Αριθμός 992/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "Ε. Π. Α.Ε", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Δαρούδη. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Π. Α.", που εδρεύει στις …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πολυνίκη Οικονόμου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-8-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 121/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2611/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-11-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη από 15-11-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …. αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2611/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των, στην παρούσα αναιρετική δίκη, διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 681 Α, 666, 667, 670 - 676 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Από τη διάταξη του άρθρου 922 Α.Κ. σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 299, 330 εδ. β', 914 και 932 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου από αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος η ευθύνη του προστήσαντος προς αποκατάσταση του θανατωθέντος προϋποθέτει: α) σχέση πρόστησης, β) παράνομη και υπαίτια (επομένως και αμελή) συμπεριφορά του προστηθέντος τελούσα σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με την επέλευση του θανάτου και γ) εσωτερική αιτιώδη σχέση της εν λόγω συμπεριφοράς και της εκτέλεσης της ανατεθειμένης στον προστηθέντα υπηρεσίας. Σχέση πρόστησης υπάρχει όταν στο πλαίσιο υφισταμένης μεταξύ δύο προσώπων (φυσικών ή νομικών) δικαιοπρακτικής ή οποιασδήποτε άλλης βιοτικής σχέσεως, διαρκούς ή ευκαιριακής, το ένα από τα πρόσωπα αυτά (προστήσας) αναθέτει στον άλλο (προστηθέντα), με ή χωρίς αμοιβή, την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, υλικής ή νομικής φύσεως, η οποία αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου και κατά την οποία ο δεύτερος υπόκειται στον έλεγχο ή έστω στις γενικές οδηγίες και εντολές ή μόνο στην επίβλεψη του πρώτου. Με τις ανωτέρω προϋποθέσεις θεμελιώνεται η αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο ευθύνεται εις ολόκληρο, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 481, 486 και 926 ΑΚ. Αντίθετα, δεν ευθύνεται ο προστήσας, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος οφείλεται σε προσωπικούς λόγους του τελευταίου, άσχετους με την υπηρεσία που του έχει ανατεθεί, αφού η ύπαρξη των λόγων αυτών διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στη βλαπτική πράξη του προστηθέντος και την άσκηση ή κατάχρηση της υπηρεσίας του. Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση, που υπάρχει μεν τυπικός ή χρονικός σύνδεσμος της επιβλαβούς συμπεριφοράς του προστηθέντος με την υπηρεσία του, δηλαδή η συμπεριφορά αυτή εκδηλώθηκε τοπικά και χρονικά με την ευκαιρία της υπηρεσίας του, πλην όμως οφείλεται σε προσωπικό πταίσμα του προστηθέντος, τον κίνδυνο του οποίου δεν μπορεί να φέρει ο προστήσας (ΑΠ 459/2021, ΑΠ 780/2019). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 § 1, 6 § 1, 10 § 1 και 11 § 1 του Ν. 489/1976 "περί της υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης" ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα, επί οδού, υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλιση την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος (2 § 1). Η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντος για την οδήγηση ή υπεύθυνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου (6 § 1). Το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή (10 § 1). Με την επιφύλαξη του δικαιώματος άσκησης αγωγής κατά του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου και του οδηγού, ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του ζημιωθέντος τρίτου, όταν αυτός ασκεί την αξίωση της παραγράφου 1 του άρθρου 10, ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση (11 § 1). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 εδάφιο γ` του ν. 3557/2007 καταργήθηκε η Κ4/585/5-4-1978 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ 795/τ. ΑΕ και ΕΠΕ), ενώ με τη διάταξη του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, η ισχύς του οποίου άρχισε με τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ 100/τ.Α`/14-5-2007), κατ' άρθρο 18 του νόμου αυτού, ήτοι από 14-5-2007 [και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση ως εκ του χρόνου που έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα (14-8-2012)], προστέθηκε το άρθρο 6β στο π.δ. 237/1986 (που κωδικοποίησε το ν. 489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης"), το οποίο ορίζει, στην πρώτη παράγραφό του, ότι: "εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται: α)..., β) από οδηγό ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος, γ) ...". Προϋποθέσεις για την εφαρμογή της άνω διάταξης είναι α) ο οδηγός να οδηγεί όχημα τελών υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) και β) να συντρέχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της οδήγησης υπό την επίδραση οινοπνεύματος και του ατυχήματος (ΑΠ 1068/2013). Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 6β παρ. 3 του π.