκτάσεως των υποχρεώσεων του οφειλέτη μέχρι την κατά τα ανωτέρω προκύπτουσα συνολική οφειλή ( ΑΠ 1101/2021, ΑΠ 1077/2013, ΑΠ 1238/2012, ΑΠ 917/2011). Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται , αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ'αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1101/2021, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486/2013, ΑΠ 568/2013). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη) την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στη περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 1101/2021, ΑΠ 123/2017, ΑΠ 1062/2014, ΑΠ 609/2013, ΑΠ 495/2013). Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, ο αναιρεσείων αποδίδει στη προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως της παραγράφου 5 του άρθρου 39 του ν.3259/2004, καθόσον δέχθηκε ότι τα ποσά των ασφαλίστρων που η αναιρεσίβλητη χρέωνε στα πλαίσια των καταρτισθεισών μεταξύ αυτής και του ιδίου (αναιρεσείοντος) δανειακών συμβάσεων, αποτελούσαν μέρος του χορηγηθέντος σ'αυτόν δανεισθέντος κεφαλαίου, με συνέπεια να τα συνυπολογίσει στον κατά τις διατάξεις του παραπάνω νόμου επαναπροσδιορισμό της οφειλής, ενώ έπρεπε να θέσει ως βάση υπολογισμού μόνον το άθροισμα των κεφαλαίων δανείων χωρίς την επιβάρυνση των ασφαλίστρων. Στη προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τους αναιρετικούς λόγους της κρινόμενης αίτησης μέρος, προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Ο εφεσίβλητος-ενάγων που τυγχάνει κτηνοτρόφος συνήψε στη Θεσσαλονίκη με την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος που τελεί σε ειδική εκκαθάριση συμβάσεις τοκοχρεωλυτικών δανείων (μέσης και μακράς προθεσμίας) κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1983 έως 1989...... συνολικού ύψους 24.358,02 ευρώ. Περαιτέρω, η 'Ενωση Συνεταιρισμών με την επωνυμία " Ο.Γ.Σ.Θ." και ο Γ.Π. Συνεταιρισμός Πενταλόφου " Π." μέλος του οποίου ήταν ο εφεσίβλητος κατήρτισαν με την εκκαλούσα-εναγομένη ...σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό μέχρι του ποσού των 150 εκατομμυρίων δραχμών, προκειμένου ο άνω συνεταιρισμός να διαθέσει το προϊόν της πίστωσης προς ενίσχυση των μελών του. Δυνάμει της παραπάνω συμβάσεως χορηγήθηκαν στον εκκαλούντα τα παρακάτω βραχυπρόθεσμα δάνεια.... συνολικού ύψους 13.037,84 ευρώ. Με βάση τους όρους της παραπάνω συμβάσεως συμφωνήθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής....(άρθρο 19): Η 'Ενωση και ο Συνεταιρισμός ή οι οφειλέτες δέχονται να ασφαλίσουν κατά κινδύνου πυρός και κάθε άλλου κινδύνου που θα προτείνει η Τράπεζα, με έξοδά τους, και να διατηρήσουν ασφαλισμένα σε όλη τη διάρκεια των δανείων και μέχρι να εξοφληθούν τελείως οι απαιτήσεις της Τράπεζας και οι τόκοι και τα κάθε είδους έξοδα, τα ακίνητα, μηχανήματα, εγκαταστάσεις κλπ πράγματα που θα επιλέξει η Τράπεζα της ιδιοκτησίας τους, μετά από υπόδειξη της Τράπεζας, σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ.4 του ν. 1256/82 στην Ανώνυμο Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών "..."...Μετά τη σύναψη της παρούσας σύμβασης και σε προθεσμία δέκα ημερών οι οφειλέτες υποχρεούνται να προσκομίσουν στη Τράπεζα, α) το ασφαλιστήριο συμβόλαιο που πρέπει να περιέχει ρήτρα αναγνώρισης της Τράπεζας ως πρώτης ενυπόθηκης δανείστριας, για το δικαίωμα να εισπράξει από τυχόν ασφαλιστική αποζημίωση την απαίτησή της και β) εξοφλητική απόδειξη του συνόλου των ασφαλίστρων. Είκοσι ημέρες πριν από κάθε λήξη της ασφάλισης οι οφειλέτες υποχρεούνται να παραδώσουν στη Τράπεζα τα έγγραφα της ανανέωσής της. Αν οι οφειλέτες παραλείψουν κάτι από όσα προαναφέρονται, η Τράπεζα δικαιούται εκτός των άλλων και χωρίς καμία άλλη ειδικότερη υποχρέωσή της να ασφαλίσει η ίδια τα πράγματα αυτά κατά τη κρίση της, κατά παντός κινδύνου χωρίς να ειδοποιήσει τους οφειλέτες, οπότε οι τελευταίοι υποχρεούνται να πληρώσουν αμέσως τα ασφάλιστρα και όλα τα έξοδα στην Τράπεζα, η οποία έχει δικαίωμα, αν δεν πληρωθούν αμέσως τα ασφάλιστρα και όλα τα έξοδα στην Τράπεζα, να τα χρεώσει έντοκα στο λογαριασμό τους....