Αριθμός 830/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ελένη Χροναίου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Ηλία Γιολδασέα και Αναστασίας Ζαραλίδου-Ιντζεσίλογλου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις. Των αναιρεσίβλητων:1.Γ. Α. του Η., κατοίκου ..., …, 48.Ε. Φ. του Χ., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι με α/α 1ος, 2ος, 4ος, 8ος, 10ος, 11ος, 13ος, 14ος,15ος, 18ος, 19ος, 24η, 27ος, 34ος, 36ος, 38ος, 42ος, 44ος, 46ος, και 47ος δεν παραστάθηκαν. Όλοι οι λοιποί παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης Κώνστα, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-12-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 748/2009 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 664/2022 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-5-2022 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (Α 87) και όπως το πρώτο εδάφιο της παρ.3 αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 35 του Ν.4446/2016 (ΦΕΚ Α 240), προβλέπεται η καταβολή παράβολου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παράβολου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης κατά απόφασης Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο. Σύμφωνα, όμως, με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει, μεταξύ των άλλων, και για τις διαφορές του άρθρου 614 αριθμ. 3 του ΚΠολΔ (εργατικές διαφορές). Στην προκειμένη περίπτωση κατά την κατάθεση της ένδικης από 15.5.2022 και με αριθμ. κατάθ. 47230/73/2022 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 664/2022 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με αντικείμενο εργατική διαφορά μεταξύ των διαδίκων, η αναιρεσείουσα προέβη στην επισύναψη του υπ' αριθμ. 506515324952 1108 0042 ηλεκτρονικού παράβολου, ποσού τετρακοσίων (400) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης. Η ως άνω διαφορά, όμως, ως εργατική, απαλλάσσεται της καταβολής παράβολου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης (ΑΕΔ 3, 4/2014, ΑΠ 1300/2022, 1579/2021, 484/2019).? Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Σε περίπτωση που απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης (ή της κλήσης με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση) με την πράξη ορισμού δικασίμου, το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε στον αντίδικο του. Το αντίγραφο αυτό, με την επ' αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Αντίθετα, σε περίπτωση που απολείπεται ο αντίδικος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επίδοσης του αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης κλπ προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση (ΑΠ 1121/2020, 24/2016). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων, που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής λόγω αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ο απολιπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε να είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και την μη εναντίωσή του να καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο (ΑΠ 184/2020, 1601/2017). Περαιτέρω, από το άρθρο 143 παρ.1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015 με έναρξη ισχύος την 1.1.2016 (σύμφωνα με την παρ.4 του ένατου άρθρου του άρθρου 1 του ιδίου νόμου), με το οποίο ορίζεται ότι "Ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 (δηλαδή, είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση) είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάσταση του", συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στην πρωτοβάθμια ή στη δευτεροβάθμια (εφόσον ασκηθεί έφεση) δίκη θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάσταση του. Η ισχύς της εν λόγω διάταξης, ως δικονομική, καταλαμβάνει από 1.1.2016 όλες τις επιδόσεις που γίνονται στον πληρεξούσιο δικηγόρο του διαδίκου, ανεξαρτήτως αν η απόφαση, στην υπόθεση για την οποία αυτός είχε παραστεί, εκδόθηκε πριν την 1.1.2016 (ΑΠ 667/2020, 1034/2019). Από, δε, το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ' αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος και τη βεβαίωση στο κύριο σώμα της απόφασης ότι το δικαστήριο δίκασε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου αυτού, δεδομένου ότι, η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 του ως άνω κώδικα (ΑΠ 1305/2020, 153/2019, 364/2016). Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ.1 και 3 και 104 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως η παρ.3 του άρθρου 96 συμπληρώθηκε με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017, προκύπτει ότι ενώπιον του Αρείου Πάγου έχουν υποχρέωση οι διάδικοι να παρίστανται δια πληρεξουσίου δικηγόρου, ότι ως προς τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υφίσταται πληρεξουσιότητα, ενώ ως προς την συζήτηση απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, η οποία δίδεται μόνον με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και προκειμένου περί υποθέσεων εργατικών διαφορών και με ιδιωτικό έγγραφο που φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημοσία ή δημοτική αρχή και ότι ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως κατά πάσα στάση της δίκης την ύπαρξη πληρεξουσιότητας, της οποίας η έλλειψη ή η μη προσήκουσα χορήγηση συνεπάγεται την μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά την συζήτηση της υπόθεσης και την κήρυξη ως άκυρων όλων των προπαρασκευαστικών πράξεων και των κλήσεων (ΑΠ 1578/2021, 76/2020,954/2020, 676/2020, 711/2019, 356/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 15.5…. και με αριθμό κατάθεσης ../… αίτηση αναιρέσεως της αναιρεσείουσας Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", στρεφόμενη κατά σαράντα οκτώ (48) συνολικά αναιρεσιβλήτων, η συζήτηση της οποίας (αναίρεσης) προσδιορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 15ης Νοεμβρίου 2022, και μετά από αναβολή εκ του πινακίου για την παρούσα δικάσιμο της 7ης Μαρτίου 2023. Κατά την ως άνω δικάσιμο δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι 1ος, 2ος, 4ος, 8ος, 10ος, 11ος, 13ος, 14ος, 15ος, 18ος, 19ος, 24η, 27ος, 34ος, 36ος, 38ος, 42ος, 44ος, 46ος και 47ος των αναιρεσιβλήτων, ενώ άπαντες οι λοιποί αναιρεσίβλητοι φέρονται ότι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Κώνστα με δήλωση της τελευταίας, καταχωρηθείσα στα πρακτικά. Από τα στοιχεία της δικογραφίας, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. …'/17.6…. έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ν. Η.. Τ. προς την Ελένη Αν. Κώνστα, ως πληρεξούσια και αντίκλητο των αναιρεσιβλήτων, και μετά από αναβολή εκ του πινακίου, προκύπτει ότι η επίσπευση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως έλαβε χώρα με επιμέλεια της αναιρεσείουσας Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως προκύπτει από τη σχετική παραγγελία προς επίδοση της αιτήσεως αναιρέσεως για την αρχική ως άνω δικάσιμο της 15ης Νοεμβρίου 2022 κάτω από αντίγραφο αυτής, του Ηλία Γιολδασέα, πληρεξουσίου δικηγόρου της ως άνω αναιρεσείουσας Ανώνυμης Εταιρείας. Όμως, από τα ίδια ως άνω στοιχεία της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται η παροχή ρητής πληρεξουσιότητας στην ως άνω δικηγόρο από τους 20ο, 29ο και 40ο των αναιρεσιβλήτων, καθότι δεν προσκομίζονται έγγραφες περί τούτου εξουσιοδοτήσεις των εν λόγω διαδίκων προς την ως άνω δικηγόρο ή συμβολαιογραφικά προς αυτήν πληρεξούσια, προκειμένου να τους εκπροσωπήσει στην παρούσα αναιρετική δίκη, η συζήτηση της οποίας (αναίρεσης) προσδιορίστηκε αρχικά, όπως προαναφέρθηκε, για τη δικάσιμο της 15ης Νοεμβρίου 2022, και μετά από αναβολή εκ του πινακίου για την παρούσα δικάσιμο της 