Αριθμός 631/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Π. του Η. και 2) Η. Π. του Π., αμφοτέρων κατοίκων ... Νομού ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Τικόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: υπό εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα από τον ειδικό εκκαθαριστή αυτής, ήτοι την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-9-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 4/2020 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-1-2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ολΑΠ 14/2015). Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 5 Ιανουαρίου 2021 αίτηση των: 1) Π. Π. του Η. και 2) Η. Π. του Π., κατά της υπό ειδικής εκκαθάρισης τελούσας ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "...", για αναίρεση της με αριθ. 4/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νόμιμη δικάσιμο της υποθέσεως (28.11.2022), κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίσθηκε η αναιρεσίβλητη ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τους αναιρεσείοντες, οι οποίοι και επισπεύδουν τη συζήτηση, υπ` αριθμ. 5610/22.9.2021 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ν. Β., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αίτησης αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας και κλήση προς παράσταση κατ` αυτήν, επιδόθηκε με επιμέλεια των αναιρεσειόντων νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη. Επομένως, αφού η τελευταία δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση με τη σειρά της από το πινάκιο και ούτε έχει καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ, συνάγεται ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη περιουσιακού του στοιχείου, 3) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών. Η αφερεγγυότητα αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής, πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει, μόνο όταν ο οφειλέτης είναι κατά τον χρόνο αυτόν αφερέγγυος και 5) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, η οποία γνώση τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό, ενώ το τεκμήριο αυτό δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής (Ολ. ΑΠ 15/2012, ΑΠ 1275/2020, ΑΠ 1382/2019). Η ανωτέρω γνώση δεν απαιτείται, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία, τέτοια δε είναι και η γονική παροχή, που θεσμοθετείται με το άρθρο 1509 του ίδιου Κώδικα, αφού και αυτή συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα (ΑΠ 1341/2019, ΑΠ 1319/2017, ΑΠ 778/2015). Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 874 ΑΚ, 669 ΕμπΝ, 112 ΕισΝΑΚ και 64 - 67 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" προκύπτει ότι ο δανειστής που είναι φορέας απαιτήσεως από κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, μπορεί να ασκήσει την αγωγή για διάρρηξη των προς βλάβη του απαλλοτριωτικών πράξεων του οφειλέτη του, έστω και αν, κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως, δεν είχε κλειστεί οριστικώς ο λογαριασμός, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεστεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του. Το κλείσιμο, δηλαδή, του λογαριασμού δεν συνιστά γενεσιουργό όρο της απαίτησης για το κατάλοιπο, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για το απαιτητό (ληξιπρόθεσμο) του καταλοίπου. Με τη σύμβαση, δε, του ανοικτού λογαριασμού, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή του αλληλόχρεου λογαριασμού, η Τράπεζα ανοίγει πίστωση υπέρ πελάτη της, την οποία αυτός αναλαμβάνει