Αριθμός 739/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και στην προκειμένη περίπτωση ήδη και από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), που εκπροσωπείται από τον Διοικητή της, κάτοικο Αθηνών, καθώς και από τους Προϊσταμένους του Κέντρου Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων (Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ.), κατοίκου Αμαρουσίου Αττικής και της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών, κατοίκου Καλλιθέας Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Χρυσαυγή Γρηγοριάδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία ανακάλεσε την με ημερομηνία κατάθεσης 25-10-2022 δήλωσή της για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «Τ. Π. Α..Ε.., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης εταιρείας με την 1 που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Μ. Α. Β. Κ. Ε. Ε. Ε. Δ. Κ. Π. Ε. Χ. Κ. Χ.", που εδρεύει στο Κρυονέρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (ΕΦΚΑ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 5) 1, κατοίκου Κηφισιάς Αττικής. Η 1η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη, το 4ο αναιρεσίβλητο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σουλιώτη, ενώ οι 2η, 3η και 5η αναιρεσίβλητες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-7-2017 ανακοπή της ήδη 1ης αναιρεσιβλήτου και την από 25-7-2017 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη 3ης αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 302/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 2935/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-10-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 576 §§ 1 και 2 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Εν προκειμένω, από την υπ'αριθ. 3867Β/6-10-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δημητρίου Πολυζώη, που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον εκεί αναφερόμενο νόμιμο εκπρόσωπο της τρίτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «Μ. Α. Β. Κ. Ε. Ε. Ε. Δ. Κ. Π. Ε. Χ. Κ. Χ.". Περαιτέρω, από τις υπ'αριθ. 3715Β/7-9-2021 και 3734Β/9-9-2021 εκθέσεις επιδόσεως του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή, που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους δεύτερη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων. Και οι τρεις ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συνεπώς η συζήτηση γι' αυτούς θα γίνει παρά την απουσία τους, με την δεύτερη αναιρεσίβλητη ως εκ της μορφής της παρεμβάσεώς της ως αυτοτελούς, να εκπροσωπείται στη δίκη από την πρώτη αναιρεσίβλητη λόγω του μεταξύ τους δεσμού της αναγκαστικής ομοδικίας (άρθ. 76 § 1 ΚΠολΔ, ΑΠ 1350/2022). Με την υπό κρίση από 14-10-2020 αίτησή του το Ελλ.Δημόσιο ζητεί την αναίρεση της εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 2935/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, αφού συνεκδίκασε την από 10-6-2019 έφεση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" (ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης) με την από 6-11-2019 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, υπέρ της ως άνω εκκαλούσας, της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "I. H. Α." (ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης), ερήμην της τετάρτης εφεσίβλητης (και καθής η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση) Αικατερίνης Χριστέλλου και της 5ης εφεσίβλητης καθής η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «Μ. Α. Β. Κ. Ε. Ε. Ε. Δ. Κ. Π. Ε. Χ. Κ. Χ." και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ'αριθ. 302/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 7-7-2017 ανακοπή της εκκαλούσας, και, στη συνέχεια, έκανε δεκτή την ανακοπή και την αυτοτελή πρόσθετη υπέρ της εκκαλούσας παρέμβαση και μεταρρύθμισε τον υπ'αριθ. 2 πίνακα κατάταξης δανειστών της συμβολαιογράφου Αθηνών 1. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από το πρώτο εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο κατά των διαδίκων στη δίκη ενώπιον του Εφετείου εντός της διετούς προθεσμίας από την δημοσίευση της προσβαλλομένης, δεδομένου ότι δεν προκύπτει επίδοση της τελευταίας, η οποία είναι τελεσίδικη, αφού δεν προσβάλλεται με ανακοπή ερημοδικίας από τις κατ' έφεση ερημοδικασθείσες (άρθ. 979 § 2 , 552, 553, 556, 558, 564 § 3 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της. Με τη διάταξη του παραγράφου 1 του άρθρου 77 του Συντάγματος, ορίζεται ότι "η αυθεντική ερμηνεία των νόμων ανήκει στη νομοθετική λειτουργία", ενώ, με τη διάταξη της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "νόμος που δεν είναι πράγματι ερμηνευτικός ισχύει μόνο από τη δημοσίευση του", αποκλείοντας έτσι την αναδρομικότητα του "ψευδοερμηνευτικού" νόμου. Το δικαίωμα που παρέχεται με την ως άνω συνταγματική διάταξη στη νομοθετική εξουσία για έκδοση ερμηνευτικών νόμων, υφίσταται μόνο στην περίπτωση, κατά την οποία ο ερμηνευόμενος νόμος είναι ασαφής και, λόγω της ασάφειάς του, προέκυψαν ή μπορούσαν να προκύψουν διαφωνίες στη νομική επιστήμη ή στις δικαστικές αποφάσεις για την αληθή έννοιά του. Την ύπαρξη της προϋπόθεσης αυτής, δηλαδή, της ανάγκης ερμηνείας, οπότε η ισχύς του ερμηνευτικού νόμου ανατρέχει στο χρονικό σημείο έναρξης της ισχύος του ερμηνευόμενου νόμου, δικαιούνται να ελέγξουν τα δικαστήρια (ΟλΑΠ 1, 2/2014, ΟλΑΠ 22/1997, ΟλΑΠ 10/1990). Περαιτέρω, με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ.3 του ν. 4335/2015 "Μεταβατικές και άλλες διατάξεις" ορίζεται ότι "οι διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση εφαρμόζονται όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά την 1.1.2016. Ομοίως, οι διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση (άρθρο όγδοο του παρόντος...) εφαρμόζονται σε πτωχεύσεις που κηρύσσονται μετά την έναρξη ισχύος του, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου ένατου του παρόντος". Ενόψει της ως άνω ειδικής διάταξης, που ορίζει, χωρίς διάκριση, ότι οι διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση εφαρμόζονται όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά την 1.1.2016, προέκυψε διχογνωμία, κυρίως στη θεωρία αλλά και στη νομολογία, αναφορικά με το νομικό ζήτημα της κατάταξης των προνομίων από απόψεως διαχρονικού δικαίου. Ειδικότερα, κατά μία άποψη, τα προνόμια των απαιτήσεων κρίνονται, κατά πάγια νομολογία, σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο συντάξεως του πίνακα κατάταξης και, συνεπώς, και υπό το ν. 4335/2015 ως προς το ζήτημα της κατάταξης των προνομίων, εφόσον ο πίνακας κατάταξης καταρτίστηκε μετά την 1-1-2016, εφαρμοστέες τυγχάνουν, σε κάθε περίπτωση, οι διατάξεις περί προνομίων, όπως ισχύουν μετά την ισχύ του ως άνω νόμου, ανεξάρτητα δηλαδή από το νομικό καθεστώς, το οποίο ίσχυε, σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ.3, κατά το χρόνο επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση και υπό το οποίο διενεργήθηκε η εκτέλεση και ο πλειστηριασμός. Κατ' άλλη άποψη, την οποία δέχεται και το Δικαστήριο τούτο κατά πλειοψηφία, ενόψει της πιο πάνω ειδικής διάταξης, οι τροποποιήσεις που επήλθαν με το ν. 4335/2015, εφαρμόζονται