7ης Μαρτίου 2023. Δεδομένου ότι η ως άνω πληρεξούσια δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων, Ελένη Κώνστα, κατ' άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο Ν. 4335/2015, φέρει την ιδιότητα του αντικλήτου αυτών για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, καθότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), αυτή παρέστη τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου όσο και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ως πληρεξούσια δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων και δεν προκύπτει ότι γνωστοποιήθηκε με δικόγραφο από τους απόντες αναιρεσιβλήτους ή από κάποιον από αυτούς προς την αναιρεσείουσα η αντικατάσταση της. Συνακόλουθα, εφ' όσον: α) οι ως άνω απολειπόμενοι διάδικοι, 1ος, 2ος, 4ος, 8ος, 10ος, 11ος, 13ος, 14ος, 15ος, 18ος, 19ος, 24η, 27ος, 34ος, 36ος, 38ος, 42ος, 44ος, 46ος και 47ος των αναιρέσιβλήτων δεν εκπροσωπήθηκαν από την ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο και β) οι 20ος, 29ος και 40ος, των αναιρεσιβλήτων δεν αποδείχθηκε ότι παρείχαν ρητή πληρεξουσιότητα στην προαναφερθείσα δικηγόρο να τους εκπροσωπήσει στην παρούσα αναιρετική δίκη και δεδομένου ότι οι ως άνω, υπό στοιχεία α και β, αναιρεσίβλητοι είχαν κληθεί νόμιμα από την αναιρεσείουσα Ανώνυμη Εταιρεία για την αρχική δικάσιμο (15.11.2022), και μετά από αναβολή εκ του πινακίου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ενώ οι υπόλοιποι αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Ελένη Κώνστα, πρέπει το παρόν Δικαστήριο να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία αυτών (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ) Με την από 15.5.2022 και με αριθμό κατάθεσης ../.. αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 664/2022 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 16.11.2009 και με αριθμ. κατάθεσης 241513/4754/2009 έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας .... κατά της υπ' αριθμ. 748/2009 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 13/12/2007 και με αριθμό κατάθ. 2880/2007 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006, ΑΠ 796/2018). Σύμφωνα με τα άρθρα 250 αριθμ.6 και 17, 251 και 253 ΑΚ η αξίωση για μισθούς και άλλες περιοδικώς επαναλαμβανόμενες παροχές από σύμβαση εργασίας παραγράφεται σε πέντε έτη. Η παραγραφή αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η γέννηση εκάστης αξίωσης και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της (ΑΠ 768/2016). Κατά το άρθρο 261 εδ. α' ΑΚ η παραγραφή διακόπτεται μεταξύ άλλων με την άσκηση της αγωγής, δηλαδή με την επίδοση αναγνωριστικής ή καταψηφιστικής αγωγής (ΑΠ 953/2012). Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 261 εδ. β' ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/20.3.2013 (ΦΕΚ Α 74/20.3.2013), η παραγραφή που διακόπηκε με την άσκηση της αγωγής αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Έτσι, ως διακοπτική διαδικαστική πράξη θεωρείται κάθε πράξη των διαδίκων ή των νομίμων αντιπροσώπων και πληρεξουσίων των ή του δικαστηρίου, που περιέχει τα στοιχεία δικαστικής ενέργειας και είναι αναγκαία κατά τον ΚΠολΔ για την έναρξη, συνέχιση, διεξαγωγή ή αποπεράτωση της δίκης. Εξάλλου η κατά τα ανωτέρω παραγραφή, όπως το άρθρο 261 ΑΚ ίσχυε πριν την ως άνω τροποποίησή του, μπορούσε να συμπληρωθεί "εν επιδικία", αν μεταξύ δύο διαδικαστικών πράξεων παρέλθει χρονικό διάστημα ισόχρονο με την παραγραφή που διακόπηκε. Όμως, για να αρχίσει εκ νέου η διακοπείσα παραγραφή από την τελευταία διαδικαστική πράξη του Δικαστηρίου, η οποία παραγραφή είναι ισόχρονη με την διακοπείσα και να μπορεί να συμπληρωθεί με την παρέλευση του χρόνου που ισχύει γΓ αυτήν, εφόσον δεν μεσολαβήσει κάποια νέα διαδικαστική πράξη ή άλλος λόγος διακοπής πριν από την τελεσίδικη περάτωση της δίκης, προϋποτίθεται ότι είναι δυνατή η περαιτέρω προώθηση της υπόθεσης με πράξεις των διαδίκων, ήτοι προϋποτίθεται αδράνεια του δανειστή να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξιώσεώς του. Στις διαδικαστικές πράξεις περιλαμβάνονται, εκτός από την άσκηση της αγωγής, η συζήτηση της υπόθεσης, η κλήση για προσδιορισμό δικασίμου, η έκδοση, η δημοσίευση και η κοινοποίηση οριστικής απόφασης, αναβλητικής απόφασης, η άσκηση ενδίκου μέσου, κ.