οι οφειλέτες εκχωρούν από τώρα στη Τράπεζα κάθε απαίτησή τους κατά της ασφαλιστικής εταιρείας από την ασφαλιστική σύμβαση... Περαιτέρω, επειδή ο εφεσίβλητος περιήλθε σε υπερημερία περί την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του από τις παραπάνω δανειακές συμβάσεις, καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων οι παρακάτω πρόσθετες συμβάσεις ρύθμισης οφειλών δανείων....καθώς και τα ασφάλιστρα αυτών πυρός και ζωής από 12.8.1992 έως 8.3.1994 ποσού 478.689 δραχμών και από 8.3.1991 έως 14.8.1991 ποσού 266.726 δραχμών... Ακολούθως με τη με αριθμό ... Πρόσθετη Πράξη Ρύθμισης Οφειλών ο εφεσίβλητος αναγνώρισε το ύψος των οφειλών που απέρρεαν από τις άνω συμβάσεις ...και ε) τα ασφάλιστρα και έξοδα αυτών από 2.3.1993 έως 12.10.1998 συνολικού ποσού 1.556.737 δραχμών...Εν συνεχεία, δυνάμει της 4216/Β269/070201/2001 Απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών με την οποία εγκρίθηκε η ρύθμιση οφειλών των κτηνοτροφικών-πτηνοτροφικών επιχειρήσεων συνήφθη μεταξύ των διαδίκων η με αριθμό …. Πρόσθετη Δανειστική Σύμβαση Ρύθμισης Οφειλών....Με την άνω σύμβαση συνομολογήθηκε ότι σε περίπτωση που οποιαδήποτε δόση από τις οφειλές που ρυθμίζεται η πληρωμή τους, δεν εξοφληθεί στη λήξη της, τότε η δόση αυτή βεβαιώνεται εντός τριών μηνών στην αρμόδια ΔΟΥ του οφειλέτη, δηλαδή του εφεσιβλήτου, η δε βεβαίωση αυτή διενεργείται σύμφωνα με τη με αριθμό 2/13854/0025/11.6.2001 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών " Παροχή της εγγύησης του Δημοσίου για τη ρύθμιση των οφειλών κτηνοτροφικών-πτηνοτροφικών επιχειρήσεων, σύμφωνα με την ΚΥΑ αρ. 4216/Β.269/7.2.2001 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών". Ο εφεσίβλητος ενασκώντας τα δικαιώματα του άρθρου 39 ν. 3259/2004 υπέβαλε εμπρόθεσμα στην εναγομένη την από 18.10.2004 αίτησή του ζητώντας να υπαχθεί ως προς τις οφειλές του από τις άνω συμβάσεις στην ως άνω διάταξη του άρθρου 39 παρ.5 του ν. 3259/2004, να επαναπροσδιορισθεί το ύψος των σχετικών οφειλών του στο διπλάσιο των ληφθέντων κεφαλαίων και να ρυθμισθεί η αποπληρωμή αυτών. Η εκκαλούσα Τράπεζα γνωστοποίησε στον εφεσίβλητο με έγγραφο της στις 27.12.2004 ότι οι συνολικές ληξιπρόθεσμες οφειλές του από τις άνω συμβάσεις ...ανέρχονται στις 4.8.2004 σε 150.845,12 ευρώ και κατ' εφαρμογή του άρθρου 39 του άνω νόμου ανέρχονται την αυτή ως άνω ημερομηνία σε 41.503,59 ευρώ... Σε απάντηση δε σχετικής εξώδικης επιστολής του εφεσιβλήτου η εκκαλούσα με το από 22.2.2013 έγγραφό της γνωστοποίησε σε αυτόν ότι επαναπροσδιόρισε την οφειλή του στο αυτό ως άνω ποσό (41.503,59 ευρώ), λαμβάνοντας ως βάση των επιμέρους οφειλών του από κάθε μία από τις δανειακές συμβάσεις τα κατωτέρω ποσά από τα οποία αφαίρεσε τις κατωτέρω καταβολές του ως εξής:... δ) ασφάλιστρα πυρός που εντάχθηκαν στις με αριθμούς ... συμβάσεις ρύθμισης ποσού 699.762 Χ 2 = 1.399.524 δρχ - 0 (εισπράξεις)= 1.399.524 δρχ., ε) ασφάλιστρα πυρός που εντάχθηκαν στη με αριθμό ... σύμβαση ρύθμισης ποσού 838.060 δρχ. Χ 2= 1.676.120 δρχ. - 0 (εισπράξεις)= 1.676.120 δρχ. στ) ασφάλιστρα ζωής που εντάχθηκαν στη με αριθμό ... σύμβαση ρύθμισης ποσού 529.497 δρχ. Χ 3 = 1.588.491 -0 (εισπράξεις)= 1.588.491 δρχ....Η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ως ορθό τον προεκτεθέντα επαναπροσδιορισμό της οφειλής του εφεσιβλήτου, στον οποίο προέβη η εναγομένη εκτός μόνο από τον υπολογισμό της βάσης της επί μέρους οφειλής ασφαλίστρων ζωής ποσού 529.497 δρχ....Συγκεκριμένα, αφού έκρινε ότι το κονδύλιο αυτό εσφαλμένως πολλαπλασιάστηκε από την εναγομένη με τον συντελεστή τρία (3) αντί του συντελεστή δύο (2) επανακαθόρισε τη βάση οφειλής των ασφαλίστρων ζωής σε (529.497 Χ 2=) 1.058.994 δρχ. δηλ. σε 3.104,92 ευρώ και έτσι κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η οφειλή του εφεσιβλήτου, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 39 ν. 3259/2004 ανέρχεται μετά την αφαίρεση των καταβολών στο συνολικό ποσό των 39.950,84 ευρώ και όχι στο ποσό των 41.503,49 ευρώ που υπολόγισε η εκκαλούσα. Η διαφορά αυτή μεταξύ των άνω χρεωστικών υπολοίπων οφείλεται στο ότι κατά τον υπολογισμό του μεγαλύτερου χρεωστικού υπολοίπου τα άνω ασφάλιστρα ζωής ύψους 529.497 δρχ. συμπεριληφθέντα στη συνολική βάση της οφειλής του εφεσιβλήτου