δ. 237/1986 (όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 4 του Ν. 3557/2007) και 11 παρ. 1 του π/δ/τος 237/1986, ο όρος που περιλήφθηκε στη σύμβαση ασφάλισης της αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα, σύμφωνα με τον οποίο αποκλείονται της ασφάλισης ζημίες προξενούμενες σε χρόνο που ο οδηγός του αυτοκινήτου τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του ΚΟΚ, δεν απαλλάσσει μεν τον ασφαλιστή από την ευθύνη προς αποζημίωση του ζημιωθέντος τρίτου, δίνει όμως σ` αυτόν δικαίωμα αναγωγής κατά του ασφαλισμένου, του λήπτη της ασφάλισης (αντισυμβαλλόμενου) και του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ήτοι παρέχει στον πρώτο το δικαίωμα να εναγάγει τα εν λόγω πρόσωπα και να ζητήσει ότι κατέβαλε στο ζημιωθέντα τρίτο, είτε με δικαστική απόφαση, είτε με εξώδικο συμβιβασμό, με την προϋπόθεση βέβαια ότι η παράβαση του ασφαλιστικού αυτού όρου από τον ασφαλισμένο συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση του ζημιογόνου ατυχήματος, όπως ρητά πλέον ορίζεται με το άρθρο 6β του π.δ. 237/1986 (ΑΠ 1656/2018, ΑΠ 1136/2018, ΑΠ 809/2017, ΑΠ 847/2015, ΑΠ 158/2015, ΑΠ 564/2014). Το δικαίωμα αναγωγής ασκείται είτε με αυτοτελή αγωγή του ασφαλιστή μετά την καταβολή, που έκανε αυτός προς τον τρίτο, είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή πριν από την καταβολή, αν συνενάγονται ως απλοί ομόδικοι ο ασφαλιστής, ο ασφαλισμένος, ο αντισυμβαλλόμενος και ο οδηγός (ΑΠ 1680/2017). Η συνομολόγηση του ανωτέρω όρου, που παρέχει στον ασφαλιστή δικαίωμα αναγωγής κατά του ασφαλισμένου του, του αντισυμβαλλόμενου και του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, μπορεί να γίνει είτε με την ενσωμάτωση του όρου αυτού στη σύμβαση ασφάλισης, είτε με παραπομπή της σύμβασης ασφάλισης στους όρους του π.δ. 237/1986, όπως ισχύει μετά το ν. 3557/2007 (ΑΠ 323/2020), μετά την προσθήκη δηλαδή στο εν λόγω π.δ. 237/1986 του άρθρου 6β, στην παράγραφο 1β`, του οποίου, όπως προεκτέθηκε, ρητά ορίζεται ότι για τον αποκλεισμό από την ασφάλιση των ζημιών, που προκαλούνται από οδηγό ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος κατά παράβαση του Κ.Ο.Κ., απαιτείται η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος. Επισημαίνεται ότι και υπό το προϊσχύον νομοθετικό καθεστώς, της Α.Υ.Ε. Κ4/585/1978, κατά την πάγια νομολογία, η εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη και η απαλλαγή του ασφαλιστή, στην επίμαχη περίπτωση, δεν επερχόταν μόλις διαπιστωνόταν ότι ο οδηγός, που είχε εμπλακεί στο ατύχημα, έχει καταναλώσει οινόπνευμα περισσότερο του επιτρεπτού από τον Κ.Ο.Κ, αλλά τούτο επερχόταν, εφόσον συνέτρεχε υπαιτιότητα και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης του ασφαλιστικού αυτού βάρους, δηλαδή της οδήγησης υπό την επίδραση οινοπνεύματος, κατά τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) και του ατυχήματος (ΑΠ 262/2019, ΑΠ 847/2015, ΑΠ 1497/2014, ΑΠ 1016/2013), όπως ήδη ρητά ορίζεται πλέον από το μεταγενέστερο νομοθετικό καθεστώς του Ν. 3557/2007. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 2496/1997, τον λήπτη της ασφάλισης βαρύνουν όλες οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, εκτός από εκείνες που από τη φύση τους πρέπει να εκπληρωθούν από τον ασφαλισμένο. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, της τελευταίας εφαρμοζόμενης συμπληρωματικά και στην ασφάλιση της αστικής ευθύνης εξ αυτοκινητικών ατυχημάτων (ΑΠ 1664/2017, ΑΠ 467/2017, ΑΠ 1304/2015, ΑΠ 1016/2013), συνάγεται ότι ο ασφαλιστής, ο οποίος υποχρεώθηκε να καταβάλει αποζημίωση στον ζημιωθέντα τρίτο, χωρίς να έχει ευθύνη, λόγω της εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη των ζημιών, που προκαλούνται, όταν ο οδηγός του ασφαλισμένου αυτοκινήτου ευρίσκεται σε μέθη, δύναται, όπως προεκτέθηκε, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου, να ασκήσει αναγωγή κατά του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, του ασφαλισμένου και του λήπτη της ασφάλισης (αντισυμβαλλόμενου) και να ζητήσει από αυτούς ό,τι κατέβαλε στον ζημιωθέντα τρίτο για την αποκατάσταση της ζημίας του. Καθένα από τα πρόσωπα αυτά ευθύνεται αυτοτελώς, δηλαδή υπάρχει παράλληλη και εις ολόκληρον ευθύνη, κατά το άρθρο 926 του Α.Κ., ενός εκάστου των προαναφερθέντων προσώπων, έναντι του ασφαλιστή. Πλην όμως τα ως άνω πρόσωπα δεν έχουν ευθύνη εξ αναγωγής από μόνον το γεγονός ότι φέρουν την ως άνω ιδιότητα. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι να μπορεί η εν λόγω παράβαση να αποδοθεί σε υπαιτιότητα ενός εκάστου από τα ως άνω πρόσωπα, δηλαδή του οδηγού, του ασφαλισμένου και του αντισυμβαλλόμενου, ζήτημα που έχει ιδιαίτερη πρακτική σημασία εάν τα δύο τελευταία πρόσωπα είναι διαφορετικά από τον οδηγό. Το ζήτημα αυτό, της ως άνω υπαιτιότητας, δεν ρυθμίζεται (γενικά ή ειδικά) στο Ν. 2496/1997 (περί ασφαλιστικής σύμβασης κ.λπ.), ούτε στο Ν. 3557/2007, (ούτε στα άρθρα 25 και 26 της ήδη καταργηθείσας Κ4/585/1978 AYE) και επιλύεται με την προσφυγή στις γενικές διατάξεις του ΑΚ, που ρυθμίζουν την περίπτωση της μη ομαλής εξέλιξης της σύμβασης (άρθρα 330, 335, 336, 337 ΑΚ) και καθιερώνουν την αρχή της τεκμαιρόμενης υπαιτιότητας (ΑΠ 847/2015, ΑΠ 1497/2014, ΑΠ 1068/2013). Ειδικότερα, προϋπόθεση για να κινηθεί αποτελεσματικά ο μηχανισμός της αναγωγής, σε βάρος του ιδιοκτήτη και λήπτη της ασφάλισης (αντισυμβαλλόμενου), ο οποίος δεν έχει τις υποχρεώσεις από την ασφαλιστική σύμβαση, που μπορούν να εκπληρωθούν μόνο από τον ασφαλισμένο οδηγό του αυτοκινήτου, είναι να υφίσταται υπαιτιότητα αυτού (άρθρο 330 ΑΚ), η οποία συντρέχει όταν ο αντισυμβαλλόμενος ιδιοκτήτης παραχωρεί την οδήγηση αυτού σε πρόσωπο, για το οποίο γνωρίζει ότι δεν είναι ικανό προς ασφαλή οδήγηση, εξ αιτίας προηγούμενης κατανάλωσης οινοπνεύματος. Εάν, επομένως, ο ιδιοκτήτης του οχήματος δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα, διότι δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να γνωρίζει τη μέθη του οδηγού, τότε δεν τελεσφορεί η εναντίον του ασκηθείσα αναγωγή του