λ.π. (ΑΠ 1241/2018). Τέτοια διαδικαστική πράξη αποτελεί, δηλαδή, και η κατάθεση κλήσεως προς ορισμό δικασίμου προς περαιτέρω συζήτηση και μάλιστα χωρίς ανάγκη επίδοσής της (ΑΠ 792/2021, 1683/84) ως και ο ορισμός δικασίμου, αφού δι' αυτών συντελείται συνέχιση προς ολοκλήρωση της δίκης (ΑΠ 656/2022). Η νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 261 ΑΚ κινείται, ενόψει του επιδιωκομένου δι' αυτής σκοπού της εκκαθαρίσεως των συναλλαγών, εντός του πλαισίου της καθιερουμένης με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας (ΑΠ 656/2022, 61/2013). Ήδη, όμως, με το άρθρο 261 ΑΚ, όπως τούτο αντικαταστάθηκε, ορίζεται πλέον ότι την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής, η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλον τρόπο περάτωση της δίκης (παραγ. 1), ότι στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι (6) μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου και στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου, εφόσον κάποιος διάδικος επισπεύσει την πρόοδο της δίκης (παραγρ. 2) και τέλος ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση (παραγρ.3). Έτσι ορίστηκε πλέον νομοθετικά και για τις εκκρεμείς υποθέσεις, για τις οποίες δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση, η άσκηση της αγωγής ως ειδικό ανασταλτικό γεγονός του χρόνου νέας παραγραφής της αξίωσης, ο οποίος διαφορετικά θα άρχιζε αμέσως μετά την διακοπή που επέρχεται με την επίδοση της αγωγής, η οποία ήταν ισόχρονη, έστω και βραχυπρόθεσμη και το ανασταλτικό αυτό αποτέλεσμα εξακολουθεί από το ανώτερο σημείο διακοπής και για όσο διαρκεί η δίκη της αγωγής, αποκλείοντας την παραγραφή της αξίωσης εν επιδικία μέχρι την έκδοση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης ή την κατ' άλλο τρόπο περάτωση της δίκης και επαναφέροντας την παραγραφή εν επιδικία μόνο στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η οποία, όμως, μπορεί εκ νέου να διακοπεί με διαδικαστικές πράξεις διαδίκου (ΑΠ 656/2Θ22, 361/2019, 950/2015). Όπως προκύπτει, λοιπόν, από τη συνδυαστική ερμηνεία των διατάξεων του (νέου) άρθρου 261 ΑΚ, η αναστολή της παραγραφής, η οποία ξεκινά από τη χρονική στιγμή της διακοπής της παραγραφής με την άσκηση της αγωγής, διαρκεί για έξι μήνες, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου, συνεχίζει δε για όσο χρόνο δεν επιχειρούνται από τους διαδίκους διαδικαστικές πράξεις, ώστε κατ' αποτέλεσμα, η παραγραφή να συμπληρώνεται όταν παρέλθει χρόνος ίσος με την παραγραφή προσαυξανόμενος κατά έξι μήνες, υπό την προϋπόθεση, ωστόσο, της αδράνειας των διαδίκων. Επί της τελευταίας αυτής προϋπόθεσης, όμως, ο νόμος, για την περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης, προβλέπει επιπλέον, στη δεύτερη παράγραφο του νέου άρθρου 261 ΑΚ, ότι η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου "εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς" Στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου εφόσον κάποιος διάδικος επισπεύσει την πρόοδο της δίκης (παρ. 2). Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφ' όσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση (παρ. 3). Η συγκεκριμένη πρόβλεψη έχει ως συνέπεια, επί δικονομικών προθεσμιών που είναι μεγαλύτερες των έξι μηνών (διότι εάν είναι μικρότερες, καλύπτονται από το εξάμηνο της αναστολής) να μην υποκύπτει η επίδικη αξίωση σε παραγραφή όσο διαρκεί η εν λόγω προθεσμία (Ολ. ΑΠ 7/2022, ΑΠ 656/2022, 494/2022). Περαιτέρω κατά το άρθρο 277 ΑΚ το δικαστήριο δεν λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη την παραγραφή που δεν έχει προταθεί ούτε και την αντένσταση περί αναστολής ή διακοπής αυτής (ΑΠ 1296/2022, 792/2021) προταθείσης όμως της ενστάσεως της παραγραφής, το Δικαστήριο εξετάζει εάν όντως επήλθε η συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής με έρευνα των προϋποθέσεων που στοιχειοθετούν αυτή και αναφέρονται στο λόγο της ενστάσεως σε συνδυασμό με τη θέση του καθ' ου η ένσταση, ο οποίος μπορεί να μην απαντήσει με αντένσταση (η οποία δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο αλλά κατόπιν επίκλησης από τον διάδικο που αποκρούει την παραγραφή), αλλά μπορεί να αρνηθεί μόνο τις προϋποθέσεις της ενστάσεως (ΑΠ 656/2022, 1667/2014, 1279/2014) Επίσης, στην παρ. 2 του άρθρου 260 ΚΠολΔ, η οποία είχε προστεθεί στο άρθρο 260, με την παρ. 5 του άρθρου 8 Ν.2145/1993 (ΦΕΚ Α' 88) οριζόταν ότι: "Η για οποιονδήποτε λόγο ματαίωση της συζήτησης της υπόθεσης δεν αποτελεί διαδικαστική πράξη του δικαστηρίου ή των διαδίκων". Με το άρθρο 102 παρ. 4 Ν.4139/2013 (ΦΕΚ Α' 74/20.3.2013) η παράγραφος αυτή του άρθρου 260 ΚΠολΔ αντικαταστάθηκε ως εξής: "Η για οποιονδήποτε τρόπο ματαίωση της συζήτησης της υπόθεσης αποτελεί διαδικαστική πράξη του δικαστηρίου". Από τις διατάξεις των άρθρων 12 και 24 παρ. 1 εδ. α' ΕισΝΚΠολΔ απορρέουσας γενικής δικονομικής αρχής ότι οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται και διέπονται από το δίκαιο το ισχύον κατά τον χρόνο διενεργείας αυτών, συνάγεται ότι η ματαίωση της συζήτησης, ως διαδικαστική πράξη, ρυθμίζεται και διέπεται από το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο διενέργειας αυτής (ΑΠ 23/2022, 1175/2019,1140/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη παραπάνω 664/2022 απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα, σε σχέση με το ενδιαφέρον εν προκειμένω ζήτημα της υποβληθείσας παραδεκτά από την εκκαλούσα-αναιρεσείουσα ένστασης παραγραφής της ένδικης αξίωσης: " ....η ένδικη έφεση κατά της εκκαλουμένης απόφασης κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τη 19η. 11.2009, και στη συνέχεια, προσδιορίσθηκε στις 11.12.2009, με επιμέλεια των εναγόντων - νυν εφεσιβλήτων, προκειμένου να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη δικάσιμο της 24ης.2.2012, ενώ αντίγραφο αυτής με πράξη προσδιορισμού δικασίμου επιδόθηκε στην εναγομένη - νυν εκκαλούσα εταιρεία στις 30.3.2010, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του επιδόσαντος δικαστικού επιμελητή επί του δικογράφου. Έπειτα δε από τη διαδικαστική πράξη της επίδοσης της κλήσης της εκκαλούσας κάτωθι αντιγράφου της εφέσεως με την πράξη προσδιορισμού της συζήτησης αυτής, που έλαβε χώρα στις 30.3.2010, δεν μεσολάβησε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του χρόνου παραγραφής των ως άνω αξιώσεων, συνυπολογιζομένης και της εξάμηνης προσαύξησης αυτού, μέχρι την επόμενη διαδικαστική πράξη, καθώς από το νομίμως προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως από τους ενάγοντες - νυν εφεσιβλήτους αντίγραφο της από 29.12.2015 κλήσεως αυτών προς συζήτηση της έφεσης, προκύπτει ότι κατατέθηκε εκ μέρους τους η εν λόγω κλήση στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών, στις 30.12.2015 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 120753/521/30.12.2015, προκειμένου να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 27.5.2016, κατά την οποία και ματαιώθηκε. Δεδομένου, μάλιστα, ότι, κατά την προηγηθείσα σχετική νομική σκέψη, μόνη η κατάθεση της ως άνω κλήσεως στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, συνεπάγεται αυτοτελώς τη διακοπή της παραγραφής, δίχως να απαιτείται και επίδοση της κλήσης προς συζήτηση, καθώς η τελευταία συνιστά ξεχωριστή διαδικαστική πράξη, πρέπει να γίνει