μόνον αν η επιταγή προς πληρωμή που οδήγησε στην επίτευξη του διανεμητέου πλειστηριάσματος επιδόθηκε μετά την 1-1-2016, δηλαδή κρίσιμος πρέπει να θεωρηθεί ο χρόνος που διενεργήθηκε η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση και, ως εκ τούτου, όταν η επιταγή με βάση την οποία άρχισε η εκτέλεση, επιδόθηκε πριν την 1.1.2016, εφαρμόζεται για την κατάταξη των δανειστών το προϊσχύσαν δίκαιο. Ήδη, όμως, με τη διάταξη του άρθρου 43 του ν. 4715/2020, το οποίο φέρει τον τίτλο "Ερμηνευτική διάταξη ως προς το χρόνο εφαρμογής των νόμων 4335/2015 και 4336/2015 σε εκκρεμείς διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης και ήδη κηρυχθείσες πτωχεύσεις", ορίστηκε στο εδ. α' αυτού ότι κατά την αληθή τους έννοια οι διατάξεις του άρθρου όγδοου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (δηλαδή οι τροποποιήσεις που επέφερε ο νόμος αυτός στο δίκαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης) δεν έχουν εφαρμογή σε διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης που βρίσκονταν ήδη σε εξέλιξη και σε πτωχεύσεις που είχαν ήδη κηρυχθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, στο δε εδ. β' ότι για την κατάταξη των πιστωτών στην παραπάνω περίπτωση λαμβάνεται υπόψη το δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση και της υποβολής της αίτησης για την κήρυξη της πτώχευσης. Σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 43 του ν. 4715/2020, που, ενόψει των προεκτεθέντων, είναι γνήσια ερμηνευτική και ως εκ τούτου έχει αναδρομική δύναμη (ΑΠ 1457/2022, ΑΠ 1820/2022, ΑΠ 224/2022), το προϊσχύσαν δίκαιο εφαρμόζεται σε όλα τα ζητήματα αναγκαστικής εκτέλεσης, περιλαμβανομένου και του ζητήματος της κατάταξης των δανειστών στο σχετικό πίνακα, όταν η επιταγή με βάση την οποία άρχισε η εκτέλεση, επιδόθηκε πριν την 1.1.2016. Ο χαρακτήρας της διάταξης αυτής ως γνήσιας ερμηνευτικής (και όχι "ψευδοερμηνευτικής") προκύπτει από το ότι με αυτή δεν αντικαθίστανται οι προηγούμενες διατάξεις, αλλά, όπως ρητώς αναφέρεται στο κείμενό της, αποδίδεται με αυτήν, κατά τρόπο σαφή, "η αληθής έννοια" των προγενέστερων αυτών διατάξεων, προς αποσαφήνιση της βούλησης του νομοθέτη και, εντεύθεν, προς άρση της διχοστασίας που είχε επικρατήσει στη θεωρία και τη νομολογία, κατά την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 977 του ΚΠολΔ και 156 του ΠτΚ στις ήδη εκκρεμούσες διαδικασίες της αναγκαστικής εκτέλεσης και της πτώχευσης για το κρίσιμο θέμα του διαχρονικού δικαίου, σχετικά με την κατάταξη των εργατικών απαιτήσεων στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης και στην πτωχευτική διαδικασία. Συνεπώς, το χρονικό σημείο έναρξης της ισχύος της ως άνω ερμηνευτικής διάταξης ανατρέχει στο χρόνο ισχύος των ανωτέρω ερμηνευόμενων διατάξεων. Συνακόλουθα, ως προς τις διαδικασίες, τις οποίες καταλαμβάνει η ως άνω ερμηνευτική διάταξη, από τη γραμματική της διατύπωση συνάγεται ότι τα άρθρα 977 του ΚΠολΔ και 156 του ΠτΚ, όπως τροποποιήθηκαν ανωτέρω, δεν εφαρμόζονται σε διαδικασίες αναγκαστικής εκτελέσεως, που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη και σε πτωχεύσεις, που είχαν ήδη κηρυχθεί πριν από τις 19-8-2015 (ΑΠ 17/2022, ΑΠ 1151/2021). Ως επιταγή νοείται εκείνη που στηρίζει την περαιτέρω κύρια εκτελεστική διαδικασία, η οποία αρχίζει με την επιβολή κατάσχεσης επί χρηματικών απαιτήσεων, όχι δε τυχόν προηγούμενες επιταγές, κατόπιν των οποίων δεν επακολούθησε κατάσχεση εντός έτους ή και άλλες περαιτέρω πράξεις της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, με αποτέλεσμα την αποδυνάμωση των δικονομικών τους συνεπειών (άρθρο 926 παρ. 2 ΚΠολΔ), ή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, εκείνες από τις οποίες εγκύρως παραιτήθηκε ο επισπεύδων (ΑΠ 1151/2021). Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους συγκαταλέγονται και αυτοί των άρθρων 975 και 977 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 28/2003, ΑΠ 1161/2010). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ` αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου. Με τον λόγο αυτό ελέγχεται αν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτή διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές (ΟλΑΠ 25/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Με επίσπευση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.", για απαίτησή της σε βάρος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." εκπλειστηριάσθηκαν αναγκαστικά τα αναλυτικά περιγραφόμενα στον ένδικο πίνακα κατάταξης ακίνητα κυριότητας της άνω οφειλέτιδος, τα οποία βρίσκονται στο Κρυονέρι Αττικής. Για τον διενεργηθέντα πλειστηριασμό συντάχθηκε η με αριθμό 4.227/10-5-2017 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μάρθας-Αικατερίνης Γασπαρινάτου-Βαρελτζίδη. Στον πλειστηριασμό αναγγέλθηκε, μεταξύ άλλων, το Ελληνικό Δημόσιο, δια του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών, δυνάμει των αναγγελιών του με αριθμό πρωτ. 26486/248/11-5-2017, για συνολικό ποσό 683.839,73 ευρώ, και με αριθμό πρωτ. 28344/264/22-5-2017, για συνολικό ποσό 2.592.450,72 ευρώ, καθώς και δια του Προϊσταμένου του Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ., δυνάμει της αναγγελίας του με αριθμό πρωτ. 10497/92/5-5-2017, για συνολικό ποσό 1.559.031,62 ευρώ. Στη συνέχεια, συντάχθηκε ο με αριθμό 4.327/27-6-2017 πίνακας κατατάξεως δανειστών της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μάρθας-Αικατερίνης Γασπαρινάτου-Βαρελτζίδη και από το επιτευχθέν συνολικό πλειστηρίασμα των 4.110.000,00 ευρώ προαφαιρέθηκαν έξοδα ύψους 40.758,12 ευρώ, απομένοντος προς διανομή καθαρού πλειστηριάσματος ύψους 4.069.241,88 ευρώ. Στο ως άνω διανεμηθέν καθαρό πλειστηρίασμα κατατάχθηκαν, κατ' εφαρμογή του δικαίου των προνομίων στην αναγκαστική εκτέλεση, όπως ίσχυε πριν το ν. 4335/2015: Α) οριστικά και προνομιακά, για μέρος των αναγγελθεισών ληξιπρόθεσμων απαιτήσεών τους προερχομένων από Φ.Π.Α., σύμφωνα με το άρθρο 975 παρ.2 ΚΠολΔ, το Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ. για ποσό ευρώ 119.428,46 και η Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών για ποσό ευρώ 2.843.062,28 Β) Στο απομένον μετά την ανωτέρω κατάταξη των υπηρεσιών του Δημοσίου ποσό των 1.106.751,14 ευρώ κατατάχθηκαν, σύμφωνα με το άρθρο 975 παρ. 3 ΚΠολΔ, το αναγγελθέν Β Περιφερειακό ΚΕΑΟ Αθήνας για το σύνολο των αναγγελθεισών απαιτήσεών του ποσού ευρώ 594.939,71 και τυχαία και προνομιακά η αναγγελθείσα Δικηγόρος Αθηνών Αικατερίνη Χριστέλλου για μέρος των αναγγελθεισών απαιτήσεών της ποσού ευρώ 8.062,24, υπό τον όρο προσκόμισης τελεσίδικης δικαστικής απόφασης και διαφορετικά, σε περίπτωση που θα εκδοθεί σε βάρος της δικαστική απόφαση, θα καταταγούν οι αμέσως επόμενοι δανειστές οι οποίοι έχουν έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις αναγγελίες τους και τα προνόμια κατάταξης, Γ) Στο απομένον μετά και την ανωτέρω κατάταξη ποσό των 503.749,19 ευρώ κατατάχθηκαν, σύμφωνα με τα άρθρα 975 παρ. 5 και 976 ΚΠολΔ, οριστικά, προνομιακά και σύμμετρα, α) το αναγγελθέν Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ. στο ένα τρίτο (1/3) του εναπομείναντος πλειστηριάσματος για μέρος των λοιπών αναγγελθεισών