Αριθμός 39/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Μ. Π. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Ζηκίδη και κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Λαδά και Κλεάνθη Ρούσσο και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/3/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 198/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 509/2020 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2/11/2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η από 2-11-2020 αίτηση αναίρεσης κατά της 509/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου. Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα, σε τρόπο ώστε να παρέχεται στον μεν εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βασίμου, κατά το νόμο, της αγωγής (ΑΠ 381/2006). Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψη της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 480/2010). Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (ΟλΑΠ 18/1998). Η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή, η επίκληση των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η έλλειψη εξειδίκευσης των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14, αντιστοίχως, του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ` αυτή ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα (ΑΠ 9/2020, 1033/2019, 119/2014). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 2496 της 14/16.5.1997 (Ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλες διατάξεις) συνάγεται ότι ο ασφαλιστής, που αποζημίωσε τον ασφαλισμένο, υποκαθίσταται στα έναντι του τρίτου, υπόχρεου προς αποζημίωση, δικαιώματα του ασφαλισμένου, στην έκταση που ικανοποίησε αυτόν, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη δήλωση περί μεταβιβάσεως των δικαιωμάτων του ασφαλισμένου στον ασφαλιστή, αποδοχή τέτοιας δήλωσης ή ανακοίνωση περί αυτής προς τον τρίτο. Η υποκατάσταση αυτή έχει χαρακτήρα εκχωρήσεως εκ του νόμου. Ο υπόχρεος προς αποζημίωση έχει έναντι του ασφαλιστή τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις που είχε και κατά του ζημιωθέντος και, επομένως, η κατά του τρίτου αγωγή του ασφαλιστή θα έχει, κατά κανόνα, την ίδια βάση, όπως αν την αγωγή ασκούσε ο ίδιος ο ζημιωθείς. Για την πληρότητα της εν λόγω αγωγής ο ασφαλιστής αρκεί να επικαλεσθεί και, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να αποδείξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων της ασφαλιστικής υποκαταστάσεως και συγκεκριμένα: α) τη σύναψη και τους όρους της ασφαλιστικής συμβάσεως, β) την καταβολή του ασφαλίσματος στον ζημιωθέντα ασφαλισμένο λόγω επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως και γ) τη ζημία του ασφαλισμένου που αποζημίωσε, καθώς και την προέλευση αυτής, ήτοι, εάν μεν αυτή προήλθε από αντισυμβατική συμπεριφορά μεταξύ του ασφαλισμένου του και του τρίτου αντισυμβαλλομένου αυτού, την καταρτισθείσα μεταξύ τους σύμβαση και τους όρους αυτής που παραβιάσθηκαν από πταίσμα του ίδιου ή των αντιπροσώπων του ή των προσώπων που χρησιμοποιεί για να εκπληρώσει την παροχή, και προκάλεσαν την ζημία του ασφαλισμένου του, κατά την έννοια των άρθρων 330 και 334 ΑΚ (ΑΠ 763/2014), εάν δε αυτή προήλθε από αδικοπραξία τελεσθείσα από τον τρίτο οφειλέτη ή τους αντιπροσώπους ή τους προστηθέντες του τη συνδρομή των προϋποθέσεων της αδικοπραξίας κατ' άρθρα 914 επ. ΑΚ. Κατά αυτή δε την τελευταία διάταξη, που ορίζει, ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζομένη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση είναι α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα και δ) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος, δηλαδή ζημίας (ΑΠ 379/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της από 31-3-2009 αγωγής της αναιρεσίβλητης, προκύπτει ότι αυτή αναφέρει στο δικόγραφό της, μεταξύ άλλων, τα εξής: α) το προσδιοριζόμενο ασφαλιστήριο συμβόλαιο μεταξύ αυτής και της ασφαλιζόμενης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας "..." για την ασφάλιση των ακινήτων της τελευταίας στις περιοχές … - … και περιχώρων (μη ιδιοχρησιμοποιούμενα) κατά του ασφαλιστικού κινδύνου πυρός για ένα έτος, ήτοι από τις 31-12-2002 έως 31-12-2003, για συνολικό ασφαλιστικό ποσό 26.123.838 ευρώ και αντί ολικών ασφαλίστρων 19.511,07 ευρώ, β) ότι μεταξύ των ασφαλισμένων ακινήτων περιλαμβανόταν και ένα συγκρότημα κτισμάτων, μετά των παραρτημάτων και προσαρτημάτων τους, ισογείων και εν μέρει μετά ορόφου, λιθόκτιστων, τσιγκοσκεπών ή ταρατσοσκεπών και εν μέρει κεραμοσκεπών, που χρησίμευαν ως καταστήματα ή βιοτεχνίες, συνολικής επιφάνειας 13.767 τ.μ., εντός οικοπέδου έκτασης 26.671.24 τ.μ. ευρισκομένου επί των οδών ... και ..., στον … (όπως αυτό απεικονίζεται στο από 10-9-1993 τοπογραφικό διάγραμμα, που έχει συντάξει η Δ.Τ.Υ της ιδιοκτήτριας τράπεζας) για ασφαλιστικό ποσό 1.467.351.43 ευρώ, γ) την εκμίσθωση του αμέσως προαναφερόμενου ακινήτου, ανά τμήματα, από την ασφαλισμένη τράπεζα, με συμβάσεις επαγγελματικής μίσθωσης, σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και η πρώτη εναγόμενη, τα οποία χρησιμοποιούσαν τους μισθωμένους χώρους για τις ανάγκες της επαγγελματικής τους δραστηριότητας και τη, με το από 8-9-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό, εκμίσθωση στην πρώτη αναιρεσείουσα των με αριθμούς 30 και 30α κτιριακών χώρων του συγκροτήματος, επιφάνειας 435 τ.μ. και 25 τ.μ. αντίστοιχα, για χρονικό διάστημα εννέα ετών, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως βιοτεχνία παραγωγής πλαστικών, δ) την εκδήλωση στις 11-10-2003 πυρκαγιάς στους παραπάνω μισθωμένους από την πρώτη αναιρεσείουσα χώρους, που επεκτάθηκε στα διπλανά κτίρια, προκαλώντας ζημίες, ε) την κοινοποίηση στις 15-3-2006 στην ίδια της απαίτησης της ασφαλισμένης τραπεζικής εταιρίας, ανερχόμενης κατά την εκτίμηση της τελευταίας σε συνολικό ποσό 1.247.600 ευρώ (αναλυόμενη κατά την προβληθείσα αξίωση της ασφαλισμένης της ως εξής: 1) ανακατασκευή κτιρίων υπ' αρ. 48, 49, 50, 51, 55, 50 και 58 (αναφέρεται σε αξία καινουργούς και αντιστοιχεί σε αξία ίση με 350 ευρώ/τ.μ.): 1.179.262,2 ευρώ, 2) επισκευή κτιρίων υπ' αρ. 62 και 59: 57.612 ευρώ, 3) επισκευή κτιρίων υπ' αρ. 63, 64 και 65: 2.000 ευρώ, 4) αποκομιδή ερειπίων: 1.000 ευρώ, 5) αποκατάσταση ηλεκτροδότησης: 7.600 ευρώ,) 6) στρογγυλοποίηση: 26 ευρώ) και την ανάθεση εκ μέρους της στην εταιρία με την επωνυμία "...", διενέργειας πραγματογνωμοσύνης για τη διαπίστωση των ζημιών της ασφαλισμένης της, βάσει της οποίας οι ζημίες προσδιορίσθηκαν σε συνολικό ύψος 625.757 ευρώ ειδικότερα ως εξής: 1) αποκατάσταση ζημιών σε κτίρια υπ' αρ. 48, 49, 50, 51, 55, 56 και 58, συνολικής επιφάνειας 3.369,32 τ.μ. (επί της αξίας αφαιρέθηκε μέση παλαιότητα 50% ήτοι 3.369,32 μ2 χ 350 ευρώ χ 50%): 589.631 ευρώ, 2) αποκατάσταση ζημιών στέγης κτιρίων με αρ. 62, 59, συνολικής επιφάνειας 611,44 τ.μ. (αφαιρέθηκε μέση παλαιότητα 50%): 28.806,00 ευρώ, 3) αποκατάσταση ζημιών στα κτίρια με αρ. 63, 64, 65 και 59, συνολικής επιφάνειας 707.85 τ.