ασφαλιστή. Η υπαιτιότητα τεκμαίρεται και ο ασφαλιστής αρκεί να επικαλεσθεί με την αγωγή του περιστατικά, τα οποία, στην συγκεκριμένη περίπτωση, φέρουν τα τυπικά στοιχεία ατυχήματος, διαπραχθέντος από οδηγό, που βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος, όταν προξένησε το ατύχημα. Το βάρος απόδειξης της ανυπαρξίας υπαιτιότητας, στην περίπτωση της παράβασης της ασφαλιστικής υποχρέωσης της μη οδήγησης υπό την επήρεια οινοπνεύματος, έχει, κατά τις γενικές αρχές (336 ΑΚ), ο εναγόμενος αντισυμβαλλόμενος - ιδιοκτήτης, ο οποίος πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, για να καταρρίψει το, σε βάρος του, τεκμήριο υπαιτιότητας, ήτοι πρέπει κατ' ένσταση να επικαλεσθεί (και να αποδείξει) ότι δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα, διότι δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να γνωρίζει ότι το πρόσωπο στο οποίο παραχώρησε την οδήγηση του αυτοκινήτου του δεν ήταν ικανό προς οδήγηση, κατά το χρόνο επέλευσης του ατυχήματος, διότι τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος (ΑΠ 262/2019, ΑΠ 847/2015, ΑΠ 1304/2015, ΑΠ 1497/2014, ΑΠ 1016/2013). Επομένως, υπό το ανωτέρω νομοθετικό καθεστώς, που απαιτεί αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της οδήγησης υπό την επίδραση οινοπνεύματος και του επελθόντος αποτελέσματος (τροχαίου ατυχήματος), ο προστήσας τον οδηγό ιδιοκτήτης του οχήματος, ο οποίος λόγω της διάταξης του άρθρου 922 Α.Κ. υπέχει γνήσια αντικειμενική ευθύνη, έχει τη δυνατότητα να απαλλαγεί από την ευθύνη του, εάν αποδείξει, ότι δεν τον βαρύνει πταίσμα (αμέλεια), διότι δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να γνωρίζει, ότι το πρόσωπο στο οποίο παραχώρησε την οδήγηση του αυτοκινήτου του δεν ήταν ικανό προς οδήγηση κατά το χρόνο του ατυχήματος, διότι τελούσε σε κατάσταση μέθης, εξ αιτίας προηγούμενης κατανάλωσης οινοπνεύματος (πρβλ. ΑΠ 1040/2021, ΑΠ 262/2019, ΑΠ 1680/2017, ΑΠ 1497/2014, ΑΠ 1068/2013). Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ. ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 192/2019). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020). Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ. ΑΠ 15/2006, ΑΠ 78/2020, 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017). Συνεπώς ως αιτιολογία που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών. Δηλαδή, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ. ΑΠ 1/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 414/2019). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται απλώς με την συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα, των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 565/2018, ΑΠ 813/2017). Με τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους (άρθρο 559 αριθμός 1 και 19 ΚΠολΔ) δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 53/2020, ΑΠ 634/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007). Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, καθόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 90/2020, ΑΠ 22/2020, ΑΠ 145/2019, ΑΠ 198/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 2611/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι το Εφετείο αυτό, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα: "Την 14-8-2012 και περί ώρα 19.30 ο πρώτος εναγόμενος Μ. Ο. οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο μικτού, βάρους 18 τόνων ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία έχοντας ως συνοδηγό τον ... εκινείτο επί της Ε.Ο. Σερρών - Δράμας και στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς την πόλη των Σερρών και με ταχύτητα 80 χιλ/ωρ περίπου, ενώ την ίδια ώρα επί της αυτής ως άνω οδού και με την ίδια κατεύθυνση έμπροσθεν του ανωτέρω οχήματος και σε απόσταση τριάντα περίπου μέτρων από αυτό εκινείτο ο Χ. Σ. οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο. Η Ε.Ο Σερρών - Δράμας είναι διπλής κατεύθυνσης, με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και πλάτος οδοστρώματος στο ρεύμα πορείας προς Σέρρες 13 μέτρων. Η ανωτέρω οδός είναι ευθεία και οριζόντια, φέρει επ' αυτής διαχωριστική των δύο ρευμάτων πορείας νησίδα και στο ύφος του 6ου χιλιόμετρου διασταυρώνεται με την επαρχιακή οδό που οδηγεί στην Οινούσα. Η κυκλοφορία των οχημάτων στην ανωτέρω διασταύρωση ρυθμιζόταν από φωτεινούς σηματοδότες, οι οποίοι κατά τον προαναφερόμενο χρόνο εξέπεμπαν πράσινο φως κυκλικής μορφής για τα κινούμενα επί της Ε.Ο Σερρών - Δράμας οχήματα. Το ανώτατο όριο ταχύτητας επί της ανωτέρω Ε.Ο ανέρχονταν σε 90 χιλ/ωρ για το οδηγούμενο από τον Χ. Σ. όχημα και σε 80 χιλ/ωρ για το οδηγούμενο από τον πρώτο εναγόμενο όχημα. Κατά τον παραπάνω χρόνο η κατάσταση της Ε.Ο Σερρών - Δράμας ήταν καλή (ξηρά), η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική, επικρατούσε καλοκαιρία, ήταν ημέρα και η ορατότητα των οδηγών αμφοτέρων των ως άνω οχημάτων δεν περιοριζόταν από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια. Ο Χ. Σ. προσεγγίζοντας με το οδηγούμενο από αυτόν όχημα την προαναφερόμενη διασταύρωση μόλις αντιλήφθηκε από ικανή απόσταση ότι ο κατά την πορεία του σηματοδότης μεταβλήθηκε από πράσινο σε "πορτοκαλί" μείωσε την ταχύτητα του οχήματός του και στη συνέχεια το ακινητοποίησε στο ύψος του σηματοδότη. Ο πρώτος εναγόμενος οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου προσεγγίζοντας και εκείνος με το όχημά του την προαναφερόμενη διασταύρωση δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα την αλλαγή του χρώματος του προαναφερόμενου φωτεινού σηματοδότη, ούτε την προοδευτική μείωση της ταχύτητας του οχήματος του Χ. Σ. και έτσι δεν προέβη σε ανάλογη κίνηση, αλλά συνέχισε την πορεία του με την ίδια ταχύτητα, με αποτέλεσμα να επιπέσει με το εμπρόσθιο τμήμα του οχήματός του στο οπίσθιο τμήμα του προπορευόμενου Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο Χ. Σ. τη στιγμή, που το τελευταίο ακινητοποιούνταν στο ύψος της προαναφερθείσας διασταύρωσης έμπροσθεν του υπάρχοντος επ' αυτής φωτεινού σηματοδότη και στη συνέχεια να το παρασύρει σε απόσταση 36 μέτρων, όπου και ακινητοποιήθηκε. Κατά τη σύγκρουση αυτή ο οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητου Χ. Σ. υπέστη βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση, τραυματική υπαραχγοειδή αιμορραγία και κακόηθες διάχυτο εγκεφαλικά οίδημα, εξαιτίας των οποίων ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε αμέσως ο θάνατός του. [...]