Αριθμός 761/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Αθανάσιο Θεοφάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Αιόλου αρ. 86, με Α.Φ.Μ. 094014201, όπως νομίμως εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τριμίντζιο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-2-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33/2010 μη οριστική, 643/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 232/2020 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον, με την από 16-11-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 16.11.2020 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 232/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, το οποίο απέρριψε την από 05.03.2018 έφεση του αναιρεσείοντος κατά των υπ' αριθμ. 643/2017 και 33/2010 οριστικής και μη οριστικής, αντιστοίχως, αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 22.02.2008 αγωγή αναγνωρίσεως κυριότητας τμήματος ακινήτου της αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§1, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8§1 του α. ν. 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δ. με το άρθρο 52 αριθμ. 18 του Εισαγωγικού Νόμου αυτού, όπως η διάταξη αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 24 του ν. 2732/1999 "1. Οποιοσδήποτε αξιώνει δικαίωμα κυριότητας ή άλλο εκτός της νομής εμπράγματο επί ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, ανεξάρτητα αν αυτό κατέχεται από το Δημόσιο ή τον ίδιο, οφείλει πριν υποβάλει σχετική αγωγή στο αρμόδιο, κατά τις κείμενες διατάξεις, δικαστήριο, να κοινοποιήσει με δικαστικό επιμελητή προς το Δημόσιο αίτηση, η οποία θα περιλαμβάνει τις αξιώσεις του, δηλαδή το δικαίωμά του, το είδος, την έκταση, την ακριβή θέση, όπου κείται το ακίνητο και τα όριά του, μετά τοπογραφικού διαγράμματος συνταγμένου από μηχανικό, και τους τίτλους, στους οποίους στηρίζει το δικαίωμά του, ως και τα ονόματα και την ακριβή διεύθυνση των μαρτύρων, οι οποίοι μπορούν να καταθέσουν υπέρ αυτού. Αγωγή που ασκείται χωρίς να έχει τηρηθεί η ως άνω προδικασία κηρύσσεται απαράδεκτη από το αρμόδιο δικαστήριο.". Περαιτέρω, την παράγραφο 4 του ιδίου ως άνω άρθρου, μόνο έξι μήνες μετά την επίδοση της παραπάνω αιτήσεως μπορούν οι αναφερόμενοι στην παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου, αν δεν λάβουν ειδοποίηση για την αποδοχή των αξιώσεών τους, εν όλω ή εν μέρει να εγείρουν αγωγή (Α.Π. 2125/2014, Α.Π. 1054/2013). Είναι προφανές ότι με το άρθρο αυτό, η ισχύς του οποίου άρχισε από τη δημοσίευση του ιδίου νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, κατά την πρόβλεψη του άρθρου 28 αυτού, στις 30.07.1999 (ΦΕΚ Α' 154/30.07.1999) καθιερώνεται, κατά τροποποίηση της σχετικής ρυθμίσεως του άρθρου 8§1 του α. ν. 1539/1938, η τήρηση της προδικασίας της αιτήσεως θεραπείας, πριν από την άσκηση οποιασδήποτε κατά του Ελληνικού Δημοσίου διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής, ανεξαρτήτως αν το ακίνητο κατέχεται ή όχι από το Ελληνικό Δημόσιο. Η νέα αυτή νομοθετική ρύθμιση εναρμονίζεται, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του νόμου, πληρέστερα από την συνταγματικώς επιβαλλόμενη προστασία των δασών και του περιβάλλοντος γενικότερα. Η τήρηση της διοικητικής αυτής προδικασίας, που αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της σχετικής αγωγής, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης και απαιτείται, όχι μόνον όταν το ακίνητο κατέχεται από το Ελληνικό Δημόσιο, όπως γινόταν δεκτό υπό το προηγούμενο καθεστώς (Α.Π. 149/2015, Α.Π. 301/2013). Έτι περαιτέρω, από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η κατά του Ελληνικού Δημοσίου διεκδικητική ή αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή αν δεν προηγηθεί η επίδοση της αιτήσεως αυτής με τα αναφερόμενα στην ίδια διάταξη στοιχεία και παρέλθουν έξι μήνες από την επίδοση, εκτός αν στο διάστημα αυτό των έξι μηνών, ο αιτών έλαβε ειδοποίηση ότι έγιναν δεκτές ή απορρίφθηκαν οι αξιώσεις του (Α.Π. 201/2017, Α.