Αριθμός 1068/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 19η Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σταυρούλα Θεοδωρακοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Α. του Ε., 2) Α. Δ.-Α. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρίνα Φαρμακίδη-Μάρκου, που ανακάλεσε την από 17-10-2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-3-2008 αγωγή της αποβιωσάσης Μ. Δ. και των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την αγωγή προς εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12623/2013, 13785/2014 μη οριστικές, 9263/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 550/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-10-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η υπό κρίση από 12.10.2019 αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 550/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 9263/2016 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε γίνει δεκτή αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των αναιρεσιβλήτων. Η ως άνω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.). Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωσή του. Η δε ποιοτική αοριστία δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται αντιστοίχως από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ(ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 1319/2020, ΑΠ 9/2020, ΑΠ 1089/2019). Εξάλλου από το συνδυασμό των άρθρων 1094 ΑΚ, 70, 117, 118 εδ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής πρέπει το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, με τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου της νομικής της βασιμότητας. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκηση της αγωγής, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο. Η αοριστία αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων.(ΑΠ 1597/2018, 165/2018, ΑΠ 1274/2017, ΑΠ 862/2015). Ειδικότερα, από απόψεως περιγραφής του αντικειμένου της διαφοράς προκειμένου περί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής της κυριότητας ακινήτου, απαιτείται για το ορισμένο αυτής ο καθορισμός κατά τρόπο σαφή της θέσεως, στην οποία κείται το ακίνητο και οπωσδήποτε των ορίων του, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία περί της ταυτότητάς του, αλλά τούτο να εντοπίζεται επακριβώς και να διαχωρίζεται από τα γειτονικά εδάφη. Δεν απαιτείται όμως για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται οι πλευρικές διαστάσεις του επιδίκου ακινήτου και να κατονομάζονται οι γείτονες ιδιοκτήτες. (ΑΠ 9/2020, ΑΠ 301/2017). Η περιγραφή του ακινήτου από την οποία να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του μπορεί να γίνεται και με την αποτύπωσή του με τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα, από το οποίο προκύπτει πλην του σχήματος, οι πλευρές του, η θέση του, ο προσανατολισμός του και το εμβαδόν του, εφόσον το τοπογραφικό διάγραμμα τούτο ενσωματώνεται στο δικόγραφο της αγωγής (ΑΠ 1319/2020, ΑΠ1597/2018, 305/2017, ΑΠ 781/2016 ). Το γεγονός όμως ότι το μνημονευόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο εμφαίνεται το επίδικο ακίνητο δεν προσαρτήθηκε στην αγωγή, δεν την καθιστά αόριστη ως προς την περιγραφή του, αν από την όλη περιγραφή του ακινήτου στο δικόγραφο δεν γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του .(ΑΠ 9/2020, ΑΠ 301/2017). Επί πλέον, κατά τα άρθρα 974, 976 έως 979 ΑΚ, άσκηση νομής επί ακινήτου, που οδηγεί στην κτήση της κυριότητας αυτού με χρησικτησία, αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις επάνω σ' αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσιάσεως αυτού με διάνοια κυρίου, δηλαδή με τη θέληση να το έχει δικό του. Τις υλικές αυτές πράξεις πρέπει να αναφέρει στην αγωγή του ενάγων που επικαλείται τη χρησικτησία και, εφόσον αμφισβητούνται, αποδεικνύονται από αυτόν, και δεν αρκεί η έκφραση ότι ο ενάγων νεμόταν το ακίνητο με διάνοια κυρίου χωρίς αναφορά των υλικών πράξεων που ενήργησε στο ακίνητο. Η μη αναφορά δε αυτών των πράξεων καθιστά την αγωγή αόριστη. (ΑΠ 771/2021, ΑΠ 368/2020, ΑΠ 1088/2019, ΑΠ 583/2018). Στην προκειμένη περίπτωση η δικαιοπάροχος των ήδη αναιρεσιβλήτων Μ. χήρας Ε. Δ. και οι ίδιοι εξέθεταν με την αγωγή τους, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, ότι έχουν καταστεί (συγ)κύριοι κατά ποσοστό 2/8, 3/8 και 3/8 ποσοστά εξ αδιαιρέτου ο καθένας κατά πρωτότυπο τρόπο, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας αγροτεμαχίου και ήδη οικοπέδου, εκτάσεως 445,94 τ.μ. κειμένου στον Δήμο ... του Νομού Θεσσαλονίκης, και επί της οδού ..., συνορευόμενο γύρωθεν, όπως απεικονίζεται στο από 18.1.2005 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Π. Χ. Μ. βορείως με στενό δρομάκι (υφιστάμενη προσπέλαση) και πέραν αυτής με οικόπεδο Ε. Λ., σε τεθλασμένη πλευρά με στοιχεία ΕΖΗΘ, μέτρων γραμμικών 2,84, 6,43 και 16,84, αντιστοίχως, νοτίως με οδό ... σε επίσης τεθλασμένη πλευρά, υπό στοιχεία Α,Β,Γ, μέτρων γραμμικών 8,18 και 6,34 αντιστοίχως, ανατολικώς με ακίνητο Ε. Α., σε τεθλασμένη επίσης πλευρά με στοιχεία ΑΘ γραμμικών μέτρων 1,65 και 26,84 αντιστοίχως και δυτικώς με υπό διάνοιξη οδό ..., σε τεθλασμένη επίσης πλευρά υπό στοιχεία ΓΔΕ μέτρων γραμμικών 8,54 και 10,58 αντιστοίχως . 'Ότι στο ακίνητο αυτό ως τμήμα της μεγαλύτερης έκτασης της κτηματικής περιοχής "...", από τα χρόνια της τουρκοκρατίας και ειδικότερα από το έτος 1893 και μέχρι το έτος 1960, οπότε μεταβιβάστηκε άτυπα στον δικαιοπάροχο των εναγόντων, από τους κατονομαζόμενους απώτερους δικαιοπαρόχους του, αυτοί κατείχαν και εξουσίαζαν, το επίδικο, όπως και την ευρύτερη έκταση στην οποία βρίσκεται το ίδιο, με βάση τους αναφερόμενους στην αγωγή τουρκικούς τίτλους εξουσιάσεως (ταπία), χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, καλλιεργώντας το με σιτηρά και κριθάρι και άλλοτε εκμισθώνοντας αυτό σε τρίτους κτηνοτρόφους προς βόσκηση των ποιμνίων τους γενόμενοι κύριοι αυτού αρχικώς κατά ποσοστό 4/5 από 20.5.1917, δυνάμει του άρθρου 2 του 2468 του Διατάγματος της Προσωρινής Κυβερνήσεως της Θεσσαλονίκης, το οποίο κυρώθηκε με τον Ν, 1072/1920 καθώς και των άρθρων 49 και 50 του Ν. 2052/1920, στη συνέχεια δε και από το έτος 1929 κύριοι του ετέρου 1/5 που μέχρι τότε ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο. Σύμφωνα με τα