. Με βάση δε τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι αποκλειστικά υπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης είναι ο οδηγός του με αριθμό Κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκινήτου, ο οποίος δεν κατέβαλε την προσοχή του μέσου συνετού οδηγού, όπως όφειλε και μπορούσε να καταβάλει κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις, αλλά και την κοινή πείρα και λογική (άρθρα 330 εδ. β' και 914 του ΑΚ) και ειδικότερα δεν οδηγούσε το όχημά του, όπως όφειλε από τους κανόνες της επιμελούς οδήγησης, αλλά και τις συναφείς διατάξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας και ιδίως αυτές των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1, 2, 3 και 7 του Ν. 2696/1999, αλλά και μπορούσε, ενόψει των συνθηκών και ιδίως της καλοκαιρίας, της ανεμπόδιστης ορατότητας και της κανονικής επί της άνω οδού κυκλοφορίας, με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν ήταν προσηλωμένος στην οδήγηση, ώστε να έχει, ανά πάσα στιγμή, τον έλεγχο και εποπτεία του οχήματος του, επιπλέον α) δεν τηρούσε απόσταση από το προπορευόμενο αυτού όχημα, που οδηγούσε ο Χ. Σ. τέτοια, που θα του εξασφάλιζε τη δυνατότητα έγκαιρης στάσης προς αποφυγή της πρόσκρουσης του οχήματος του επί του ως άνω προπορευόμενου οχήματος εάν το όχημα αυτό μείωνε την ταχύτητα του ή διέκοπτε εντελώς την πορεία του, β) εκινείτο με αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα, την οποία δεν ρύθμισε λαμβάνοντας υπόψη το είδος του οχήματός του (ΙΧΦ μικτού βάρους 18 τόνων) έτσι ώστε να ασκεί τον έλεγχο αυτού και να μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, ούτε μείωσε, όπως όφειλε, ενόψει του ότι πλησίαζε σε ισόπεδο οδικό κόμβο και σε επισημασμένη θέση όπου ή κυκλοφορία ρυθμίζονταν με τρίχρωμη φωτεινή σηματοδότηση, με αποτέλεσμα, στο ως άνω τοπικό και χρονικό σημείο, εξαιτίας της αμελούς αυτής οδηγικής συμπεριφοράς του, να επιπέσει με το αυτοκίνητό του επί του προπορευόμενου οχήματος και να προκαλέσει το θανάσιμο τραυματισμό του οδηγού του .... Η αμελής αυτή συμπεριφορά του, παρά τον αντίθετο εκ μέρους της δεύτερης εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ισχυρισμό, οφείλεται και στο γεγονός ότι ευρίσκετο υπό την επήρεια οινοπνεύματος (άρθρο 42 ΚΟΚ σε συνδ. με την υπ' αριθμ. 2500/15/135-1/2011 απόφαση των Υπουργών Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Προστασίας του πολίτη, ΦΕΚ 2077/19-9-2011). Ειδικότερα, στο αίμα του ανιχνεύθηκε οινόπνευμα σε ποσοστό 0,26 gr/l αίματος (βλ. την με αριθμ. πρωτ. ….έκθεση εξέτασης αίματος του Τμήματος Χημικών και Φυσικών Εξετάσεων της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών), το οποίο υπερέβαινε το προβλεπόμενο για τους οδηγούς φορτηγών αυτοκινήτων με μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος μεγαλύτερο των 3,5 τόνων από την υπ' αριθμ. 2500/15/135-i/2011 απόφαση των Υπουργών Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Προστασίας του πολίτη, η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 42 παρ. 1 εδ. γ του ΚΟΚ, όριο των 0,20 gr/l αίματος και είχε επηρεάσει την οδηγική του ικανότητα, γεγονός που συνάγεται από το ότι μολονότι πλησίαζε σε διασταύρωση στην οποία η κυκλοφορία των οχημάτων ρυθμιζόταν από φωτεινούς σηματοδότες, δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα την αλλαγή του χρώματος του φωτεινού σηματοδότη, ούτε την προοδευτική μείωση της ταχύτητας του οχήματος του ... με αποτέλεσμα να επιπέσει με το εμπρόσθιο τμήμα του οχήματός του στο οπίσθιο τμήμα του ανωτέρω αυτοκινήτου με τον τρόπο που προαναφέρθηκε. Οι άνω δε παραβάσεις εκ μέρους του συνδέονται αιτιωδώς με την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος καθόσον εάν εκινείτο με το όχημα του χωρίς προηγουμένως να έχει καταναλώσει ποσότητα αλκοόλ, είχε τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, ρύθμιζε την ταχύτητα του οχήματός του κατά τρόπο ώστε να ασκεί τον έλεγχο αυτού και να μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και τηρούσε τους κανόνες, που αφορούσαν την τήρηση της απόστασης ασφαλείας από το προπορευόμενο όχημα, δεν θα ελάμβανε χώρα το ατύχημα αυτό. Στοιχεία που να θεμελιώνουν συντρέχουσα αμέλεια του οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητου στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος δεν προέκυψαν. Αντίθετα από το ως άνω αποδεικτικό υλικό προέκυψε ότι ο εν λόγω οδηγός έβαινε κανονικά στην πορεία του και, όταν αντιλήφθηκε τη μεταβολή της ένδειξης του σηματοδότη, μείωσε την ταχύτητα του οχήματός του, προκειμένου να ακινητοποιήσει τούτο στο ύψος του σηματοδότη, όπως άλλωστε είχε υποχρέωση από τις διατάξεις του ΚΟΚ. [...]