σταδιακά, καταβάλλοντας ακολούθως τμηματικώς, ανάλογα με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης, ορισμένες δόσεις, έναντι κεφαλαίου και τόκων, οι αμοιβαίες, δε, καταβολές (πιστοδοτικές και εξοφλητικές) αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό είναι μόνο το μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο. Και πριν όμως το κλείσιμο αυτό, από την αντιπαραβολή των πιστοχρεώσεων, προκύπτει η ενεργητική ή παθητική θέση καθενός, η οποία και συνιστά ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας του. Επομένως, τα παραγωγικά της απαίτησης περιστατικά, ιδίως, η σύμβαση και η χορήγηση των πιστώσεων, έχουν ήδη συντελεσθεί και υπάρχουν ήδη από το χρόνο σύναψης της σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού, ώστε η απαίτηση να είναι γεννημένη και να δημιουργείται έκτοτε ενοχή για το κατάλοιπο, έστω και αν δεν είναι, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαιη και κατά ποσό εκκαθαρισμένη, όπως γίνεται με το κλείσιμο του λογαριασμού. Ως εκ τούτου, η Τράπεζα είναι και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, δανείστρια, και συνεπώς έχει το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, κάθε απαλλοτρίωση του πελάτη της, ακόμη και αν έλαβε χώρα πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεσθεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του, χωρίς να απαιτείται να έχει βεβαιωθεί δικαστικώς η απαίτηση, ούτε να έχει εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο (ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 1491/2018, ΑΠ 28/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Δυνάμει της υπ' αριθμ. 222/11-1-2008 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που καταρτίσθηκε μεταξύ της ενάγουσας ως πιστώτριας και του πρώτου εναγομένου Π. Π. (πρώτου αναιρεσείοντος) ως πιστούχου, χορηγήθηκε στον τελευταίο πίστωση με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, μέχρι του ποσού των 30.000,00. Ο πιστούχος έκανε χρήση του συνόλου της πίστωσης την ίδια ημέρα, αναλαμβάνοντας όλο το ποσό της πίστωσης από τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό, που τηρούνταν προς εξυπηρέτησή της. Την 6-7-2010 η ενάγουσα, όπως είχε δικαίωμα, έκλεισε οριστικά το λογαριασμό, ο οποίος εκείνο το χρόνο παρουσίαζε κατάλοιπο 32.680,42 ευρώ, το οποίο έτσι κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Στη συνέχεια, λόγω της μη καταβολής του εν λόγω καταλοίπου, εκδόθηκε σε βάρος του πρώτου εναγομένου η υπ' αριθμ. 684/10-11-2010 Διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας με επιτασσόμενο προς πληρωμή το ποσό αυτό, πλέον τόκων από 7-7-2010 και εξόδων ποσού 528,00 ευρώ. Καθώς μάλιστα κατ' αυτής δεν ασκήθηκε ανακοπή, παρότι επιδόθηκε στον πρώτο εναγόμενο δύο φορές, ήτοι για πρώτη φορά την 23-112010 και για δεύτερη την 31-1-2011, κατέστη τελεσίδικη. Επομένως, για την από το κατάλοιπο πιο πάνω απαίτηση υφίσταται δεδικασμένο, που αποκλείει την αμφισβήτηση από τον πρώτο εναγόμενο της ύπαρξης και του ύψους της. Ειδικά ως προς το ζήτημα του ύψους της απαίτησης, αυτό μαζί με τους τόκους και τα λοιπά έξοδα ανερχόταν την 24-8-2016 στο συνολικό ποσό των 66.188,82 ευρώ. Ενόσω, λοιπόν, η ενάγουσα διατηρούσε σε βάρος του πρώτου εναγομένου γεννημένη απαίτηση, η οποία προερχόταν από την παραπάνω σύμβαση και έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη, o τελευταίος προέβη σε διάθεση από χαριστική αιτία περιουσιακού του στοιχείου. Πιο συγκεκριμένα, ο πρώτος εναγόμενος, δυνάμει του υπ' αριθμ. 