μ. (αφαιρέθηκε μέση παλαιότητα 50%): 1.000 ευρώ, 4) αποκομιδή ερειπίων κατ' αποκοπή: 1.000 ευρώ, 5) αποκατάσταση ηλεκτροδότησης (αφαιρέθηκε μέση παλαιότητα - βελτίωση 30%): 5.320,00 ευρώ, ήτοι σύνολο ζημίας 625.757 ευρώ, λόγω δε υφιστάμενης υπασφάλισης, και τον επιμερισμό λόγω υπασφάλισης της ζημίας αυτής, όπως την εκτιμήθηκε από τον δικό της πραγματογνώμονα, μεταξύ της ιδίας και της ασφαλισμένης, για την ίδια μεν σε 399.219 ευρώ (625.757 ευρώ Χ 1.467.351,43 ευρώ / 2.300.000 ευρώ = 399.219,75 ευρώ), για την ασφαλισμένη δε σε 226.537,25 ευρώ (625.757 ευρώ Χ 832.648 ευρώ / 2.300.000 = 226.537,25 ευρώ), στ) την εξώδικη συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς μεταξύ της ιδίας και της ασφαλισμένης της κατόπιν διαπραγματεύσεων ενόψει της υφιστάμενης απόκλισης μεταξύ των εκτιμήσεων των εκατέρωθεν ορισθέντων πραγματογνωμόνων, βάσει της οποίας το ποσό της ασφαλιστικής αποζημίωσης για τις προκληθείσες ζημίες των κτισμάτων και κάθε άλλης ζημίας από την πυρκαγιά, καθορίσθηκε τελικά συμβιβαστικά στο ποσό των 460.000 ευρώ, το οποίο και κατέβαλε η ίδια στην ασφαλισμένη της στις 7-10-2008, οπότε και καταρτίστηκε το με την ίδια ημερομηνία πρακτικό συμβιβασμού, βάσει του οποίου και κατέβαλε το ανωτέρω ασφάλισμα προς πλήρη και ολοσχερή εξόφληση κάθε απαίτησης της ασφαλισμένης από την ανωτέρω αιτία, ζ) την υποκατάστασή της μετά την προαναφερόμενη καταβολή στα δικαιώματα της ασφαλισμένης της κατά τρίτων, μέχρι του ύψους του καταβληθέντος ποσού, ήτοι των 460.000 ευρώ, η) την ευθύνη των εναγομένων λόγω της υπαιτιότητας των εκπροσώπων και διοικούντων την πρώτη από αυτούς (μεταξύ των οποίων και δεύτερος αναιρεσείων) για την πρόκληση της πυρκαγιάς, την ταχύτατη εξάπλωσή της και τη μεγάλη έκταση που προσέλαβε, οι οποίοι με τις αναφερόμενες πράξεις και παραλείψεις τους κατά τον χρόνο εκδήλωσης της πυρκαγιάς συνετέλεσαν στην επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Η αναιρεσίβλητη ζητούσε με αυτήν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλλουν εις ολόκληρον το ως άνω ποσό των 460.000 ευρώ. Η αγωγή με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα είναι επαρκώς ορισμένη, περιέχουσα όλα τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα σκέψη στοιχεία, το γεγονός δε ότι το αιτούμενο ποσό δεν συμπίπτει με το ποσό της συνολικής εκτίμησης των ζημιών στις οποίες προέβη η ασφαλισμένη και η αναιρεσίβλητη δια των εκατέρωθεν ορισθέντων από την καθεμία τους πραγματογνωμόνων δεν την καθιστά ποσοτικώς αόριστη, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, αφού αυτό αποτελεί, όπως σαφώς διευκρινίζεται, το ποσό στο οποίο συνέκλιναν ασφαλισμένη και ασφαλίστρια κατόπιν συμβάσεως συμβιβασμού μεταξύ τους και το ποσό του καταβληθέντος ασφαλίσματος, το οποίο δικαιούτο, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, να αξιώσει η αναιρεσίβλητη από τους αναιρεσείοντες, υποκατασταθείσα εκ του νόμου σε αυτού του ύψους απαίτηση της ασφαλισμένης της από τις ζημίες που προκλήθηκαν στην τελευταία από την πυρκαγιά, που αποδόθηκε σε αμέλεια των διοικούντων την πρώτη αναιρεσίβλητη. Περαιτέρω αποτελούσε θέμα απόδειξης αν οι ζημίες της ασφαλισμένης, προσδιοριζόμενες στο κόστος αποκατάστασής της καθεμιάς τους, κατ' αποκοπήν υπολογιζόμενο, ανέρχονταν πράγματι στο ως άνω ύψος της καταβληθείσας ασφαλιστικής αποζημίωσης, το δε Εφετείο έκρινε βάσει των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, πως αυτό ανερχόταν σε μικρότερο ύψος, το οποίο και επιδικάσθηκε. Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης των αναιρεσειόντων, με τον οποίο προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι η αγωγή έπρεπε να κριθεί από το Εφετείο απαράδεκτη λόγω ποσοτικής της αοριστίας, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (πρβλ. ΑΠ 995/2017, 713/2016). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της, οπότε πρόκειται για "ανεπαρκή αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους, οπότε πρόκειται για "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 15/2006, 1/1999). Προϋπόθεση του παραδεκτού του ως άνω λόγου αναίρεσης είναι ότι το δικαστήριο ερεύνησε τον κρίσιμο ισχυρισμό (αγωγή, ένσταση κ.λπ.) κατ' ουσίαν και τον απέρριψε ως αόριστο ή απαράδεκτο για άλλη αιτία ή ως μη νόμιμο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 135/2019, 818/2017, 369/2014). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Όσον αφορά την επάρκεια των αιτιολογιών, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου προκύπτει ότι με αυτήν έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, ασφάλισε, δυνάμει του υπ' αρ. ... ασφαλιστήριου συμβολαίου, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και της ασφαλιζόμενης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...", κατά του κινδύνου πυρός, για ένα έτος, ήτοι από τις 31-12-2002 έως 31-12-2003, ακίνητα ιδιοκτησίας της τελευταίας, ευρισκόμενα στις περιοχές Αθηνών - Πειραιώς και περιχώρων, (μη ιδιοχρησιμοποιούμενα) για συνολικό ασφαλιστικό ποσό 26.123.838 ευρώ και αντί ολικών ασφαλίστρων 19.511,07 ευρώ. Μεταξύ των ασφαλισθέντων ακινήτων περιλαμβανόταν και ένα συγκρότημα κτισμάτων, μετά των παραρτημάτων και προσαρτημάτων τους ισογείων και εν μέρει μετά ορόφου, λιθόκτιστων, τσιγκοσκεπών ή ταρατσοσκεπών και εν μέρει κεραμοσκεπών, που χρησίμευαν για καταστήματα ή βιοτεχνίες, συνολικής επιφάνειας 13.767 τ.μ., εντός οικοπέδου έκτασης 26.671.24 τ.μ., ευρισκομένου επί των οδών ... και ..., στον Πειραιά (όπως αυτό απεικονίζεται στο από 10-9-1993 τοπογραφικό διάγραμμα που έχει συντάξει η Δ.Τ.Υ. της ιδιοκτήτριας τράπεζας) για ασφαλιστικό ποσό 1.467.351.43 ευρώ. Το κτιριακό αυτό συγκρότημα, συνολικού εμβαδού 13.767 τ.μ., ανεγερθέν σε οικόπεδο εκτάσεως 26.671,24 τ.μ. είχε εκμισθωθεί, με συμβάσεις εμπορικής μίσθωσης, ανά τμήματα, από την ως άνω ασφαλισμένη τράπεζα, σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα, τα οποία χρησιμοποιούσαν τους μισθωμένους χώρους για τις ανάγκες της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, μεταξύ των οποίων και η πρώτη εναγόμενη εταιρία - ήδη πρώτη εφεσίβλητη [πρώτη αναιρεσείουσα]. Νόμιμος εκπρόσωπος της τελευταίας ήταν ο αρχικός δεύτερος εναγόμενος Σ. Π. του Μ., που... έχει αποβιώσει, ενώ ο αρχικός τρίτος εναγόμενος, νυν δεύτερος εναγόμενος - δεύτερος εφεσίβλητος Μ. Π. του Σ. [δεύτερος αναιρεσείων], που σήμερα είναι νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας, τότε ήταν μέλος του Δ.Σ της, συμμετέχων ενεργά στη διοίκησή της, τον οποίο οι τρίτοι γνώριζαν ως υπεύθυνο και κύριο μέτοχο, καθώς και τεχνικός ασφαλείας αυτής. Ειδικότερα, δυνάμει του από 8-9-1997 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, η πρώτη εκκαλούσα - πρώτη εναγόμενη εταιρία, είχε μισθώσει από την ως άνω ιδιοκτήτρια τράπεζα, τους κτιριακούς χώρους 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 11, 12 και 13 συνολικής επιφάνειας 2.400 τ.