Αριθμός 1751/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1.Σ. Μ. του Γ., κατοίκου ... και 2. Γ. Μ. του Σ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κούκο. Του αναιρεσιβλήτου: Π. Μ. του Δ., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Κορακάκη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-3-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2814/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 3989/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντος με την από 26-10-2010 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 11-10-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ο δεύτερος, τέταρτος και έβδομος και κατά ένα μέρος ο έκτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 3989/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Με την απόφαση αυτή το Εφετείο δέχθηκε την από 30-9-2009 έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της 2814/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί την από 2-3-2006 αγωγή των αναιρεσειόντων για την καταδίκη του αναιρεσίβλητου σε δήλωση βουλήσεως, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου διακράτησε την υπόθεση και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία, σύμφωνα με το νόμο, για την κρίση ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ως ζητήματα δε, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκουμένου δικαιώματος, όπως είναι τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή καταλυτικής αυτής ενστάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, δέχθηκε ως προς το ζήτημα της ισχύος του επίμαχου προσυμφώνου πωλήσεως ακινήτου τα ακόλουθα: "Με το .../1-2-1990 προσύμφωνο πωλήσεως ....συμβολαιογράφου...η Γ. Μ., 81 ετών ... γιαγιά του εναγομένου, η οποία απεβίωσε στις 29-12-1994, υποσχέθηκε και ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει ... κατά πλήρη κυριότητα ... κατ' ισομοιρία στους ενάγοντες ένα ακίνητο 576 τ.μ., που βρίσκεται στις …Κατά τα αναφερόμενα στο εν λόγω προσύμφωνο το τίμημα συμφωνήθηκε στο ποσόν των 5.000.000 δρχ., από το οποίο οι αγοραστές κατέβαλαν 2.500.000 δρχ., κατά την αναλογία του ο καθένας, στην πωλήτρια σε μετρητά ενώπιον της πιο πάνω συμβολαιογράφου, κατά την υπογραφή του προσυμφώνου, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 2.500.000 δρχ. οι αγοραστές υποσχέθηκαν να καταβάλουν, και η πωλήτρια αποδέχθηκε, σε έξι (6) συνεχόμενες άτοκες μηνιαίες δόσεις, από τις οποίες ... ήσαν καταβλητέες η πρώτη στις 5-3-1990 ... και η έκτη στις 5-8-1990. Επίσης για τις ανωτέρω δόσεις ... εκδόθηκαν από την πωλήτρια ... συναλλαγματικές αντίστοιχου ποσού και ημερομηνίας λήξεως, τις οποίες αποδέχθηκαν οι αγοραστές ενάγοντες. Με το προσύμφωνο αυτό συμφωνήθηκε ακόμη ότι το οριστικό συμβόλαιο θα καταρτισθεί ενώπιον της ίδιας συμβολαιογράφου ή του νόμιμου αναπληρωτή της μέχρι τις 5-9-1990 ... Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες αγοραστές, αν και κατά τα πιο πάνω συμφωνηθέντα εξόφλησαν τις άνω συναλλαγματικές, τις οποίες εις εξόφληση μέρους του τιμήματος είχαν αποδεχθεί, δεν επιδίωξαν την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, ... όπως είχαν δικαίωμα μέσα στην ταχθείσα μέχρι τις 5-9-1990 προθεσμία. ... Αποδεικνύεται ακόμη ... ότι το πιο πάνω αναφερόμενο ως συμφωνηθέν τίμημα των 5.000.000 δρχ. ήταν εικονικό, δηλαδή δεν ήταν πραγματικό, το δε αληθές τίμημα πωλήσεως ... ανερχόταν στο ποσό τουλάχιστον της αντικειμενικής αξίας του πωληθέντος, η οποία κατ' εκείνο το χρόνο ανερχόταν στο ποσό των 19.000.000 δρχ. (σχετικό το από 9-3-2007 αρ. πρωτ. 5159/2007 έγγραφο της ΔΟΥ Αχαρνών). Οι συμβαλλόμενοι όμως για λόγους φορολογικής εξυπηρέτησης ανέφεραν στο ένδικο προσύμφωνο ως τίμημα το μικρότερο ποσό των 5.000.000 δρχ. Το υπόλοιπο ποσό του πραγματικού τιμήματος ... συμφώνησαν προφορικά να καταβληθεί από τους μελλοντικούς αγοραστές ... κατά την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, προϋπόθεση του οποίου ήταν η εν λόγω εξόφληση. Αποδεικνύεται όμως ... ότι οι διά του ως άνω προσυμφώνου συμβαλλόμενοι δεν προσήλθαν στην κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου εντός της ταχθείσας ως άνω προθεσμίας που έληγε στις 5-9-1990, καθόσον οι αγοραστές λόγω οικονομικής αδυναμίας, αφενός δεν μπορούσαν να εξοφλήσουν το ... υπόλοιπο του συμφωνηθέντος τιμήματος και αφετέρου δεν μπορούσαν να λάβουν πιστοποιητικό φορολογικής ενημερότητας λόγω βεβαιωμένων χρεών τους προς το Ελληνικό Δημόσιο. Ενόψει των ανωτέρω οι συμβαλλόμενοι περί τα μέσα Σεπτεμβρίου 1990 συμφώνησαν προφορικά την κατάργηση - ανατροπή του επίμαχου προσυμφώνου και ματαίωση της σύναψης της οριστικής συμβάσεως, η δε πωλήτρια επέστρεψε το τίμημα που είχε εισπράξει. Άλλωστε η σύναψη της εν λόγω καταργητικής του προσυμφώνου συμφωνίας ήταν η αιτία για την οποία οι ενάγοντες αγοραστές δεν επιδίωξαν την κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως ... μέχρι και τις 29-12-1994 που απεβίωσε η πωλήτρια αλλά ούτε και μεταγενέστερα μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής (2006). Σημειωτέον ότι το επίδικο μαζί με άλλα ακίνητα κληρονόμησαν εξ αδιαθέτου τα τέκνα της θανούσης Γ. Μ., μη διάδικοι στην παρούσα δίκη, και ο εναγόμενος, τέκνο του προαποβιώσαντος γιου της Δ. Μ., οι οποίοι νόμιμα αποδέχθηκαν και μετέγραψαν την επαχθείσα σε αυτούς εξ αδιαθέτου κληρονομία της μητέρας και γιαγιάς τους, αντίστοιχα. Εξάλλου, για τον ίδιο λόγο, της κατάργησης δηλαδή του προσυμφώνου, οι μελλοντικοί αγοραστές, μετά το θάνατο της πωλήτριας Γ. Μ. δεν επιδίωξαν, όπως προεκτέθηκε, την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου από τους κληρονόμους της και νέους πλέον υπόχρεους, ενέργεια, που στην αντίθετη περίπτωση, θα είχαν προβεί, ενόψει ότι ήδη από το 1999 είχε αρθεί η υποχρέωση εκδόσεως πιστοποιητικού φορολογικής ενημερότητας ... Σε κάθε περίπτωση είχαν κάθε συμφέρον να καταρτίσουν την οριστική σύμβαση, καθόσον οι αξίες των ακινήτων στην περιοχή αυτή μετά την κατάρτιση του προσυμφώνου είχαν μεγάλη αύξηση, προκειμένου να κατοχυρώσουν τα δικαιώματά τους επί του επιδίκου, τη νομή του οποίου σημειωτέον δεν είχαν. Άλλωστε, ενόψει ότι τελούσαν σε πλήρη γνώση της άτυπης κατάργησης του επίμαχου προσυμφώνου, δεν όχλησαν ποτέ εγγράφως ή προφορικώς τους ανωτέρω κληρονόμους της πωλήτριας για την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, ούτε εξάλλου οι ίδιοι ισχυρίζονται κάτι τέτοιο. Άσκησαν δε την υπό κρίση αγωγή δεκαέξι (16) έτη αφότου είχαν συνάψει το πιο πάνω προσύμφωνο (1-2-1990), αφού προηγουμένως είχε ανακύψει μεταξύ των συγκληρονόμων του επιδίκου ακινήτου αντιδικία, όσον αφορά τον τρόπο εκμετάλλευσής του, με συνέπεια ο εναγόμενος να ασκήσει εναντίον των συγκυρίων θείων του ... αγωγή διανομής τούτου κοινοποιηθείσα στους τελευταίους στις 10-11-2004, ... ζητώντας τη λύση της μεταξύ τους υφισταμένης κοινωνίας. Σημειωτέον, ότι αμέσως μετά την άσκηση της αγωγής αυτής, όλως αιφνίδια, οι ανωτέρω συγκληρονόμοι προέβησαν στη μεταβίβαση του κληρονομικού τους μεριδίου (2/3 εξ αδιαιρέτου) επί του επίκοινου ακινήτου προς τους ενάγοντες σε μερική εκτέλεση του επίμαχου προσυμφώνου, ... οι δε τελευταίοι άσκησαν την υπό κρίση αγωγή για καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως εναντίον του εναγομένου, ως κληρονόμου του 1/3 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου, επικαλούμενοι ότι η αιτία μη συνάψεως του οριστικού συμβολαίου ήταν το γεγονός ότι αδυνατούσαν να λάβουν φορολογική ενημερότητα καθώς και ότι ανέμεναν να αρθεί η εκκρεμότητα η σχετική με τη ρυμοτόμηση. Ωστόσο, οι ισχυρισμοί τους αυτοί είναι αβάσιμοι". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι οι συμβαλλόμενοι στο επίμαχο προσύμφωνο πωλήσεως, μελλοντικοί αγοραστές (ενάγοντες) και πωλήτρια, ατύπως προέβησαν στην κατάργηση - ανατροπή του εν λόγω προσυμφώνου και στη ματαίωση της κατάρτισης του οριστικού συμβολαίου και κατόπιν αυτού, δέχθηκε την καταλυτική της αγωγής σχετική ένσταση του εναγομένου, που την είχε επαναφέρει με λόγο εφέσεως, και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί διαφορετικά, διακράτησε την υπόθεση και απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων ως αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου, και μάλιστα με αντιφατικές αιτιολογίες τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 166, 361 ΑΚ, καθόσον, ενώ δέχεται την κατόπιν συμφωνίας των συμβαλλομένων μεταγενέστερη κατάργηση του επίμαχου προσυμφώνου πωλήσεως, κρίση την οποία στήριξε, πλην των άλλων, και στην παραδοχή ότι οι κληρονόμοι της Γ. Μ. δεν κατάρτισαν μαζί τους οριστικό συμβόλαιο για τη μεταβίβαση του μεριδίου του ο καθένας στο επίδικο ακίνητο, ωστόσο, στη συνέχεια δέχθηκε το εντελώς αντίθετο, ότι δηλαδή οι λοιποί κληρονόμοι της Γ. Μ., πλην του αναιρεσίβλητου, κατάρτισαν με τους αναιρεσείοντες το οριστικό συμβόλαιο πωλήσεως σε εκτέλεση του επίμαχου προσυμφώνου, και κατά συνέπεια με τον τρόπο αυτό στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση του από νόμιμη βάση. Πράγματι, η ταυτόχρονη και παράλληλη παραδοχή το μεν ότι υπήρξε μεταγενέστερη κατάργηση του προσυμφώνου πωλήσεως, το δε ότι καταρτίσθηκε με ορισμένους κληρονόμους της πωλήτριας οριστικό συμβόλαιο σε εκτέλεση του προσυμφώνου αυτού καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για το αν το προσύμφωνο καταργήθηκε με μεταγενέστερη συμφωνία ή εξακολούθησε να είναι ισχυρό, γεγονός που αποτελεί για το επίδικο δικαίωμα των αναιρεσειόντων καταλυτική ένσταση από πλευράς αναιρεσίβλητου, την οποία και δέχθηκε το Εφετείο και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Επομένως, τα όσα συναφώς υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κρίνονται βάσιμα. Σημειώνεται μάλιστα ότι το Εφετείο, προκειμένου να θεμελιώσει την κρίση του ότι το αναγραφόμενο στο προσύμφωνο πωλήσεως τίμημα ήταν κατά πολύ υψηλότερο, με αποτέλεσμα να αδυνατούν οι αγοραστές να το καταβάλουν, εξαιτίας δε τούτου οποίου (και άλλων λόγων) οδηγήθηκαν στην σιωπηρή κατάργηση του προσυμφώνου, αναφέρει ότι το αληθές τίμημα πωλήσεως του επίδικου ακινήτου, που οι συμβαλλόμενοι πράγματι είχαν συμφωνήσει, ανερχόταν στο ποσόν τουλάχιστον της αντικειμενικής αξίας του πωληθέντος, η οποία κατ' εκείνο το χρόνο ανερχόταν στο ποσόν των 19.000.000 δρχ., παραπέμποντας για την κρίση αυτή αποκλειστικά στο υπ' αριθμ. πρωτ, 5159/2007 έγγραφο της Δ.Ο.Υ. Αχαρνών. Στο έγγραφο, ωστόσο αυτό πουθενά δεν αναφέρεται ότι η σχετική βεβαίωση αφορά το επίδικο ακίνητο, αφού κατά λέξη διαλαμβάνονται σ' αυτό τα εξής: "Σε απάντηση της υπ' αριθμ. 5159/2007 αιτήσεώς σας, με την οποία ζητάτε την αντικειμενική αξία του οικοπέδου που βρίσκεται στο Δήμο …και επί της οδού …και για το χρονικό διάστημα 1990 - 1992, σας ενημερώνουμε ότι η αντικειμενική αξία για το έτος 1992 είναι 33.516 δρχ./τμ (Α ζώνη 95.000 δρχ., ΣΑΟ 1,80, ΣΣΟ 0,28, ΣΟ 0,70)". Ωστόσο, από το έγγραφο αυτό αφενός μεν δεν προκύπτει, αν η βεβαίωση για την αντικειμενική αξία αφορά το επίδικο ακίνητο, ενόψει του ότι ο αναιρεσίβλητος δεν προσκόμισε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αντίγραφο της αιτήσεώς του προς τη Δ.Ο.Υ. Αχαρνών, ώστε να ελεγχθεί από το περιεχόμενό της ο συσχετισμός της με το εν λόγω ακίνητο, αφετέρου δε η βεβαίωση της Δ.Ο.Υ. αναφέρεται σε αντικειμενική αξία κατά το έτος 1992, την οποία και υπέλαβε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι ίσχυε και κατά το έτος 1990, οπότε και καταρτίσθηκε το επίμαχο προσύμφωνο (Το έγγραφο αυτό της Δ.Ο.Υ. Αχαρνών προσκομίζεται από τους αναιρεσείοντες για θεμελίωση λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ.20 ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό, παρέλκει δε κατόπιν τούτου η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων. Ο αναιρεσίβλητος λόγω της ήττας του πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 3989/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την εκδίκαση της υποθέσεως στο αυτό δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Σεπτεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