παραπάνω, η ένδικη αγωγή, είναι επαρκώς ορισμένη, ως προς την περιγραφή του επίδικου ακινήτου, που έχει καταχωρηθεί στα οικεία κτηματολογικά βιβλία με φερόμενο ιδιοκτήτη το Ελληνικό Δημόσιο, εφόσον αυτό το συγκεκριμένο (επίδικο) ακίνητο περιγράφεται κατά θέση, έκταση και όρια, με αναλυτική αναφορά του είδους του, καθώς και των πλευρικών διαστάσεών του και των ιδιοκτητών των ομόρων ακινήτων, παρότι τούτο δεν ήταν αναγκαίο για το ορισμένο αυτής, ώστε ουδεμία να γεννάται αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, χωρίς να είναι απαραίτητο να περιγράφονται τα όρια και οι πλευρικές διαστάσεις και του μείζονος ακινήτου, του οποίου αποτέλεσε τμήμα καθόσον, όπως αναφέρεται στην αγωγή, η αρχική έκταση των 12.500 μέτρων που ανήκε στους κατονομαζόμενους δικαιοπαρόχους τους, έχει ήδη κατατμηθεί σε οικόπεδα, ένα εκ των οποίων είναι και το ως άνω σαφώς προσδιορισμένο, με πλήρη και ακριβή περιγραφή, επίδικο ακίνητο. Επίσης γίνεται μνεία στην αγωγή ότι οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων, είχαν αποκτήσει στις 20.5.1917 δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης της ευρύτερης έκτασης, στην οποία περιλαμβάνεται το επίδικο με βάση συγκεκριμένα ταπία και με την καλλιέργεια αυτού χωρίς δικαστική αμφισβήτηση επί συνεχή δεκαετία από το έτος 1893 και εντεύθεν, με συνέπεια, σύμφωνα με τις παρατιθέμενες στην αγωγή διατάξεις να έχουν καταστεί ήδη κύριοι αυτής το έτος 1960, οπότε πώλησαν ατύπως το επίδικο αγροτεμάχιο και ήδη οικόπεδο στον κληρονομούμενο από αυτούς (αναιρεσίβλητους) πατέρα τους, ο οποίος έκτοτε ασκούσε με διάνοια κυρίου στο επίδικο όλες τις αναφερόμενες πράξεις νομής, κατασκευάζοντας και οικία επί αυτού, συνδεδεμένη με τα δίκτυα κοινής ωφέλειας, για χρονικό διάστημα πλέον των τριάντα τεσσάρων (34) ετών μέχρι τον επισυμβάντα στις 2.1.1996 θάνατό του, τη νομή δε του επιδίκου συνέχισαν να ασκούν έκτοτε με διάνοια κυρίου οι αναιρεσίβλητοι. Υπό τα δεδομένα αυτά η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, τόσο ως προς τον πλήρη και ακριβή προσδιορισμό της θέσης, έκτασης και ορίων του επιδίκου ακινήτου, όσο και ως προς τον πρωτότυπο κτήσεως κυριότητας επί αυτού των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων (απώτερων και άμεσου) και συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των διατάξεων των αριθμών 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο που την εξέδωσε δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή μη δεχόμενο τον προβαλλόμενο ενώπιόν του με λόγο εφέσεως σχετικό ισχυρισμό του περί αοριστίας αυτής (ποιοτικής και ποσοτικής), λόγω επίκλησης των στοιχείων του νόμου, χωρίς όμως και την παράθεση πραγματικών περιστατικών και χωρίς να αναφέρονται σε αυτήν όλα τα κατά νόμο απαιτούμενα στοιχεία για τη θεμελίωση του αιτήματός της, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 1 του νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274(1856), οι γαίες στο Οθωμανικό Κράτος διαιρούνταν σε πέντε κατηγορίες: α) τις γαίες καθαρής κυριότητας (εραζίτ μεμλουκέ), δηλαδή γαίες εξουσιαζόμενες λόγω κυριότητας, β) τις δημόσιες γαίες (εραζίτ μιριγέ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (εραζίτ μεβκουφέ), δ) τις εγκαταλελειμένες γαίες (εραζίτ μετρουκέ) και ε)τις νεκρές γαίες (εραζίτ μεβάτ). Στο οθωμανικό κράτος ολόκληρη η γη ήταν δημόσια εκτός από τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας που καθορίζονται στο άρθρο 2 του ως άνω νόμου της 7ης Ραμαζάν και που παραχωρούνταν κατά κυριότητα σε ιδιώτες με αυτοκρατορικά (σουλτανικά) φιρμάνια (διατάγματα), ενώ δεν χωρούσε κατάλυση του χαρακτήρα της δημόσιας γης με κτητική παραγραφή (άρθρο 1248 ΟθΝπΓαιών). Τέτοια κατάλυση δεν μπορούσε να επιφέρει ούτε η μεταβίβαση της γης με σπαχί, ταπί ή χοτζέπιο (απόφαση ιεροδικείου), γιατί οι τίτλοι αυτοί μόνο δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μπορούσαν να προσπορίσουν. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856) του οποίου οι διατάξεις, που ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσης επί των γαιών αυτών, διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες με τη διάταξη του άρθρου 2 του ν. 147/1914, " δημόσιαι γαίαι είναι οι λειμώνες, οι αγροί, αι χειμεριναί και θεριναί βοσκαί, τα δάση και οι παρόμοιοι τόποι", των οποίων η κυριότητα ανήκει στο Τουρκικό Δημόσιο. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 9, 19, 30, 68 και 71 του ίδιου πιο πάνω Οθωμανικού νόμου, επί των δημόσιων γαιών (εραζίτ μιριγιέ) μόνο δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μπορούν να αποκτήσουν οι ιδιώτες, με την έκδοση έγγραφου τίτλου, ταπίου, που φέρει την αυτοκρατορική σφραγίδα ή μονόγραμμα του Σουλτάνου και στο οποίο ρητά αναφέρεται το είδος των παραχωρούμενων γαιών, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 35 του νόμου περί γαιών " ο κάτοχος των δια ταπίου κατεχομένων γαιών δύναται να παραχωρήσει αυτάς εις ον τινα θελήσει, τη αδεία του αρμοδίου υπαλλήλου είτε δωρεάν είτε αντί γνωστού τιμήματος. 'Ακυρος είναι πάσα παραχώρησις δημοσίων γαιών άνευ της αδείας και συμπράξεως του ειδικού υπαλλήλου". Ειδικότερα, η παραχώρηση χρήσης δημόσιας γης με ταπί δεν σήμαινε ότι ο κάτοχος του τεσσαρούφ είχε τη δυνατότητα να αξιοποιήσει αυτό κατά το δοκούν, καθώς η κατά προορισμό χρήση νοούνταν στον ΟθΝπΓαιών ως υποχρέωση του εξουσιαστή. Εξαίρεση του κανόνα ότι μόνο με τίτλο (ταπί) αποκτάται το δικαίωμα εξουσιάσεως για ορισμένη χρήση των δημοσίων γαιών καθιερώνει το άρθρο 78 του ανωτέρω νόμου "περί γαιών",σύμφωνα με το οποίο, εάν κάποιος καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσιες και αφιερωμένες γαίες για δέκα (10) έτη, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση από το Δημόσιο αποκτά δικαίωμα εγκαταστάσεως και είτε έχει έγκυρο τίτλο, είτε δεν έχει, οι γαίες δεν θεωρούνται σχολάζουσες, αλλά δίδεται σ'αυτόν δωρεάν νέος τίτλος. Από το σαφές περιεχόμενο της παραπάνω διατάξεως, την ερμηνευτική εγκύκλιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης της 28 Σεφέρ 1304, του άρθρου 13 του νόμου "περί εγγράφων ταπίων" της 8 Δζεμαχήλ Αχίρ 1275 (1857), του άρθρου 2 των διασαφητικών διατάξεων περί ταπίων της 15 Σαμπάν 1276, αλλά και το σύνολο των διατάξεων του νόμου περί γαιών (ειδικότερα των άρθρων 9,30,71), συνάγεται, ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση του δικαιώματος αυτού της μονίμου εγκαταστάσεως είναι όχι μόνο η συνεχής επί δέκα (10) έτη κατοχή, αλλά και η ταυτόχρονη καλλιέργεια γης, χωρίς να απαιτείται και η στο όνομα αυτού έκδοση τίτλου (ταπίου), ο οποίος ήταν απλώς αποδεικτικό μέσο και όχι συστατικό στοιχείο του δικαιώματος. Επομένως, η διάταξη του άρθρου 78 έχει εφαρμογή μόνον επί καλλιεργήσιμων γαιών και όχι επί οικοπέδων και κήπων, έστω και αν καλλιεργούνται με κηπευτικά και με οπωροφόρα δένδρα, ούτε επί βοσκοτόπων, δασών κλπ., τα οποία εξουσιάζονται μόνο με έκδοση τίτλου (ταπίου) κατά τα προεκτιθέμενα. (ΑΠ 854/2021, ΑΠ 24/2020, ΑΠ 192/2019). Ακολούθως δε, με το διάταγμα 2468/1917 της προσωρινής κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης (άρθρο 2 αυτού), το οποίο κυρώθηκε με το Ν.1072/1917, καταργήθηκε κατά βάση ο θεσμός των δημοσίων γαιών του οθωμανικού δικαίου. Από της ισχύος του ως άνω διατάγματος, δηλαδή από 20.5.1917, το δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους και οριστικής κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου, του υπολοίπου 1/5 εξ αδιαιρέτου παραμείναντος στο Δημόσιο, ενώ ο Ν. 2052/1920 επαναλαμβάνει στα άρθρα 49 επ., τις διατάξεις του διατάγματος 2468/1917. Στη συνέχεια, με τα άρθρα 101-104 του διατάγματος της 11/12.11.1929, που εκδόθηκε κατά εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του Ν. 4226/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17,18 και 19 του νόμου 1540/1938, παραχωρήθηκε στους ιδιοκτήτες των 4/5 και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου και έτσι αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως έγιναν καθ'ολοκληρία κύριοι του ακινήτου και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών. Εξάλλου, όταν ένα ακίνητο υπάγεται στην κατηγορία των δημοσίων γαιών, δεν είναι δυνατόν να αποκτηθεί κατά κυριότητα με χρησικτησία από ιδιώτη, διότι, όπως προκύπτει από τα άρθρα 1248 και 1314 του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα, η χρησικτησία δεν αναγνωρίζεται από αυτόν ως τρόπος κτήσης κυριότητας. Εάν, όμως, στο ακίνητο αυτό ο ιδιώτης απέκτησε δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ), το οποίο μετατράπηκε, όπως προαναφέρθηκε, σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας, τότε το ακίνητο αυτό, μη περιερχόμενο στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, μπορεί να χρησιδεσποσθεί, αφού οι διατάξεις του άρθρου 21 του Ν.Δ. της 29.4/6.5.1926, δια του οποίου απαγορεύθηκε εφεξής κάθε παραγραφή των επί κτημάτων του Δημοσίου δικαιωμάτων του, άρα και η επ' αυτών χρησικτησία τρίτων (απαγόρευση η οποία ισχύει από 11.9.1915 βάσει των ισχυσάντων έκτοτε δυνάμει του Ν. ΔΞΗ' /1912 δικαιοστασίων) δεν έχουν εφαρμογή επ'αυτού, γιατί το ακίνητο κατά νόμο έπαυσε να έχει το χαρακτήρα δημοσίου κτήματος και κατέστη ιδιωτικό. Όλα τα ανωτέρω βέβαια υπό την προϋπόθεση ότι επί των εν λόγω ακινήτων ασκούνταν κατά την 20 Μαϊου 1917 δικαίωμα διαρκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) από ιδιώτη, βάσει ταπίου που είχε προεκδοθεί της προσάρτησης των νέων χωρών, ή, προκειμένου περί αγρών, ότι μέχρι την ημερομηνία αυτή είχαν καλλιεργηθεί επί δεκαετία χωρίς δικαστική αμφισβήτηση. Για όσες δημόσιες γαίες δεν συνέτρεχαν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, η κυριότητά τους με την απελευθέρωση των νέων χωρών περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο δικαιώματι πολέμου βάσει διεθνών συνθηκών (άρθρο 60 της Συνθήκης της Λωζάνης που κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ της 28.8.1912), σε συνδυασμό με τα άρθρα 1,7 και 27 της συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας που κυρώθηκε με το Ν. 4793/1930 και της από 21.6.1924 απόφασης της μικτής επιτροπής ανταλλαγής πληθυσμών ή με τις διατάξεις του οθωμανικού νόμου περί γαιών που διατηρήθηκε σε ισχύ, όπως παραπάνω αναφέρεται. Η κυριότητα δε αυτή δεν μπορούσε πλέον να καταλυθεί με κατάληψη από ιδιώτη δημοσίου κτήματος και επιχείρηση πράξεων νομής σε αυτό μετά το έτος 1914, γιατί κατά το διάστημα μεν από 11.9.1915 έως το 1926 ίσχυε δικαιοστάσιο, με το διάταγμα δε της 22-4/16.5.1926 " περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" απαγορεύθηκε η χρησικτησία σε βάρος των δημοσίων κτημάτων. Συνεπώς, σε ακίνητο περιελθόν στο Δημόσιο με την προσάρτηση των νέων χωρών μπορούσε να ασκηθεί νομή χρησικτησίας μόνο κατά το διάστημα από το έτος 1914 έως 11.9.1915, το οποίο όμως διάστημα δεν αρκεί για την κτήση κυριότητας..." Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 3, 9, 10, 11 και 14 της από 30-6-1923 σύμβασης της Λωζάνης "περί ανταλλαγής ελληνοτουρκικών πληθυσμών" και άρθρ. 1 της από 10-6-1930 ελληνοτουρκικής συμφωνίας, που υπογράφηκε στην Άγκυρα και κυρώθηκε με το Ν. 793/1930, όλα τα αγροτικά και αστικά ακίνητα των Ελλήνων υπηκόων μουσουλμανικού θρησκεύματος, που ήταν εγκατεστημένοι στην Ελλάδα και την εγκατέλειψαν από 28-10-1912 ή πρόκειται να την εγκαταλείψουν εξαιτίας της ανταλλαγής των πληθυσμών, περιέρχονται στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου κατά πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας και όχι ως διάδοχο των μουσουλμάνων. Ανταλλάξιμοι δε μουσουλμάνοι θεωρούνται οι Τούρκοι υπήκοοι και όχι οι μουσουλμάνοι που δεν έχουν την υπηκοότητα αυτή οι οποίοι και δεν θεωρούνται ανταλλάξιμοι . Εξάλλου, με τη διάταξη της παρ. 2 περίοδος 2 του άρθρου 9 του α.ν. 1909/1939 "περί αναλήψεως υπό του κράτους της διαχειρίσεως των εν Ελλάδι κτημάτων ανταλλαγμένων μουσουλμάνων", επιτράπηκε με βασιλικά διατάγματα η επέκταση και επί των κτημάτων αυτών των περί διοίκησης, εκποίησης και προστασίας των δημόσιων κτημάτων διατάξεων του από 11 Νοεμβρίου 1929 διατάγματος, όπως αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τους ν. 1539 και 1540/1938 ή ορισμένων από τις εν λόγω διατάξεις και ο καθορισμός διαδικασίας εξώδικης λύσης των εκκρεμών ή μη διαφορών, είτε ανάγονται οι τελευταίες σε πραγματικά ή ενοχικά δικαιώματα με τον περιορισμό, όμως, ότι με την εν λόγω διαδικασία δεν μπορεί να αποκλειστεί οριστικά η αρμοδιότητα των τακτικών δικαστηρίων. Επομένως, μετά την απελευθέρωση των Νέων Χωρών τα ακίνητα αυτά περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, κατά πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας και όχι ως διάδοχο των μουσουλμάνων, μετά δε την 11-9-1915 ήσαν ανεπίδεκτα χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αφενός μεν του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και αφετέρου του άρθρου 21 του Ν.