απαιτήσεών του, ήτοι για ποσό ευρώ 129.074,58 και β) η αναγγελθείσα Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών στο ένα τρίτο (1/3) του εναπομείναντος πλειστημιάσματος για μέρος των λοιπών αναγγελθεισών απαιτήσεών της, ήτοι για ποσό ευρώ 38.841,82. Επίσης, κατατάχθηκε τυχαία και προνομιακά η αναγγελθείσα πρώτη αναιρεσίβλητη "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" ως πρώτη προσημειούχος δανείστρια στα δύο τρίτα (2/3) του εναπομείναντος πλειστηριάσματος ποσού ευρώ 335.832,79, υπό τον όρο προσκόμισης τελεσίδικης δικαστικής απόφασης και διαφορετικά σε περίπτωση που θα εκδοθεί σε βάρος της δικαστική απόφαση θα καταταγούν οι αμέσως επόμενοι δανειστές οι οποίοι έχουν έννομο συμφέρον. Κατόπιν των παραπάνω, εξαντλήθηκε το πλειστηρίασμα. Κατά του πιο πάνω πίνακα κατάταξης η πρώτη αναιρεσίβλητη άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 7-7-2017 ανακοπή της, στραφείσα, μεταξύ άλλων, κατά του Δημοσίου. Επί της ανακοπής εκδόθηκε η με αριθμό 302/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η ως άνω ανακοπή, γενομένης δεκτής της συνεκδικασθείσας με την ως άνω ανακοπή από 25-7-2017 πρόσθετης παρέμβασης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Μ. Α. Β. Κ. Ε. Ε. Ε., Δ. Κ. Π. Ε. Χ. Κ. Χ." υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι ορθά εφαρμόσθηκε από την υπάλληλο του πλειστηριασμού το προ του ν.4335/2015 καθεστώς των προνομίων στην αναγκαστική εκτέλεση. Η πρώτη αναιρεσίβλητη άσκησε κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης την από 10-6-2019 έφεση. Στη δίκη ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου παρενέβη αυτοτελώς προσθέτως η δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "I. H. Α." με το από 6-11-2019 δικόγραφο. Συνεκδικαθέντων αυτών, το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη υπ'αριθ. 2935/2020 απόφαση, με την οποία δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση του Πρωτοδικείου και, δικάζοντας την ανακοπή, τη δέχθηκε, όπως και την πιο πάνω αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, ενώ απέρριψε την υπέρ του Δημοσίου ασκηθείσα πρωτοδίκως πρόσθετη παρέμβαση της πέμπτης εφεσίβλητης (και νυν τρίτης αναιρεσίβλητης) και μεταρρύθμισε τον προσβληθέντα πίνακα κατάταξης κατά τα παρακάτω, έχοντας δεχθεί ότι εφαρμοστέο ετύγχανε το δίκαιο των προνομίων, όπως ισχύει μετά την ισχύ του ν.4335/2015: Α) σε ποσοστό 25% του εκ ποσού 4.069.241,88 ευρώ πλειστηριάσματος, ήτοι στο ποσό των 1.017.310,47 ευρώ, κατέταξε: (1) οριστικά και προνομιακά το Ελληνικό Δημόσιο δια του Προϊστάμενου του Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ., στο ποσό των 289.174,95 ευρώ, προς μερική ικανοποίηση των αναγγελθεισών απαιτήσεων του, συνολικού ποσού 1.559.081,62 ευρώ, (2) οριστικά και προνομιακά το Ελληνικό Δημόσιο δια του Προϊστάμενου της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών, στο ποσό των 126.837,06 ευρώ, για την μερική ικανοποίηση της αναγγελθείσας απαίτησής του, ποσού 683.839,73 ευρώ, (3) οριστικά και προνομιακά το Ελληνικό Δημόσιο δια του Προϊστάμενου της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών, στο ποσό των 480.841,94 ευρώ, για την μερική ικανοποίηση της αναγγελθείσας απαίτησής του ποσού 2.592.450,72 ευρώ, (4) οριστικά και προνομιακά τον Ενιαίο Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.) στο ποσό των 110.348,08 ευρώ και (5) τυχαία και προνομιακά την Α. Χ. του Α. και της Β., στο ποσό των 10.108,44 ευρώ, για τη μερική ικανοποίηση των αναγγελθεισών απαιτήσεών της, ποσού 54.499,47 ευρώ. Β) Σε ποσοστό 65% του