μ., (όπως εμφαίνονται στο σχεδιάγραμμα της κάτοψης του οικοδομικού τετραγώνου, που είναι συνημμένο, στην από 12-1-2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Πυροσβεστικού Σώματος, που συνέταξαν οι Χ. Χ. αστυνομικός διευθυντής - χημικός, και Α. Κ. - αξιωματικός Πυροσβεστικού Σώματος -ηλεκτρολόγος μηχανικός), προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως βιοτεχνία παραγωγής πλαστικών. Από τους ανωτέρω μισθωμένους, από την πρώτη εναγόμενη, κτιριακούς χώρους, οι υπ' αρ. 1, 2, 3, 5, 6, 7, 8 και 11, όπως εμφαίνονται στο παραπάνω σχεδιάγραμμα, χρησιμοποιούντο ως αποθηκευτικοί χώροι ετοίμων προϊόντων πλαστικών ειδών, ο χώρος 4 χρησιμοποιείτο ως εσωτερικός διάδρομος επικοινωνίας, οι χώροι 12 και 13 ως διοικητικά γραφεία, ενώ ο χώρος 9 περιείχε τον ηλεκτρομηχανολογικό εξοπλισμό για την κατασκευή των πλαστικών ειδών. Ακόμη, στο ίδιο συγκρότημα κτιρίων, στεγαζόταν οι εξής επιχειρήσεις: το εργαστήριο ξυλουργίας "..." (στον κτιριακό χώρο με αρ. 10), το εργαστήριο συσκευασίας και ανάμιξης χημικών και απορρυπαντικών ειδών του Σ. Ι. (στον κτιριακό χώρο με αρ. 14), το μηχανουργείο του Ν. Κ. - "..." (στον κτιριακό χώρο με αρ. 15), η "..." και η "..." (στον κτιριακό χώρο με αρ. 16), η εταιρία "..." (στον κτιριακό χώρο με αρ. 17), το μηχανουργείο - βιδοποιία του I. Λ. (στον κτιριακό χώρο με αρ.18) και το μηχανουργείο επισκευής μηχανών θαλάσσης του Ι. Κ. (στους κτιριακούς χώρους με αρ. 19 και 20). Περαιτέρω προέκυψε ότι, στις 11-10-2003 και περί ώρα 6.40 οι υπάλληλοι της πρωινής βάρδιας της πρώτης εναγόμενης εταιρίας, ενώ εργάζονταν στον κτιριακό χώρο με αρ. 9, ο οποίος ήταν, όπως προαναφέρθηκε, ο χώρος εγκατάστασης του ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού και των μηχανών επεξεργασίας του πολυπροπυλενίου και κατασκευής πλαστικών ειδών της επιχείρησης, αντιλήφθηκαν να βγαίνουν καπνοί από την πόρτα εισόδου του χώρου αποθήκευσης των ετοίμων πλαστικών ειδών, που φέρει τον αρ. 2 και από τους εργαζόμενους, που έσπευσαν στο κτίριο αυτό, μέσω του διαδρόμου με αρ. 4, διαπιστώθηκε, ότι ο καπνός στο κτίριο 2 προερχόταν από το κτίριο 1, που ήταν επίσης αποθηκευτικός χώρος πλαστικών και επικοινωνούσε εσωτερικά με το κτίριο 2. Λόγω της πυρκαγιάς, εκδηλώθηκαν πυκνοί μαύροι καπνοί, που έγιναν αντιληπτοί από τα διερχόμενα αστυνομικά όργανα, τα οποία απομάκρυναν τους εργαζόμενους από το εσωτερικό του κτιρίου, όπου η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική και ειδοποιήθηκε η πυροσβεστική υπηρεσία, που προσήλθε και ανέλαβε το έργο της κατάσβεσης της πυρκαγιάς. Σύμφωνα δε με την προαναφερθείσα πραγματογνωμοσύνη του Πυροσβεστικού Σώματος, που συνέταξαν οι επίσης ανωτέρω αναφερθέντες πραγματογνώμονες, αρχική εστία της πυρκαγιάς προκύπτει ότι ήταν το κτίριο 1, που γειτνιάζει με το κτίριο 2 και επικοινωνεί εσωτερικά με αυτό, α) διότι οι καπνοί που διαπίστωσαν αρχικά οι εργαζόμενοι, που έβγαιναν από το εσωτερικό του κτιρίου 2, προέρχονταν από την πλευρά εκείνη που αυτό γειτνιάζει με το κτίριο 1, β) λόγω των εκτεταμένων καταστροφών, που είχε υποστεί το συγκεκριμένο κτίριο, στην πλάκα οροφής, τις κολώνες και στα δομικά υλικά της τοιχοποιίας από πέτρα και τούβλα, γ) διότι στο κτίριο 1 ανευρέθηκαν, εκτός από τα έτοιμα πλαστικά είδη που ήταν εκεί αποθηκευμένα, μεταλλικά ράντζα, δύο μπλουτζίν και σωρός από άκαυστα και μισοκαμμένα ρούχα, πετσέτες, ρετάλια υφασμάτων και υφάσματα στρωμάτων, από τα οποία οι πραγματογνώμονές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο χώρος αυτός χρησιμοποιείτο και ως χώρος ενδιαίτησης και νυκτερινής κατάκλισης ατόμων, με αποτέλεσμα να θεωρήσουν ως πιθανή αιτία της πυρκαγιάς την αμέλεια των ατόμων που χρησιμοποιούσαν τον παραπάνω χώρο, ήτοι, επί παραδείγματι, λόγω τσιγάρου ή κεριού που ξεχάστηκε αναμμένο. Στο συμπέρασμα αυτό κατέληξαν οι πραγματογνώμονες, αφού απέκλεισαν ως αιτία της πυρκαγιάς κάθε είδους ηλεκτρικά αίτια, όπως βραχυκύκλωμα, ή βλάβη ηλεκτρικών μηχανημάτων, ή υπερθέρμανση των ηλεκτρικών καλωδιώσεων στο μεν κτίριο 1 και στα γειτονικά με αυτό κτίρια 2, 5, 6 και 7, διότι δεν υπήρχε σε αυτά κανενός είδους ηλεκτρολογική ή ηλεκτρομηχανολογική εγκατάσταση, στα δε κτίρια 4 και 9, που ήταν όλη η ηλεκτρολογική εγκατάσταση του πίνακα (στο χώρο 4) και ο ηλεκτρομηχανολογικός εξοπλισμός (στο χώρο 9), διότι η πυρκαγιά δεν εκδηλώθηκε σε αυτούς τους χώρους, στους οποίους, όπως προεκτέθηκε, κατά την εκδήλωσή της, οι εργαζόμενοι εργάζονταν κανονικά και διέσχισαν το χώρο 4 (διάδρομο), για να διαπιστώσουν τι συμβαίνει στο κτίριο 2, όπου αντιλήφθηκαν ότι έβγαιναν καπνοί. Η ίδια πραγματογνωμοσύνη, δεν αποκλείει η φωτιά να προήλθε από κακόβουλη ενέργεια, αλλά κάτι τέτοιο δεν κρίνεται πιθανό, καθώς δεν προέκυψε ότι υπήρχε κίνητρο να προβεί κάποιος σε τέτοια ενέργεια. Εξάλλου, όπως αναφέρεται στην ίδια πραγματογνωμοσύνη, ορθώς αποκλείστηκαν ως πιθανές εστίες της πυρκαγιάς οι υπόλοιποι κτιριακοί χώροι που δεν γειτνίαζαν με το κτίριο 1. Οι εφεσίβλητοι - εναγόμενοι ισχυρίζονται στις πρωτόδικες προτάσεις τους, ότι η πυρκαγιά προήλθε από το κτίριο 20, που γειτνιάζει με το κτίριο 1, που επίσης καταστράφηκε ολοσχερώς και το οποίο ήταν μισθωμένο στον Ι. Κ., όπου λειτουργούσε μηχανουργείο επισκευής μηχανών θαλάσσης και κατάστημα εμπορίας ανταλλακτικών, χωρίς νόμιμη άδεια. Όμως, κάτι τέτοιο, δεν προέκυψε από κάποιο στοιχείο, πλην της επικαλούμενης και προσκομιζόμενης από αυτούς από Δεκεμβρίου 2003 έκθεσης ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης των Κ. Δ. Κ. - πρ/να και Β. Ν. Φ. -μηχ/γου - μηχ/κού, η οποία παρέχει λιγότερα εχέγγυα αντικειμενικότητας και αξιοπιστίας από την πραγματογνωμοσύνη που διενεργήθηκε από τους προαναφερθέντες αστυνομικό διευθυντή και αξιωματικό της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, κατόπιν σχετικής ανάθεσης από την τελευταία, σε αυτούς, στην οποία σημειώνεται ότι, στο κτίριο 20 δεν υπήρχε ηλεκτρική εγκατάσταση. Δεν κρίνεται δε απαραίτητο από το Δικαστήριο να διαταχθεί δικαστική πραγματογνωμοσύνη σχετικά με τα αίτια της επίμαχης πυρκαγιάς, όπως ζητούν επικουρικά οι εναγόμενοι, καθώς θεωρεί ότι, τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία, επαρκούν για το σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης. Υπαίτιοι για την εκδήλωση και επέκταση της πυρκαγιάς και της, εξαιτίας αυτής, πρόκλησης ζημιών στις εν λόγω κτιριακές εγκαταστάσεις, είναι αφενός μεν η πρώτη εναγόμενη εταιρία διά των οργάνων της και των προστηθέντων αυτής, αφετέρου δε ο δεύτερος εναγόμενος ως τεχνικός ασφαλείας της εταιρίας και ενεργό μέλος της διοίκησής της, οι οποίοι, από αμέλεια, παρέλειψαν να λάβουν τα ενδεικνυόμενα μέτρα ασφαλείας, όπως όφειλαν και μπορούσαν υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, ώστε να αποφευχθεί η πυρκαγιά και η περαιτέρω εξάπλωσή της. Ειδικότερα, σχετικά με το παραπάνω εργοστάσιο πλαστικών της πρώτης εναγόμενης, που λειτουργούσε χωρίς άδεια λειτουργίας, δεν είχε εκπονηθεί εγκεκριμένη μελέτη πυροπροστασίας, ώστε να λάβει πιστοποιητικό πυρασφάλειας. Υπήρχε δε έλλειψη ενεργητικής και παθητικής πυροπροστασίας στο εσωτερικό της επιχείρησης, παρά το γεγονός ότι υφίστατο συσσώρευση μεγάλης ποσότητας εύφλεκτης πλαστικής ύλης, η οποία, όταν εκτεθεί