Π. 1128/2012). Ωστόσο, η διαδικασία που ακολουθεί μετά την επίδοση της αιτήσεως θεραπείας δεν είναι προπαρασκευαστική της ασκήσεως της αγωγής, αλλά αποβλέπει στην επίλυση της διαφοράς από την αρμόδια διοικητική αρχή, με στόχο την αποφυγή δημιουργίας ασκόπων δικών (Α.Π. 421/2023, Α.Π. 1756/2009, Α.Π. 320/2004). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις οι παραβάσεις αφορούν κανόνες του δικονομικού δικαίου, κατ' αντίθεση προς την ακυρότητα και την ακυρωσία του ουσιαστικού δικαίου την απόσβεση ή αποδυνάμωση κάποιου ουσιαστικού δικαιώματος και το λεγόμενο ουσιαστικό απαράδεκτο (Α.Π. 646/2020, Α.Π. 94/2018, Α.Π. 17/2020). Στην ένδικη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Ευβοίας, κατ' επιτρεπτή επισκόπηση (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.), με την υπ' αριθμ. 232/2020 οριστική απόφασή του, κρίνοντας την από 05.03.2018 έφεση του αναιρεσείοντος κατά των υπ' αριθμ. 643/2017 και 33/2010 οριστικής και μη οριστικής, αντιστοίχως, αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 22.02.2008 αγωγή αναγνωρίσεως κυριότητας τμήματος ακινήτου της αναιρεσίβλητης και ειδικότερα την αιτίαση που συνιστούσε τον πρώτο λόγο αυτής (εφέσεως), σύμφωνα με τον οποίο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό του ότι για την έγερση της ως άνω αγωγής δεν είχε τηρηθεί η προδικασία, η καθιερούμενη από το άρθρο 8 του α. ν. 1539/1938 και, συνεπώς, η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, απέρριψε αυτόν (πρώτο λόγο εφέσεως) με τις ακόλουθες σκέψεις: " ... . Εν προκειμένω, από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, τόσο ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου όσο και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, προκύπτει ότι έχει τηρηθεί η προδικασία του άρθρου 8§1 του α.ν. 1539/1938, καθώς η ενάγουσα επικαλείται και προσκομίζει την από 17-07-2007 αίτηση θεραπείας, η οποία επιδόθηκε στις 22-08-2007 (βλ. με αριθμό 695στ/22-8-2007 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Έ. προς τον Υπουργό Οικονομικών) και στην οποία περιγράφεται λεπτομερώς το επίδικο και ο τρόπος κτήσης του από την ενάγουσα, με τρόπο ώστε να είναι δυνατός ο εντοπισμός της ακριβούς θέσης και της μορφής του ακινήτου από τα αρμόδια όργανα του Δημοσίου, αναφέρονται όλοι οι τίτλοι κτήσης των δικαιοπαρόχων της και προτείνονται δύο μάρτυρες των οποίων αναγράφονται τα ονόματα και η διεύθυνσή τους. Από την επίδοση δε της ως άνω αίτησης μέχρι την άσκηση της εν λόγω αγωγής παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των έξι μηνών χωρίς το Ελληνικό Δημόσιο να απαντήσει ή να ασκήσει διεκδικητική αγωγή. Ενόψει αυτών έχει τηρηθεί κατά την κρίση του Δικαστηρίου η απαιτούμενη προδικασία του άρθρου 8 του ν. 1539/1938, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 του ν. 2732/1999 της προδικασίας της αίτησης θεραπείας, που απαιτείται πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής και, συνεπώς, ο πρώτος λόγος της έφεσης με τον οποίο προβάλλεται ο ισχυρισμός περί απαραδέκτου της αγωγής λόγω μη τήρησης της ως άνω διαδικασίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. ... .". Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της πλημμελείας εγκειμένης στο ότι ναι μεν η αναιρεσίβλητη, ενόψει εγέρσεως της από 22.02.2008 αγωγής της, κοινοποίησε με δικαστικό επιμελητή την από 17.07.2007 αίτησή της, σύμφωνα με την πρόβλεψη του άρθρου 8§1 του α. ν. 1539/1938, πλην όμως αυτή (αίτηση) ήταν ατελής, υπό την έννοια ότι σ' αυτή γινόταν αναφορά, σε σχέση με τη θέση, τα όρια και τον προσανατολισμό του διεκδικουμένου εδαφικού τμήματος ακινήτου μείζονος εκτάσεως, αλλά δεν συνυποβλήθηκε τοπογραφικό διάγραμμα, συνταγμένο από μηχανικό, αλλ', απλώς, στην αίτηση γινόταν αναφορά στο από Οκτωβρίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Δ. Τ., για το οποίο ουδεμία άλλη αναφορά γινόταν και το οποίο δεν κοινοποιήθηκε μετά της αιτήσεως. Διατείνεται, επίσης, ότι προέβαλε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο την ως άνω ατέλεια και ζήτησε την απόρριψη της από 22.02.2008 αγωγής ως απαράδεκτης, πλην όμως αυτό (πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) έκρινε την αγωγή παραδεκτώς ασκηθείσα. Ότι, με την από 05.03.2018 έφεσή του διατύπωσε σχετικό λόγο εφέσεως, τον οποίο απέρριψε ως άνω, με την υπ' αριθμ. 