Δ της 22/4-16/5/1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" (Ολ. ΑΠ 75/87). Από δε το άρθρο 78 του προαναφερομένου νόμου "περί γαιών" σε συνδυασμό προς το άρθρο 8 των οδηγών περί εγγραφών ταπίων της 7ης Σαμπάν 1276, τα οποία (άρθρα) ίσχυσαν μέχρι την 20-5-1917, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 2468 ιδίου έτους Δ/γμα της προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης που επεκτάθηκε και στην υπόλοιπη Ελλάδα με το ν. 1072/1917, εκείνος που εξουσίασε και καλλιέργησε συνεχώς¨ επί δέκα έτη χωρίς δικαστική αμφισβήτηση δημόσιες ή αφιερωμένες γαίες είτε έχει στα χέρια του ταπίου ή όχι, αποκτά δικαίωμα οριστικής εγκαταστάσεως (διηνεκώς εξουσιάσεως) το οποίο κατά το άρθρο 49 του ν. 2052/1920 μετατρέπεται σε δικαίωμα πλήρως κυριότητας κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου του κτήματος, το δε Δημόσιο αποκτά δικαίωμα συγκυριότητας και συνδιακατοχής κατά το υπόλοιπο 1/5, το οποίο, όμως, και τούτο, αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία των μεταγραφών περιήλθε στον κατά τα ανωτέρω συνιδιοκτήτη των 4/5, σύμφωνα με τα άρθρα 101-104 του Δ/τος της 11/12-11-1929 που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 ν.4229/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17-19 του ν. 1540/1938. Επί πλέον, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043 και 1051 του ΑΚ συνάγεται ότι για την κτήση κυριότητας, με τακτική μεν χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής, με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, για μία δεκαετία, με έκτακτη δε χρησικτησία, άσκηση νομής, επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Άσκηση νομής αποτελούν, όταν πρόκειται για ακίνητα, οι υλικές και εμφανείς, πάνω σ'αυτά πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό τους, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει με διάνοια κυρίου, όπως είναι ενδεικτικά η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η εκμίσθωση σε τρίτο, η φύλαξή του, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση και καταμέτρηση των διαστάσεών του, , η ανέγερση κτισμάτων κ.α., αν δε πρόκειται για αστικό ακίνητο η ενοικίαση σε αυτό και γενικά οι αρμόζουσες στην φύση του πράξεις εξουσίασης, χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας. Επιπροσθέτως, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006). Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018). Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται,δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1717/2022, ΑΠ 652/2022, 561/2022, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020). Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 571/2017 ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011). Επίσης, κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ1103/2011). Οι από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναιρέσεως αυτός, θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. ( ΑΠ 1183/2021, 548/2021, 540/2021, 894/2020, ΑΠ 1141/2019 ). Επί πλέον, κατά το άρθρο 338 παρ. 1 του ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση. Το πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής ως προς το υποκειμενικό βάρος αποδείξεως, τον προσδιορισμό) δηλαδή ;από το δικαστήριο του διαδίκου που βαρύνεται με την προσκομιδή του αποδεικτικού υλικού προς απόδειξη των θεμελιωτικών της αξιώσεώς του γεγονότων, έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση με τον ν. 2915/2001 της προδικαστικής αποφάσεως και την εφαρμογή σε όλες τις υποθέσεις της διαδικασίας του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να ορίζει ποιος από τους διαδίκους φέρει το βάρος αποδείξεως εκτιμά ελευθέρως τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και κρίνει εάν αποδείχθηκαν ή όχι οι προβαλλόμενοι πραγματικοί ισχυρισμοί. Κατά συνέπεια, δεν τίθεται πλέον θέμα εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το (υποκειμενικό) βάρος αποδείξεως και, συνακολούθως δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθμ. 13 Κ.Πολ.Δ., σχετικός λόγος αναιρέσεως. Τον λόγο αυτό αναιρέσεως, όμως, μπορεί να θεμελιώσει η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως που υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή, αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα (Α.Π. 186/2018,193/2017). Τέλος, αναιρετικός λόγος ιδρύεται και από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει στην απόφασή του χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογεί το καθένα ξεχωριστά. (ΑΠ 1091/2019, ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 333/2017, ΑΠ 217/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων και επικληθέντων ενώπιόν του αποδεικτικών μέσων δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Κατά το έτος 1960 ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Ε. Δ. του Γ. και Σ., αγόρασε άτυπα από τους κατοίκους της Πυλαίας Θεσσαλονίκης, Ε. Χ. Α., Κ. Θ. ή Π. και Γ. Μ. Μ., το επίδικο ακίνητο, δηλαδή ένα αγροτεμάχιο, εμβαδού 445,94 τ.μ., που βρίσκεται στην εκτός πολεοδομικού σχεδίου περιοχή του δήμου ..., επί της οδού ..., που συνορεύει βόρεια σε στενό δρομάκι και πέραν αυτού με οικόπεδο Ε. Λ., σε τεθλασμένη πλευρά με στοιχεία ΕΖΗΘ, 2,84, 6,43 και 16,84, γραμμικών μέτρων αντίστοιχα, νότια με οδό ... σε επίσης τεθλεσμένη πλευρά, με στοιχεία Α,Β,Γ, μέτρων γραμμικών 8,18 και 6,34 αντίστοιχα, ανατολικά με ακίνητο Ε. Α., σε τεθλασμένη επίσης πλευρά με στοιχεία ΑΘ γραμμικών μέτρων 1,65 και 26,84 αντιστοίχως και δυτικά με την υπό διάνοιξη οδό ..., σε τεθλασμένη επίσης πλευρά υπό στοιχεία ΓΔΕ μέτρων γραμμικών 8,54 και 10,58 αντίστοιχα όπως απεικονίζεται στο εκπονηθέν από τον Πολιτικό Μηχανικό Π. Μ.. Το επίδικο αποτελεί τμήμα μείζονος εκτάσεως ακινήτου, συνολικού εμβαδού 12.540 τ.