Αριθμός 883/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Η. Μ. του Ά., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Τόλια. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ναυτιλιακής εταιρείας με την επωνυμία "ARGENTIA NAVIGATION S.A", που εδρεύει καταστατικά μόνον στα ..., πραγματικά δε στην ... και συγκεκριμένα στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Ναυτιλιακής εταιρείας με την επωνυμία "IKARUS MARITIME CO.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 3. Α. Κ. του Σ., κατοίκου ... και 4. Ε. Μ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Μπουρνέλη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Νοεμβρίου 2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3810/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 640/2010 του Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7 Αυγούστου 2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 19 Μαρτίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 60/7-8-2012 αιτήσεως για αναίρεση της 640/30.8.2010 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα). Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις 457,458Ε/8-10-2012 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... προκύπτει ότι με εντολή του νομίμως παρισταμένου ως πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος Ιωάννη Τόλια, ο οποίος επισπεύδει την κρινόμενη 60/7-8-2012 αίτηση για αναίρεση της 640/30-8-2010 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα), νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στην πρώτη και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ακριβές αντίγραφο της εν λόγω αιτήσεως, με τις συνημμένες πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης (15-4-2013), με κλήση προς συζήτηση κατά την εν λόγω δικάσιμο (15-4-2013). Κατά την εν λόγω όμως δικάσιμο (15-4-2013), κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι εν λόγω πρώτη και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ.1, 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, επιτρεπτώς το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ. Με την κρινόμενη 60/7-8-2012 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 640/30-8-2010 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα), κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ'επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.,2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 9306/10-11-2006 αγωγή εφέροντο προς διάγνωση αξιώσεις του δι'αυτή ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, απορρέουσες από σύμβαση ναυτικής εργασίας, την οποία κατάρτισε με την πρώτη των εναγομένων, πλοιοκτήτρια του πλοίου "F...", που μετονομάσθηκε στη συνέχεια σε "L... F...", ενεργούσα με την εκπρόσωπό της τρίτη τούτων και τον τέταρτο, εκπρόσωπο της δεύτερης, διαχειρίστριας του πλοίου, σε εκτέλεση της οποίας πρόσφερε τις υπηρεσίες του ως πλοίαρχος. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η απορριπτική αυτής 3810/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 1181/22-10-2008 έφεση του ενάγοντος, η 640/2010 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια η βασιμότητα των διατυπουμένων δι'αυτής λόγων αναιρέσεως με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Ειδικότερα: (Α) Διαφορές αποδοχών κατά το από 17-9 έως 30-11-2005 χρονικό διάστημα διάρκειας της συμβάσεως. Κατά τις ενδιαφέρουσες αιτιολογίες της αποφάσεως "Από τα μέσα του θέρους του έτους 2005 μέχρι τα τέλη Νοεμβρίου του ιδίου έτους, το υπό σημαία Comoras Φ/Γ πλοίο, νηολογίου Moromi 1200461, 1243 ΤDW, πλοιοκτησίας της α' εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης, βρισκόταν στη Ναυπηγοεπισκευαστική Ζώνη Περάματος, όπου καθόλο το ως άνω χρονικό διάστημα εκτελούντο εργασίες επισκευών. Ο ενάγων και ήδη εκκαλών προήλθε στην κατάρτιση προφορικής συμβάσεως εργασίας στον Πειραιά στις 17-9-1995, με την διαχειρίστρια του ως άνω πλοίου (εφεξής το πλοίο) β' εναγομένη και ήδη β' εφεσίβλητη, εκπροσωπούμενη από τον δ' εναγόμενο και ήδη δ' εφεσίβλητο. Με βάση τη σύμβαση αυτή, προσέφερε ο εκκαλών τις υπηρεσίες του στις επισκευαστικές εργασίες, επιβλέποντας τα συνεργεία επισκευών του καταστρώματος του πλοίου, αντί ημερομισθίου 60 ευρώ. Πρόκειται για παροχή χερσαίας και όχι ναυτικής εργασίας, αφού στο πλοίο δεν υπήρχε οργανωμένο πλήρωμα, παρά μόνο επισκευαστικά συνεργεία, και ο εκκαλών είχε προσληφθεί για να παρέχει υπηρεσίες για όσο χρόνο στο πλοίο θα εκτελούντο επισκευαστικές εργασίες. Μετά την ολοκλήρωση των επισκευών, συνήφθη εγγράφως, την 1-12-2005, στον Πειραιά, μεταξύ των ανωτέρω, άλλη σύμβαση, ναυτικής, πλέον, εργασίας, δυνάμει της οποίας ο εκκαλών προσελήφθη και ναυτολογήθηκε στο πλοίο αυθημερόν ως πλοίαρχος, αντί συνολικών μηνιαίων αποδοχών 3.000 ευρώ. Η διάρκεια της διεπομένης από το ελληνικό δίκαιο, στο οποίο υποβλήθηκαν τα μέρη (άρθ. 3 παρ. 1 της Συμβάσεως της Ρώμης του 1980 "για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές", που κυρώθηκε με τον ν. 1792/1988) - συμβάσεως αυτής ορίσθηκε μέχρι τη νηολόγηση του πλοίου σε νηολόγιο λιμένα του Καμερούν, μετά την άφιξή του στη χώρα αυτή, όπου και θα υπογραφόταν νέα σύμβαση ναυτικής εργασίας, εναρμονισμένη με τη Νομοθεσία του Καμερούν, και με την εκεί διαχειρίστρια του πλοίου. Είναι προφανές ότι εάν τα μέρη είχαν συμφωνήσει να προσληφθεί ο εκκαλών ως πλοίαρχος του πλοίου ήδη από 17-9-2005, θα είχε συναφθεί έκτοτε και η σύμβαση ναυτικής εργασίας και όχι την 1-12-2005. Στις 17-9-2005 ο εκκαλών είχε προσληφθεί για την εκτέλεση ορισμένου έργου, στο πλαίσιο των εργασιών επισκευής του πλοίου, μετά το πέρας των οποίων θα έληγε η σύμβαση, όπως και συνέβη. Δεν προσελήφθη, δηλαδή, για να γίνει μέλος συγκροτημένου πληρώματος και επικεφαλής του, ούτε αμειβόταν με μισθό, αλλά με ημερομίσθιο. Η πρόσληψη του ως πλοιάρχου έγινε το πρώτον την 1-12-2005 με σύμβαση ναυτολογήσεώς του. Αναγράφεται μεν στο προσκομιζόμενο (σε αντίγραφο) από τον εκκαλούντα ως ημερολόγιο του πλοίου η 17-9-2005 ως ημερομηνία ναυτολογήσεώς του εκκαλούντος, πλην πρόκειται για εκ των υστέρων εγγραφή, όπως αυτό συνάγεται και από το ότι στο ίδιο έγγραφο αναγράφεται το ποσό των 3.000 ευρώ ως μηνιαίος μισθός του εκκαλούντος, το οποίο όμως συμφωνήθηκε το πρώτον με την από 1-12-2005 σύμβαση ναυτικής εργασίας, ενώ προηγουμένως ο εκκαλών αμειβόταν με ημερομίσθιο. Περαιτέρω, η από 17-9-2005 αίτηση του πράκτορα του πλοίου Α. Μ. προς την Υπηρεσία Ελέγχου Διαβατηρίων του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιώς για να χορηγηθεί "έξοδος" στον εκκαλούντα δεν αποτελεί αποφασιστικό στοιχείο για τον χαρακτηρισμό της εργασίας του εκκαλούντος, από 17-9-2005, ως ναυτικής. Η αίτηση αυτή συνετάγη προώρως και χωρίς να ανταποκρίνεται προς τα δεδομένα του χρόνου της υποβολής της. Τούτο συνάγεται και από το ότι αναφέρεται ως λόγος της αιτήσεως "εξόδου" η αναχώρηση του πλοίου για την Ιταλία ("Παρακαλούμε χορηγήσετε έξοδο στους κάτωθι αναφερομένους - αναφέρεται μόνο ο εκκαλών - που θα αναχωρήσουν για Ιταλία με Μ/V Ρ... σημαία Comoros ως πλήρωμα"). Όμως, ούτε το πλοίο θα