Αριθμός 1417/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Τσουλό-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 1 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ν. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κεχαγιόπουλο, και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Δ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Αυγουστοπούλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 395/2015 εν μέρει οριστική, 520/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 234/2019 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-10-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η υπό κρίση από 29/10/2019 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ 234/2019 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, (άρθρ. 552, 553 παρ.1, 556, 558, 564 παρ.3, 566 § 1 ΚΠολ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους προβαλλόμενους λόγους της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ). Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την από 27-12-2013 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου αγωγή κατά του ήδη αναιρεσείοντος (και τρίτου τινός), ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αποβιωσάσης αδελφής του Ε. χας Ν.. Μ., ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα (λόγω πλαστότητας) της από 6.12.2012 ιδιόγραφης διαθήκης της τελευταίας. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (μετ'απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης ως προς το τρίτο, και αφού διέταξε γραφολογική πραγματογνωμοσύνη με την υπ'αριθμ. 395/2015 απόφασή του) στη συνέχεια δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, με την υπ' αριθ. 520/2017 οριστική απόφαση του, έκανε δεκτή την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής ο ήδη αναιρεσείων, άσκησε την από 19-7-2017 έφεση, η οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν από το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου με την εκδοθείσα κατά την ίδια διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, προαναφερθείσα αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 408/2016, ΑΠ 1672/2012, ΑΠ 2182/2009). Τέλος, η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλομένη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 532/2018, ΑΠ 892/2011). Στη προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τους πρώτο και δεύτερο λόγο της αίτησης του εκ των αρ. 1 και 19 αντίστοιχα του άρθρου 559 ΚΠολΔ, παραπονείται για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση της διάταξης του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ με την προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με την έλλειψη παραδοχών ως προς την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της πλαστογραφίας με το προσδιορισμό του προσώπου του δράστη. Ωστόσο οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού η προκείμενη αγωγή για αναγνώριση της ακυρότητας της διαθήκης λόγω μη ιδιόγραφης γραφής και υπογραφής της θεμελιώνεται στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1721 ΑΚ που ορίζει ότι "Η ιδιόγραφη διαθήκη γράφεται ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται και υπογράφεται από αυτόν...", και 1718 ΑΚ που ορίζει ότι "Διαθήκη, κατά την σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757, είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά" και όχι στην επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα ποινική περί πλαστογραφίας διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ, χωρίς να είναι εντεύθεν αναγκαία η στοιχειοθέτηση του ποινικού αδικήματος της πλαστογραφίας, με τον προσδιορισμό του δράστη αυτής. Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για εκ πλαγίου, ήτοι με ανεπαρκείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες της αποφάσεως, παράβαση διατάξεως ουσιαστικού δικαίου δημιουργείται όταν με τις ελλείψεις αυτές της αιτιολογίας της αποφάσεως παραβιάζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, όχι δε και δικονομικού δικαίου, όπως όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση ή στάθμιση ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, αρκεί τούτο να αναφέρεται με σαφήνεια στην απόφαση (ΑΠ 1304/2011 1987/2007). Στη προκείμενη περίπτωση προβάλλεται με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου ότι το Εφετείο προς εξαγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος περί της εγκυρότητος ή μη της επίδικης διαθήκης παρεβίασε τις περί την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων διατάξεις των άρθρων 340 και 378 του ΚΠολΔ. Και ο λόγος αυτός, από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού αναφέρεται σε παράβαση, με τις επικαλούμενες ελλείψεις στην αιτιολογία της αποφάσεως, κανόνων δικονομικού δικαίου, η παράβαση δε αυτή δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο αυτού κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που δεν επιδέχεται αναιρετικό έλεγχο (ΚΠολΔ 561 παρ.1). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, είναι εκείνα που χαρακτηρίζονται ως αποδεικτικά μέσα στα άρθρα 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 472/2016, ΑΠ 374/2017, ΑΠ 521/2019). Ως εκ τούτου, δεν είναι έγγραφα εκείνα που αποτυπώνουν στο περιεχόμενό τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και οι εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων των διαδίκων (ΑΠ 273/2020, ΑΠ 1155, ΑΠ 1197/2011). Επομένως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο τρίτος λόγος της αίτησης με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου διότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 16/2016 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου Δ. Α., και της από 13/12/2013 τεχνικής έκθεσης γραφολογικής γνωμοδότησης της γραφολόγου Χ. Τ.. Τέλος με σκέλη των δεύτερου, τρίτου και τέταρτου λόγων, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Οι λόγοι αυτοί κατά τα σχετικά σκέλη τους κρίνονται απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, αφού δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, ποια "πράγματα" δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο από αυτά που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ β) εδ. δ του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29.10.2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 54/2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 234/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, στο δημόσιο ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουλίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