πολλαπλασιάστηκαν με τον εσφαλμένο συντελεστή 3. Όμως τα ως άνω ασφάλιστρα ζωής ύψους 529.497 δρχ. τα οποία εντάχθηκαν στη προαναφερθείσα σύμβαση-ρύθμιση οφειλής λογίζονται ως αγροτικό δάνειο, αφού εξυπηρετούν τους σκοπούς των δανειακών συμβάσεων και συνεπώς, η εκκαλουμένη ορθά έκρινε ότι τα παραπάνω ασφάλιστρα λογιζόμενα ως αγροτικό δάνειο πρέπει να πολλαπλασιασθούν με τον συντελεστή 2 και όχι 3 ... Έτσι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατέληξε στο σωστό πόρισμα ότι το υπόλοιπο της οφειλής του εφεσιβλήτου, όπως αυτή επαναπροσδιορίστηκε κατ' εφαρμογή της παρ. 5 αρθ. 39 ν. 3259/2004 διαμορφώθηκε στις 4.8.2004 στο ποσό των 39.950,84 ευρώ....". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο έκρινε, ότι η οφειλή από τις υπόψη δανειακές συμβάσεις, η οποία επαναπροσδιορίστηκε με βάση την παράγραφο 5 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, περιελάμβανε εκτός από τα ληφθέντα (εκταμιευθέντα) κεφάλαια δανεισμού και τα ασφάλιστρα που λογιζόμενα ως αγροτικό δάνειο, έδει να πολλαπλασιαστούν με τον συντελεστή 2 και όχι 3 διαμορφώνοντας το υπόλοιπο της οφειλής του αναιρεσείοντος στο ποσό των 39.950,84 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 "Περαίωση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων, ρύθμιση ληξιπροθέσμων χρεών κλπ", όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στην προηγηθείσα σχετική νομική σκέψη, και τούτο διότι, βάσει των παραδοχών της προσβαλλομένης, τα ποσά αυτά είχαν καταγραφεί ως οφειλές του αναιρεσείοντος, γεγονός που αναγκαίως σημαίνει, ότι ο τελευταίος δεν προέβη σε εξόφληση του συνόλου των ασφαλίστρων κατά τη συμβατική πρόβλεψη (άρθρο 19), ώστε αυτά χρεώθηκαν έντοκα στο λογαριασμό του μονομερώς εκ μέρους της αναιρεσείουσας τράπεζας, και συνεπώς, απετέλεσαν τμήμα του δανεισθέντος κεφαλαίου που ήχθη σε επαναπροσδιορισμό, ως εξυπηρετούντα τους σκοπούς των δανειακών συμβάσεων. Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Το άρθρο 1 του ν. 2322/12.07.1995 (Φ.Ε.Κ. Α' 143/12.07.1995) περί "παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για τη χορήγηση δανείων και πιστώσεων και άλλων διατάξεων", προ της καταργήσεώς του με το άρθρο 106 παρ. 1 του νόμου 4549/2018, πλην εφαρμοστέου εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταρτίσεως των ενδίκων δανείων, ορίζει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "1. Επιτρέπεται στον Υπουργό Οικονομικών να παρέχει με απόφασή του, που εκδίδεται μετά από σύμφωνη γνώμη, τριμελούς Διυπουργικής Επιτροπής, που συνιστάται με τις διατάξεις του άρθρου 5 του παρόντος νόμου, την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε ημεδαπές ή αλλοδαπές τράπεζες, ημεδαπούς ή αλλοδαπούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς ή οίκους, ημεδαπούς ή αλλοδαπούς τεχνικούς οίκους, ημεδαπές ή αλλοδαπές εταιρίες χρηματοδοτικής μίσθωσης και εταιρίες γενικά, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και Οργανισμούς Δημοσίου Δικαίου, καθώς και σε ξένες Κυβερνήσεις: α. Για την κάλυψη δανείων, εγγυητικών επιστολών και πιστώσεων που χορηγούν προς: αα. Ημεδαπά πιστωτικά ιδρύματα, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, Ν.Π.Δ.Δ., Κρατικά Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου, Δημόσιες Επιχειρήσεις γενικά, Ασφαλιστικούς Οργανισμούς και Ταμεία, Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και Ανώνυμες Εταιρίες, ββ. Ομάδες φυσικών προσώπων ή βιώσιμων ιδιωτικών επιχειρήσεων και επαγγελματιών, για την προώθηση τη οικονομικής ανάπτυξης περιοχών, στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθως χαμηλό ή στις οποίες επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση, καθώς και για την προώθηση της ανάπτυξης ορισμένων κλάδων και δραστηριοτήτων, γγ. Ιδιώτες, επαγγελματίες, επιχειρήσεις και Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου και Ιδιωτικού Δικαίου που έχουν πληγεί από θεομηνίες ή άλλα έκτακτα γεγονότα ή σοβαρές οικονομικές διαταραχές προς αποκατάσταση των ζημιών τους και τη συνέχιση της δραστηριότητάς τους.......6. Τα δάνεια χορηγούνται στους φορείς των παραγράφων 1, 2 και 3 του παρόντος άρθρου από τράπεζες, πιστωτικά ιδρύματα και κοινοπραξία τραπεζών. Η διαδικασία επιλογής δανείστριας τράπεζας ή πιστωτικού ιδρύματος, ο ελάχιστος αριθμός τραπεζών που είναι απαραίτητος για την υποβολή προσφορών, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. 