. Το Πρωτοβάθμιο επομένως, Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος είναι ο οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ αυτοκινήτου και απέρριψε τους ισχυρισμούς της δεύτερης εναγομένης περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, άλλως περί συνυπαιτιότητας σε ποσοστό 80% του οδηγού Χ. Σ. στην επέλευση του ορθά εκτίμησε τις προσαχθείσες ενώπιον του αποδείξεις, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει η ανωτέρω εναγομένη και ήδη εκκαλούσα με το σχετικό λόγο της έφεσής της είναι αβάσιμα και απορριπτέα. [...] Ως προς τις αξιώσεις της ενάγουσας έναντι της δεύτερης εναγομένης και ήδη εκκαλούσας εταιρίας ήδη αναιρεσίβλητης από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψαν τα ακόλουθα: Ο θανών Χ. Σ., ηλικίας κατά το χρόνο ταυ ατυχήματος 64 ετών, ήταν σύζυγος της Α. Σ. ηλικίας 57 ετών, πατέρας των Ν. και Μ. Σ., ηλικίας 37 και 35 ετών αντίστοιχα, παππούς των ανηλίκων Ε. Κ., Δ. Κ. και Α. Κ., ηλικίας, 11 ετών, 7 ετών και 6 ετών αντίστοιχα, αδελφός της Ε. Τ., ηλικίας 76 ετών, πεθερός των Ι. Κ. και Χ. Δ., ηλικίας 40 ετών και 35 ετών αντίστοιχα και, γαμπρός σε θυγατέρα της Μ. Ν., ηλικίας 90 ετών. Με όλους τους ανωτέρω συγγενείς του ο θανών, όσο ζούσε διατηρούσε στενούς και άρρηκτους συναισθηματικούς δεσμούς. Ο ξαφνικός θάνατός του προκάλεσε στους εν λόγω συγγενείς του, οι οποίοι περιλαμβάνονται στην οικογένειά του κατά την έννοια του άρθρου 932 εδ. 3 ΑΚ έντονα αισθήματα θλίψης και πόνου, γι' αυτό και αυτοί εδικαιούντο χρηματικής ικανοποίησης για την ψυχική οδύνη, που υπέστησαν. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω και ειδικότερα τις συνθήκες τέλεσης του ενδίκου ατυχήματος, το βαθμό πταίσματος του ευθυνόμενου για την πρόκληση αυτού πρώτου εναγομένου (αποκλειστική υπαιτιότητα), την ηλικία του θανόντος Χ. Σ., το στενό συγγενικό και ψυχικό δεσμό που υπήρχε μεταξύ αυτού και των ανωτέρω συγγενών του, αλλά, και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των τελευταίων και του ευθυνόμενου οδηγού η δικαιούμενη εκ μέρους των ως άνω συγγενών του χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν από το θάνατό του ανέρχεται για την σύζυγο αυτού Α. Σ. στο ποσό των 55.000 ευρώ, για καθένα από τα τέκνα του Ν. και Μ. Σ. στο ποσό των 40.000 ευρώ, για καθένα από τους εγγονούς του Ε. Κ., Δ. Κ. και Α. Κ. στο ποσό των 6.000 ευρώ, για την αδελφή του Ε. Τ. στο ποσό των 10.000 ευρώ, για τον γαμπρό του Ι. Κ. στο ποσό των 2.000 ευρώ, για τη νύφη του Χ. Δ. στο ποσό των 2.000 ευρώ και για τη πεθερά του Μ. Ν. στο ποσό των 1.000 ευρώ. Το ζημιογόνο όχημα ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης και ήδη εκκαλούσας εταιρίας ήταν ασφαλισμένο, όπως προαναφέρθηκε, στην ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία. Συγκεκριμένα, το εν λόγω όχημα είχε ασφαλιστεί για τον κίνδυνο πρόκλησης σωματικών βλαβών και υλικών ζημιών σε τρίτους, είχε δε συνταχθεί για το λόγο αυτό το με αριθμό ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο (ανανεωτήριο) για το χρονικό διάστημα από την 13-6-2012 μέχρι την 13-12-2012. Η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία για την αποφυγή των δικαστικών αγώνων και για να περιορίσει και το ύψος της δικής της ζημίας από τόκους, δικαστικές δαπάνες κ.λ.π. κατόπιν συμβιβασμού κατέβαλε στους ως άνω συγγενείς του θανόντος Χ. Σ. τα προαναφερόμενα ποσά ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη, που υπέστησαν από το θάνατό του και το ποσό των 5.000 ευρώ ως δικαστικά έξοδα. [...]. Αποδείχθηκε τέλος, ότι μεταξύ των όρων, που περιελήφθησαν στο προαναφερόμενο ασφαλιστήριο συμβόλαιο ήταν και ο όρος ότι η ασφαλιστική σύμβαση διέπεται από τις διατάξεις του ν. 3557/07, με τις οποίες αναμορφώθηκε το άρθρο 6β' του ΠΔ 237/1986, σύμφωνα με το οποίο εξαιρούνται από την ασφαλιστική κάλυψη οι περιπτώσεις ζημιών σε περίπτωση οδήγησης του ασφαλισμένου οχήματος από οδηγό, ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, όπως εκάστοτε ισχύει εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος. Η εξαίρεση αυτή από την ασφαλιστική κάλυψη, που τέθηκε με τον προαναφερθέντα όρο είναι ισχυρή, διότι οι συμβληθέντες διάδικοι στα πλαίσια της αυτονομίας της δικαιοπρακτικής τους βούλησης περιόρισαν, με τη θέσπιση ειδικής απαλλακτικής ρήτρας, την ευθύνη της ασφαλιστικής κάλυψης της ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας στην περίπτωση κατά την οποία ο οδηγός του ασφαλιζόμενου οχήματος τελούσε σε κατάσταση μέθης. Όπως προαναφέρθηκε, ο υπαίτιος οδηγός και πρώτος εναγόμενος Μ. Ο. κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος κατά την έννοια του άρθρου 42 του ΚΟΚ σε ποσοστό 0,26 gr/i αίματος. Το ποσοστό αυτό του οινοπνεύματος, που ανιχνεύθηκε στον οργανισμό του συνέβαλε στην πρόκληση του ατυχήματος, αφού, όπως αποδείχθηκε, είχε επηρεάσει την οδηγική ικανότητά του. Ωστόσο, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι η δεύτερη εναγομένη γνώριζε ή μπορούσε να γνωρίζει ότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος ο ανωτέρω εναγόμενος οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος. Είναι βέβαια αληθές, ότι ο εν λόγω εναγόμενος ήταν προστηθείς της δεύτερης εναγομένης, εφόσον εργαζόταν στην επιχείρησή της ως οδηγός. Η κατανάλωση όμως εκ μέρους του οινοπνεύματος, όπως αποδείχθηκε, έγινε κατά την επιστροφή του από προγραμματισμένο δρομολόγιο και εν αγνοία του νομίμου εκπροσώπου της ανωτέρω εναγομένης ιδιοκτήτριας του ασφαλισμένου στην ενάγουσα εταιρία οχήματος, η οποία εκ του λόγου αυτού δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα ως προς την παράβαση του σχετικού ασφαλιστικού βάρους εκ μέρους του. Επομένως, η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία δεν διατηρεί αναγωγικό δικαίωμα κατά της ανωτέρω (δεύτερης) εναγομένης, ιδιοκτήτριας του ζημιογόνου οχήματος, για τα