μ., που βρίσκεται εξ ολοκλήρου μεταξύ των δύο κλάδων του παλιού χειμάρρου "...", γνωστή με την ονομασία "..." .... Η έκταση αυτή από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 κατατμήθηκε από τους προαναφερόμενους κατοίκους της Πυλαίας Θεσσαλονίκης σε αυτοτελή οικόπεδα, (μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται και το επίδικο) τα οποία πωλήθηκαν άτυπα σε δεκάδες αγοραστές όπως και στον δικαιοπάροχο των εναγόντων. Ο τελευταίος από το έτος 1960 που αγόρασε άτυπα το επίδικο ακίνητο, το περιέφραξε με σταθερούς πασσάλους και σύρμα και εν συνεχεία τον Αύγουστο του ίδιου έτους κατασκεύασε ισόγεια οικία, εμβαδού 65,40 τμ. Η οικία αυτή που αποτελούσε την οικογενειακή του στέγη, είχε συνδεθεί με όλα τα δίκτυα κοινής ωφέλειας. Έκτοτε ο δικαιοπάροχος των εναγόντων νεμόταν με διάνοια κυρίου το επίδικο ακίνητο ασκώντας επ'αυτού όλες τις ανωτέρω διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του. Η πιο πάνω νομή του επιδίκου που άρχισε το έτος 1960 οπότε περιήλθε στην κατοχή του το ακίνητο με την αγορά του, συνεχίστηκε αδιαλείπτως και αδιαταράκτως έως το χρόνο του θανάτου του, που επισυνέβη 2.1.1996. Ενόψει λοιπόν της με τον προεκτιθέμενο τρόπο άσκησης για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία, φυσικής εξουσίας στο επίδικο με διάνοια κυρίου, ο δικαιοπάροχος των εναγόντων έγινε... αποκλειστικός κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Ωστόσο το έτος 1985 , το γραφείο ΔΑΠ Θεσσαλονίκης συνέταξε το υπ'αριθμ. ... πρωτόκολλο κατάληψης της πιο πάνω μείζονος εκτάσεως των 12.540 τμ, που κείται στη θέση "...", στην οποία κατά τα προεκτεθέντα εμπίπτει και το επίδικο ακίνητο, με την αιτιολογία ότι η έκταση αυτή ανήκε κατά κυριότητα σε κάποιον ανταλλαγέντα μουσουλμάνο, ονόματι Ι. Χ. και ότι έτσι περιήλθε στην κυριότητά του ως ανταλλάξιμη περιουσία. Στο πρωτόκολλο αυτό αναγράφεται ότι " Το σύνολο της έκτασης αυτής καλύπτεται από δρόμους, διόδους και αυθαίρετους κατόχους, οι οποίοι έκτισαν οικίες και παραπήγματα σύμφωνα με το συνημμένο κτηματολογικό πίνακα", χωρίς όμως ταυτόχρονα να γίνεται μνεία του τίτλου με τον οποίο ο ανωτέρω μουσουλμάνος είχε καταστεί κύριος της έκτασης αυτής. Από την επισκόπηση δε του συνημμένου στο πρωτόκολλο πίνακα που τιτλοφορείται: "ΠΙΝΑΚΑΣ Αυθαιρέτων Κατόχων συνημμένος στο αριθμό ... πρωτόκολλο κατάληψης στο ... ...", προκύπτει ότι σ'αυτόν γίνεται καταγραφή α) των οικοπέδων που εμπίπτουν στην πιο πάνω καταληφθείσα έκταση με αύξοντες αριθμούς, β) των ονομάτων των κατόχων και γ) της έκτασης των ακινήτων. Από τα τριάντα πέντε (35) οικόπεδα που αναγράφονται στον πίνακα αυτό, το επίδικο ακίνητο φέρεται με αύξοντα αριθμό 26, κάτοχο τον δικαιοπάροχο των εναγόντων και έκταση εμβαδού 101,00 τμ. Στη συνέχεια η μείζονα έκταση των 12.540 τμ, με την υπ'αριθμ. ... απόφαση της ΕΔΑΠ καταγράφηκε ως δημόσιο κτήμα και εν συνεχεία καταχωρήθηκε στο κτηματολόγιο ανταλλαξίμων κτημάτων της ΔΑΠ Θεσσαλονίκης με αύξοντα αριθμό κτήματος ... . Περαιτέρω από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 445,94 τμ όπως και η ευρύτερη έκταση της οποίας αυτό αποτελεί τμήμα και για την οποία εκδόθηκε το προαναφερόμενο πρωτόκολλο κατάληψης, δεν ανήκε σε ανταλλαγέντα μουσουλμάνο με το όνομα Ι. Χ., όπως αβάσιμα διατείνεται το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο. Ειδικότερα δεν έχει ανευρεθεί τόσο στο Μακεδονικό αρχείο όσο και στο αρχείο της ΔΑΠ Θεσσαλονίκης τίτλος εξουσίασης στο όνομα αυτό, ούτε υπάρχει εγγραφή στα τουρκικά φορολογικά βιβλία, ούτε βέβαια υφίσταται οποιοδήποτε άλλο στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο καθώς και η μείζονα έκταση των 12.540 τμ, της οποίας είναι τμήμα, ανήκε σε ανταλλαγέντα μουσουλμάνο. Εξάλλου και το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο με το δικόγραφο της ένδικης έφεσής του ομολογεί ότι δεν βρέθηκε τίτλος στο όνομα του προαναφερθέντος μουσουλμάνου για την πιο πάνω μείζονα έκταση, αλλά, όπως ισχυρίζεται, εμφανίζεται το όνομα Ι. Χ. στα όρια αυτής. Δηλαδή το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι η ΔΑΠ Θεσσαλονίκης προσέδωσε το χαρακτηρισμό του ανταλλάξιμου στο επίδικο ακίνητο, έχοντας ως μοναδικό στοιχείο τη γειτνίαση της μείζονος εκτάσεως, στην οποία εμπίπτει αυτό, με άλλα ακίνητα τα οποία είχαν χαρακτηρισθεί ως ανταλλάξιμα. Όπως αναφέρει στην από 25-10-2000 έκθεση του ο πραγματογνώμονας Α. Κ., που συντάχθηκε στα πλαίσια άλλης δίκης μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και ιδιοκτήτη ακινήτου στην περιοχή ... ..., τα έτη 1959 και 1961 τα ακίνητα με ΑΚ 19464 και 20084 καταλήφθηκαν ως ανταλλάξιμα δυνάμει των υπ'αριθμ. ... πρωτοκόλλων κατάληψης και δη ως ανήκοντα στον προαναφερόμενο μουσουλμάνο Ι. Χ.. Τότε δεν είχε περιληφθεί σ'αυτά η μείζονα έκταση των 12.540 τμ που είχε ήδη κατατμηθεί σε οικόπεδα και ένα εξ αυτών είναι και το επίδικο. Μετά την πάροδο 24 ετών και ειδικότερα το έτος 1985 η ΔΑΠ Θεσσαλονίκης με την αιτιολογία ότι τα πιο πάνω γειτονικά ακίνητα χαρακτηρίσθηκαν ανταλλάξιμα, εξέδωσε το υπ'αριθμ. ... πρωτόκολλο κατάληψης, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή της κανένα άλλο στοιχείο, από το οποίο να προκύπτει ότι η έκταση αυτή ανήκε στον ανταλλαγέντα μουσουλμάνο Ι. Χ. ή σε οιονδήποτε άλλον ανταλλαγέντα μουσουλμάνο, ή εν πάση περιπτώσει οποιοδήποτε άλλο στοιχείο το οποίο βάσιμα θα μπορούσε να προσδώσει τον χαρακτηρισμό του ανταλλάξιμου. Από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψε ο ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου ότι αποτελεί τμήμα (κατά 101,00 τμ), μεγαλύτερης έκτασης, συνολικού εμβαδού 12.540 τ.μ., η οποία περιήλθε στην Υπηρεσία Διαχείρισης Ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων (Υ.Δ.Α.Μ.Κ.) με το υπ'αριθμ. ... πρωτόκολλο κατάληψης, μετά δε την οριστικοποίηση αυτού, καταχωρήθηκε ως ανήκον στον ανταλλαγέντα μουσουλμάνο Ι. Χ., στο οικείο κτηματολόγιο της ανωτέρω Υπηρεσίας με στοιχείο ..., καθώς και τμήμα (κατά 257,60 τ.μ.), μεγαλύτερης έκτασης, συνολικού εμβαδού 62.896 τ.μ. και μετά από κτηματολογικές μεταβολές 2.163,43 τ.μ., η οποία περιήλθε στην Υ.Δ.Α.Μ.Κ. με το με αριθ. ... πρωτόκολλο κατάληψης και μετά την οριστικοποίηση αυτού καταχωρήθηκε επίσης ως ανήκον στον ως άνω ανταλλαγέντα μουσουλμάνο, στο οικείο κτηματολόγιο της ανωτέρω Υπηρεσίας (Υ.Δ.Α.Μ.Κ.) με στοιχείο .... Ακόμη η διενεργήσασα, για λογαριασμό της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης, σχολιασμό της υπ'αριθμ. ... πραγματογνωμοσύνης, Π. Μ. τοπογράφος μηχανικός, στην από 28.5.2015 έκθεσή της, δεν επικαλείται ότι στις καταγραφές των κτημάτων του έτους 1907 αναφέρεται ως ιδιοκτήτης της επίδικης έκτασης με το όνομα Ι. Χ.. Ενόψει των πιο πάνω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, καταρρίπτεται το τεκμήριο ανταλλαξιμότητας που υφίσταται συνεπεία του ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα (κατά 101,00 τ.