7. Σε περίπτωση κατάπτωσης των εγγυήσεων εξετάζονται από το Ελληνικό Δημόσιο (Υπουργείο Οικονομικών), που ως εγγυητής εξυπηρετεί πλέον τα δάνεια, οι λόγοι και οι ενδεχόμενες παραλείψεις που συνετέλεσαν στην αδυναμία κανονικής εξόφλησης του δανείου από τους υπόχρεους φορείς. Το Υπουργείο Οικονομικών δύναται να θέσει σε ειδικό καθεστώς διαχείρισης τα πάσης φύσεως έσοδα και τις δαπάνες των φορέων και να επιβάλλει περιορισμούς στη διαχείριση της περιουσίας των φορέων αυτών, προς το σκοπό συνέχισης αποπληρωμής των δανείων από τους ίδιους και εξόφλησης των όσων έχει καταβάλει το Ελληνικό Δημόσιο. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, τίθενται σε ειδικό καθεστώς, διαχείρισης φορείς του προηγούμενου εδαφίου και ρυθμίζονται κατά περίπτωση όλες οι σχετικές με την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας παραγράφου αναγκαίες λεπτομέρειες. 8.α. Συνιστάται στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης , της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου. Το Συμβούλιο εισηγείται στον Υπουργό Οικονομικών ή στα όργανα, προς τα οποία έχει μεταβιβασθεί η αρμοδιότητα παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, για: ϊ) την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, στο πλαίσιο υφιστάμενου καθεστώτος εγγύησης, σε επιχειρήσεις και φυσικά πρόσωπα που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα των υποπεριπτώσεων ββ' και γγ' της περίπτωσης α', της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εξετάζοντας τη συνδρομή των προϋποθέσεων που τάσσονται από την υπουργική απόφαση που θεσπίζει το καθεστώς ενίσχυσης,ιι') την τροποποίηση των όρων και των προϋποθέσεων, υπό τους οποίους παρασχέθηκε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, στο πλαίσιο θεσπισμένου καθεστώτος ενίσχυσης υπό τη μορφή κρατικής εγγύησης, των υποπεριπτώσεων ββ' και γγ' της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, ύστερα από αίτημα του φορέα υπέρ του οποίου χορηγήθηκε η εγγύηση ή του πιστωτικού ιδρύματος έναντι του οποίου παρασχέθηκε αυτή...... γ. Η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρέχεται στο πλαίσιο υφιστάμενου καθεστώτος κρατικής ενίσχυσης υπό τη μορφή εγγύησης, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ύστερα από εισήγηση του Συμβουλίου Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου". Περαιτέρω, στο άρθρο 11 του ίδιου ως άνω νόμου προβλέπονται, κατά περίπτωση, τα ακόλουθα: "1. Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, προβαίνει σε εξόφληση των υποχρεώσεών του που απορρέουν από την κατάπτωση των εγγυήσεων που έχει παράσχει, μετά από προηγούμενη βεβαίωση, ως εσόδων του, των σχετικών ποσών στις αρμόδιες Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (ΔΟΥ) και με βάση τα δικαιολογητικά που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάστασή του στα δικαιώματα του πιστωτικού ιδρύματος ή άλλου φορέα που χορήγησε το δάνειο, την εγγυητική επιστολή ή την πίστωση γενικά, τόσο κατά των πρωτοφειλετών όσο και κατά των εγγυητών και λοιπών συνυπόχρεων. 2. Οι ασφάλειες που χορηγούνται από τους πρωτοφειλέτες, τους εγγυητές και άλλους συνυπόχρεους στο όνομα των πιστωτικών ιδρυμάτων και των λοιπών φορέων για την εξασφάλιση των δανείων, εγγυητικών επιστολών ή πιστώσεων, λειτουργούν υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου από τη βεβαίωση και μόνο ως εσόδων του, των εγγυημένων ανεξόφλητων οφειλών. 3. Οι ασφάλειες αυτές, σε περιπτώσεις βεβαίωσης στις ΔΟΥ τμήματος των ανεξόφλητων απαιτήσεων των τραπεζών, λειτουργούν υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου αναλογικά κατά τη σχέση του ποσού των βεβαιωμένων οφειλών χωρίς προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, προς το συνολικό ποσό ανεξόφλητων οφειλών (βεβαιωμένων και μη). 