αναχωρούσε ούτε υπήρχε προοπτική πλου στην Ιταλία. Ουδέποτε η α' εφεσίβλητη απεφάσισε, ούτε της προτάθηκε, μεταφορά φορτίου για Ιταλία, και μάλιστα εκείνο το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο στο πλοίο εκτελούντο επισκευαστικές εργασίες με αβέβαιο τον χρόνο περατώσεως τους. Κατόπιν των ανωτέρω, η σύμβαση εργασίας του εκκαλούντος που συνήφθη στις 17-9-2005 λειτούργησε μόνο ως τοιαύτη χερσαίας εργασίας και, κατά συνέπεια, η εν λόγω σύμβαση εργασίας του εκκαλούντος διέπεται από το κοινό εργατικό δίκαιο και όχι από τον ΚΙΝΔ και τη συλλογική σύμβαση εργασίας πλοιάρχων μεσογειακών φορτηγών πλοίων 501-3.000 Κ.Ο.Κ. ή 801-4.500 ΤDW του έτους 2005, που κυρώθηκε με την απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας 3525.3/01/2005 (ΦΕΚ Β 1286)". Με τις αιτιολογίες αυτές συνδέονται οι ερευνώμενες στη συνέχεια λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα: Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.12 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως δημιουργείται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να προσδώσει σε αποδεικτικό μέσο την αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία κατά νόμο διέθετε. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ τα δημόσια έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη, επιτρεπομένης αυτοαποδείξεως μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών, μόνο για τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από τον συντάκτη αυτού ή ότι έγιναν ενώπιόν του. Παράλληλα, κατά το άρθρο 440 ΚΠολΔ, αποτελούν πλήρη απόδειξη, επιτρεπομένης ανταποδείξεως, χωρίς την προσβολή τους ως πλαστών, για τα πραγματικά περιστατικά που βεβαιώνονται στα δημόσια έγγραφα, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης αυτών. Με την έννοια αυτή τα κατά τα άρθρα 46, 47 του ΚΔΝΔ και 39, 41 και 42 του ΚΙΝΔ ναυτιλιακά έγγραφα, τα οποία απλώς θεωρεί ο αρμόδιος υπάλληλος της Λιμενικής ή Προξενικής Αρχής του κατάπλου του πλοίου (άρθρο 49 ΚΙΝΔ), δεν αποτελούν δημόσια έγγραφα με πλήρη απόδειξη κατά την έννοια του άρθρου 440 ΚΠολΔ, πολύ δε περισσότερο του άρθρου 438 ΚΠολΔ, ως προς τα αναφερόμενα στα εν λόγω έγγραφα πραγματικά περιστατικά εφόσον δεν είναι συντάκτης αυτών και παράλληλα δεν οφείλει να διαπιστώσει την αλήθεια αυτών, αλλ'αξιολογούνται με βάση την καθιερούμενη από το άρθρο 340 ΚΠολΔ γενική αρχή της ελεύθερης εκτιμήσεως των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας. Επομένως η προβαλλόμενη με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.12 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με την παραδοχή της ότι η ναυτολόγηση του αναιρεσείοντος πραγματοποιήθηκε την 1-12-2005 και παράλληλα ότι κατά το από 17-9 έως 30-11-2005 χρονικό διάστημα πρόσφερε τις υπηρεσίες του σε εκτέλεση συμβάσεως χερσαίας εργασίας δεν προσέδωσε στο Ημερολόγιο του πλοίου την αυξημένη πλήρη αποδεικτική δύναμη, την οποία κατά νόμο διέθετε, στο οποίο αντιθέτως αναγράφεται η 17-9-2005 ως ημερομηνία ναυτολογήσεώς του, ελέγχεται ερειδόμενη επί αναληθούς από νομική άποψη προϋποθέσεως, ως αβάσιμη. ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη από αυτές λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή, σε αποδεικτικό έγγραφο, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ., αποδίδει με την λανθασμένη ανάγνωση του περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι, έχει, στη δε συνέχεια καταλήγει, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως σ' αυτό σε περίπτωση συνεκτίμησης του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα σχετικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν έχει απλώς συνεκτιμήσει το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει τούτο κατά το σχηματισμό του πορίσματος του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος. Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός, όταν αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου για τη συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων. Με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο διατυπώνεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας με την περί πραγμάτων κρίση του ότι η ναυτολόγηση του αναιρεσείοντος πραγματοποιήθηκε την 1-12-2005 παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ημερολογίου-ναυτολογίου του πλοίου, στα οποία αναγράφεται ως ημερομηνία ναυτολογήσεώς του η 17-9-2005, όμοια ανάγνωση στην οποία και η προσβαλλόμενη απόφαση προέβη, με την εξαγωγή εξ αυτής όμως πορίσματος διαφορετικού από εκείνο το οποίο θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, αποδεικτικό πόρισμα μάλιστα στο οποίο κατέληξε με τη συνεκτίμηση των εν λόγω εγγράφων με άλλα αποδεικτικά μέσα, στα οποία κυρίως στηρίχθηκε, με άμεση δικονομική συνέπεια η ερευνώμενη αναιρετική αιτίαση αρνητικά να αξιολογείται, ως αβάσιμη. (Β) Αποδοχές ελλείποντος υποπλοιάρχου από 29-1 έως 6-8-2006. Κατά τις ενδιαφέρουσες αιτιολογίες της αποφάσεως "Στις 3-12-2005 το πλοίο έλαβε άδεια απόπλου από το Κεντρικό Λιμεναρχείο Πειραιώς και αναχώρησε με εξαμελές πλήρωμα, αποτελούμενο από τρεις Έλληνες ναυτικούς, ήτοι τον πλοίαρχο (εκκαλούντα), τον Α' μηχανικό και ένα ναύτη, καθώς και τρεις αφρικανούς ναυτικούς, ο ένας εκ των οποίων ήταν ο υποπλοίαρχος B. K.. Στις 29-1-2006 το πλοίο έφθασε στο Τίκο του Καμερούν, όπου ήταν και ο τελικός προορισμός του. Στις 6-2-2006 ύψωσε σημαία Καμερούν, νηολογήθηκε στο νηολόγιο του λιμένα Λίμπε του Καμερούν και μετονομάσθηκε από "F..." σε "L... F...". Μετά τη νηολόγηση του πλοίου στο νηολόγιο του λιμένα Λίμπε του Καμερούν και μέχρι την αποναυτολόγηση του εκκαλούντος, στις 6-8-2006, αυτός δεν συνήψε νέα σύμβαση ναυτικής εργασίας με τη διαχειρίστρια του πλοίου στο Καμερούν, όπως προέβλεπε η από 1-12-2005 σύμβαση ναυτικής εργασίας, αλλ'ούτε απευθείας με την πλοιοκτήτρια εταιρεία ή με άλλο αντιπρόσωπο της. Εξακολούθησε, συνεπώς, η σύμβαση ναυτολογήσεως του εκκαλούντος να διέπεται από το ελληνικό δίκαιο και εφαρμογή επ' αυτής είχαν διαδοχικώς οι προαναφερόμενες σ.σ.ε. πλοιάρχων μεσογειακών φορτηγών πλοίων 501-3.000 Κ.O.K. ή 801-4.500 TDW των ετών 2005 και 2006. Από την άφιξη του στο Τίκο του Καμερούν, το πλοίο παρέμεινε εκεί αγκυροβολημένο και αργό μέχρι τις 22-3-2006, οπότε αναχώρησε για το Καλαμπάρ της Νιγηρίας. Ο επόμενος πλους ήταν της επιστροφής, από το Καλαμπάρ στο Τίκο. Έκτοτε το πλοίο παρέμεινε και πάλι αργό επί ένα περίπου μήνα. Ο επόμενος πλους πραγματοποιήθηκε στις 27-4-2006 από το Τίκο και πάλι στο Καλαμπάρ και από εκεί στο Μαλάμπο, όπου παρέμεινε αργό επί 53 ημέρες. Ακολούθως απέπλευσε για το Καλαμπάρ. Εκεί αποναυτολογήθηκε ο εκκαλών στις 6-8-2006, αφού προηγουμένως, στις 3-7-2006, είχε καταγγείλει τη σύμβαση ναυτολογήσεώς του. Ο υποπλοίαρχος του πλοίου είχε αποναυτολογηθεί στις 29-1-2006 με την άφιξη του πλοίου στο Τίκο και ο εκκαλών ισχυρίσθηκε ότι εκτέλεσε, από 29-1-2006 μέχρι και 6-8-2006, και τα καθήκοντα του υποπλοιάρχου, παράλληλα προς τα καθήκοντα του ως πλοιάρχου. Από κανένα όμως στοιχείο της δικογραφίας, έγγραφο ή μαρτυρία, δεν αποδεικνύεται συμφωνία του εκκαλούντος