μ.) μεγαλύτερης έκτασης, συνολικού εμβαδού 12.540 τ.μ., η οποία περιήλθε στην Υπηρεσία Διαχείρισης Ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων (Υ.Δ.Α.Μ.Κ.) με το υπ'αριθμ. ... πρωτόκολλο κατάληψης, μετά δε την οριστικοποίηση αυτού, καταχωρήθηκε ως ανήκον στον ανταλλαγέντα μουσουλμάνο Ι. Χ., στο οικείο κτηματολόγιο της ανωτέρω Υπηρεσίας με στοιχείο ..., καθώς και του ότι τμήμα (κατά 257,60 τ.μ.), μεγαλύτερης έκτασης, συνολικού εμβαδού 62.896 τ.μ. και μετά από κτηματολογικές μεταβολές 2.163,43 τ.μ., η οποία περιήλθε στην Υ.Δ.Α.Μ.Κ. με το με αριθ. ... πρωτόκολλο κατάληψης και μετά την οριστικοποίηση αυτού καταχωρήθηκε ως ανήκον στον ως άνω ανταλλαγέντα μουσουλμάνο, στο οικείο κτηματολόγιο της ανωτέρω Υπηρεσίας (Υ.Δ.Α.Μ.Κ.) με στοιχείο ..., και επομένως συνεπάγεται ότι το τελευταίο, δηλαδή το επίδικο ακίνητο, δεν ήταν μέχρι τουλάχιστον τη σύνταξη του πιο πάνω πρωτοκόλλου κατάληψης και την καταχώρησή του ανεπίδεκτο χρησικτησίας, ως ανήκον σε ανταλλαγέντα μουσουλμάνο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εκκαλούν Δημόσιο. Επίσης ..." συνεχίζει το Εφετείο, "...και ο διαλαμβανόμενος στην έφεση ισχυρισμός του εκκαλούντος Δημοσίου περί του ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε σ'αυτό ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου διότι αποτελούσε δημόσια γαία και έτσι ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας, είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως αποδείχθηκε, αυτό είχε ήδη περιέλθει στην κυριότητα ιδιωτών. Ειδικότερα από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο και τη μεγαλύτερη έκταση στην οποία αυτό εμπίπτει και περιλαμβάνεται στο υπ'αριθμ. ... πρωτόκολλο, την εξουσίαζαν χωρίς αμφισβήτηση, καλλιεργώντας την ιδίως με σιτηρά, οι προαναφερόμενοι κάτοικοι Πυλαίας Θεσσαλονίκης Ε. Χ. Α., Κ. Θ. ή Π. και Γ. Μ. υιός Μ., επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας έως το έτος 1917. Έτσι το μεγαλύτερο αυτό ακίνητο, βάσει των διατάξεων του δ/τος 2468/1919 της προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης (που κυρώθηκε με το ν 1072/1917) και 101 έως 104 του Δ/τος της 11/12-11-1929, ξέφυγε από την κυριότητα του Δημοσίου, περιήλθε στους εξουσιαστές ιδιώτες και ήταν επιδεκτικό χρησικτησίας. Η υπερδεκαετής αυτή εξουσίαση του επιδίκου έως το 1917 και η περιέλευσή του στην κυριότητα ιδιωτών, με τον τρόπο αυτόν επιβεβαιώνεται από τις καταθέσεις των μαρτύρων, οι οποίοι εξετάσθηκαν σε συναφείς δίκες για όμορα του επιδίκου ακίνητα που βρίσκονται και αυτά στη θέση "..." ..., που κατέθεσαν ότι οι προαναφερόμενοι κάτοικοι Πυλαίας καλλιεργούσαν με σιτηρά τη μείζονα έκταση των 12.540 τμ, ενώ κάποια τμήματα της τα εκμίσθωναν σε τρίτους. Οι καταθέσεις αυτές ενισχύονται από το γεγονός ότι και όλες οι γειτονικές εκτάσεις εξουσιάζονταν και είχαν περιέλθει σε ιδιώτες και μάλιστα όχι μόνο εκείνες οι οποίες εμπίπτουν στο κτήμα ..., αλλά και εκείνες που καταχωρήθηκαν ως ανταλλάξιμα ακίνητα, αφού προϋπόθεση για την κατάληψή τους αποτελούσε ότι αυτές ανήκαν σε ιδιώτες ανταλλαγέντες μουσουλμάνους και όχι στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του τουρκικού δημοσίου. Άλλωστε ενδεικτικό του ότι όλες οι εκτάσεις της περιοχής και,συνεπώς, και το επίδικο είχαν περιέλθει σε ιδιώτες και δεν ανήκαν στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Τουρκικού δημοσίου, είναι και το γεγονός ότι ουδεμία άλλη υπηρεσία του Δημοσίου πλην του γραφείου ΔΑΠ Θεσσαλονίκης, είχε ποτέ ενδιαφερθεί για την τύχη του και μάλιστα, όταν η ευρύτερη έκταση μεταξύ των δύο κλάδων του ρέματος ..., διαχωρίστηκε σε οικόπεδα και ανεγέρθησαν σε αυτά οικίες που αποτέλεσαν ολόκληρο οικισμό, ο αρμόδιος έφορος δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια, όπως σύνταξη πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής βάσει του άρθρου 115 του ΝΔ/τος της ..., στην οποία όφειλε να προβεί εάν υπήρχε αυθαίρετη κατάληψη κτήματος που είχε περιέλθει στο Ελληνικό Δημόσιο κατά διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου. Η πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου περί του ότι το επίδικο ακίνητο καθώς και η μείζονα έκταση στην οποία εμπίπτει είχε περιέλθει με υπερδεκαετή έως το 1917 εξουσίαση στην κυριότητα των προαναφερομένων ιδιωτών, δεν αναιρείται από το υπ'αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο Δ/νσης Δασών Θεσσαλονίκης Τμήμα Δασικών Χαρτογραφήσεων, που αναφέρεται στην ερμηνεία αεροφωτογραφιών που διαλαμβάνονται στο έγγραφο αυτό, διότι οι αεροφωτογραφίες αυτές δεν απεικονίζουν την υφιστάμενη κατάσταση της πιο πάνω μείζονος έκτασης κατά το έτος 1917, που εν προκειμένω αποτελεί τον κρίσιμο χρόνο αλλά ανάγονται σε πολύ μεταγενέστερα χρονικά διαστήματα και συγκεκριμένα στα έτη 1945 έως και 1994. Ειδικότερα δε από τις αεροφωτογραφίες λήψης του έτους 1945 στις οποίες απεικονίζεται η πιο πάνω έκταση με υδροχαρή βλάστηση στην κοίτη και γυμνό πρανές, δεν μπορεί να υποστηριχθεί η άποψη ότι και πριν από 28 έτη από τη λήψη αυτή, δηλαδή κατά το έτος 1917, δεν υφίστατο καλλιέργεια με σιτηρά της υπό εξέταση περιοχής. Εξάλλου δεν ασκεί επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου τούτου περί της κυριότητας του δικαιοπαρόχου των εναγόντων, το γεγονός ότι κατά τα αναφερόμενα στην έκθεση σχολιασμού της διενεργηθείσας υπ'αρ ... πραγματογνωμοσύνης το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται ούτε στους επικαλούμενους από τους ενάγοντες υπ'αριθμ. 80, 81, 82 και 84 τίτλους κυριότητας του τουρκικού κτηματολογίου. Τούτο διότι, εν προκειμένω κρίσιμο και ουσιώδες στοιχείο είναι το επίδικο να ήταν επιδεκτικό χρησικτησίας κατά το χρόνο που δυνάμει της άτυπης αγοραπωλησίας περιήλθε στην κατοχή του δικαιοπαρόχου των εναγόντων και τούτο κατά τα προειρημένα πλήρως αποδείχθηκε, καθόσον οι ανωτέρω πωλητές του είχαν αποκτήσει δικαίωμα εξουσιάσεως με συνεχή επί δεκαετία κατοχή και καλλιέργεια αυτού χωρίς αμφισβήτηση μέχρι το έτος 1917 και όχι με βάση τους ως άνω τούρκικους τίτλους. Περαιτέρω πρέπει να λεχθεί ότι αναγνωριστικές αγωγές ομοίου με την ένδικη αγωγή περιεχομένου, είχαν ασκήσει στο παρελθόν και άλλοι κάτοχοι οικοπεδικών τμημάτων της πιο πάνω μείζονος έκτασης, για την οποία εκδόθηκε το προαναφερόμενο πρωτόκολλο κατάληψης, μεταξύ των οποίων και οι φερόμενοι ως αυθαίρετοι κάτοχοι στον συνημμένο στο πρωτόκολλο πίνακα οικοπέδων και ειδικότερα ο Χ. Κ. του με αυξ. Αριθμό 32, οι Τ. Ν. και Τ. Χ. του με αυξ αριθμ 17, Ο Ι. Μ. του με αυξ αριθμ 2, η Π. Π. του με αυξ αριθ 8, οι κληρονόμοι της Σ. Φ. του με αυξ αριθμ 18, το οποίο μάλιστα είναι όμορο του επιδίκου ευρισκόμενο επί της οδού ... αριθμ. 5. Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκαν αντίστοιχα οι υπ'αριθμ. 2395/2000, 722/2002, 2424/2003, 2414/2004 και 1224/2009 τελεσίδικες αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου, με τις οποίες έγινε δεκτό ότι όλη η πο πάνω έκταση για την οποία εκδόθηκε το προαναφερόμενο πρωτόκολλο, στην οποία εμπίπτει και το επίδικο, δεν ανήκε σε ανταλλαγέντα μουσουλμάνο, αλλά είχε περιέλθει με υπερδεκαετή έως το 1917 εξουσίαση στην κυριότητα των προαναφερομένων ιδιωτών-κατοίκων Πυλαίας και έτσι ήταν επιδεκτική χρησικτησίας και ακολούθως αναγνωρίστηκαν οι προμνημονευόμενοι κύριοι των ανωτέρω γειτονικών ακινήτων, οι οποίοι τα νέμονταν με διάνοια κυρίου επί εικοσαετία τουλάχιστον έως τη σύνταξη του εν λόγω πρωτοκόλλου. Εξάλλου, συμπέρασμα ότι το επίδικο ακίνητο δεν το εξουσίαζε με διάνοια κυρίου ο δικαιοπάροχος των εναγόντων επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας έως τη σύνταξη του πιο πάνω πρωτοκόλλου, δεν μπορεί να συναχθεί από το γεγονός ότι αυτός φέρεται να υπέβαλε στη ΔΑΠ Θεσσαλονίκης αίτηση, με την οποία ζητεί να εξαγοράσει το επίδικο ακίνητο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 ν 547/1970. Η υποβολή της αίτησης αυτής, με το ίδιο κατά λέξη περιεχόμενο παρομοίων αιτήσεων που υπέβαλαν και άλλοι κάτοχοι ακινήτων της περιοχής, καθώς επίσης η υποβολή και άλλων αιτήσεων από τους κατόχους γειτονικών ακινήτων, ατομικά ή ομαδικά, υπαγορεύτηκε από την ανάγκη απόκτησης τίτλου η οποία δεν εμποδίζει τη χρησικτησία. Στην αίτηση εξάλλου αυτή γίνεται αναφορά για ανέγερση κατοικίας επί του επιδίκου ήδη από το έτος 1961. Δεν πρέπει όμως να παραβλεφθεί ότι η ΔΑΠ Θεσσαλονίκης δεν έδωσε συνέχεια στην εν λόγω αίτηση, όπως και στις άλλες αιτήσεις τις οποίες ατομικώς ή ομαδικώς υπέβαλαν κάτοχοι των ακινήτων της περιοχής στην οποία κείται το επίδικο, διότι τα ακίνητα αυτά εμπίπτοντα μέσα σε έκταση η οποία περικλείεται από δύο κλάδους του ρέματος "...", δεν περιλαμβάνονταν στα όρια των καταχωρημένων ως ανταλλαξίμων ακινήτων ... και μόνο πολύ αργότερα προέβη στη σύνταξη του ... πρωτοκόλλου και περιέλαβε και την έκταση αυτή στην ανταλλάξιμη περιουσία, χωρίς όμως... να υφίστανται στοιχεία τα οποία να δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό αυτό...". Με τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που κρίνοντας ομοίως είχε δεχθεί ως και κατ'ουσίαν βάσιμη την αγωγή και είχε αναγνωρίσει τους ενάγοντες ως κυρίους (συγκυρίους) του επιδίκου ακινήτου. Σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, το Εφετείο δέχθηκε, ότι οι αναιρεσίβλητοι απέκτησαν την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο ήτοι με έκτακτη χρησικτησία, ενεργώντας σε αυτό από το έτος 1960, όλες τις διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν στον κύριο, προσμετρώντας στο χρόνο της νομής του και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων τους, οι οποίοι το νέμονταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1870. Ειδικότερα το Εφετείο, για να καταλήξει στο ως άνω συμπέρασμα διέλαβε στις παραδοχές του: α) ότι το επίδικο ακίνητο (αγροτεμάχιο), εμβαδού 445,94 τμ., αποτελούν αρχικά τμήμα μείζονος εκτάσεως, εμβαδού 12.540 τμ, που κατατμήθηκε σε αυτοτελή οικόπεδα περιήλθε στον δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Ε. Δ. με άτυπη αγορά από τους Ε. Χ. Α., Κ. Θ. ή Π. και Γ. Μ., οι οποίοι είχαν αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) στη μείζονα έκταση δια της χωρίς αμφισβήτηση εξουσίασης αυτής με την καλλιέργειά της ιδίως με σιτηρά, και της εκμίσθωσής της σε τρίτους, επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας έως το έτος 1917. β) ότι το δικαίωμα αυτό της διηνεκούς εξουσιάσεως από της ισχύος του 2468/1917 της προσωρινής κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης που κυρώθηκε με το Ν.1072/1917 μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους και οριστικής κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου, ενώ το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου, που παρέμεινε στην κυριότητα του Δημοσίου, παραχωρήθηκε στη συνέχεια δυνάμει του διατάγματος της 11/12.11.1929, που εκδόθηκε κατά εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του Ν. 4226/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17,18 και 19 του νόμου 1540/1938 στους ιδιοκτήτες των 4/5 και έτσι οι απώτατοι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων που είχαν αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως της ως άνω μείζονος έκτασης, της οποίας τμήμα αποτελούσε και το επίδικο ακίνητο έγιναν καθ'ολοκληρία κύριοι του ακινήτου και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών, γ) ότι ο ως άνω δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων από το έτος 1960 που αγόρασε άτυπα το επίδικο ακίνητο, το περιέφραξε με σταθερούς πασσάλους και κατασκεύασε σε αυτό ισόγεια οικία, εμβαδού 65,40 τμ., η οποία αποτελούσε την οικογενειακή του στέγη και έκτοτε νεμόταν αδιαλείπτως και αδιαταράκτως το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου ασκώντας επί αυτού όλες τις ανωτέρω διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, έως το χρόνο του θανάτου του, που επισυνέβη 2.1.1996, ήτοι για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία, καθιστάμενος κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. δ) ότι η μείζων έκταση των 12.540 τμ, της οποίας τμήμα αποτελεί το επίδικο ακίνητο με την ... απόφαση της ΕΔΑΠ καταγράφηκε ως δημόσιο κτήμα και εν συνεχεία καταχωρήθηκε στο κτηματολόγιο ανταλλαξίμων κτημάτων της ΔΑΠ Θεσσαλονίκης, με την αιτιολογία ότι ανήκε σε ανταλλαγέντα μουσουλμάνο με το όνομα Ι. Χ., χωρίς να υφίσταται οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο, το οποίο θα μπορούσε να προσδώσει στο επίδικο ακίνητο τον χαρακτηρισμό του ανταλλάξιμου, αντιθέτως μάλιστα, όταν