4. Αν από υπαιτιότητα του δανειστή ή πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλιπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, το Δημόσιο ελευθερώνεται και τυχόν εντολές πληρωμής, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης, ανακαλούνται και εκπίπτονται από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες όπου έχουν βεβαιωθεί τα αντίστοιχα ποσά με μέριμνα της Δ/νσης Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων - και Αξιών - (Γ.Λ.Κ.-Δ25). 5. Τα αναγκαία, δικαιολογητικά, που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάσταση του Δημοσίου στα δικαιώματα των τραπεζών, ο χρόνος και ο τρόπος βεβαίωσης, οι περιπτώσεις έκπτωσης από την αρμόδια Δ/νση του Υπουργείου Οικονομικών (Γ.Λ.Κ. -Δ25), βεβαιωμένων ήδη οφειλών και κάθε άλλο σχετικό θέμα, καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών" (ΑΠ 1068/2017). Επίσης, στο άρθρο 65 παρ. 3 και 5 του ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού κλπ." οριζόταν πριν τη προσθήκη της παρ.1 με το άρθρο 39 του ν. 3871/2010 τα εξής: " ...3. Το Ελληνικό Δημόσιο ως εγγυητής, προβαίνει σε εξόφληση των υποχρεώσεών του που απορρέουν από την κατάπτωση της εγγύησής του, μετά από προηγούμενη βεβαίωση, ως εσόδων του, των σχετικών ποσών στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (ΔΟΥ) και με βάση τα δικαιολογητικά που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάστασή του στα δικαιώματα του δανειστή ή πιστωτή τόσο κατά του πρωτοφειλέτη όσο και κατά των εγγυητών και λοιπών συνυποχρέων....5. Τα αναγκαία, δικαιολογητικά, που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάσταση του Δημοσίου στα δικαιώματα του δανειστή ή πιστωτή, ο χρόνος και ο τρόπος βεβαίωσης, οι περιπτώσεις έκπτωσης από την αρμόδια Δ/νση του Υπουργείου Οικονομικών, βεβαιωμένων ήδη οφειλών και κάθε άλλο σχετικό θέμα, καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών". Από όλα τα ανωτέρω και ιδίως από τις ιδίου περιεχομένου διατάξεις των άρθρων 65 παρ.3 ν. 2362/1995 και 11 παρ. 1 ν. 2322/1995, οι οποίες ρυθμίζουν ειδικά και εξαντλητικά την παροχή εγγυήσεως από το Δημόσιο, προκύπτει ότι αν το Δημόσιο εγγυηθεί σε ημεδαπές ή αλλοδαπές τράπεζες, ημεδαπούς ή αλλοδαπούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς ή οίκους, μεταξύ των οποίων και η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, ημεδαπούς ή αλλοδαπούς τεχνικούς οίκους, ημεδαπές ή αλλοδαπές εταιρίες χρηματοδοτικής μίσθωσης ή εταιρίες γενικά, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και Οργανισμούς Δημοσίου Δικαίου, καθώς και σε ξένες Κυβερνήσεις την εξόφληση του δανείου, που αυτοί χορήγησαν σε κάποιο από τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που προσδιορίζονται στο άρθρο 1 του ν. 2322/1995, τότε το Δημόσιο με την έγκριση περί του νομίμου της καταπτώσεως της εγγυήσεως αυτού και την βεβαίωση των εγγυημένων ποσών εις βάρος του πρωτοφειλέτη υποκαθίσταται αυτοδικαίως εκ του νόμου στα δικαιώματα του δανειστή κατά του πρωτοφειλέτη και κατά του τυχόν τρίτου εγγυητή την εξόφληση της απαιτήσεως, αφού καθίσταται έναντι τρίτων εγγυητών της απαιτήσεως δανειστής και όχι συνεγγυητής αυτών, μαζί δε, με την απαίτηση μεταβιβάζεται προς το Δημόσιο και η εγγύηση, χωρίς ανάγκη υπάρξεως συμφωνίας αναγωγής μεταξύ Δημοσίου ως εγγυητή και πρωτοφειλέτη, κατ' απόκλιση από την αντίθετη ρύθμιση των άρθρων 858,860 και 487 του ΑΚ, λόγω αυτοδίκαιης από το νόμο εκχωρήσεως από τον δανειστή όλων των άλλων ασφαλειών (ΑΠ 136/2018, ΑΠ 1564/2005, ΑΠ 1179/2004, ΑΠ 1769/2001, ΑΠ 115/1996, ΑΠ 54/1986, ΑΠ 2119/1983) ούτε πραγματική εξόφληση του δανείου από το Δημόσιο, ή συντέλεση της λογιστικής πληρωμής της οφειλής προς την Τράπεζα (ΑΠ 915/2004, ΑΠ 1769/2001). Και τούτο διότι το Δημόσιο με την παροχή των εκτεινομένων σε όλους τους τομείς σχεδόν της ιδιωτικής οικονομίας εγγυήσεών του, ασκεί σαφώς διοίκηση και ειδικότερα οικονομική πολιτική για την ενίσχυση των ιδιωτικών επιχειρήσεων και διευκόλυνση της χρηματοδοτήσεώς τους από τις τράπεζες, ώστε κατ' απόκλιση των σχετικών με την εγγύηση διατάξεων του ΑΚ, δεν τίθεται σε ίση μοίρα με τους εγγυητές του κοινού αστικού δικαίου, ώστε στη περίπτωση της εγγυήσεως του Δημοσίου, κατισχύουν οι ανωτέρω ειδικές διατάξεις (ΑΠ 706/1999, ΑΠ 54/1986, ΑΠ 