23.622/19-12-2008 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Παγγαίου ..., που την 15-01-2009 μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Παγγαίου στον τόμο 901 με αριθμό 100, επί οικοπέδου εμβαδού 718,00 τ.μ., που βρισκόταν στο 11ο Οικοδομικό Τετράγωνο της περιοχής του Δημοτικού Διαμερίσματος Ορφανίου του άλλοτε ... και νυν Δήμου Παγγαίου και το οποίο αποτελούσε διαιρετό τμήμα του άλλοτε μεγαλύτερου υπ αριθμ. 75 οικοπέδου συνολικής έκτασης 1.436,00 τ.μ., είχε στην πλήρη και αποκλειστική του κυριότητα μία αυτοτελή και ανεξάρτητη κάθετη ιδιοκτησία, η οποία αποτελούνταν από τα ακόλουθα κτίσματα: 1) μία διώροφη οικία, η οποία αποτελούνταν α) στο ισόγειο από μία αγροτική αποθήκη επιφάνειας 142,26 τ.μ., από τα οποία τα 115,27 τ.μ. είχαν ανεγερθεί με την υπ' αριθμ. 413/18-5-1976 οικοδομική άδεια και τα υπόλοιπα 26,99 τ.μ. νομιμοποιήθηκαν αργότερα με την υπ' αριθμ. 394/31-5-2007 οικοδομική άδεια της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Νομαρχιακού ... και β) στον πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο από μία κατοικία επιφάνειας 128,00 τ. μ. και έναν ανοικτό ημιυπαίθριο χώρο, από τα οποία τα 12,73 τ.μ. και ο ημιυπαίθριος χώρος νομιμοποιήθηκαν αργότερα με την πιο πάνω υπ' αριθμ. 394/31-5-2007 οικοδομική άδεια, ενώ τα υπόλοιπα 115,27 τ.μ. είχαν ανεγερθεί με την πιο πάνω υπ' αριθμ. 413718-5-1976 οικοδομική άδεια και 2) μία διώροφη οικία, η οποία αποτελούνταν α) στο ισόγειο από μία αποθήκη επιφάνειας 43 τ.μ. και έναν ανοικτό ημιυπαίθριο χώρο και β) στον πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο από ένα διαμέρισμα επιφάνειας 40 τ. μ. και έναν ανοικτό ημιυπαίθριο χώρο και η οποία νομιμοποιήθηκε αργότερα με την ίδια πιο πάνω υπ' αριθμ. 394/31-05-2007 οικοδομική άδεια. Η εν λόγω κάθετη ιδιοκτησία βρισκόταν σε διακεκριμένο τμήμα του όλου οικοπέδου των 718,00 τ.μ., το οποίο είχε εμβαδό 568,00 τ.μ. και επί του οποίου προβλέφθηκε δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης, ενώ σε αυτή αναλογούσε ποσοστό συμμετοχής (αναγκαστικής συγκυριότητας) 79,11 % εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου των 718,00 τ.μ.. Ακολούθως, με το υπ' αριθμ. 23.622/19-12-2008 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Καβάλας ..., που την 15-1-2009 μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Παγγαίου στον τόμο 901 με αριθμό 100, ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στο δεύτερο εναγόμενο υιό του, που τότε διάνυε το δέκατο τρίτο μόλις έτος της ηλικίας του, την παραπάνω κάθετη ιδιοκτησία, αγοραίας αξίας 100.000,00 ευρώ, κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο πρώτος εναγόμενος σκόπευε με την ένδικη απαλλοτρίωση στην καταδολίευση της ενάγουσας και ενήργησε προς βλάβη αυτής. Αυτό αποδεικνύεται ιδίως από το γεγονός ότι έσπευσε να μεταβιβάσει την κάθετη ιδιοκτησία του στον μόλις δεκατριών ετών υιό του στο τέλος του έτους 2008, ενώ λίγους μήνες μετά σταμάτησε την εξυπηρέτηση της μεταξύ αυτού και της ενάγουσας σύμβαση, αφού την 14-10-2009 πραγματοποίησε την τελευταία του καταβολή ποσού 942,00 ευρώ. Επιδιώκοντας λοιπόν να καταστήσει αδύνατη την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας από το συγκεκριμένο περιουσιακό του στοιχείο, φρόντισε να προβεί στην επίδικη μεταβίβαση. Εξάλλου, όσον αφορά στη γνώση της βλάβης της ενάγουσας από μέρους του δεύτερου των εναγομένων, τέτοια γνώση δεν απαιτείται, διότι η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία (γονική παροχή). Επιπλέον, ο πρώτος εναγόμενος γνώριζε ότι με την απαλλοτρίωση των παραπάνω περιουσιακών του στοιχείων η υπόλοιπη εμφανής