με την α' εφεσίβλητη απ' ευθείας ή με αντιπρόσωπο της, με την οποία να ανατέθηκαν στον εκκαλούντα και καθήκοντα υποπλοιάρχου. Περαιτέρω, προκύπτει μεν από το προσκομιζόμενο από τον εκκαλούντα πιστοποιητικό ασφαλούς επανδρώσεως του πλοίου κατά το δίκαιο των νήσων Comoros ότι η ελάχιστη επιτρεπομένη σύνθεση του πλοίου έπρεπε να περιλαμβάνει και υποπλοίαρχο, το πιστοποιητικό όμως αυτό δεν είχε ισχύ μετά την 6-2-2006, κατά την οποία το πλοίο ύψωσε σημαία Καμερούν, και είναι άδηλο αν και κατά τη νομοθεσία του Καμερούν για τη σύνθεση του πληρώματος πλοίων της κατηγορίας του "L... F..." προβλέπεται να υπάρχει και υποπλοίαρχος, καθώς δεν προσκομίζονται σχετικώς στοιχεία. Ναι μεν η έρευνα του αλλοδαπού δικαίου γίνεται αυτεπαγγέλτως κατά το άρθρο 337 ΚΠολΔ, πλην δεν κρίνεται σκόπιμο να διαταχθούν σχετικές αποδείξεις, μέσω της εφαρμογής του άρθρου 254 ΚΠολΔ, καθώς προς θεμελίωση της αξιώσεως του εκκαλούντος για αμοιβή ελλείποντος υποπλοιάρχου δεν αρκεί η θέση του υποπλοιάρχου να προβλέπεται από τη νόμιμη σύνθεση του πληρώματος, αλλά απαιτείται και η εκτέλεση της εργασίας του από τον εκκαλούντα, ο οποίος όμως δεν αποδεικνύεται ότι εκτέλεσε καθήκοντα υποπλοιάρχου, Και μάλιστα, την εργασία γέφυρας αυτού, και δη, όχι μόνο κατά το χρονικό διάστημα από 6-2-2006 έως 6-8-2006, κατά το οποίο το πλοίο έφερε τη σημαία του Καμερούν, αλλ'ούτε και προηγουμένως, όταν το πλοίο έφερε τη σημαία των νήσων Comoros. Ο αντίθετος ισχυρισμός του εκκαλούντος δεν ευρίσκει έρεισμα ούτε στις από αυτόν προσκομιζόμενες υπεύθυνη δήλωση του Α' μηχανικού του πλοίου Α. Κ. και δήλωση του ναύτη του πλοίου V. A.. Αναφέρουν μεν αυτοί ότι ο αποναυτολογηθείς υποπλοίαρχος του πλοίου δεν αντικαταστάθηκε, όχι όμως και ότι τα καθήκοντα αυτού εκτέλεσε ο εκκαλών. Ο εν λόγω ισχυρισμός του εκκαλούντος, ότι εκτέλεσε καθήκοντα υποπλοιάρχου, αναιρείται ουσιωδώς και από το γεγονός ότι καθόλο το χρονικό διάστημα, για το οποίο ο εκκαλών αιτείται και μισθούς υποπλοιάρχου, το πλοίο πραγματοποίησε μόλις τους προαναφερόμενους 8πλόες, καθένας μάλιστα των οποίων δεν υπερέβαινε σε διάρκεια τις δέκα περίπου ώρες. Το άλλο χρονικό διάστημα το πλοίο βρισκόταν σε αργία, χωρίς να παρέχεται εργασία εκ μέρους του πληρώματος, μέρος του οποίου, συμπεριλαμβανομένου του εκκαλούντος, διέμενε σε ξενοδοχεία του Τίκο και του Μαλάμπο, όταν το πλοίο παρέμενε στους λιμένες αυτούς". Στις αιτιολογίες αυτές αναφέρεται η αποδιδόμενη με τους ερευνώμενους στη συνέχεια λόγους αναιρέσεως πλημμέλεια. Ειδικότερα κατά το άρθρο 559 αρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου. Ο προβλεπόμενος από το επόμενο εδάφιο της αυτής διατάξεως λόγος αναιρέσεως της παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας στοιχειοθετείται μόνον αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή εις αυτούς των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς. Αντίθετα δεν επιτρέπεται αναίρεση όταν χρησιμεύουν για την από το δικαστήριο εξακρίβωση της υπάρξεως πραγματικών περιστατικών ή της αξιοπιστίας των μαρτύρων που εξετάσθηκαν. Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη και ο λόγος αναιρέσεως με τέτοιο περιεχόμενο είναι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, απαράδεκτος. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε το πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Εξάλλου σε περίπτωση ελλειπούς συνθέσεως, ο μισθός του ελλείποντος κατανέμεται μεταξύ εκείνων των μελών του πληρώματος εις τα οποία έχει ανατεθεί από τον πλοίαρχο η αναπλήρωση του ελλείποντος μέλους. Η θέση του ελλείποντος πρέπει να προβλέπεται από τη νόμιμη σύνθεση του πληρώματος. Ο πλοίαρχος δεν δύναται, βάσει του άρθρου 89 ΚΔΝΔ, να αναπληρώσει ελλείποντα και δεν δικαιούται να λάβει τον μισθό του, και αν ακόμη εκτέλεσε εργασία ελλείποντος. Άλλως έχει το θέμα, όταν η αναπλήρωση προβλέπεται από ρητή διάταξη. Έτσι, με το άρθρο 4 της σ.σ.ε. πλοιάρχων μεσογειακών φορτηγών πλοίων 501-3000 Κ.Ο.Κ. ή 801-4500 TDW του έτους 2006, που κυρώθηκε με την απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας 3525.3/01/2006 (ΦΕΚ Β 1429), το οποίο τιτλοφορείται "αμοιβή φυλακής ελλείποντος αξιωματικού" ορίζεται ότι "ο πλοίαρχος, εφόσον εκτελεί καθήκοντα βάρδιας αξιωματικού γέφυρας που δεν υπάρχει στο πλοίο, δικαιούται τον μισθό του για όσο χρόνο εκτελεί τα καθήκοντα του μέχρι να ναυτολογηθεί ο αξιωματικός που λείπει". Επί πλοίων υπό ξένη σημαία, εφόσον επί των πλοίων αυτών δεν έχουν εφαρμογή οι περί συνθέσεως πληρώματος διατάξεις του ελληνικού νόμου, οφείλεται μισθός ελλείποντος, εάν υπάρχει οργανική θέση (του ελλείποντος ναυτικού) σύμφωνα με το δίκαιο της σημαίας του πλοίου, είναι δε αναγκαία και η απόδειξη του αλλοδαπού νόμου που διέπει τη σύνθεση του πληρώματος στο πλοίο. Διαφορετική είναι η περίπτωση, κατά την οποία ο πλοίαρχος συμφωνεί με τον πλοιοκτήτη ή τον εφοπλιστή, εξ υπαρχής με τη σύμβαση ναυτολογήσεώς του ή με μεταγενέστερη (πρόσθετη) συμφωνία, ότι θα εκτελεί και καθήκοντα άλλου μέλους του πληρώματος, οπότε δικαιούται και τον μισθό του μέλους αυτού. Το κύρος της συμφωνίας αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ελλείποντος μέλους του πληρώματος ή την πρόβλεψη της επί πλέον ειδικότητας στην οργανική σύνθεση του πληρώματος. Η περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ο αναιρεσείων δεν εκτέλεσε τα καθήκοντα του ελλείποντος υποπλοιάρχου κατά το από 29-1 έως 6-8-2006 χρονικό διάστημα, επιβεβαιωτικό επιχείρημα της οποίας αποτέλεσε η παράλληλη παραδοχή της περί πραγματοποιήσεως από το πλοίο περιορισμένου αριθμού και μικράς διάρκειας πλόων, με το οποίο κυρίως συνδέεται και η αποδιδόμενη πλημμέλεια της παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αξιολογείται ως πλήρης και χωρίς αντιφάσεις και δικαιολογεί την κατ' ορθή εφαρμογή των αμέσως παραπάνω σημειούμενων διατάξεων κατ' ουσία απόρριψη της εν λόγω αξιώσεως του αναιρεσείοντος, με άμεση δικονομική συνέπεια οι διατυπούμενες αντίστοιχα με τους τρίτο και τέταρτο κατά σειρά λόγους αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ με την έννοια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων ως και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αρνητικά να αξιολογούνται, ως αβάσιμες. (Γ) Αποζημίωση λόγω καταγγελίας από τον αναιρεσείοντα της συμβάσεως ναυτικής εργασίας. Κατά τις ενδιαφέρουσες αιτιολογίες της αποφάσεως, "Για ολόκληρο το χρονικό διάστημα της ναυτολογήσεώς του, από 1-12-2005 έως 6-8-2006, ο εκκαλών έλαβε, για την εξόφληση των αποδοχών του, το συνολικό ποσό των 25.380 ευρώ, με τμηματικές καταβολές, το ποσό και τον χρόνο των οποίων καθόριζε ο ίδιος. Το ως άνω ποσό δεν υπολείπεται ούτε του υπολογιζόμενου βάσει του συμφωνηθέντος μηνιαίου "κλειστού" μισθού των 3.000 ευρώ, αλλ' ούτε και του υπολογιζόμενου βάσει των νομίμων μηνιαίων αποδοχών του εκκαλούντος, καθώς βάσει της σ.σ.