2116/1983). Τέλος, με τη αριθμό 2/478/0025/2006 ΥΑ "Διαδικασία βεβαίωσης και διαγραφής οφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο (ΦΕΚ 16/τ. Β/13.1.2006)". ορίζεται ότι με βάση την σύμφωνα με αυτή τηρούμενη διαδικασία, αποστέλλεται από τα πιστωτικά ιδρύματα στην 25η Διεύθυνση του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, εις διπλούν, ο πλήρης φάκελλος με τα παρακάτω δικαιολογητικά, η δε παραπάνω διεύθυνση, μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, διενεργεί έλεγχο των δικαιολογητικών και στη συνέχεια αποστέλλει ένα φάκελο με τον οικείο χρηματικό κατάλογο και τις τριπλότυπες περιληπτικές καταστάσεις βεβαίωσης στην αρμόδια ΔΟΥ, η οποία προβαίνει εντός προθεσμίας ενός μηνός στην εν στενή εννοία βεβαίωση υπέρ του Δημοσίου του ποσού αυτού για το οποίο έχει εγγυηθεί το Ελληνικό Δημόσιο, στο λογαριασμό "Κεφάλαιο Ασφαλίσεως Χρηματοδοτήσεων εκ Κεφαλαίων τη εγγυήσει του Ελληνικού Δημοσίου" (ΚΑΧΚΕΕ) και σε βάρος των υποχρέων φυσικών ή νομικών προσώπων και αποστέλλει άμεσα στην 25η Διεύθυνση το αντίγραφο της περιληπτικής κατάστασης βεβαίωσης. Η 25η Διεύθυνση ακολούθως προβαίνει στη πληρωμή της βεβαιωμένης εγγυημένης οφειλής, μέσω του Ειδικού Λογαριασμού "Κεφάλαιον Ασφαλίσεως Χρηματοδοτήσεων εκ Κεφαλαίων τη εγγυήσει του Ελληνικού Δημοσίου". Από τα παραπάνω συνάγεται ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου 2322/1995 το Ελληνικό Δημόσιο μπορεί να παρέχει την εγγύησή του για την κάλυψη δανείων, εγγυητικών επιστολών και πιστώσεων που χορηγούν οι τράπεζες προς ιδιωτικές επιχειρήσεις και επαγγελματίες, για την παροχή δε, της εγγύησης, εκδίδεται απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, με την οποία οριοθετούνται συγκεκριμένα οι περιοχές ή οι κλάδοι που ενισχύονται, τίθενται οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν στις ενισχυόμενες επιχειρήσεις και καθορίζονται οι βασικοί όροι που πρέπει να διέπουν τις χρηματοδοτήσεις, για τις οποίες παρέχεται η εγγύηση του Δημοσίου, ενώ οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα που διέπουν την εγγύηση (αρθ. 847 επ. ) εφαρμόζονται συμπληρωματικά, εφόσον αυτό δεν αποκλείεται από τις ειδικές ρυθμίσεις του άνω νόμου, και των συναφών υπουργικών αποφάσεων (ΑΠ 1000/2006). Ειδικότερα δε, οι υπουργικές αποφάσεις χορήγησης της εγγύησης του Δημοσίου αποτελούν το αντίστοιχο της δήλωσης παροχής εγγύησης που θα απαιτούνταν στη περίπτωση ιδιώτη εγγυητή, ενώ από τη δημοσίευση της Εφημερίδα της Κυβερνήσεως των ΥΑ που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 1 ν. 2322/1995 παρέχεται η εγγύηση του Δημοσίου σε όλες τις επιχειρήσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της συγκεκριμένης ΥΑ. Είναι σαφές, ότι οι διατάξεις που ρυθμίζουν την παροχή της εγγυήσεως του Δημοσίου για την τραπεζική χρηματοδότηση των επιχειρήσεων αφορούν και θεραπεύουν το δημόσιο και γενικότερο συμφέρον, έχουν επιτακτικό χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, συνιστούν κανόνες αναγκαστικού δικαίου, των οποίων η εφαρμογή δεν δύναται να αποκλεισθεί από την ιδιωτική βούληση ( ΑΠ 82/2008, ΑΠ 1000/2006). Από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού των κατ' ιδίαν λόγων της αναίρεσης θεμελιώνεται δε στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής συνέπειας για τον αναιρεσείοντα. Έτσι αν οι αποδιδόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (ΑΠ 394/2012). Επίσης, αλυσιτελείς είναι οι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 755/2018), δηλαδή αιτιολογίες οι οποίες ως εκ περισσού διατυπώθηκαν στις παραδοχές της, χωρίς να είναι αναγκαίες για τη θεμελίωση του δικαιώματος που αξιώνεται με την αγωγή και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντες κατ`ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμούς των διαδίκων. Στην περίπτωση των πλεοναστικών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή αιτιολογιών που δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς αλλά εκφέρθηκαν εκ περισσού, δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο (άρθρο 578 ΚΠολΔ) με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, ακόμη και ως προς τυχόν εσφαλμένη αιτιολογία