η ευρύτερη έκταση μεταξύ των δύο κλάδων του ρέματος ..., διαχωρίστηκε σε οικόπεδα και ανεγέρθησαν σε αυτά οικίες που αποτέλεσαν ολόκληρο οικισμό, ουδεμία άλλη δημόσια υπηρεσία αντέδρασε για το γεγονός αυτό ούτε ο αρμόδιος έφορος προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια, όπως σύνταξη πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής βάσει του άρθρου 115 του ΝΔ/τος της ..., στην οποία όφειλε να προβεί εάν υπήρχε αυθαίρετη κατάληψη κτήματος που είχε περιέλθει στο Ελληνικό Δημόσιο κατά διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου, δ) ότι το επίδικο ακίνητο, όπως και η μείζων έκταση στην οποία περιλαμβάνονταν, με βάση τις προαναφερόμενες διατάξεις του δ/τος 2468/1917 της προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης και 101 έως 104 του Δ/τος της 11/12-11-1929, ξέφυγε από την κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου και περιήλθε στην κυριότητα των ήδη εξουσιαστών ιδιωτών, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, οπότε δεν ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας μέχρι τουλάχιστον τη σύνταξη του πιο πάνω πρωτοκόλλου κατάληψης και την καταχώρησή του ως ανήκον σε ανταλλαγέντα μουσουλμάνο . Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των αναφερομένων στη μείζονα σκέψη διατάξεων των άρθρων 1, 2 και 78 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών", του άρθρου 2 του διατάγματος 2468/2017 της προσωρινής κυβέρνησης Θεσσαλονίκης που κυρώθηκε με το ν. 1072/1917, των άρθρων 49,50 του ν. 2052/1920, των άρθρων 101 έως 104 του διατάγματος της 11/12.11.1929 που εκδόθηκε κατά εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του Ν. 4226/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17,18 και 19 του νόμου 1540/1938 και των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043 και 1051 του ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους. Επίσης ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1, 3, 9, 10, 11 και 14 της από 30-6-1923 σύμβασης της Λωζάνης "περί ανταλλαγής ελληνοτουρκικών πληθυσμών", του άρθρου 1 της από 10-6-1930 ελληνοτουρκικής συμφωνίας, που υπογράφηκε στην Άγκυρα και κυρώθηκε με το Ν. 793/1930, τη διάταξη της παρ. 2 περίοδος 2 του άρθρου 9 του α.ν. 1909/1939 "περί αναλήψεως υπό του κράτους της διαχειρίσεως των εν Ελλάδι κτημάτων ανταλλαγμένων μουσουλμάνων", οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, εφόσον στις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται ότι το επίδικο ακίνητο ουδέποτε ανήκε σε ανταλλαγέντα μουσουλμάνο, ούτε περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, αντιθέτως ανήκε ανέκαθεν σε ιδιώτες, ήτοι στους απώτατους δικαιοπάροχους των αναιρεσιβλήτων, που είχαν αποκτήσει επί αυτού δικαίωμα εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) με συνεχή επί δεκαετία κατοχή και καλλιέργειά του χωρίς αμφισβήτηση μέχρι το έτος 1917, το οποίο μετατράπηκε σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, οπότε οι ίδιοι ήσαν κύριοι του επιδίκου ακινήτου κατά το έτος 1960 που το μεταβίβασαν με άτυπη αγοραπωλησία το επίδικο ακίνητο στον άμεσο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος έκτοτε νεμόμενος αδιαλείπτως και αδιαταράκτως αυτό με διάνοια κυρίου και ασκώντας επί αυτού όλες τις ανωτέρω διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία, κατέστη κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Επί πλέον με βάση τα όσα δέχθηκε και έκρινε το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων . Ειδικότερα με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συγκεκριμένα σχετικά με το ότι το επίδικο ακίνητο, αποτελούν αρχικά τμήμα μείζονος εκτάσεως, ουδέποτε ανήκε σε ανταλλαγέντα μουσουλμάνο ώστε να περιέλθει στο Ελληνικό Δημόσιο, αντιθέτως αποτελούσε ανέκαθεν ιδιωτική έκταση επί της οποίας οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων (απώτατοι και άμεσος) απέκτησαν την κυριότητα με τους ανωτέρω τρόπους. Επομένως είναι αβάσιμοι οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, κατά το σκέλος τους με το οποίο το αναιρεσείον υπό την επίκληση των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου. Τα παραπάνω ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι οι ίδιοι λόγοι κατά τα λοιπά είναι απαράδεκτοι, επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις ως άνω διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος αβάσιμος είναι : α) ο τρίτος λόγος αναιρέσεως , ως προς το σκέλος του με το οποίο το αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., καθόσον, όπως σαφώς αναφέρεται στις παραδοχές της και προκύπτει από τις αιτιολογίες της, το Εφετείο σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα επί των ανωτέρω επίδικων ζητημάτων από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει αναλυτικά στην απόφασή του, β) ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως ως προς το σκέλος του με το οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι, με τα ως άνω που δέχθηκε το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως, εφόσον το Δικαστήριο έκρινε ως ουσιαστικά βάσιμη την αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των αναιρεσιβλήτων, επειδή θεωρήθηκαν επαρκείς οι αποδείξεις που προσκόμισαν οι ίδιοι βαρυνόμενοι με το σχετικό αποδεικτικό βάρος με τις οποίες καταρρίφθηκε το υφιστάμενο υπέρ του αναιρεσείοντος τεκμήριο ανταλλαξιμότητας σχετικά με το ότι το επίδικο περιήλθε στην Υπηρεσία Διαχείρισης Ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων (Υ.Δ.Α.Μ.Κ.) ως ανήκον στον ανταλλαγμέντα μουσουλμάνο Ι. Χ. ώστε δεν τίθεται θέμα αναστροφής και παραβιάσεως του αντικειμενικού βάρους της αποδείξεως. Συνακόλουθα με τα παραπάνω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 12.10.2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 550/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, ως ηττηθείς διάδικος στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένη κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της 134.423/28.12.1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'/11/20.1.1993) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12.10.2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 550/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουλίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