περιουσία του δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση της ενάγουσας, η οποία έτσι υπέστη βλάβη από την απαλλοτρίωση, καθώς, εφόσον δεν προτάθηκε κατά τρόπο ορισμένο, δηλαδή με ένσταση, η ύπαρξη άλλης εμφανούς περιουσίας του, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη άλλα τυχόν, έστω και εμφανή, περιουσιακά του στοιχεία. Επιπλέον, από το ότι στις προτάσεις των εναγομένων καθόλου δεν γίνεται αναφορά σε τυχόν επάρκεια της υπόλοιπης περιουσίας του πρώτου από αυτούς, την οποία αναγνωρίζουν ότι βαρύνεται με εμπράγματα βάρη, συνάγεται ομολογία του γεγονότος ότι αυτή δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της υπό κρίση απαίτησης της ενάγουσας. Οι εναγόμενοι βέβαια διατείνονται ότι η ενάγουσα δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να ικανοποιηθεί ούτε από το απαλλοτριωθέν ακίνητο, αφού και αυτό βαρύνεται με προσημείωση υποθήκης υπέρ της "Εθνικής Τράπεζας" για το ποσό των 138.000,00 ευρώ, το οποίο υπερβαίνει την αξία του, και ως εκ τούτου δεν έχει έννομο συμφέρον στην αιτούμενη διάρρηξη, αφού ακόμη κι αν λάβει χώρα, η ίδια δεν θα ικανοποιηθεί. Ωστόσο, η ενάγουσα έχει άμεσο έννομο συμφέρον, αφού η προνομιακή ικανοποίηση της προσημειούχου δανείστριας "Εθνικής Τράπεζας" εξαρτάται από διάφορους αβέβαιους παράγοντες, όπως π.χ. τη μη εξυπηρέτηση της οφειλής, την άσκηση της εμπράγματης αγωγής, την τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη κ.α., τους οποίους οι εναγόμενοι δεν αναφέρουν καν αν συνέτρεξαν. Κατά συνέπεια, με την ένδικη μεταβίβαση, που αφορούσε σε εμφανές περιουσιακό στοιχείο του πρώτου εναγομένου, αυτός κατέστησε ανέφικτη την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας, που, όπως προεκτέθηκε, την 24-8-2016 ανερχόταν στο ποσό των 66.188,82 ευρώ. Δεδομένου ότι αυτή υπολείπεται των 100.000,00 ευρώ, της αξίας δηλαδή του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ως προσήκουσα παρουσιάζεται καταρχήν η μερική διάρρηξη. Εντούτοις, προκειμένου, όπως εκτέθηκε στις ως άνω νομικές σκέψεις, να καταστεί δυνατή η ολοσχερής ικανοποίηση της ενάγουσας από το πλειστηριασμό, πρέπει να συνεκτιμηθούν, πέρα από την απαίτηση, τα επιδικασθέντα έξοδα των 528,00 ευρώ, τα εν γένει έξοδα της αναγκαστικής εκτέλεσης, όπως λ.χ. τα έξοδα σύνταξης και επίδοσης νέας επιταγής προς εκτέλεση, εφόσον από την από 11-11-2010 επιταγή παρήλθε έτος χωρίς να χωρήσει άλλη πράξη εκτέλεσης, οι αμοιβές δικαστικού επιμελητή και συμβολαιογράφου κλπ., τα οποία δεν αναμένεται να υπολείπονται του οσού των 5.000,00 ευρώ. Επίσης, πρέπει να συνυπολογισθεί και το γεγονός ότι, εξαιτίας της κάμψης στην αγορά των ακινήτων, κατά τον πλειστηριασμό είναι δύσκολο να επιτευχθεί πλειστηριασμό ίσο ή μεγαλύτερο των 100.000,00 ευρώ, δηλαδή τουλάχιστον ίσο με την αγοραία αξία του ακινήτου. Με βάση αυτά, στην προκείμενη περίπτωση η ολική διάρρηξη συμφέρει περισσότερο σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη ... ". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε τους περί εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και κακής εκτίμησης των αποδείξεων λόγους της έφεσης των αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας έτσι την με αριθ. 32/2018 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η από 5.9.2017 αγωγή της αναιρεσίβλητης και ως ουσία βάσιμη και απαγγέλθηκε η διάρρηξη της ως άνω απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση των αναιρεσειόντων και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 939 επ. του ΑΚ, τις οποίες αντιθέτως ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των