της (ΟλΑΠ 13/1995, ΟλΑΠ 25/1994, ΑΠ 4/2022, ΑΠ 686/2020, ΑΠ 175/2020, ΑΠ 291/2018, ΑΠ 551/2017). Εξάλλου, με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 10/2011). Η προϋπόθεση αυτή δεν συντρέχει όταν ο φερόμενος ως παραβιασθείς κανόνας ιστορικώς μόνο αναφέρεται στην απόφαση και μάλιστα σε αιτιολογίες πλεοναστικές που δεν στηρίζουν το διατακτικό της. Επίσης κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής) αιτιολογία ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 613/2022) Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατ'εκτίμηση των διαλαμβανομένων σ'αυτόν ισχυρισμών, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ επικαλούμενος ψευδή ερμηνεία του κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 39 ν. 3259/2004 καθώς και αντιφατικές αιτιολογίες στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, για το λόγο, ότι ενώ υπήρξε καταβολή του χρηματικού ποσού των 14.429,95 ευρώ στις 15.4.2009 και των 12.952,96 ευρώ στις 23.8.2012 εκ μέρους του εγγυητή Ελληνικού Δημοσίου μέσω των 2955/15.4.2009 και 4446/23.8.2011 ταμειακών βεβαιώσεων αντιστοίχως, της ΔΟΥ Νέας Ιωνίας, και συνεπώς εξόφληση κατά το ισόποσο άθροισμα αυτών της ένδικης οφειλής του, η προσβαλλομένη όλως αντιφατικώς δέχθηκε ότι δεν υφίστατο κατά τούτο απόσβεση της ενοχής, καθόσον το Ελληνικό Δημόσιο υποκαθίσταται στα δικαιώματα της δανείστριας τράπεζας (αναιρεσίβλητης). Στη προκειμένη περίπτωση από τη κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης, κατά το ενδιαφέρον τον παραπάνω δεύτερο λόγο αναίρεσης μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Στο παραπάνω ποσό των 44.331,77 ευρώ που το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι κατέβαλε ο εφεσίβλητος ενάγων προς εξόφληση της άνω επαναπροσδιορισθείσας οφειλής του περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, τα ποσά των 14.429,95 ευρώ και 12.952,96 ευρώ που ο ενάγων ισχυρίστηκε στην αγωγή του ότι κατέβαλε στην εκκαλούσα στις 15.4.2009 και 23.8.2012 αντίστοιχα. Προς απόδειξη των εν λόγω καταβολών ποσού 14.429,95 και 12.952,96 ευρώ ο εφεσίβλητος επικαλείται με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του δικαστηρίου αυτού και προσκομίζει α) τη με αριθμό …ατομική ειδοποίηση χρεών από δάνεια ΚΑΧΚΕΕ ποσού 12.952,96 ευρώ από την οποία προκύπτει ότι βεβαιώθηκαν με τη με αριθμό …ταμειακή βεβαίωση της ΔΟΥ οι παραπάνω οφειλές ύψους 12.952,96 ευρώ από δάνεια σε βάρος του και β) την τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση (δυσανάγνωστη η προσκομιζόμενη φωτοτυπία) που απεστάλη από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους στην ΔΟΥ Νέας Ιωνίας Θεσσαλονίκης, η οποία στις 14.4.2009 προέβη στη βεβαίωση του χρηματικού καταλόγου ποσού 14.492,25 ευρώ σε βάρος του εφεσιβλήτου. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο εφεσίβλητος για πρώτη φορά με τις προτάσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, διορθώνει τον αγωγικό ισχυρισμό περί εξόφλησης διά καταβολής των ανωτέρω ποσών στην εκκαλούσα διευκρινίζοντας ότι οι καταβολές αυτές συντελέστηκαν όχι με καταβολή χρηματικών ποσών στην εκκαλούσα αλλά με τις ως άνω βεβαιώσεις των οφειλών του. Όμως, οι βεβαιώσεις αυτές, ουδόλως επιφέρουν ισόποση μερική κατά τα βεβαιωθέντα ποσά εξόφληση της οφειλής του, όπως αυτή επαναπροσδιορίστηκε στις 4.8.2004, αφού ασφαλώς οι βεβαιώσεις αυτές δεν πιστοποιούν, ούτε προκύπτει από αυτές η καταβολή των ποσών αυτών προς εξόφληση της ένδικης οφειλής του εφεσιβλήτου -ενάγοντος. Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός του εφεσιβλήτου περί καταβολής των παραπάνω ποσών στην εναγομένη και της εν μέρει εξόφλησης της επαναπροσδιορισθείσας οφειλής του κατά τα εν λόγω ποσά. Ανεξαρτήτως των ανωτέρω, πρέπει να επισημανθεί ότι προδήλως, στη προκειμένη περίπτωση ένεκα της υπερημερίας του εφεσιβλήτου περί την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του από τις άνω δανειακές συμβάσεις κατέπεσαν οι εγγυήσεις του Ελληνικού Δημοσίου από τα ως άνω χορηγηθέντα σε αυτόν δάνεια και ακολούθως η εκκαλούσα, σύμφωνα με την διαδικασία που ορίζεται στη με αριθμό 2/478/0025/4.1.2006 