σε εξωτερική πηγή καύσης, αναφλέγεται και στη συνέχεια με την ύπαρξη οξυγόνου καίγεται εύκολα, παράγοντας υψηλά ποσά θερμικής ενέργειας, συντηρώντας έτσι την καύση της και διευκολύνοντας τη μετάδοση της πυρκαγιάς σε μεγάλες μάζες τέτοιων υλικών. Συγκεκριμένα, δεν υπήρχαν αυτόματα συστήματα πυρασφάλειας με ανιχνευτές καπνού, πυράντοχες πόρτες και διαχωριστικοί τοίχοι, ούτε συστήματα αυτόματης κατάσβεσης (καταιονητήρες νερού), καθώς επίσης, οι εναγόμενοι, δεν είχαν φροντίσει να λάβει το προσωπικό κατάλληλη εκπαίδευση για την αντιμετώπιση του περιορισμού τυχόν εκδηλωθείσας φωτιάς. Τα παραπάνω, προκύπτουν κυρίως από την ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, αλλά και από την κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας Π. Λ., που, λόγω της ειδικότητάς του ως πολιτικού μηχανικού-πρ/να, αν και δεν ήταν παρών στο περιστατικό, κρίνεται πιο πειστική από την κατάθεση του μάρτυρα των εναγόμενων Α. Ν. - υπαλλήλου της επιχείρησης, που κι αυτός δεν ήταν παρών κατά την εκδήλωση της φωτιάς. Με την υπ' αρ. 4813/2009 δε απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιώς, (που εκτιμάται ελεύθερα από το παρόν δικαστήριο ως δικαστικό τεκμήριο), κρίθηκε ένοχος ο αρχικός δεύτερος εναγόμενος - ήδη θανών, Σ. Π. του Μ., για το αδίκημα του εμπρησμού από αμέλεια, σχετικά με την επίμαχη πυρκαγιά. Ακόμη, στο κτιριακό συγκρότημα υπήρχε έλλειψη κεντρικής πυρόσβεσης με πυροσβεστικούς κρουνούς και μάνικες νερού, καθώς επίσης, δεν λειτουργούσαν οι κρουνοί ανεφοδιασμού νερού που βρίσκονται στο πεζοδρόμιο, με αποτέλεσμα την καθυστέρηση στην κατάσβεση της πυρκαγιάς. Ενδεχόμενη ευθύνη, όμως, τρίτων για την επέκταση της φωτιάς σε ολόκληρο το συγκρότημα, εξαιτίας των ανωτέρω ελλείψεων, δεν επιφέρει διακοπή της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της προπεριγραφείσας υπαίτιας συμπεριφοράς των εναγόμενων και της επελθούσας, ένεκα της πυρκαγιάς, ζημίας, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, αλλά εις ολόκληρο ευθύνη των τυχόν περισσοτέρων υπεύθυνων... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, συνεπεία της εν λόγω πυρκαγιάς, προκλήθηκαν οι εξής ζημίες: α) καταστράφηκαν ολοσχερώς τα κτίρια με αρ. 48, 49, 50, 51, 55, 56 και 58, όπως αυτά εμφαίνονται στο από Νοεμβρίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού Ε. Μ.. Η αξία ανακατασκευής των κτιρίων αυτών, συνολικού εμβαδού 3.369,32 τ.μ. προς 350 ευρώ το τ.μ., ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 1.179.262 ευρώ (όπως αναφερόταν στην από 15-3-2006 κοινοποίηση στην ενάγουσα από την ως άνω ασφαλισμένη της, της απαίτησής της), το οποίο, όμως, πρέπει να μειωθεί κατά ποσοστό 50%, λόγω της παλαιότητάς τους, κατά το χρόνο επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, όπως ορθά επισημαίνεται στην εκτίμηση του πραγματογνώμονα της ενάγουσας στην από 31-3-2006 και με αρ. 119020 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, σύμφωνα και με το άρθρο 7 της σύμβασης ασφάλισης, ενώ λανθασμένα δεν είχε ληφθεί υπόψη (η παλαιότητα) στην εκτίμηση των ζημιών από την ασφαλισμένη), οπότε το τελικό ποσό της αξίας ανακατασκευής τους ανέρχεται σε 589.631 ευρώ, β) για την αποκομιδή των ερειπίων το κόστος ανέρχεται κατ' αποκοπή στο ποσό των 1.000 ευρώ, όπως αναφέρεται στις ως άνω εκτιμήσεις και γ) για την αποκατάσταση της ηλεκτροδότησης απαιτείται το ποσό των 7.600 ευρώ και τελικά το ποσό των 5.320 ευρώ, μετά από μείωση λόγω παλαιότητας - βελτίωση ποσοστού 30%, με βάση την ίδια ως άνω εκτίμηση. Έτσι η συνολική ζημία ανήλθε στο ποσό των 595.951 ευρώ (589.631 + 1.000 + 5.320), που είναι και το ποσό που εκτίμησε η ενάγουσα, δια των εκτιμητών της, ως προς τα παραπάνω κονδύλια, που κρίθηκαν ορισμένα. Λόγω της υπάρχουσας συμφωνίας υπασφάλισης, μεταξύ της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας και της ασφαλισμένης της, το ως άνω ποσό της συνολικής ζημίας των 595.951 ευρώ, επιμερίζεται ως προς την ενάγουσα στο ποσό των 380.000 ευρώ {595.951 ευρώ η επελθούσα ζημία επί το προβλεπόμενο συμφωνηθέν ασφαλιστικό ποσό (1.467.351,43 ευρώ) διαιρούμενο προς το ποσό των 2.300.000 ευρώ (συνολική αξία ασφαλισθέντων κτιρίων)} και ως προς την ασφαλισμένη στο λοιπό ποσό των 215.951 ευρώ. Συνεπώς, η τελική ζημία της ασφαλισμένης της ενάγουσας, που δικαιούται να λάβει από αυτήν, ανέρχεται στο ως άνω ποσό 380.000 ευρώ και ως προς αυτό υποκαθίσταται η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία, έναντι των υπαίτιων τρίτων - εναγόμενων, στα δικαιώματα της (ασφαλισμένης), εφόσον προκύπτει -με το από 7-8-2008 πρακτικό- ότι της το κατέβαλε. Το γεγονός, ότι, συμβιβαστικά η ενάγουσα κατέβαλε στην ασφαλισμένη της (της οποίας η αρχική απαίτηση ήταν μεγαλύτερη, καθώς, όπως προεκτέθηκε, στην εκτίμηση της ζημίας, λανθασμένα δεν είχε ληφθεί υπόψη η παλαιότητα των καταστραφέντων κτιρίων), δυνάμει του, προαναφερθέντος, από 7-10-2008 πρακτικού, υψηλότερο ποσό, ήτοι 460.000 ευρώ, είναι μια συμφωνία, που αφορά αυτές και δεν μπορεί να δεσμεύσει τους υπαίτιους τρίτους - εναγόμενους και να αξιωθεί από αυτούς το παραπάνω ποσό, κατά το υπερβάλλον, αλλά μόνο το ποσό της ανωτέρω αναλυθείσας προκύψασας ζημίας. Οι εναγόμενοι υποστηρίζουν, με τις προτάσεις τους, ότι δεν αποδεικνύεται η κυριότητα της ασφαλισμένης της ενάγουσας επί των καταστραφέντων κτιρίων, τα οποία μίσθωναν από αυτήν (ασφαλισμένη), την οποία (κυριότητα) αμφισβητούν, χωρίς βέβαια να αναφέρουν κάποια περαιτέρω αιτίαση σχετικά με την αμφισβήτηση αυτή. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η βάση της αγωγής δεν είναι η κυριότητα, αλλά η ασφαλιστική σύμβαση, βάσει της οποίας, λόγω της επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, η ενάγουσα κατέβαλε, στην ασφαλισμένη της, την ασφαλιστική αποζημίωση και ως εκ τούτου, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 14 Ν. 2496/1997, υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα της ασφαλισμένης της έναντι των τρίτων υπαίτιων της πυρκαγιάς - εναγόμενων. Εξάλλου, οι ισχυρισμοί τους περί εικονικότητας του ανωτέρω πρακτικού συμβιβασμού, μεταξύ της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας και της ασφαλισμένης της, αλυσιτελώς προβάλλονται από τους εναγόμενους, διότι η αξίωση της ενάγουσας, όπως πολλάκις προαναφέρθηκε, βασίζεται στο άρθρο 14 του Ν.2496/1997 και όχι στον συμβιβασμό... Ο δεύτερος εναγόμενος, προβάλλει, δε, κατά της εν λόγω απαίτησης την ένσταση παραγραφής, ισχυριζόμενος ότι, αφού το ζημιογόνο γεγονός έλαβε χώρα στις 11-10-2003 και η αιτούσα του επέδωσε την ένδικη αγωγή της στις 6-4-2009, είχε ήδη παρέλθει ο προβλεπόμενος, από το άρθρο 937 ΑΚ, χρόνος της πενταετούς παραγραφής. Η ένσταση αυτή, όμως, είναι μη νόμιμη, διότι σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 5 του Ν. 2496/1997, σε περίπτωση υποκατάστασης του ασφαλιστή, η παραγραφή των αξιώσεων του λήπτη της ασφάλισης κατά του τρίτου δεν συμπληρώνεται πριν την παρέλευση έξι μηνών από την υποκατάσταση και εφόσον αυτή έλαβε χώρα πριν από την παραγραφή ή την απόσβεση των αξιώσεων. Εν προκειμένω, το ζημιογόνο γεγονός έλαβε χώρα, όπως προεκτέθηκε, στις 11-10-2003 και η υποκατάσταση στις 7-10-2008, όταν καταβλήθηκε η ασφαλιστική αποζημίωση από την ενάγουσα στην ασφαλισμένη της "Ε.