ε. πλοιάρχων μεσογειακών φορτηγών πλοίων 501-3000 Κ.O.K. ή 801-4500 TDW του έτους 2005 έπρεπε να λάβει ο εκκαλών για αποδοχές του μηνός Δεκεμβρίου του ιδίου έτους το ποσό των 2.749,36 ευρώ, ήτοι βασικός μισθός 1.390,94 ευρώ, επίδομα Κυριακών, ανερχόμενο σε ποσοστό 22% επί του βασικού μισθού, 306,01 ευρώ, έξοδα παραστάσεως 138,63 ευρώ, αμοιβή εργασίας Σαββάτου 241,10 ευρώ, αμοιβή αργιών 55,64 ευρώ, αποζημίωση αδείας 617,04 ευρώ (βασικός μισθός 1.390,94 ευρώ + επίδομα Κυριακών 306,01 ευρώ = 1.696,95 ευρώ: 22 ημέρες = 77,13 ευρώ Χ 8 ημέρες = 617,04 ευρώ) και βάσει της σ.σ.ε. πλοιάρχων μεσογειακών φορτηγών πλοίων 501-3000 Κ.Ο.Κ. ή 801-4500 TDW του έτους 2006 έπρεπε να λαμβάνει κατά μήνα ο εκκαλών, από 1-1-2006 έως 6-8-2006, το ποσό των 2.986,01 ευρώ, ήτοι βασικός μισθός 1.453,53 ευρώ, επίδομα Κυριακών, ανερχόμενο σε ποσοστό 22% επί του βασικού μισθού, 319,78 ευρώ, επίδομα για πλόες εκτός Μεσογείου 112,90 ευρώ, έξοδα παραστάσεως 144,87 ευρώ, αμοιβή εργασίας Σαββάτου 251,95 ευρώ, αμοιβή αργιών 58,14 ευρώ και αποζημίωση αδείας 644,84 ευρώ (βασικός μισθός 1.453,53 ευρώ + επίδομα Κυριακών 319,78 ευρώ = 1.773,31 ευρώ : 22 ημέρες = 80,60 ευρώ Χ 8 ημέρες = 644,84 ευρώ. Εξ άλλου, επί του πλοίου υπήρχε επαρκής ποσότητα αντιελονοσιακών φαρμάκων, όπως τούτο συνάγεται και από το ότι, μετά την αποναυτολόγηση του εκκαλούντος, ο νέος πλοίαρχος του πλοίου Σ. Φ. βρήκε στο Φαρμακείο του πλοίου εξήντα τεμάχια φαρμάκων κατά της ελονοσίας εβδομαδιαίας χρήσεως το καθένα. Περαιτέρω, ο εκκαλών δεν στερήθηκε την τροφή και το νερό, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι καθόλο, σχεδόν, το χρονικό διάστημα που το πλοίο παρέμεινε στους λιμένες του Τίκο και του Μαλάμπο διέμενε και διατρεφόταν σε καλά ξενοδοχεία με έξοδα της πλοιοκτήτριας εταιρείας. Κατ' ακολουθία τούτων, δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι προέβη στην καταγγελία της συμβάσεως ναυτολογήσεώς του, λόγω της μη πληρωμής των μισθών του, της μη παροχής αντελονοσιακών φαρμάκων και της μη παριοχής επαρκούς τροφής και νερού από την πλοιοκτήτρια εταιρεία". Με τις αιτιολογίες αυτές συνδέεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.11γ ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως για τη στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (Β' Ολ. ΑΠ 2/2008). Μη λήψη, πάντως, δεν σημαίνει από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα έγγραφα, πλην εκείνου, στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Εξάλλου, από τα άρθρα 74 και 75 ΚΙΝΔ, που εφαρμόζονται αναλόγως, κατ' άρθρο 52 του ίδιου Κώδικα, και επί της συμβάσεως ναυτολογήσεως του πλοιάρχου, προκύπτει ότι οφείλεται στον πλοίαρχο η προβλεπομένη στο άρθρο 76 ΚΙΝΔ αποζημίωση και όταν καταγγείλει ο ίδιος τη σύμβαση ναυτολογήσεως του για βαρεία παράβαση των έναντι αυτού καθηκόντων του πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή, όταν το πλοίο τελεί υπό εφοπλισμό, ή των αντιπροσώπων τους. Τέτοια παράβαση αποτελεί κάθε πράξη ή παράλειψη των ανωτέρω προσώπων, με την οποία παραβιάζονται οι υποχρεώσεις αυτών από τη σύμβαση ή τον νόμο και εξ αιτίας της οποίας όχι μόνο δεν μπορεί να αξιωθεί από τον πλοίαρχο, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, η εμμονή του στη σύμβαση, αλλ' επιβάλλεται η άμεση λύση της συμβάσεως αυτής. Με τον πέμπτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι'αυτής απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας κατά τον σχηματισμό του αρνητικού αποδεικτικού του πορίσματος επί της με στοιχ. (γ) χαρακτηριζομένης αξιώσεως του αναιρεσείοντος δεν έλαβε υπόψη (α) το πρωτόκολλο παραδόσεως του πλοίου, στο οποίο διατύπωσε επιφύλαξη για τις οφειλόμενες αποδοχές του ως πλοιάρχου από 17-9-2005, (αντί από 1-12-2006 κατά τις λοιπές παραδοχές της αποφάσεως), (β) το τέλεξ του ιδίου