ποσά, που κατέβαλε στους συγγενείς του θανόντος Χ. Σ., γι' αυτό και η εναντίον της αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της γενομένου δεκτού του προβληθέντος ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εκ μέρους της ισχυρισμού περί ελλείψεως υπαιτιότητας στο πρόσωπό της ως προς την παραβίαση του ανωτέρω ασφαλιστικού βάρους. Το Πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση ταυ, αφού απέρριψε σιγή τον ανωτέρω ισχυρισμό της δεύτερης εναγομένης και ήδη, εκκαλούσας, αναγνώρισε την υποχρέωσή της να αποδώσει αναγωγικά στην ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία το ποσό των 173.001 ευρώ, το οποίο αυτή κατέβαλε στους συγγενείς του θανόντος Χ. Σ., εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εσφαλμένα εκτίμησε τις προσαχθείσες ενώπιόν του αποδείξεις γι' αυτό και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος έφεσης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη έφεση πρέπει να γίνει δεκτή στην ουσία της, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση ως προς τις διατάξεις της που αφορούν τη δεύτερη εναγομένη κατ' άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ και αφού κρατηθεί η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο και δικασθεί η αγωγή, να απορριφθεί αυτή κατά το μέρος της, που αφορά την ανωτέρω εναγομένη ως αβάσιμη στην ουσία της". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 25-9-2017 έφεση της δεύτερης εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 121/2016 πρωτόδικης οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών [με την οποία έγινε δεκτή η από 10-8-2013 αγωγή (αναγωγή) της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας κατά του Μ. Ο. (μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη) και κατά της αναιρεσίβλητης και αναγνωρίστηκε ότι η τελευταία υποχρεούται, ως εξ αναγωγής υπόχρεη, και, ειδικότερα, ως ιδιοκτήτρια του ζημιογόνου ΙΧΦ αυτοκινήτου, το οποίο είχε ασφαλίσει για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, κατά τον κρίσιμο χρόνο του ένδικου ατυχήματος, στην αναιρεσείουσα, να καταβάλει στην τελευταία το ποσό των 173.000 ευρώ, το οποίο η αναιρεσείουσα κατέβαλε στους οικείους του θανόντος στο αναφερόμενο τροχαίο ατύχημα ..., κατόπιν εξώδικου με αυτούς συμβιβασμού, επειδή κρίθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος είναι ο πρώτος εναγόμενος, Μ. Ο., οδηγός του ζημιογόνου ΙΧΦ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης, ο οποίος οδηγούσε κατά το χρόνο του ατυχήματος υπό την επίδραση οινοπνεύματος, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ατυχήματος και ότι η ζημία αυτή εξαιρείται από την ασφάλιση ] και αφού έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη, ιδιοκτήτρια του ζημιογόνου οχήματος, δεν ευθύνεται ως εξ αναγωγής υπόχρεη έναντι της αναιρεσείουσας, διότι δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα ως προς την παράβαση της ανωτέρω ασφαλιστικής υποχρέωσης εκ μέρους του προστηθέντος οδηγού της, ήτοι να μην οδηγεί υπό την επήρεια οινοπνεύματος, εξαφάνισε την ανωτέρω πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και, ακολούθως, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή - αναγωγή της αναιρεσείουσας, κατά το μέρος της που αφορούσε την αναιρεσίβλητη. Ήδη, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6β παρ. 1, 6β παρ. 3, 11 παρ. 1 του Π.Δ. 237/1986, 330, 334, 335, 336, 337, 361 και 922 του Α.Κ., με το να δεχθεί ότι, παρ' όλο που ο υπαίτιος για το επίδικο ατύχημα οδηγός του αυτοκινήτου της αναιρεσίβλητης, είχε προστηθεί από αυτή στην οδήγησή του, η τελευταία δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα για την, από τον οδηγό αυτό, παράβαση του ασφαλιστικού βάρους, να μην οδηγεί υπό την επήρεια οινοπνεύματος, επειδή δεν αποδείχθηκε ότι αυτή γνώριζε ή μπορούσε να γνωρίζει ότι, κατά το χρόνο του ατυχήματος, ο ανωτέρω οδηγός οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος. Επίσης, με τον ίδιο προαναφερόμενο πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ., καθόσον διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς, αντιφατικές και ασαφείς αιτιολογίες ως προς ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα αυτό της γνώσης ή της δυνατότητας γνώσης από την αναιρεσίβλητη του γεγονότος ότι, ο υπαίτιος του ατυχήματος οδηγός του αυτοκινήτου της, τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτόν υπηρεσίας οδήγησης του αυτοκινήτου, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6β παρ. 1, 6β παρ. 3, 11 παρ. 1 του Π.Δ. 237/1986, 330, 334, 335, 336, 337, 361 και 922 του Α.Κ., τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, πληρούσαν το πραγματικό των προαναφερομένων διατάξεων και δικαιολογούσαν την, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ορθότητα του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος και δη ότι η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία δεν διατηρεί αναγωγικό δικαίωμα κατά της ασφαλισμένης αυτής αναιρεσίβλητης, λόγω έλλειψης υπαιτιότητας της τελευταίας για την παράβαση της ασφαλιστικής υποχρέωσης, της μη οδήγησης υπό την επίδραση οινοπνεύματος, εκ μέρους του προστηθέντος από αυτή υπαιτίου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου. Ειδικότερα, το άνω Δικαστήριο της ουσίας ανελέγκτως δέχθηκε, ότι η παράβαση της ασφαλιστικής υποχρέωσης, της μη οδήγησης υπό την επίδραση οινοπνεύματος, εκ μέρους του προστηθέντος από την αναιρεσίβλητη, υπαιτίου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και δη η κατανάλωση εκ μέρους του οινοπνεύματος, έγινε και εν αγνοία του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης - ιδιοκτήτριας του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα οχήματος και ότι η αναιρεσίβλητη δεν (προέκυψε ότι) γνώριζε ή μπορούσε να γνωρίζει ότι, κατά το χρόνο του ατυχήματος, ο ανωτέρω οδηγός τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος και με βάση τις παραδοχές αυτές [που συνδυαστικά εκτιμώμενες συνιστούν παραδοχή περί ανατροπής του τεκμηρίου υπαιτιότητας της αναιρεσίβλητης, ως ιδιοκτήτριας του ζημιογόνου οχήματος, που το είχε ασφαλίσει στην αναιρεσείουσα, επειδή δεν γνώριζε και δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι ο άνω υπαίτιος οδηγός, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος], έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα ως προς την παράβαση του άνω ασφαλιστικού βάρους εκ μέρους του υπαίτιου οδηγού και, κατόπιν αυτών, δέχθηκε την παραδεκτά προβληθείσα εκ μέρους της τελευταίας ένσταση περί έλλειψης υπαιτιότητας στο πρόσωπό της ως προς την παραβίαση της ανωτέρω ασφαλιστικής υποχρέωσης από τον υπαίτιο οδηγό. Εφόσον δε, το Εφετείο, με βάση τις προεκτιθέμενες παραδοχές, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία δεν διατηρεί αναγωγικό δικαίωμα κατά της ασφαλισμένης αυτής αναιρεσίβλητης, λόγω έλλειψης υπαιτιότητας της τελευταίας για την παράβαση της ασφαλιστικής υποχρέωσης, της μη οδήγησης υπό την επίδραση οινοπνεύματος, εκ μέρους του προστηθέντος από αυτή υπαιτίου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και συνακόλουθα ότι δεν συντρέχει βάσιμη περίπτωση εξαίρεσης από την ασφάλιση και απαλλαγής της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας έναντι της ασφαλισμένης της - αναιρεσίβλητης και, κατόπιν όλων των ανωτέρω, απέρριψε την ένδικη αγωγή - αναγωγή της αναιρεσείουσας, κατά το μέρος που αφορούσε την αναιρεσίβλητη, ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεν παραβίασε ευθέως, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Περαιτέρω, οι περιλαμβανόμενες στο ανωτέρω πρώτο σκέλος του κρινόμενου αναιρετικού λόγου, ειδικότερες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι το τεκμήριο υπαιτιότητας της αναιρεσίβλητης δεν ανατράπηκε, γιατί ουδόλως αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη δεν γνώριζε ή δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι κατά το χρόνο του επίδικου ατυχήματος ο προστηθείς από αυτή στην οδήγηση του αυτοκινήτου της οδηγός τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος, δεδομένου ότι καμία περί τούτου απόδειξη δεν προσκομίστηκε από την αναιρεσίβλητη και ότι η τελευταία ουδόλως απέδειξε ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποί της δεν μπορούσαν να γνωρίζουν ότι ο προστηθείς από αυτή οδηγός είχε προβεί στην κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών και να αποτρέψουν την οδήγησή του από αυτόν, είναι απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση της παραβίασης των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αναφορικά με τη γενομένη ανελέγκτως δεκτή από το Εφετείο, έλλειψη υπαιτιότητας της αναιρεσίβλητης, για το γεγονός ότι, κατά το χρόνο του επισυμβάντος ατυχήματος, ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος και συνακόλουθα την ανατροπή του τεκμηρίου υπαιτιότητας αυτής. Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος και απαράδεκτος, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις. Περαιτέρω, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις άνω αναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και δη, αναφορικά με αυτό της μη γνώσης και της μη δυνατότητας γνώσης από την αναιρεσίβλητη του γεγονότος ότι, ο υπαίτιος του ατυχήματος οδηγός του αυτοκινήτου της, τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτόν υπηρεσίας οδήγησης του αυτοκινήτου. Ειδικότερα, το Εφετείο, με επαρκή και σαφή αιτιολογία διέλαβε τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά και δη ότι η παράβαση του ασφαλιστικού βάρους, της μη οδήγησης υπό την επίδραση οινοπνεύματος, εκ μέρους του υπαιτίου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ήτοι η κατανάλωση εκ μέρους του οινοπνεύματος, έγινε εν αγνοία του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης - ιδιοκτήτριας του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα οχήματος και ότι η αναιρεσίβλητη δεν (προέκυψε ότι) γνώριζε ή μπορούσε να γνωρίζει ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος ο ανωτέρω οδηγός οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος και με βάση τις παραδοχές αυτές, οι οποίες συνδυαστικά εκτιμώμενες, όπως προαναφέρθηκε, συνιστούν παραδοχή περί ανατροπής του τεκμηρίου υπαιτιότητας της αναιρεσίβλητης, ως ιδιοκτήτριας του ζημιογόνου οχήματος, που το είχε ασφαλίσει στην αναιρεσείουσα, επειδή δεν γνώριζε και δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι ο άνω υπαίτιος οδηγός κατά το χρόνο του ατυχήματος τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα ως προς την παράβαση του άνω ασφαλιστικού βάρους εκ μέρους του υπαίτιου οδηγού και δέχθηκε, κατόπιν αυτών, την παραδεκτά προβληθείσα εκ μέρους της ένσταση, περί έλλειψης υπαιτιότητας στο πρόσωπό της, ως προς την παραβίαση της ανωτέρω ασφαλιστικής υποχρέωσης. Οι σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές ανωτέρω αιτιολογίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον οι περιλαμβανόμενες σε αυτόν αιτιάσεις ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το άνω Δικαστήριο της ουσίας και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, καθώς και σε επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτήν εκδοχής περί μη ανατροπής του τεκμηρίου υπαιτιότητας της