δεκτό και στην υπό κρίση υπόθεση ότι η μη επίδοση της ως άνω κλήσης δεν αναιρεί την ήδη επελθούσα, δυνάμει της ως άνω, από 30.12.2015, κατάθεσης της κλήσης για επαναφορά της συζήτησης της έφεσης, διακοπή της παραγραφής εν επιδικία. Στη συνέχεια, άλλωστε, από τη διαδικαστική πράξη (κατ' άρθρο 260 ΚΠολΔ, όπως είχε ήδη τροποποιηθεί από το άρθρο 102 παρ. 4 του Ν. 4139/2013) της ματαίωσης της ορισθείσας με την ως άνω κλήση, δικασίμου για συζήτηση της εν λόγω έφεσης, στις 27.5.2016, μέχρι την κατάθεση της από 30.7.2019 κλήσης των εναγόντων - εφεσιβλήτων στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, στις 19.8.2019, δεν μεσολάβησε χρονικό διάστημα ανώτερο του χρόνου παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων και της εξάμηνης προσαυξήσεως αυτού. Συνακόλουθα, κατόπιν ουσιαστικής παραδοχής της παραδεκτώς προβληθείσας σχετικής αντένστασης περί διακοπής της ως άνω παραγραφής, εκ μέρους των εναγόντων - εφεσιβλήτων, οι οποίοι ουδόλως αδράνησαν να επιδιώξουν την ικανοποίηση των αξιώσεών τους, πρέπει η εν λόγω ένσταση παραγραφής εν επιδικία, που προβλήθηκε με τις έγγραφες προτάσεις της εναγομένης - νυν εκκαλούσας εταιρείας, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη". Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει τον παραδεκτά προταθέντα ισχυρισμό της περί παραγραφής "εν επιδικία" των ενδίκων αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 250 αριθμ. 6 και 17 ΑΚ. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, η παραγραφή των ένδικων αξιώσεων των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, διακόπηκε αρχικά με την άσκηση της αγωγής στις 13.12.2007, ενώ στις 20.3.2013 που τέθηκε σε ισχύ η αντικατασταθείσα διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, η υπόθεση ήταν ακόμη εκκρεμής, αφού δεν είχε εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, ούτε είχε περατωθεί η δίκη. Ειδικότερα η πρωτοβάθμια υπ' αριθμ. 748/2009 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών εκδόθηκε στις 9.4.2009 και η ασκηθείσα κατά της αποφάσεως αυτής από 16.11.2009 με αριθμ. καταθ. 241513/4754/2009 έφεση της εναγομένης-εκκαλούσας κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στις 19.11.2009 και στη Γραμματεία του Δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (Πρωτοδικείου Αθηνών) στις 11.12.2009, προσδιορίστηκε με επιμέλεια των εναγόντων η συζήτηση αυτής για τη δικάσιμο της 24.2.2012, επιδόθηκε αντίγραφο αυτής με σχετική πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο από τους ενάγοντες-εφεσίβλητους στην εναγόμενη-εκκαλούσα στις 30.3.2010, ενώ ματαιώθηκε η συζήτηση αυτής (έφεσης) κατά την ως άνω ορισθείσα δικάσιμο (24.2.2012). Η εναγόμενη-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα στις 30.12.2015 κατέθεσε στη Γραμματεία του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου την από 29.12.2015 με αριθμ. εκθ. καταθ. 120753/521/30.12.2015 κλήση προς συζήτηση της ως άνω έφεσής της για την οποία ορίσθηκε δικάσιμος η 27.5.2016. Σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε η πενταετής εν επιδικία παραγραφή των ενδίκων μισθολογικών αξιώσεων των εναγόντων που διακόπηκε στις 30.3.2010 με την επίδοση στην εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα αντιγράφου της από 16.11.2009 εφέσεως από τους εφεσίβλητους και ήδη αναιρεσίβλητους, εκκίνησε εκ νέου από την πάροδο του εξαμήνου που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 261 παρ. 2 του ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 παρ.1 του ν. 4139/2013 και που εφαρμόζεται, όπως προεκτέθηκε, στην ένδικη υπόθεση, εφόσον δεν είχε εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση (άρθρο 261 παρ.3 ΑΚ), ήτοι (εκκίνησε) από 30.9.2010 και έληξε την 30.9.2015, δεδομένου ότι α) στην ένδικη υπόθεση δεν προβλεπόταν άλλη προθεσμία για ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από τους διαδίκους (πλην της κλήσης προς συζήτηση της ματαιωθείσας έφεσης) και β) η ματαίωση της συζήτησης της έφεσης κατά τη δικάσιμο στις 24.2.2012 δεν αποτελεί διαδικαστική πράξη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 260 παρ.2 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο (24.2.2012), πριν, δηλαδή, την αντικατάσταση της διάταξης αυτής με το άρθρο 102 παρ.4 του ν. 4139/2013. Η αμέσως επόμενη διαδικαστική πράξη, ήτοι η κατάθεση στη Γραμματεία του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου στις 30.12.2015 της από 29.12.2015 κλήσης της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, έλαβε χώρα μετά τη συμπλήρωση στις 30.09.2015 της πενταετούς παραγραφής επιδικία της ένδικης αξίωσης. Κατά συνέπεια όλες οι ένδικες αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων έχουν υποπέσει στην ως άνω πενταετή παραγραφή εν επιδικία. Επομένως, το Εφετείο που έκρινε τα αντίθετα, απορρίπτοντας το σχετικό ισχυρισμό που προέβαλε παραδεκτά η εκκαλούσα -αναιρεσείουσα, εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις. Κατόπιν αυτών, ο ως άνω πρώτος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος (παρελκούσης της εξετάσεως των λοιπών, δεύτερου, τρίτου, τέταρτου και πέμπτου λόγων αναιρέσεως) και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδαφ. α' ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιοδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δε χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Εν προκειμένω, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως, κατά το μέρος που αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση. Στο Εφετείο η εκκαλούσα - εναγομένη Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "..." με σχετικό λόγο έφεσης πρότεινε τον ισχυρισμό ότι οι αξιώσεις των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή. Από τις αιτιολογίες που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα του ως άνω πρώτου λόγου αναίρεσης, που ευδοκίμησε, προκύπτει ότι οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων έχουν πράγματι υποπέσει σε παραγραφή εν επιδικία, αφού από την τελευταία διαδικαστική πράξη της επίδοσης της έφεσης στις 30.3.2010 και την στη συνέχεια από την ημερομηνία αυτή πάροδο των έξι (6) μηνών, κατ' αρθρ. 261 παρ. 3 ΑΚ, ήτοι στις 30.09.2010, μέχρι την επόμενη διαδικαστική πράξη της κατάθεσης του δικογράφου της κλήσης στη Γραμματεία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου στις 30.12.2015, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας. Επομένως δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο και να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανισθεί η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και να απορριφθεί η αγωγή. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, καθώς και για την παρούσα αναιρετική δίκη λόγω του δυσερμηνεύτου των νομικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν (άρθρο 179 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτή, για την άσκηση της κρινόμενης αναίρεσης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει την επιστροφή του υπ' αριθμ. 506515324952 1108 0042 παράβολου ποσού τετρακοσίων (400) ευρώ στην καταθέσασα αυτά αναιρεσείουσα. Αναιρεί την υπ' αριθμ. 664/2022 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο. Κρατεί και δικάζει την υπόθεση. Δέχεται την από 16.11.2009 με αριθμ. καταθ. 241513/4754/2009 έφεση. Εξαφανίζει την υπ' αριθμ. 748/2009 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Απορρίπτει την από 13/12/2007 και με αριθμό κατάθ. 2880/2007 αγωγή και Συμψηφίζει στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας καθώς και της παρούσας αναιρετικής δίκης. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 2 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