Τ.Ε. Α.Ε.", ήτοι εντός της πενταετούς προθεσμίας παραγραφής, συνεπώς η παραγραφή για την ενάγουσα δεν μπορούσε να συμπληρωθεί πριν την παρέλευση του εξαμήνου από αυτήν (υποκατάσταση) ήτοι στις 7-4- 2009, εντός του οποίου, όμως, ασκήθηκε η ένδικη αγωγή (6-4-2009)...". Κατόπιν αυτών το Εφετείο, εξαφανίζοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (που είχε κρίνει την αγωγή ως αόριστη και την απέρριψε τελικώς ως μη νόμιμη), και κρατώντας την υπόθεση, αφού απέρριψε και τις υπόλοιπες προβληθείσες από τους αναιρεσείοντες ενστάσεις, δέχθηκε την αγωγή ως εν μέρει βάσιμη και κατ' ουσίαν και υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες να καταβάλουν εις ολόκληρον στην αναιρεσίβλητη 380.000 ευρώ. Με τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 1 του νόμου 2496/1997 και 914 επ. ΑΚ, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες κατά τα ανελέγκτως από αυτό δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά και τις οποίες εφάρμοσε, δεχόμενο υποκατάσταση της αναιρεσίβλητης στις αξιώσεις αποζημίωσης, που διατηρούσε η ασφαλισμένη της λόγω των ευθυνόμενων από αδικοπραξία αναιρεσειόντων. Η σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλιζόμενου ως προς το ύψος της καταβλητέας ασφαλιστικής αποζημίωσης (ασφαλίσματος), το οποίο και καθορίζει το ποσό που δύναται να αξιώσει ο υποκαθιστάμενος στις αξιώσεις της ασφαλισμένης του ασφαλιστής, ουδόλως αναιρεί την υποκατάστασή του στις προερχόμενες από αδικοπραξία αξιώσεις του ασφαλισμένου έναντι των ευθυνομένων γι' αυτήν, ούτε αλλοιώνει τις αξιώσεις του υποκαθιστάμενου έναντι του ευθυνόμενου τρίτου, όπως φαίνεται αβασίμως να υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες, δεδομένου ότι η υποκατάσταση του ασφαλιστή χωρεί, σε κάθε περίπτωση, είτε η αξίωση του ασφαλισμένου έναντι του ασφαλιστή αναγνωρισθεί δικαστικώς, είτε αναγνωρισθεί απευθείας από τον ασφαλιστή, χωρίς να μεσολαβήσει σχετική δίκη, και καταβληθεί ασφάλισμα, είτε το καταβλητέο ασφάλισμα συμφωνηθεί μεταξύ ασφαλισμένου και ασφαλιστή συμβιβαστικώς. Επομένως ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο του σκέλος, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή οι ανωτέρω διατάξεις δεν ήταν εφαρμοστέες στην κρινόμενη περίπτωση λόγω του εξώδικου συμβιβασμού, που έγινε δεκτό ότι συνήφθη μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της ασφαλισμένης της, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος: α) Κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και πάλι σφάλμα από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 138 ΑΚ περί εικονικότητας του πρακτικού συμβιβασμού μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της ασφαλισμένης της, που ισχυρίζονται πως ήταν εφαρμοστέες. Εφόσον όμως αυτοί δεν αμφισβήτησαν την ασφαλιστική σύμβαση, την πρόκληση ζημιών από την πυρκαγιά και την καταβολή του ασφαλίσματος από την αναιρεσείουσα, που αποτελεί προϋπόθεση της υποκατάστασής της, η ως άνω ένστασή τους παρίστατο αλυσιτελής, διότι ο ισχυρισμός τους δεν ήταν ικανός να αποσείσει την ευθύνη των αναιρεσειόντων προς αποζημίωση κατ' αρχήν της ζημιωθείσας ασφαλισμένης και κατ' επέκταση της υποκατασταθείσας αναιρεσίβλητης, απορρίφθηκε δε γι' αυτό τον λόγο από το Εφετείο, κρίση στην οποία δεν αναφέρονται και δεν πλήττουν ειδικώς με το παραπάνω σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης. Σε κάθε περίπτωση ο ανωτέρω λόγος είναι και κατ' αυτό το σκέλος του και αβάσιμος, διότι η σχετική περί εικονικότητας ένσταση απορρίφθηκε κατ' αποτέλεσμα από το Εφετείο και κατ' ουσίαν δια της παραδοχής των αντίθετων αποδειχθέντων κατά την ανέλεγκτη κρίση του πραγματικών περιστατικών, δηλαδή δια της παραδοχής της διαστάσεως απόψεων ασφαλίστριας και ασφαλισμένης ως προς το ύψος της ζημίας της τελευταίας (βάσει των διαφορετικών παρατιθέμενων στην απόφαση πορισμάτων των ιδιωτικών εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης) και της σύναψης έγκυρης σύμβασης εξώδικου συμβιβασμού, ενώ και ο επικαλούμενος από τους αναιρεσείοντες σκοπός εικονικής σύναψης σύμβασης εξώδικου συμβιβασμού προς αναγνώριση παραγεγραμμένης απαίτησης της ασφαλισμένης κατ' αντικατάσταση της αρχικής ενοχής, που τη συνέδεε με την αναιρεσίβλητη, δεν ευσταθεί, αφού η τυχόν συμπλήρωση της παραγραφής παρείχε στην τελευταία απλώς δικαίωμα (και όχι υποχρέωση) να αρνηθεί την παροχή ασφαλίσματος (άρθρο 272, 276 ΑΚ), η δε σχετική αξίωση της ασφαλισμένης της δεν έπαυε σε αυτή την περίπτωση να υφίσταται και να έχει νομική ενέργεια, παραμένουσα ως ατελής ή φυσική ενοχή, δικαιολογούσα περιουσιακή μετακίνηση, είτε αυτή έγινε εν αγνοία της συμπληρωθείσας παραγραφής είτε εν γνώσει της, οπότε έχει χαρακτήρα παραίτησης από την προβολή της. β) Κατά το τρίτο σκέλος του, με το οποίο οι αναιρεσείοντες επιχειρούν να πλήξουν την προσβαλλόμενη απόφαση για αντιφατικές αιτιολογίες κατ' άρθρο 559 αρ. 19 β ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι η αιτιολογία της ως προς την εξαφάνιση της εκκληθείσας απόφασης, που απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη και σε κάθε περίπτωση ως αόριστη, αντιφάσκουν με τις αιτιολογίες της ως προς την νομιμότητα και το ορισμένο της αγωγής. Και αυτό διότι με τον αριθμό 19 του ανωτέρω άρθρου προσβάλλονται μόνον αιτιολογίες της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή αιτιολογίες ως προς τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται το αποδεικτικό πόρισμα της απόφασης (οι οντολογικές παραδοχές της), και όχι τυχόν νομικά σφάλματα ως προς την εκτίμηση διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προϋπόθεση δε του παραδεκτού του ως άνω λόγου αναίρεσης είναι ότι το δικαστήριο ερεύνησε κρίσιμο ισχυρισμό (αγωγή, ένσταση κ.λπ.) κατ' ουσίαν κατά τα προεκτιθέμενα. Κατά το άρθρο 10 του νόμου 2496/1997 οι αξιώσεις που πηγάζουν από την ασφαλιστική σύμβαση παραγράφονται, στις ασφαλίσεις ζημιών μετά από τέσσερα (4) χρόνια και στις ασφαλίσεις προσώπων μετά από πέντε (5) χρόνια, από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν, ενώ κατά το άρθρο 14 παρ. 5 του ίδιου νόμου σε περίπτωση υποκατάστασης του ασφαλιστή, η παραγραφή των αξιώσεων του λήπτη της ασφάλισης κατά του τρίτου δεν συμπληρώνεται πριν την παρέλευση έξι (6) μηνών από την υποκατάσταση και εφόσον αυτή έλαβε χώρα πριν από την παραγραφή ή την απόσβεση αυτών των αξιώσεων. Στην υποκατάσταση του ασφαλιστή κατά το προαναφερόμενο άρθρο 14 παρ. 1 του νόμου 2496/1997, που αποτελεί περίπτωση νόμιμης εκχώρησης κατά τα προεκτιθέμενα, η απαίτηση μεταβιβάζεται με όλα τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματά της. Έτσι, ο τρίτος, μπορεί να αντιτάξει κατά του ασφαλιστή όλες τις ενστάσεις που είχε κατά του ασφαλισμένου μέχρι την υποκατάσταση, δηλαδή μέχρι την καταβολή του ασφαλίσματος (ΑΠ 848/2002), και ειδικότερα αυτές που βάλλουν κατά