232/2020 απόφασή του, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ενώ έπρεπε να κάνει δεκτό στην ουσία του τον λόγο εφέσεως. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι βάσιμος. Ειδικότερα, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) της από 17.07.2007 αιτήσεως και της με στοιχεία 695ΣΤ/22.08.2007 εκθέσεως επιδόσεως αυτής του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Κ. Ε., προκύπτει ότι η προβλεπόμενη από το άρθρο 8§1 του α. ν. 1539/1938 προδικασία για την έγερση της από 22.02.2008 αγωγής της αναιρεσίβλητης υπήρξε, κατά τα ανωτέρω, ατελής και, ως εκ τούτου, εξομοιώνεται με μη ασκηθείσα τέτοια και επαγόταν την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης. Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, παρελκούσης της εξετάσεως των λοιπών λόγων αναιρέσεως, λόγω της αναιρετικής εμβελείας του δεκτού γενομένου λόγου. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580§3 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιοδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δε χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Εν προκειμένω, μετά την αναίρεση, αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της από 05.03.2018 εφέσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της ως άνω πρωτοβάθμιας αποφάσεως, με την οποία το τελευταίο παραπονιόταν για την παραδοχή της αγωγής και επεδίωκε την απόρριψή της. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού έκρινε νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή απέρριψε την ως άνω έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Από τις αιτιολογίες που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα του σχετικού λόγου αναιρέσεως, που ευδοκίμησε, προκύπτει ότι η ένδικη αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Επομένως, δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από το ως Εφετείο δικάζον πλέον Δικαστήριο τούτο (άρθρο 522 του Κ.Πολ.Δ.), να γίνει δεκτή η ως άνω από 05.03.2018 έφεση, κατά παραδοχή του σχετικού πρώτου λόγου της, που αναφέρεται στο απαράδεκτο της ασκήσεως της από 22.02.2008 αγωγής, να εξαφανισθεί η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, να κρατηθεί η αγωγή (άρθρο 535§1 του Κ.Πολ.Δ.) προς αναδίκαση, να αναδικασθεί και να απορριφθεί αυτή (αγωγή) ως απαραδέκτως ασκηθείσα. Διάταξη για την επιβολή και τον προσδιορισμό δικαστικών εξόδων για την αναιρετική δίκη δεν πρέπει να περιληφθεί στην απόφαση αυτή για τον λόγο ότι το νικήσαν αναιρεσείον δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα (άρθρο 191§2 του Κ.Πολ.Δ.) ενώ τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του νικώντος εκκαλούντος - εναγομένου, πρέπει να επιβληθούν εις βάρος της ηττωμένης εφεσίβλητης - ενάγουσας (άρθρα 106, 176, 183, 189§1, 191§2 του Κ.Πολ.Δ.). Θα επιβληθούν όμως μειωμένα σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 22§§1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ. Β' 11/20.01.1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5§12 του ν. 1738/1987). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 232/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, δια της οποίας απερρίφθη κατ' ουσίαν η από 05.03.2018 έφεση του αναιρεσείοντος κατά των υπ' αριθμ. 643/2017 και 33/2010, οριστικής και μη οριστικής, αντιστοίχως, αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της ως άνω εφέσεως. Δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν αυτή. Εξαφανίζει την υπ' αριθμ. 643/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Κρατεί και δικάζει την από 22.02.2008 αγωγή. Απορρίπτει αυτή. Και Καταδικάζει την εκκαλούσα - ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του εκκαλούντος - εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ορίζει δε το ποσό αυτών σε τριακόσια ευρώ (300,00€). ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