Αριθμός 1197/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Θ. Ν. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Κουνινιώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "EUROBANK ERGASIAS ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 2η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αναστασία Φράγκου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία στην ως άνω από 2-3-2023 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις της δήλωσε ότι η εν λόγω αναιρεσίβλητη εταιρεία τελεί υπό ειδική εκκαθάριση και εκπροσωπείται από την "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΕ", ενώ οι 1η και 3η δεν παραστάθηκαν. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2017 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 80/2018 μη οριστική και 129/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 94/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-6-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την υπό κρίση, από 11-6-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 5/2021), αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθμ. 94/2020 απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. του ΚΠολΔ (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), ερήμην των: 1. πρώτης των εφεσιβλήτων ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος" και 2. τρίτης των εφεσιβλήτων ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ" και ήδη πρώτης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων. Συνεπώς, για την παραδεκτή άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τους ανωτέρω των εφεσιβλήτων που δικάστηκαν ερήμην στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.ΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 του ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ. β` περ. β` του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.ΑΠ 11/1998), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 58/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 805/2019). Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης, ως δικογράφου (άρθρο 577 παρ. 1, σε συνδ. με 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην: α) της πρώτης εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος" και β)της τρίτης εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ", οι οποίες, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. 2η σελίδα αυτής), είχαν κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστούν στη δικάσιμο της 9-7-2020 ενώπιον, του, ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, η δε συζήτηση της υπόθεσης έγινε με επίσπευση του εκκαλούντος και ότι η συζήτηση της υπόθεσης (κατά την ανωτέρω δικάσιμο) χώρισε σαν να ήταν και αυτοί (απολειπόμενοι) παρόντες (άρθρο 764 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Επομένως, ως προς τους ανωτέρω των εφεσιβλήτων (εφόσον αυτοί είχαν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, η δε συζήτηση της υπόθεσης έγινε με επίσπευση του εκκαλούντος), η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 610/2023). Συνακόλουθα, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ` άρθρο 553 παρ. 1, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του ΚΠολΔ και ως προς τους ανωτέρω πρώτη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων και εφόσον περαιτέρω έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της (άρθρα 552, 553 παρ. Ιβ, 556, 558, 564 παρ. 3 και 769 του ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις του άρθρου 576 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1205/2022, ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 1753/2017). Στην ερευνώμενη υπόθεση, από τις προσκομιζόμενες, από τον αναιρεσείοντα: 1. με αριθμ. 779Γ/10-2-2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ά. Π. και 2. με αριθμ. 794Γ/14-2-2022 έκθεση επίδοσης της ίδιας δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ά. Π., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κλήση προς παράσταση κατ`αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στην πρώτη (ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ") και τρίτη (ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ) των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα. Επομένως, αφού αυτές δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, με τη σειρά της από το πινάκιο και ούτε έχουν καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες(άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Ο αιτών και ήδη αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μεσολογγίου, την, από 20-2-2017 (αριθμ. κατάθ. 26/2017), αίτηση κατά των ήδη αναιρεσίβλητων ανώνυμων τραπεζικών εταιριών, με την οποία επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των οφειλών του, ζήτησε τη ρύθμιση αυτών, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης το οποίο αυτός πρότεινε, άλλως τη δικαστική ρύθμιση αυτού, σύμφωνα με τις ευεργετικές διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 και 9 παρ. 1 του ν. 3869/2010, αφού ληφθεί υπόψη η περιουσιακή και η οικογενειακή του κατάσταση, προκειμένου να απαλλαγεί από τις οφειλές του προς τις πιστώτριες. Επί της αίτησης αυτής, εκδόθηκε η με αριθμ. 129/2019 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Μεσολογγίου (είχε προηγηθεί η έκδοση της 80/2018 μη οριστικής απόφασης του ίδιου δικαστηρίου), η οποία δέχθηκε κατ' ουσία την αίτηση και ρύθμισε τα χρέη του καθορίζοντας καταβολές ύψους 200,00 ευρώ για τρία έτη, ενώ εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία του (ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου) ορίζοντας 240 μηνιαίες δόσεις καταβολών, ύψους 279,17 ευρώ , μετά το τέλος των επί τριετία μηνιαίων καταβολών, προσαυξημένων κατά 12 μήνες από την κοινοποίηση σ'αυτόν της απόφασης. Κατά της απόφασης αυτής, ο αιτών, άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου, την, από 30-7-2019 (αριθ. κατάθ. 115/2019), έφεση με την οποία επικαλούμενος κακή εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την εκτίμηση της εμπορικής αξίας της κύριας κατοικίας του, την οποία εσφαλμένα εκτίμησε στο ποσό των 150.000 ευρώ, ζήτησε τη μείωση της εμπορικής αξίας του ακινήτου και την παραδοχή της έφεσής του. Το, ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την έφεση. Το άρθρο 560 του ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α` 87/23-7-2015), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα, ορίζει: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου .... Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση των ως άνω διατάξεων, οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, απαριθμούνται περιοριστικά σ` αυτές (Ολ.ΑΠ 45/1987, ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 399/2020, ΑΠ 575/2018, ΑΠ 120/2017, ΑΠ 608/2015, ΑΠ 91/2015), οι οποίες είναι ειδικές, ως προς τους επιτρεπομένους λόγους αναίρεσης κατά των αναφερομένων εκεί αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων (ΑΠ 602/2023, ΑΠ 399/2020, ΑΠ 313/2017), αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 602/2023, ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 69/2019, ΑΠ 894/2018). Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 εδ. α' και β' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ.ΑΠ 25/2003, Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 322/2020, ΑΠ 5/2020). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων(ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 94/2008). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ 268/2020, ΑΠ 255/2020). Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου, που δίκασε ως Εφετείο, κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 εδάφ. β'του ν. 3869/2010, 739 επ. του ΚΠολΔ), με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα των συναφών αναιρετικών λόγων, πραγματικά περιστατικά: " ... ο εκκαλών (ήδη αναιρεσείων) με την υπό κρίση έφεση και για τους λόγους που περιέχονται σε αυτή, παραπονείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, με σκοπό να γίνουν δεκτά όλα τα αιτήματα της αίτησής του. Ειδικότερα, με το μοναδικό λόγο της υπό κρίση έφεσης, κατ' εκτίμησή του, ο εκκαλών-αιτών ζητεί να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση παραπονούμενος για κακή εκτίμηση της εμπορικής αξίας του εν θέματι ακινήτου. Ωστόσο, ούτε κατ' εκτίμηση του δικογράφου της εφέσεως, δεν προσδιορίζει σαφώς το αίτημα μεταρρύθμισης των καταβληθησόμενων δόσεων. Επομένως ο εν θέματι λόγος εφέσεως είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας και συνεπώς απορριπτέος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς εξέτασή του, πρέπει, απορριπτομένων των αντίθετων υποστηριζομένων με την υπό κρίση έφεση, να απορριφθεί αυτή (έφεση) στο σύνολό της ... ". Ο αναιρεσείων, με την υπό κρίση αναίρεση, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και να απορρίψει ως απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, το μοναδικό λόγο της έφεσής του, με τον οποίο προσέβαλε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δηλ. την τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Χ. Β. και το φύλλο αντικειμενικής αξίας της κατοικίας του, όσο και από τα χαρακτηριστικά της δηλ. το χρόνο κατασκευής, την περιοχή στην οποία βρίσκεται, το εμβαδόν της και τις συνθήκες που επικρατούν σήμερα στην αγορά ακινήτων, καθώς και το έντυπο Κ-2, η εμπορική της αξία ανέρχεται στο ποσό των 69.836,45 ευρώ και όχι στην εκτιμηθείσα των 150.000 ευρώ, παραβίασε: α) τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 αφήνοντας αδίκαστη αίτηση δηλ. "δεν εξέτασε καν, αν είναι ορθή η αξία του ακινήτου μου και αν πρέπει να μεταβληθεί με βάση τα προσκομιζόμενα και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας έγγραφα παρά την απέρριψε ως αόριστη και απαράδεκτη επειδή δεν προσδιορίζεται σαφώς το αίτημα μεταρρύθμισης των καταβληθησόμενων δόσεων" και β) δεν έλαβε υπόψη τα ως άνω επικαλούμενα έγγραφα. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, καθόσον ο μεν λόγος από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των περιοριστικά προβλεπόμενων στη διάταξη του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, λόγων αναίρεσης και επομένως δεν εφαρμόζεται σε δίκες που αφορούν αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων (άρθρο 560 του ΚΠολΔ)(Ολ.ΑΠ 45/1987, ΑΠ 602/2023, ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 1020/2021, ΑΠ 208/2020), ο δε λόγος από τον αριθμό 5 εδ. β' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ (κατ` ορθή εκτίμηση και όχι από το άρθρο 559 αριθμ. 8) καθόσον οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος αφορούν έγγραφα, δηλαδή αποδεικτικά μέσα του άρθρου 339 του ΚΠολΔ, τα οποία δεν συνιστούν αυτοτελή ισχυρισμό - πράγμα, κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθμ. 5 του ΚΠολΔ (ΑΠ 602/2023, ΑΠ 1681/2018, ΑΠ 1543/2017), πλέον του ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα λόγο έφεσης και τον απέρριψε ως απαράδεκτο, γεγονός που σημαίνει ότι τον έλαβε υπόψη (Ολ.ΑΠ 14/2004, ΑΠ 14/2021, ΑΠ 15/2021), έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή του, κατέληξε σε εσφαλμένη για τα πράγματα κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 554/2020, ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2148/2007). Ας σημειωθεί ότι η ανωτέρω αιτίαση θα μπορούσε να στηρίξει την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδ. γ' του ΚΠολΔ, η οποία όμως και αυτή δεν ιδρύεται στην παρούσα δίκη, που αφορά αναίρεση απόφασης Πρωτοδικείου, που δίκασε ως Εφετείο (άρθρο 560 του ΚΠολΔ)(ΑΠ 602/2023, ΑΠ 208/2020). Τέλος, πρέπει να αναφερθεί ότι ο λόγος αναίρεσης που το πρώτον προτείνεται με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου από τον αριθ. 1εδ. β' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ προτείνεται απαραδέκτως, κατ' άρθρο 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., διότι δεν προβλήθηκε ως λόγος αναίρεσης με το αναιρετήριο και πρέπει να απορριφθεί (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 65/2017). Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου για να ερευνηθεί, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β` του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β` του ν 3869/2010, κατά την οποία "δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1513/2022). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11-6-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 5/2021), αίτηση για αναίρεση της με αριθμ. 94/2020 απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 21 Ιουλίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