εναπομείναντος πλειστηριάσματος, ήτοι στο ποσό των 2.645.007,22 ευρώ κατέταξε την πρώτη αναιρεσίβλητη Τράπεζα τυχαία και προνομιακά προς μερική ικανοποίηση των αναγγελθεισών απαιτήσεων της, Γ) Σε ποσοστό 10% του εναπομείναντος πλειστηριάσματος, ήτοι στο ποσό των 406.924,188 ευρώ κατέταξε την πρώτη αναιρεσίβλητη Τράπεζα τυχαία και όχι προνομιακά ως εγχειρόγραφη δανείστρια. Ειδικότερα, η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε , κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος της, τα ακόλουθα: "Με δεδομένο ότι ο προσβαλλόμενος πίνακας συντάχθηκε στις 27/6/2017, ήτοι μετά την 1/1/2016, εσφαλμένα η αρμόδια συμβολαιογράφος εφήρμοσε τις διατάξεις του ΚΠολΔ ως αυτές ισχύουν πριν τις τροποποιήσεις του Ν. 4335/2015, κατά την ημερομηνία σύνταξης της επιταγής προς πληρωμή, το δε πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε ως προς την κρίση του απορρίπτοντας τον μοναδικό λόγο ανακοπής ως μη νόμιμο, ενώ θα έπρεπε να έχει κάνει αυτόν δεκτό. Συνεπώς η πρωτόδικη απόφαση έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου, και ειδικότερα ως προς την εφαρμογή των άρθρων 975, 976 και 977 ΚΠολΔ, δεχόμενη... ότι "....το νέο άρθρο 977 ΚΠολΔ (μετά το Ν. 4335/2015) έχει εφαρμογή μόνο εάν η επιταγή προς εκτέλεση επιδοθεί μετά την 1/1/2016, δηλαδή για όσες αναγκαστικές εκτελέσεις ξεκινήσουν με την επίδοση επιταγής μετά την 1/1/2016....". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 977 § 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το ν.4335/2015, την οποία εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε ενώ δεν ήταν εφαρμοστέα, καθώς και τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 975 και 977 § 2 ΚΠολΔ, όπως αυτές ίσχυαν πριν την 1-1-2016, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 3 του ν. 4335/2015 και 50 ΕισΝΚΠολΔ, τις οποίες δεν εφάρμοσε, καίτοι ήσαν εφαρμοστέες στην προκείμενη περίπτωση, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, εφόσον, κατά τις ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η επιταγή προς πληρωμή που οδήγησε στην επίτευξη του διανεμητέου πλειστηριάσματος επιδόθηκε στις 8-11-2013, ήτοι πριν την 1-1-2016, εφαρμοστέο, και για το ζήτημα της κατάταξης των δανειστών, είναι το προϊσχύσαν δίκαιο και, ως εκ τούτου, ορθώς η υπάλληλος επί του πλειστηριασμού εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 975 επ. ΚΠολΔ, όπως αυτές ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους με την παρ. 2 του άρθρου ογδόου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, έστω και αν ο προσβαλλόμενος πίνακας κατάταξης συντάχθηκε στις 27-6-2017. Επομένως, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, ο πρώτος και κύριος λόγος αναίρεσης εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Ένα μέλος της συνθέσεως και συγκεκριμένα ο Εισηγητής Γ. Κ.. Σ., είχε τη γνώμη ότι έπρεπε να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναίρεσης για τους εξής λόγους: Οι νόμοι που ρυθμίζουν τη συνδρομή των δανειστών στη διαδικασία της κατάταξης δεν αφορούν, κυρίως τα ίδια τα δικαιώματα, αλλά κανονίζουν τον τρόπο της ενάσκησής τους επί της ομάδας περιουσίας που υπάρχει σε ορισμένο χρόνο. Επομένως και τα καθιερούμενα από τους νόμους αυτούς προνόμια κρίνονται όχι σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο της γένεσης του δικαιώματος ή της έναρξης της αναγκαστικής εκτέλεσης, αλλά σύμφωνα με αυτόν που ισχύει κατά το χρόνο της κατάταξης, αφού η λόγω του προνομίου προτίμηση δεν αποτελεί στοιχείο της απαίτησης, αλλά αφορά τη σχέση των απαιτήσεων μεταξύ τους, λόγω της