απόφαση Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών "Διαδικασία βεβαίωσης και διαγραφής οφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο" απέστειλε στην 25η Διεύθυνση του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών το φάκελο των επίμαχων δανείων με τα σχετικά δικαιολογητικά, η οποία μετά από έλεγχο των δικαιολογητικών απέστειλε το φάκελο με τον οικείο χρηματικό κατάλογο και τις τριπλότυπες περιληπτικές καταστάσεις βεβαίωσης στην ΔΟΥ Νέας Ιωνίας Θεσσαλονίκης. Η τελευταία προδήλως προέβη στην εν στενή εννοία βεβαίωση υπέρ του Δημοσίου των άνω ποσών, για τα οποία είχε εγγυηθεί το Ελληνικό Δημόσιο στο λογαριασμό "Κεφάλαιο Ασφαλίσεως Χρηματοδοτήσεων εκ Κεφαλαίων τη Εγγυήσει του Ελληνικού Δημοσίου (ΚΑΧΚΕΕ)" σε βάρος του εφεσιβλήτου και απέστειλε στην 25η Διεύθυνση το αντίγραφο της περιληπτικής κατάστασης βεβαίωσης. Όμως, ακόμη και στη περίπτωση που η άνω Διεύθυνση προέβη κατ' εφαρμογή της προβλεπόμενης στην άνω υπουργική απόφαση διαδικασίας στη πληρωμή των άνω βεβαιωμένων εγγυημένων οφειλών του εφεσιβλήτου προς την εκκαλούσα, όπως υπονοεί ο εφεσίβλητος, οι εν λόγω καταβολές εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου ως εγγυητή, συνολικού ύψους (14.429,95 + 12.952,96=) 27.382,91 ευρώ δεν αποσβήνουν μερικώς την άνω οφειλή του εφεσιβλήτου, όπως αυτή επαναπροσδιορίστηκε στο ποσό των 39.950,84 ευρώ στις 4.8.2004, αφού το Ελληνικό Δημόσιο μετά την καταβολή υποκαθίσταται στα δικαιώματα της δανείστριας". Ακολούθως η προσβαλλομένη δέχθηκε ότι οι τμηματικές καταβολές στις οποίες προέβη ο εφεσίβλητος μετά τον επανακαθορισμό του χρέους του στις 4.8.2004 μέχρι τις 21.1.2011 (ημερομηνία τελευταίας τμηματικής καταβολής) ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 19.482,12 ευρώ, το οποίο υπολείπεται του συνόλου της αποδειχθείσας οφειλής του από 39.950,84 ευρώ. Συνακόλουθα, το Εφετείο, κρίνοντας με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, ότι η εκκαλουμένη απόφαση πλημμελώς εξετίμησε τις αποδείξεις, έκανε δεκτή την έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, και διακρατώντας προς εκδίκαση την αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, απέρριψε αυτή ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη. Στη προκειμένη περίπτωση οι αιτιάσεις που συγκροτούν τον προεκτεθέντα δεύτερο λόγο αναίρεσης ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαχθέντος από αυτές πορίσματος, το οποίο εκτίθεται πλήρως και σαφώς, και συγκεκριμένα, των προσκομισθέντων το πρώτον ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου δημοσίων εγγράφων (ατομική ειδοποίηση χρεών από δάνεια ΚΑΧΚΕΕ και τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση του ΓΛΚ), οι οποίες κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης δεν αποδεικνύουν ότι τα σε αυτές διαλαμβανόμενα ως βεβαιωθέντα ποσά αφορούν στη παρά του ιδίου του αναιρεσείοντος εξόφληση της επαναπροσδιορισθείσας ένδικης οφειλής και συνακολούθως ότι η αναιρεσίβλητη κατέστη κατά το ισόποσο πλουσιότερη εις βάρος του καταβαλόντος αναιρεσείοντος, ώστε να διατηρεί αυτός την ένδικη αξίωση εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού για το καταβληθέν. Περαιτέρω, η αποδιδόμενη με τον αυτό λόγο αναίρεσης πλημμέλεια των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ περί ψευδούς ερμηνείας, κακής εφαρμογής της ουσιαστικής διατάξεως της παραγράφου 8 του ν. 3259/2004 και της αντιφάσεως του νομικού συλλογισμού της προσβαλλομένης, πλήττει πλεοναστική αιτιολογία της κατ'ουσίαν κρίσεως της τελευταίας, που διατυπώθηκε κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού της, προς άντληση επιχειρήματος υπέρ της άνω κυρίας αιτιολογίας και δεν ήταν απαραίτητη για τη στήριξη του διατακτικού της, με συνέπεια την αλυσιτελή προβολή του υπόψη λόγου. Επομένως, αμφότεροι οι προαναφερθέντες αναιρετικοί λόγοι ελέγχονται ως απαράδεκτοι και, συνακόλουθα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 3 δ` ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8.12.2020 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 6117/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Μαρτίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