προς την αναιρεσίβλητη, με το οποίο αναφέρθηκε στις επικρατούσες συνθήκες και την έλλειψη επαρκών τροφίμων, ύδατος και φαρμάκων και (γ)την καταγγελία της συμβάσεως ναυτικής εργασίας του Α' μηχανικού Κ. για "μη εξόφληση δεδουλευμένων και απαράδεκτες συνθήκες εργασίας". Από την βεβαίωση όμως της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι την περί πραγμάτων κρίση της για το κατ'ουσία αβάσιμο των θεμελιωτικών της εν λόγω αξιώσεως του αναιρεσείοντος αγωγικών ισχυρισμών σχημάτισε αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αξιολογούμενη σε συνδυασμό προς τις αιτιολογίες της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, η οποία εντεύθεν ελέγχεται ως αβάσιμη. (Δ) Ευθύνη της τρίτης των αναιρεσίβλητων κατά το άρθρο 1 ν.762/1978. Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλήν άλλων την αιτίαση ότι η αγωγή, επι της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, αξιολογήθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο, σύμφωνα με τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Εξάλλου, κατά τους ορισμούς του άρθρου 1 ν.762/1978 "περί αστικής ευθύνης του ως αντιπροσώπου του εργοδότου συνάπτοντος εν Ελλάδι σύμβασιν εργασίας μετά ναυτικού", επιφυλασσομένων των διατάξεων του άρθρου 5 του Κ.Ι.Ν.Δ., εάν ο εργοδότης ναυτικού δεν έχει μόνιμον κατοικίαν εν Ελλάδι ή είναι αλλοδαπή ναυτιλιακή εταιρεία, ο ως αντιπρόσωπος αυτού συνάπτων μετά ναυτικού εν Ελλάδι σύμβασιν παροχής εργασίας εις πλοίον του εργοδότη ευθύνεται εις ολόκληρον μετ' αυτού δι' απάσας τας εκ της σχέσεως ναυτικής εργασίας ή εξ αφορμής αυτής απορρέουσας υποχρεώσεις του εργοδότου έναντι του ναυτικού, θεωρούμενος δια την περίπτωσιν αυτήν και ως αντίκλητος αυτού ...". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, τόσο η αλλοδαπή ναυτιλιακή εταιρία, όσο και ο ως αντιπρόσωπός της που συνάπτει σύμβαση ναυτικής εργασίας στην Ελλάδα με ναυτικό, ευθύνονται εις ολόκληρον, κατά την έννοια του άρθρου 481 ΑΚ, έναντι του ναυτικού, για κάθε αξίωση αυτού εναντίον του εργοδότη που πηγάζει από τη σχέση εργασίας. Οι χαρακτηριζόμενες με στοιχ.(α)-(γ) αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως που δεν πλήττονται επιτυχώς, στηρίζουν αυτοτελώς το απορριπτικό αυτής διατακτικό και ως προς την τρίτη των αναιρεσίβλητων. Επομένως η διατυπούμενη με τον απομένοντα προς έρευνα έκτο και τελευταίο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι κατά παράβαση του άρθρου 1 του ν.762/1978 και των διδαγμάτων της κοινής πείρας αξιολογήθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη κατά την απεύθυνσή της κατά της εν λόγω αναιρεσίβλητης, ελέγχεται προεχόντως ως αλυσιτελής και απαράδεκτη. Και τούτο ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η επακαλούμενη ιδιότητα αυτής ως εκπροσώπου κατά την κατάρτιση της συμβάσεως ναυτικής εργασίας της πρώτης των αναιρεσίβλητων πλοιοκτήτριας εταιρείας δεν εμπίπτει στο πραγματικό του άρθρου 1 του 762/1978, σε αντιδιαστολή προς το αντιπρόσωπο αυτής, στον οποίο αναφέρεται. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων τρίτης και τετάρτου των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει, στο ποσό των 2.700,00 Ευρώ (ΚΠολΔ 183). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 60/7-8-2012 αίτηση για αναίρεση της 640/30-8-2010 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα). Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της τρίτης και τετάρτου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Απριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