συνδρομής περισσοτέρων δανειστών. Το αντίθετο δεν συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 50 § 1 ΕισΝΚΠολΔ που ορίζει, ότι οι σχετικές με την αναγκαστική εκτέλεση διατάξεις του ΚΠολΔ εφαρμόζονται στις εκτελέσεις που αρχίζουν από την εισαγωγή του και ότι η αναγκαστική εκτέλεση θεωρείται ότι άρχισε από την επίδοση της επιταγής, γιατί η διάταξη αυτή δεν εισάγει γενικό κανόνα διαχρονικού δικαίου για όλες τις πράξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης, αλλά ρυθμίζει ειδικώς την εφαρμογή του ΚΠολΔ σε θέματα αναγκαστικής εκτέλεσης εν σχέσει προς το προγενέστερο αυτού δικονομικό δίκαιο (ΟλΑΠ 21/1994, ΑΠ 1151/2021, ΑΠ 1056/2020, ΑΠ 1441/2017, ΑΠ 1404/2007, ΑΠ 1340/2004). Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου ένατου παρ.3 του ν. 4335/2015 "Μεταβατικές και άλλες διατάξεις" ορίζεται ότι οι διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση εφαρμόζονται όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά την 1.1.2016. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 43 του ν. 4715/2020 "Ρυθμίσεις για τη διασφάλιση της πρόσβασης σε ποιοτικές υπηρεσίες υγείας κλπ", το οποίο φέρει τον τίτλο "Ερμηνευτική διάταξη ως προς το χρόνο εφαρμογής των νόμων 4335/2015 και 4336/2015 σε εκκρεμείς διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης και ήδη κηρυχθείσες πτωχεύσεις" ορίζεται στο εδ. α` αυτού ότι κατά την αληθή τους έννοια οι διατάξεις του άρθρου ογδόου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (δηλαδή οι τροποποιήσεις που επέφερε ο νόμος αυτός στο δίκαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης) δεν έχουν εφαρμογή σε διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη και σε πτωχεύσεις που είχαν ήδη κηρυχθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, στο δε εδ. β` ότι για την κατάταξη των πιστωτών στην παραπάνω πρώτη περίπτωση λαμβάνεται υπόψη το δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση και της υποβολής της αίτησης για την κήρυξη της πτώχευσης. Σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 43 του ν. 4715/2020, το προϊσχύσαν δίκαιο θα εφαρμόζεται σε όλα τα ζητήματα αναγκαστικής εκτέλεσης, περιλαμβανομένου και του ζητήματος της κατάταξης των δανειστών στο σχετικό πίνακα, όταν η επιταγή με βάση την οποία άρχισε η εκτέλεση, είχε επιδοθεί πριν την 1.1.2016. Το ζήτημα που τίθεται εν προκειμένω είναι ο χαρακτήρας της διατάξεως του άρθρου 43 εδ.α και β'του ν.4715/2020 ως "ερμηνευτικής" ή "ψευδοερμηνευτικής", στο πλαίσιο της υποχρέωσης του δικαστή να εξετάζει αν η ερμηνευόμενη διάταξη είναι πράγματι ασαφής και χρήζει ερμηνείας, οπότε θα έχει αναδρομικό χαρακτήρα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 77 § 2 του Συντάγματος και τούτο διότι μόνον όταν η ερμηνευομένη διάταξη είναι ασαφής και λόγω της ασάφειας αυτής προέκυψαν ή θα μπορούσαν να προκύψουν αμφισβητήσεις στη νομολογία ή/και στη νομική επιστήμη (ή ακόμη και στη διοικητική πρακτική) είναι δυνατή η ψήφιση ερμηνευτικού νόμου (ΟλΑΠ 1/2014, ΟλΑΠ 2/2014 , ΟλΑΠ 29/2003). Πάγια είναι η θέση της νομολογίας (ΟλΑΠ 21/1994, ΑΠ 724/2017, ΑΠ 1625/2008), την οποία ακολουθεί σχεδόν χωρίς εξαιρέσεις η θεωρία, ότι η ύπαρξη και η έκταση των προνομίων πρέπει να κρίνεται με βάση το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο συντάξεως του πίνακα κατατάξεως. Πρόκειται για απολύτως κρατούσα άποψη και υπό το προϊσχύσαν δίκαιο (ΠολΔ 1835), με αναγωγή του κανόνα αυτού στη φύση των προνομίων ως δικονομικού δικαίου ρυθμίσεως και όχι στην αρχή της αυτοτέλειας των διαδικαστικών πράξεων της αναγκαστικής