της γένεσης και της ύπαρξης της απαίτησης κατά το χρόνο της υποκατάστασης, όπως και αυτές που του παρέχουν το δικαίωμα να αρνηθεί την παροχή. Μπορεί επίσης, να αντιτάξει ενστάσεις κατά του κύρους του ασφαλιστηρίου, αφού η ασφαλιστική σύμβαση αποτελεί προϋπόθεση για την υποκατάσταση (ΑΠ 848/2002), καθώς και ενστάσεις που έχει απευθείας ο ίδιος κατά του ασφαλιστή, στηριζόμενες σε γεγονότα που πλήττουν το κύρος της υποκατάστασης και την ενεργητική νομιμοποίησή του ως υποκαθισταμένου ή που έλαβαν χώρα μετά από την υποκατάσταση, όπως την παραγραφή της αξιώσεως του τελευταίου απέναντί του κατ' άρθρο 14 παρ. 5 του ίδιου παραπάνω νόμου. Η παραγραφή εξάλλου είναι ο θεσμός του δικαίου, εξαιτίας του οποίου μία αξίωση παραλύει, επειδή ο δικαιούχος της παρέλειψε να την ασκήσει εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος που προβλέπεται στο νόμο. Με τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής η αξίωση δεν αποσβήνεται, αλλά εξακολουθεί να εκδηλώνει σημεία ζωής, υφιστάμενη ως φυσική ή ατελής ενοχή. Η παραγραφή δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά μόνο κατόπιν πρότασής της από τον οφειλέτη, ο οποίος λόγω της συμπλήρωσής της μπορεί να αρνηθεί να εκπληρώσει την παροχή κατ' άρθρο 272 παρ. 1 ΑΚ (ΑΠ 472/2021). Κατά το άρθρο δε 278 ΑΚ ο δανειστής ή όποιος άλλος έχει έννομο συμφέρον δικαιούται να προτείνει την παραγραφή και αν ακόμη δεν την είχε προτείνει ή παραιτήθηκε από αυτήν ο οφειλέτης. Ως έχοντες έννομο συμφέρον τρίτοι που δικαιούνται να προτείνουν την παραγραφή νοούνται κατά την έννοια της αμέσως παραπάνω διατάξεως οι δανειστές (ή οι υπό αίρεση δανειστές) του οφειλέτη, οι οποίοι πλήττονται από την ελάττωση της περιουσίας του λόγω μη επίκλησης της παραγραφής από τον τελευταίο (π.χ. εάν αυτοί παρεμβαίνουν προσθέτως υπέρ του οφειλέτη στη δίκη που άνοιξε με αγωγή άλλου δανειστή του, η απαίτηση του οποίου υπέκυψε σε παραγραφή, ή οι δανειστές του οφειλέτη, που βάλλουν με ανακοπή του άρθρου 979 ΚΠολΔ κατά της κατάταξης σε συνταχθέντα από τον συμβολαιογράφο πίνακα κατάταξης άλλου δανειστή, όταν για την καταταγείσα η απαίτηση του τελευταίου έχει συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής), οι εγγυητές που εγγυήθηκαν για την εκπλήρωση της παροχής του οφειλέτη, ο τρίτος κύριος πράγματος, που ενεχυράσθηκε ή υποθηκεύθηκε προς εξασφάλιση της παροχής του οφειλέτη (βλ. και ΑΠ 68/2021), δηλαδή πρόσωπα συνδεόμενα απευθείας με τον οφειλέτη βάσει μεταξύ τους προϋφιστάμενης σχέσεως. Η ένσταση παραγραφής αποτελεί γνήσια αυτοτελή ένσταση (ΑΠ 68/2021, 1333/2000), διότι αφορά επίκληση ουσιαστικού δικαιώματος, και όχι πραγματικών περιστατικών, στα οποία στηρίζονται οι καταχρηστικές ενστάσεις. Επομένως, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 262 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία απαγορεύει ενστάσεις στηριζόμενες σε δικαίωμα τρίτου (με εξαίρεση τις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος) και αφορά τις γνήσιες ενστάσεις (ΑΠ 1175/2001). Συνακόλουθα, η παραγραφή ως γνήσια αυτοτελής ένσταση μπορεί να προβληθεί μόνο από τους δικαιούχους κατά την προπαρατιθέμενη έννοια του άρθρου 278 ΑΚ και όχι από τρίτο (ΑΠ 68/2021, 1175/2001), σε αντίθεση με τις καταχρηστικές ενστάσεις που μπορούν να προβληθούν γενικότερα από όποιον έχει έννομο συμφέρον (ΑΠ 68/2021). Στην περίπτωση δε της κατ' άρθρο 14 παρ. 1 ν. 2496/1997 ασφαλιστικής υποκατάστασης δεν νομιμοποιείται, σύμφωνα με τα παραπάνω, ο υπόχρεος προς αποζημίωση του λήπτη της ασφάλισης αρχικού δανειστή του ασφαλισμένου, να προτείνει τη στηριζόμενη στο άρθρο 10 του παραπάνω νόμου ένσταση παραγραφής, την οποία δεν επικαλέσθηκε ο ασφαλιστής καταβάλλοντας το ασφάλισμα στο λήπτη της ασφάλισης ζημιωθέντα αρχικό δανειστή, καθόσον αυτή πηγάζει από δικαίωμα του ασφαλιστή ως τρίτου. Ο υπόχρεος προς αποζημίωση μπορεί, κατά τα προαναφερόμενα, μόνον να προβάλει κατά της αξίωσης του υποκατασταθέντος ασφαλιστή κατ' ένσταση την τυχόν συμπληρωθείσα πριν την υποκατάσταση παραγραφή της αξίωσης του αρχικού του δανειστή λήπτη της ασφάλισης βάσει των διατάξεων που διέπουν τη μεταξύ τους ενοχή ή την τυχόν συμπληρωθείσα μετά την υποκατάσταση ρυθμιζόμενη στο άρθρο 14 παρ. 5 ν. 2496/1997 παραγραφή. Στην κρινόμενη περίπτωση το Εφετείο επί της σχετικής ενστάσεως που προέβαλαν οι αναιρεσείοντες έκρινε τα ακόλουθα: "... οι εναγόμενοι, επικαλούμενοι το άρθρο 10 του Ν. 2496/1997, που ορίζει ότι "αξιώσεις που πηγάζουν από την ασφαλιστική σύμβαση παραγράφονται στις ασφαλίσεις ζημιών μετά από 4 έτη από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν", υποστηρίζουν ότι, από την ως άνω ημερομηνία της εκδήλωσης της πυρκαγιάς, έως την σύνταξη του προαναφερθέντος πρακτικού, είχε ήδη παρέλθει ο χρόνος της τετραετούς παραγραφής της σχετικής αξίωσης καταβολής του ασφαλίσματος της ασφαλισμένης κατά της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας, προβάλουν δε τη σχετική ένσταση (παραγραφής), την οποία παρέλειψε, κατά τους ισχυρισμούς τους, να προβάλει η ενάγουσα. Εντούτοις, η εν λόγω ένσταση, απαραδέκτως προβάλλεται από τους εναγόμενους, με βάση τα οριζόμενα στο άρθρο 262 ΚΠολΔ εδ. β, διότι ο τρίτος - υπόχρεος προς αποζημίωση και στην ένδικη περίπτωση οι εναγόμενοι, μπορούν μεν να αντιτάξουν κατά του ασφαλιστή τις ενστάσεις που είχε ο ασφαλισμένος του εναντίον αυτού, {στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του οποίου (ασφαλισμένου του) έναντι του τρίτου, υποκαταστάθηκε (ο ασφαλιστής) με την καταβολή του ασφαλίσματος και μέχρι του ποσού αυτού}...., αλλά όχι τις ενστάσεις που είχε αντίστροφα ο ασφαλιστής κατά του ασφαλισμένου του, που πηγάζουν από δικαίωμα τρίτου.". Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε ως απαράδεκτη την ανωτέρω ένσταση των αναιρεσειόντων (ελλείψει ενεργητικής τους νομιμοποίησης να την προβάλλουν) επειδή πηγάζει από δικαίωμα τρίτου, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρων 278 ΑΚ, ούτε κήρυξε παρά τον νόμο απαράδεκτο, σύμφωνα με όσα προδιαλαμβάνονται, και ο σχετικός από τους αριθμούς 1 παρ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αυτές τις αιτιάσεις, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Τούτο συμβαίνει και όταν από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου έχει δημιουργηθεί στον τελευταίο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του, ενόψει όλων των ειδικών συνθηκών και περιστάσεων της συγκεκριμένης περίπτωσης, προερχόμενων κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και ευρισκομένων σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του δικαιούχου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση να συνεπάγεται δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του υποχρέου. Η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε, μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψή του, καταχρηστική δε άσκηση του δικαιώματος υφίσταται στην περίπτωση αδράνειάς του να ασκήσει το δικαίωμά του, η οποία, εάν συνοδεύεται και από άλλες περιστάσεις, μπορεί να θεμελιώσει την ένσταση καταχρηστικότητας υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης του δικαιώματος, αλλά και στην περίπτωση κατά την οποία η μεταβολή της προηγούμενης συμπεριφοράς του δικαιούχου, που είχε δημιουργήσει στον υπόχρεο την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του και είχε συντελέσει στην ενέργεια πράξεων του υποχρέου και στη δημιουργία ορισμένης πραγματικής κατάστασης, είναι αδικαιολόγητη και μη αναμενόμενη, η λόγω δε της μεταβολής της συμπεριφοράς αυτής άσκηση του δικαιώματος, επιφέρει ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε, με επαχθείς για τον υπόχρεο συνέπειες (βλ. και ΟλΑΠ 2/2019, 7/2002, 8/2001, ΑΠ 960/2010, 263/2007, 879/2002). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την ανωτέρω διάταξη, νοούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997). Δεν αποτελούν δε πράγματα, κατά την πιο πάνω έννοια και συνεπώς δεν ιδρύεται ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναίρεσης, αν δεν ληφθούν υπόψη, μεταξύ άλλων, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/1984), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων (ΟλΑΠ 3/1997), οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό ή περιστατικά, που εκτίθενται εκ περισσού (ΑΠ 569/2018). Ο άνω δε αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό, που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ ΑΠ 12/1991, ΑΠ 856/2018), γεγονός, που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1215/2020, 1374/2019, 403/2017). Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, που είχαν προβάλει οι αναιρεσείοντες κρίνοντας τα ακόλουθα: "...απορριπτέα ως νομικά αβάσιμη είναι η προβληθείσα από τους εναγόμενους, με τις πρωτόδικες προτάσεις τους, ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος εκ μέρους της ενάγουσας, διότι οι επικαλούμενοι ισχυρισμοί τους, ότι δηλαδή η ενάγουσα προέβη στη σύνταξη του ανωτέρω πρακτικού και στην καταβολή του αναφερόμενου σε αυτό ποσού στην ασφαλισμένη της, ενώ η αξίωση της τελευταίας είχε υποπέσει σε παραγραφή, την οποία δεν πρόβαλε, καθώς και το ότι παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα, από την ημερομηνία της πυρκαγιάς (11-10-2003), έως την επίδοση της αγωγής (6-4-2009), δεν στοιχειοθετούν υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στην οικεία μείζονα σκέψη, την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος. Ειδικότερα, μόνη η για μακρό χρονικό διάστημα αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, δεν αρκεί για να καταστήσει την άσκησή του καταχρηστική, αλλά πρέπει να συνοδεύεται κι από προηγηθείσες έτερες ενέργειες αυτού, που να δημιούργησαν στον αντίδικό του, την εύλογη εντύπωση ότι δεν πρόκειται να το ασκήσει, περιστατικά που, εκτός του ότι δεν επικαλούνται οι εναγόμενοι, δεν προκύπτουν και από τα αποδεικτικά μέσα. Ακόμη, ούτε το γεγονός ότι, όπως υποστηρίζουν οι εναγόμενοι, η ασφαλισμένη (εκμισθώτρια της εναγόμενης), γνώριζε πως η τελευταία στερείται άδεια λειτουργίας και πιστοποιητικό πυρασφάλειας, αλλά ούτε η αναφερόμενη στο μισθωτήριο συμφωνία τους, περί επιβάρυνσης του μισθωτή με το ασφάλιστρο των μισθωμένων κτιρίων, καθιστά καταχρηστική την συμπεριφορά της ενάγουσας - ασφαλιστικής εταιρίας να προβεί στην διεκδίκηση της ένδικης αξίωσής της". Με τον τέταρτο λόγο της αίτησής τους οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλμα από τον αριθμό 8 β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του όλους τους επιμέρους ισχυρισμούς, που προέβαλαν για να θεμελιώσουν την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, και δη τους ισχυρισμούς τους ότι: α) η κατάχρηση δικαιώματος έγκειτο στη μη προβολή της εκ μέρους της αναιρεσίβλητης της παραγραφής της αξιώσεως της ασφαλισμένης της, β) η αναιρεσίβλητη αναγνώρισε δια της υπογραφής του πρακτικού συμβιβασμού την αξίωση της ασφαλισμένης της παρότι είχε συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής της, με συνέπεια η μέχρι τότε ατελής ενοχή να καταστεί αγώγιμη, παρότι κατά το άρθρο 272 εδ. γ ΑΚ η αναγνώριση παραγεγραμμένης αξίωσης είναι έγκυρη μόνον αν έγινε χωρίς γνώση της παραγραφής, γ) η αναιρεσίβλητη κατέβαλε το ασφάλισμα παραιτούμενη από τη συμπληρωθείσα παραγραφή και δ) ότι η ασφαλισμένη δεν άσκησε εντός τετραετίας την αξίωσή της κατά της αναιρεσίβλητης, η οποία παραγράφηκε, με συνέπεια να δημιουργηθεί σ' αυτούς η εύλογα πεποίθηση ότι και η αναιρεσίβλητη δεν θα ασκούσε την αξίωσή της κατ' αυτών. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι το Εφετείο, όπως καθίσταται σαφές από την ως άνω αιτιολογία απόρριψης της ανωτέρω ένστασης ως μη νόμιμης έλαβε υπόψη του και όλους τους προπαρατιθέμενους επιμέρους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων και κατέληξε στην κρίση του. Ειδικότερα έλαβε υπόψη του όλους αυτούς τους ισχυρισμούς, που επικεντρώνονται στο ζήτημα της σύνταξης του πρακτικού εξώδικου συμβιβασμού της αναιρεσίβλητης με την ασφαλισμένη της και στην καταβολή του αναφερόμενου σε αυτό ποσού, ενώ η αξίωση της τελευταίας είχε υποπέσει σε παραγραφή, την οποία δεν πρόβαλε, και στη για αρκετά μακρό χρονικό διάστημα αδράνεια της να ασκήσει το δικαίωμά της, μη συνοδευόμενη όμως και από προηγηθείσες έτερες ενέργειές της, που να δημιούργησαν στους αναιρεσείοντες ευλόγως την εντύπωση ότι δεν πρόκειται να το ασκήσει, ενώ μάλιστα η αξίωση της ασφαλισμένης κατά των αναιρεσειόντων δεν είχε παραγραφεί κατά τον χρόνο καταβολής του ασφαλίσματος. Ο επιμέρους δε ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι λόγω της συμπλήρωσης του χρόνου παραγραφής η αξίωση της ασφαλισμένης κατά της αναιρεσίβλητης ασφαλίστριας είχε καταστεί μη αγώγιμη είναι μη νόμιμος και η απόρριψή του δεν έχρηζε ειδικότερης αιτιολόγησης κατά τα προαναφερόμενα, αφού η συμπληρωθείσα παραγραφή συνεχίζει να είναι αγώγιμη, εναπόκειται δε στον εναγόμενο να αντιτάξει την παραγραφή, η οποία καθιστά την αγωγή απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσία, ενώ η παραγραφή δεν λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο εάν δεν προταθεί (άρθ. 277 ΑΚ), σ' αυτή δε την τελευταία περίπτωση δεν εμποδίζεται η παραδοχή της αγωγής ως βάσιμης κατ' ουσίαν. Εκτός δε τούτων, το άρθρο 272 εδ. γ ΑΚ προβλέπει μόνον πως ό,τι καταβλήθηκε χωρίς γνώση της παραγραφής δεν αναζητείται και από αυτή τη διάταξη αυτονοήτως παρέπεται ότι πολύ περισσότερο δεν αναζητείται ό,τι καταβλήθηκε εν γνώσει της. Κατά το άρθρο 300 παρ.1 εδ. α ΑΚ, αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Από τη διάταξη αυτή, που έχει εφαρμογή σε κάθε αποζημίωση από οποιαδήποτε αιτία για ζημία ενδοσυμβατική, προσυμβατική ή εξωσυμβατική (ΑΠ 6/2022) και αποτελεί εκδήλωση της διέπουσας το δίκαιο αρχής της καλής πίστης, προκύπτει σαφώς ότι όταν στη γένεση ή στην έκταση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, αφήνεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστή, σταθμίζοντος τις περιστάσεις και τον βαθμό πταίσματος του ζημιώσαντος και του ζημιωθέντος, είτε να μειώσει το ποσό της αποζημίωσης είτε, αναλόγως της επιρροής που