άνω διατάξεων του ΑΚ και δικαιολογούσαν τη διάρρηξη της άνω απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις ως άνω παραδοχές αυτής αναφέρεται α) η ύπαρξη απαιτήσεως της αναιρεσίβλητης κατά του οφειλέτη της πρώτου αναιρεσείοντος, β) η εκ μέρους του ως άνω οφειλέτη πρόθεση βλάβης της αναιρεσίβλητης και γ) η ανεπάρκεια της υπολειπομένης περιουσίας του κατά τα άνω οφειλέτη κατά το χρόνο εγέρσεως της αγωγής προς ικανοποίηση της δανείστριας αναιρεσίβλητης. Βάσει δε αυτών των περιστατικών εδικαιούτο η αναιρεσίβλητη να απαιτήσει τη διάρρηξη της επίμαχης μεταβιβαστικής της κυριότητας του ακινήτου του πρώτου εναγόμενου στον δεύτερο εναγόμενο απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας, αφού συνέτρεξαν οι ως άνω αναγκαίες προς τούτο προϋποθέσεις. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, από τις ίδιες ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν στέρησε αυτήν από νόμιμη βάση, αφού εξέθεσε με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, το από τις αποδείξεις πόρισμα στο οποίο κατέληξε και τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε και τα οποία ήσαν αναγκαία για την εφαρμογή των πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα, δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής τα δεκτά γενόμενα από το Εφετείο πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα: α) ότι η απαλλοτριωτική δικαιοπραξία του ακινήτου του πρώτου αναιρεσείοντος έγινε προς βλάβη της αναιρεσίβλητης, αφού κατά το χρόνο που αυτή καταρτίσθηκε ο ως άνω οφειλέτης γνώριζε την οφειλή του προς την αναιρεσίβλητη και παρά ταύτα επεχείρησε από πρόθεση την ανωτέρω χαριστική δικαιοπραξία με αποκλειστικό σκοπό να την αποστερήσει από τη δυνατότητα να ικανοποιήσει την απαίτησή της από το περιουσιακό στοιχείο που διέθετε, και β) ότι η υπόλοιπη ακίνητη περιουσία του οφειλέτη της αναιρεσίβλητης δεν αρκούσε για να ικανοποιηθεί η απαίτηση της τελευταίας, δεν ήταν δε αναγκαία η παράθεση και άλλων περιστατικών και δη περιστατικών από τα οποία να χαρακτηρίζεται εσπευσμένη η άνω ενέργεια του πρώτου αναιρεσείοντος. Περαιτέρω, καμία αντίφαση δεν υφίσταται μεταξύ της παραδοχής της προσβαλλόμενης ότι ο πρώτος αναιρεσείων έσπευσε να μεταβιβάσει την κάθετη ιδιοκτησία του στον μόλις δεκατριών ετών γιο του στο τέλος του έτους 2008, και της έτερης παραδοχής ότι την 14-10-2009 πραγματοποίησε την τελευταία του καταβολή ποσού 942 ευρώ, αφού η πρόθεση βλάβης θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, όπως εν προκειμένω που, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, η υπόλοιπη εμφανής περιουσία του πρώτου αναιρεσείοντος δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση της αναιρεσίβλητης, η πρόθεση δε αυτή βλάβης δεν αναιρείται από την εκ των υστέρων καταβολή κάποιου ποσού έναντι της οφειλής του. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών σχετικά με την αναγκαία, κατ` άρθρο 939 ΑΚ, πρόθεση βλάβης της αναιρεσίβλητης, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης (Ολ. ΑΠ 2/2008, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 931/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση για την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1β ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο, κατ` εσφαλμένη εφαρμογή των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δέχθηκε ότι το χρονικό διάστημα των δέκα μηνών που μεσολάβησε από την απαλλοτρίωση μέχρι την τελευταία καταβολή καθιστά αυτήν εσπευσμένη, δεδομένου ότι ο οφειλέτης που σπεύδει να απεμπολήσει δικαιώματα του δανειστή κατά την κοινή αντίληψη του μέσου ανθρώπου ενεργεί πολύ νωρίτερα και δεν συνεχίζει να ικανοποιεί τη σύμβαση πίστωσης. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι με την επίφαση αυτού, οι αναιρεσείοντες επιχειρούν να πλήξουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου αναφορικά με την εκ μέρους του αναιρεσείοντος πρόθεση βλάβης της αναιρεσίβλητης δανείστριάς του, καθόσον η επικαλούμενη πλημμέλεια αναφέρεται στην απόδειξη σχετικά με τη διακρίβωση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης και όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ` αυτούς των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης. Σε κάθε δε περίπτωση, είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του σχετικά με την εκ μέρους του πρώτου αναιρεσείοντος πρόθεση βλάβης της αναιρεσίβλητης, όχι μόνο από το εσπευσμένο της απαλλοτριωτικής διακαιοπραξίας, αλλά κυρίως από το γεγονός ότι η υπόλοιπη εμφανής περιουσία του πρώτου αναιρεσείοντος δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση της αναιρεσίβλητης. Ο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης"), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολ.ΑΠ 2/2008). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε κατ' ουσίαν το περιεχόμενο της κίνησης του λογαριασμού της πίστωσης από 6.6.2007 έως 6.7.2012, καθόσον, ενώ από το περιεχόμενο αυτό προκύπτει ότι ο πρώτος από αυτούς κατά το διάστημα από 9.1.2009 έως 14.10.2009 κατέβαλε συνολικά στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 3.892 ευρώ, το Εφετείο δέχθηκε ως περιεχόμενο κάτι διαφορετικό, αφού έλαβε υπόψη του όχι το σύνολο των καταβολών αλλά μόνο την τελευταία καταβολή, ενώ αν ορθά το είχε αναγνώσει θα κατέληγε σε διαφορετικό συμπέρασμα, διότι από το ύψος των καταβολών δεν στοιχειοθετείται η πρόθεση βλάβης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι οι αναιρεσείοντες δεν ισχυρίζονται ότι το Εφετείο υπέπεσε ως προς το έγγραφο αυτό σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εν λόγω εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, σε κάθε δε περίπτωση είναι αβάσιμος και απορριπτέος γιατί το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του πιο πάνω εγγράφου, αλλά, αφού το ανέγνωσε σωστά, το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό και δη ότι ο πρώτος αναιρεσείων σκόπευε με την ένδικη απαλλοτρίωση στην καταδολίευση της ενάγουσας και ενήργησε προς βλάβη αυτής, όπως αυτό αποδεικνύεται ιδίως από το γεγονός ότι έσπευσε να μεταβιβάσει την κάθετη ιδιοκτησία του στον γιο του στο τέλος του έτους 2008, ενώ λίγους μήνες μετά σταμάτησε την εξυπηρέτηση της μεταξύ αυτού και της ενάγουσας σύμβασης, αφού την 14-10-2009 πραγματοποίησε την τελευταία του καταβολή ποσού 942 ευρώ, παραδοχή που δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ενδιάμεσα ο πρώτος αναιρεσείων είχε προβεί και σε άλλες καταβολές, διότι σημασία για την πρόθεση βλάβης έχει η ανεπάρκεια της υπόλοιπης περιουσίας του οφειλέτη και όχι οι τυχόν καταβολές του έναντι της οφειλής του. Κατ` ακολουθίαν όλων αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Λόγω δε του ότι η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε και συνεπώς δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα, δεν πρέπει να περιληφθεί αντίστοιχη διάταξη στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5 Ιανουαρίου 2021 αίτηση των: 1) Π. Π. του Η. και 2) Η. Π. του Π., για αναίρεση της με αριθ. 4/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Και Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