Αριθμός 1288/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαΐου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ά. Τ. του Α., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ρήγα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γατέα και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/4/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 228/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/1/2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 16/2/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δευτέρου και τρίτου αναιρετικών λόγων και την απόρριψη των λοιπών, της ένδικης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. Α.Κ. και 6 του Ν. 765| 1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 Εισ. Ν.ΑΚ), συνάγεται ότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη. Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες και ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας του και να ασκεί έλεγχο, για τη διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου με αυτές. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν η διάρκειά της δεν καθορίζεται και δεν συνάγεται ούτε από το είδος ούτε από τον σκοπό της ούτε έχει συμφωνηθεί από τους συμβαλλομένους. Αντίθετα, ορισμένου χρόνου σύμβαση εργασίας υπάρχει, όταν η διάρκειά της είναι σαφώς ορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της συμβάσεως. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 8 του Ν. 2112| 1920, οι οποίες ορίζουν ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, εάν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της συμβάσεως, αλλά τέθηκε σκόπιμα, προς καταστρατήγηση των διατάξεων του νόμου αυτού, περί καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως, συνάγεται ότι ο καθορισμός της συμβάσεως εργασίας, ως ορισμένου χρόνου είναι δικαιολογημένος, όταν όχι μόνο από τη σύμβαση, αλλά και από το είδος και τον σκοπό της εργασίας, έχει αυτή τον χαρακτήρα συμβάσεως ορισμένου χρόνου, όταν δηλαδή οι ιδιαίτερες συνθήκες απασχόλησης του μισθωτού και λειτουργίας της επιχειρήσεως επιβάλλουν τον χαρακτηρισμό αυτό. Διαφορετικά, η σύμβαση, έστω και αν χαρακτηρίζεται από τα μέρη, ως "ορισμένου χρόνου", φέρει "εν τοις πράγμασι" τον χαρακτήρα αορίστου χρόνου. Ο χαρακτηρισμός, εξάλλου, μια συμβάσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ως ορισμένου η αορίστου ανήκει στη δικαιοδοσία του δικαστηρίου, το οποίο θα κρίνει σχετικά, με βάση τα περιστατικά, τα οποία θα προκύψουν από την αποδεικτική διαδικασία. Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εκθέτει ότι, από την 1-9-1999, με αλλεπάλληλες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, που συνήψε με το εναγόμενο-αναιρεσίβλητο, που αποτελεί Ν.Π.Δ.Δ. και οι οποίες λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή (αγωγή), κατ' επίφαση δε ονομαζόμενες ως "συμβάσεις έργου", προσελήφθη από το εναγόμενο, ως διοικητική υπάλληλος αυτού και έκτοτε, μετά από διαδοχικές ανανεώσεις της συμβάσεως αυτής, απασχολήθηκε στην ίδια θέση μέχρι την 20-2-2005, οπότε και (παρά το νόμο), καταγγέλθηκε η σύμβαση αυτή από το εναγόμενο. Ότι καθ' όλη τη διάρκεια της συμβάσεως, εργαζόταν καθημερινά, με πλήρες ωράριο, καλύπτοντας μόνιμες, πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, στο τμήμα, στο οποίο απασχολείτο. Ζητεί, στη συνέχεια, να αναγνωρισθεί α) ότι οι, κατά τα άνω, συμβάσεις, που συνέδεαν την ενάγουσα με το εναγόμενο, αποτελούσαν ουσιαστικά μία σύμβαση, η οποία είχε τον χαρακτήρα εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας και γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, που της οφείλει, από επιδόματα εορτών και αδείας. Με το περιεχόμενο αυτό, η ένδικη αγωγή είναι νόμιμη, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 70 Κ.Πολ.Δικ., 648, 652, 669 Α.Κ. και 8 του Ν. 2112|1920, οι οποίες έχουν εν προκειμένω εφαρμογή και όχι η διάταξη του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος, η οποία προστέθηκε με το Ψήφισμα της 6-4-2001 και έκτοτε ισχύει και το Π.Δ. 164|2004, μολονότι το εναγόμενο αποτελεί Ν.Π.Δ.Δ., εφόσον η πρόσληψη της αναιρεσίβλητης έλαβε χώρα πριν την έναρξη ισχύος του εν λόγω άρθρου του Συντάγματος καθώς και της Κοινοτικής Οδηγίας 1999|70|ΕΚ, που άρχισε να ισχύει από 10-7-2001 (Ολ. Α.Π. 7|2011, Α.Π. 79|2013, Α.Π. 15|2012) και ρυθμίζει τα σχετικά με τις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου. Επομένως το εφετείο, με το να δεχθεί ότι η ένδικη αγωγή δεν είναι νόμιμη, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος και του Π.Δ. 164|2004, που έκρινε ως εφαρμοστέες και με βάση την κρίση του αυτή, κατά παραδοχή της έφεσης του εναγομένου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που έκανε δεκτή την αγωγή, την οποία, στη συνέχεια, απέρριψε, ως μη νόμιμη, έσφαλε. Συνεπώς και κατά παραδοχή των δευτέρου και τρίτου αναιρετικών λόγων, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω έρευνα, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.) και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας. Να σημειωθεί, τέλος, ότι, μετά τα ανωτέρω, παρέλκει η έρευνα των λοιπών, από τους αριθμούς 11, 9 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ αναιρετικών λόγων. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 7|2008 απόφαση του Εφετείου Πατρών, Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές και Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, εκ δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Ιουνίου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