άσκησε η υπαιτιότητα του ζημιωθέντος, να μην επιδικάσει αποζημίωση (ΑΠ 1/2022). Προκειμένου περί αγωγής αποζημίωσης η οποία στηρίζεται σε αδικοπραξία του εναγομένου (άρθρα 914 επ. ΑΚ), ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι στην επέλευση ή την έκταση της ζημίας συνέβαλε με τη συμπεριφορά του και το πταίσμα του ο ζημιωθείς ενάγων, συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό που θεμελιώνει ένσταση από το άρθρο 300 ΑΚ καταλυτική εν όλω ή εν μέρει της αγωγής, που δεν μπορεί να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη αλλά πρέπει να προβληθεί από τον εναγόμενο (ΟλΑΠ 1115/1986, ΟλΑΠ 423/1985, ΑΠ 131/2013). Προϋποθέσεις εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 300 ΑΚ είναι: α) η ύπαρξη υποχρέωσης προς αποζημίωση και β) ο ζημιωθείς να συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία του ή την έκτασή της, δηλαδή η συμπεριφορά του να συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση ή την έκταση της ζημίας του (ΑΠ 1074/2022, 1406/2021). Αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος και ζημίας υπάρχει, όταν υπαίτια κατ' άρθρο 330 ΑΚ πράξη ή παράλειψη του ιδίου ή των προσώπων για τις πράξεις ή παραλείψεις των οποίων ευθύνεται (έστω και αντικειμενικώς: π.χ. επί προστήσεως: βλ. ΑΠ 1/2022), κατά το χρόνο και τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να συντελέσει στο επιζήμιο αποτέλεσμα ή στην έκτασή του, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων. Για το ορισμένο της ανωτέρω ενστάσεως απαιτείται η αναφορά των θεμελιούντων το συντρέχον πταίσμα πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 1115/1986, ΟλΑΠ 423/1985, ΑΠ 6/2022, 131/2013), για τη νομιμότητά της δε απαιτείται τα αναφερόμενα περιστατικά να συγκροτούν την έννοια συντρέχοντος πταίσματος κατ' άρθρα 330 και 300 ΑΚ, συνδεόμενου αιτιωδώς με τη ζημία ή την έκτασή της. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη νομιμότητα της σχετικής ενστάσεως υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, όταν δε αυτή ερευνήθηκε στην ουσία της και κατά τις διατάξεις του αρ. 19 του ίδιου άρθρου, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (βλ. και ΑΠ 266/2021, 414/2019, 655/2019, 1633/2018, 210/2013). Το Εφετείο επί των ενστάσεων περί συντρέχοντος πταίσματος που προέβαλαν οι αναιρεσείοντες έκρινε, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τα εξής: "Εξάλλου, τα περιστατικά που επικαλούνται οι εναγόμενοι, δηλαδή ότι: καμία από τις λοιπές επιχειρήσεις που στεγάζονταν στο χώρο αυτό δεν είχε επαρκή μέσα πυροπροστασίας, ότι οι αστυνομικοί εμπόδισαν το προσωπικό της να εισέλθει και να κατασβέσει την πυρκαγιά (πράγμα που, όπως προεκτέθηκε, έγινε για λόγους ασφαλείας), ότι η ενάγουσα αρνείτο να ασφαλίσει τα κτίρια, τα οποία ήταν παλαιά, για λογαριασμό των μισθωτών, αλλά τα ασφάλισε για λογαριασμό της ασφαλισμένης της - εκμισθώτριας, καθώς και ότι η ενάγουσα κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά, ενώ η εναγόμενη εταιρία ακολουθεί, μετά την επέλευση της πυρκαγιάς, φθίνουσα οικονομική πορεία, αληθή υποτιθέμενα δεν στοιχειοθετούν συνυπαιτιότητα της ενάγουσας και της ασφαλισμένης της, ως προς την πρόκληση της ζημίας που προήλθε από την επίμαχη πυρκαγιά. Οπότε η σχετική ένσταση των εναγόμενων, πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη. Επιπλέον, ούτε η μη προβολή της ένστασης παραγραφής εκ μέρους της ενάγουσας, αλλά η ικανοποίηση από αυτήν της αξίωσης της ασφαλισμένης της, συνιστά συνυπαιτιότητά της, κατά το άρθρο 300 ΑΚ, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι.". Με το πρώτο σκέλος του πέμπτου και έκτου λόγων αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγω ευθείας παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 300 ΑΚ, συνιστάμενης στην κρίση του Εφετείου ότι τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέσθηκαν προς θεμελίωση των ενστάσεων τους περί συντρέχοντος πταίσματος αφενός μεν της ιδίας της αναιρεσίβλητης, αφετέρου δε της ιδίας και της ζημιωθείσας ασφαλισμένης της, στη θέση της οποίας υποκαταστάθηκε, ακόμη και αληθή υποτιθέμενα, δεν μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν συνυπαιτιότητα αυτών στην πρόκληση της ζημίας που προήλθε από την πυρκαγιά. Το Εφετείο όμως απορρίπτοντας τις ενστάσεις αυτές για τον ανωτέρω λόγο, δηλαδή ως μη νόμιμες, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, διότι: α) το πραγματικό περιστατικό που επικαλέσθηκαν οι αναιρεσείοντες προς θεμελίωση της ενστάσεώς τους περί συντρέχοντος πταίσματος της αναιρεσίβλητης, συνιστάμενο στη μη προβολή ένστασης παραγραφής της αξιώσεως της ασφαλισμένης της αφενός μεν αποτελούσε νόμιμη επιλογή της, στην οποία δικαιούτο να προβεί, σύμφωνα με τα προδιαλαμβανόμενα, έχοντας απλώς δικαίωμα και όχι υποχρέωση να αρνηθεί την παροχή του ασφαλίσματος για την ανωτέρω αιτία, με συνέπεια να μη είναι δυνατό να θεμελιωθεί επ' αυτού πταίσμα της, αφετέρου δε διότι η ένδικη αξίωσή της κατά των αναιρεσειόντων στηρίζεται στην επελθούσα νομίμως υποκατάστασή της στην αξίωση αποζημίωσης της ασφαλισμένης της από την πυρκαϊά και η μη προβολή εκ μέρους της ένστασης παραγραφής κατά της τελευταίας δεν συνδέεται αιτιωδώς με την επελθούσα εξαιτίας της πυρκαϊάς ζημία, που καλούνται οι αναιρεσείοντες να αποζημιώσουν. β) Τα λοιπά περιστατικά, που επικαλέσθηκαν οι αναιρεσείοντες (ανεπάρκεια μέτρων πυροπροστασίας και από τις υπόλοιπες στεγαζόμενες στο χώρο επιχειρήσεις, παρεμπόδιση του προσωπικού της να εισέλθει στο χώρο για να κατασβέσει την πυρκαγιά από τους αστυνομικούς, άρνηση της αναιρεσίβλητης να ασφαλίσει τα σημαντικής παλαιότητας κτίρια συμβαλλόμενη με τους μισθωτές τους και ασφάλισή τους για λογαριασμό της ασφαλισμένης της - εκμισθώτριας, θέση της αναιρεσίβλητης στην αγορά και φθίνουσα οικονομική πορεία της πρώτης αναιρεσείουσας) ουδόλως δύναται να θεμελιώσουν κατά την προδιαλαμβανόμενη έννοια πταίσμα της αναιρεσίβλητης ή της ασφαλισμένης της, δηλαδή υπαίτια συμπεριφορά της που συνετέλεσε στη ζημία από την πυρκαϊά ή στην έκταση της προκληθείσας από αυτή την αιτία ζημίας. Επομένως οι ανωτέρω λόγοι είναι κατά τα πρώτα τους σκέλη αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι κατά τα δεύτερα σκέλη τους, με τα οποία οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι διότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εισήλθε στην κατ' ουσίαν έρευνα των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ισχυρισμό (της αγωγής ή ενστάσεων κ.λπ.), και όχι όταν αυτός απορρίφθηκε ως απαράδεκτος ή μη νόμιμος, όπως συνέβη ως προς τις προβληθείσες ενστάσεις συντρέχοντος πταίσματος. Μετά την απόρριψη όλων των λόγων της, πρέπει να απορριφθεί η από 2-11-2020 αίτηση για αναίρεση της 509/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες κατά την άσκηση της αίτησής τους. Οι αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 2-11-2020 αίτηση για αναίρεση της 509/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες οκτακόσια (2800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