εκτελέσεως. Η λύση αυτή είναι και δογματικά συνεπής, με αφετηρία την εξομοίωση της συντάξεως του πίνακα κατατάξεως από άποψη αξιολογική με άσκηση οιονεί δικαιοδοτικού έργου, που οδηγεί στην εφαρμογή της στις διαγνωστικές εν γένει δίκες αρχής ότι κάθε διαδικαστική πράξη κρίνεται με το δίκαιο που ισχύει όταν αυτή επιχειρείται, υπό το πρίσμα της εντάξεως των προνομίων στην ύλη του δικονομικού δικαίου, καθώς η λόγω του προνομίου προτίμηση δεν αποτελεί στοιχείο της απαιτήσεως, αλλά αφορά τη σχέση των απαιτήσεων μεταξύ τους, παρά την κατ' άρθρο 50 ΕισΝΚΠολΔ υπαγωγή ολόκληρης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως στο δίκαιο που ίσχυε όταν επιδόθηκε η επιταγή προς εκτέλεση. Δεδομένου ότι ο νομοθέτης με την ως άνω διάταξη του άρθρου 43 ν.4715/2020 επενέβη ρυθμιστικά σε μια επί δεκαετιών διαμορφωμένη κατάσταση ως προς το διαχρονικό δίκαιο των προνομίων δεν δύναται να κριθούν ως αόριστες, ασαφείς και χρήζουσες νομοθετικής ερμηνείας, οι διατάξεις των ν. 4335/2015 και 4336/2015. Και αυτό διότι παρά τις όποιες (σποραδικές) αμφιβολίες έχουν εκφραστεί, ελλείψει ρητής αντίθετης μεταβατικής διάταξης, δεν προκύπτει αμφιβολία ως προς την επιλογή του εφαρμοστέου διαχρονικού δικαίου επί του πίνακα κατάταξης και ως εκ τούτου η διάταξη του άρθρου 43 του ν.4715/2020 θα πρέπει να χαρακτηριστεί ως ψευδοερμηνευτική και η ισχύς της δεν θα πρέπει να ανατρέξει στο χρόνο έναρξης ισχύος των ερμηνευόμενων διατάξεων ήτοι: α) της περ. 19 της υποπαρ. Γ3 της § Γ του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (Α' 94) όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 της § 2 του ν. 4446/2016 και β) του άρθρου όγδοου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α' 87) (ΑΠ 1820/2022, ΑΠ 1151/2021). Επομένως, έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του εδαφίου α' της παραγρ. 3 του άρθρου 1-9ου του ν.4335/2015 καθώς και αυτή του άρθ. 50 ΕισΝΚΠολΔ, αφού, όπως προεκτέθηκε, η κατάταξη των δανειστών δεν διέπεται από την διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ένατου παρ. 3 του ν. 4335/2015, αφού η κατάταξη των δανειστών με βάση τα προνόμια που τους προσπορίζει ο νόμος, δεν αποτελεί στοιχείο της απαίτησης, για την οποία έγινε η αναγκαστική εκτέλεση, αλλά συνιστά μια δικονομικού χαρακτήρα εγγύηση της ικανοποίησης των απαιτήσεων, όταν οι τελευταίες συρρέουν και συγκρούονται με άλλες απαιτήσεις που διεκδικούν ικανοποίηση από το επιτευχθέν πλειστηρίασμα. Επομένως, στην προκείμενη περίπτωση, εφόσον ο προσβαλλόμενος πίνακας κατάταξης συντάχθηκε την 27-6-2017, εσφαλμένα η υπάλληλος επί του πλειστηριασμού εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 975 επ. ΚΠολΔ, όπως αυτές ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους με την παρ. 2 του άρθρου ογδόου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και τούτο ανεξάρτητα του πότε επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση, όπως ορθά ερμηνεύοντας τις σχετικές διατάξεις έκρινε η προσβαλλομένη απόφαση. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για να δικαστεί εκ νέου από το ίδιο δικαστήριο αποτελούμενο από άλλον δικαστή (άρθ. 580 § 3 ΚΠολΔ), να συμψηφιστεί δε η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων λόγω το ότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθ. 179, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 2935/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο αποτελούμενο από άλλο δικαστή. Και Συμψηφίζει εν όλω τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαΐου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