αναιρεσίβλητης, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Δικαστήριο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ως ορθό, με τις αιτιάσεις δε αυτές, και, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και με το σαφές εκτιθέμενο στην προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα ότι η αναιρεσίβλητη δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα, ως προς την παράβαση της άνω ασφαλιστικής υποχρέωσης, της μη οδήγησης υπό την επίδραση οινοπνεύματος, εκ μέρους του υπαιτίου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου της και ότι, συνακόλουθα, η αναιρεσείουσα δεν διατηρεί αναγωγικό δικαίωμα έναντι της αναιρεσίβλητης - ιδιοκτήτριας του εν λόγω αυτοκινήτου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 13 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 338 παρ. 1 του ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανένα δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση. Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποιθήσεως των θεμελιωτικών της αξιώσεώς του πραγματικών γεγονότων. Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης (άρθρο 14 παρ.1 του ν. 2915/2001) και την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 του ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις, ενώ, σε κάθε περίπτωση, δεν τίθεται θέμα παραβίασης του υποκειμενικού βάρους απόδειξης και ίδρυσης του από το άρθρο 559 αριθμός 13 του ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου στις ειδικές διαδικασίες και ειδικότερα στην διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισής του, κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να ορίζει ποίος από τους διαδίκους φέρει το βάρος απόδειξης, εκτιμά ελεύθερα τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και κρίνει εάν αποδείχθηκαν ή όχι οι προβαλλόμενοι πραγματικοί ισχυρισμοί (ΑΠ 809/2017, ΑΠ 233/2011, ΑΠ 1113/2009, ΑΠ 344/2007). Αντίθετα, αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στην περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμός 13 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Ο λόγος όμως αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι ο προβληθείς ισχυρισμός του εναγόμενου έγινε δεκτός, όχι εξαιτίας μη (αντ)απόδειξης του αντίθετου (αρνητικού) ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, αλλά επειδή θεωρήθηκαν επαρκείς οι προσκομισθείσες από τον αντίδικό του αποδείξεις (ΑΠ 809/2017). Εξάλλου, το βάρος απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας του εναγόμενου από τον ασφαλιστή, ιδιοκτήτη και μη οδηγού του ασφαλισμένου οχήματος, σε περίπτωση οδήγησης αυτού από οδηγό που τελεί υπό την επήρεια οινοπνεύματος, η οποία (υπαιτιότητα) κατ' αρχάς τεκμαίρεται, έχει, κατά τις γενικές αρχές (άρθρο 336 του Α.Κ.) ο εναγόμενος ιδιοκτήτης, ο οποίος πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, για να καταρρίψει το σε βάρος του τεκμήριο υπαιτιότητας (ΑΠ 262/2019, ΑΠ 847/2015, ΑΠ 1304/2015, ΑΠ 1497/2014, ΑΠ 1016/2013). Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι, το Εφετείο, παραβίασε τις διατάξεις περί κατανομής του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, ως προς την απόδειξη της ένστασης της αναιρεσίβλητης περί έλλειψης υπαιτιότητάς της, σχετικά με την παράβαση της ασφαλιστικής υποχρέωσης, της μη οδήγησης υπό την επίδραση οινοπνεύματος, εκ μέρους του υπαιτίου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου. Ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, στην ανωτέρω κρίση κατέληξε το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα τις προεκτιθέμενες και συνδυαστικά εκτιμώμενες, όπως προαναφέρθηκε, παραδοχές της, όχι εξαιτίας της μη (αντ)απόδειξης του αντίθετου (αρνητικού) ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, αλλά επειδή θεωρήθηκαν επαρκείς οι προσκομισθείσες από την αντίδικό της - εναγομένη και ήδη αναιρεσιβλήτη, αποδείξεις. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 10 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι` αυτά (ΑΠ 271/2021, ΑΠ 1182/2021, ΑΠ 15/2020, ΑΠ 756/2011, ΑΠ 273/2011, ΑΠ 1700/2009). Επομένως, ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1182/2021, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 876/2019, ΑΠ 217/2016, 2031/2007), χωρίς να είναι αναγκαίο να αξιολογεί ειδικά το κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 609/2020) και να μνημονεύει από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο σχημάτισε την κρίση του για την αλήθεια κάθε ισχυρισμού που ερεύνησε (ΑΠ 10/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο σχημάτισε τη δικανική του πεποίθηση και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα επί της ουσίας της υπόθεσης και, ειδικότερα, επί της παραδεκτά προβληθείσας ένστασης της αναιρεσίβλητης περί έλλειψης υπαιτιότητάς της σχετικά με την παράβαση της ασφαλιστικής υποχρέωσης, της μη οδήγησης υπό την επίδραση οινοπνεύματος, εκ μέρους του υπαιτίου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, αφού έλαβε υπόψη του τα ρητά μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα και, ειδικότερα, όπως κατά λέξη αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση: "από τα έγγραφα τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, από την υπ' αριθμό ... ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος Γ. Θ. του Β., ενώπιον της Ειρηνοδίκη Σερρών Ο. Λ., η οποία προσκομίζεται με επιμέλεια της δεύτερης εναγομένης και ήδη εκκαλούσας και λήφθηκε ύστερα από εμπρόθεσμη και νομότυπη κλήτευση της αντιδίκου της (άρθρο 671 παρ. 1 ΚΠολΔ) ττλην της υπ' αριθμ. ….ένορκης βεβαίωσης του Α. Κ. του Γ., νόμιμου εκπροσώπου της δεύτερης εναγομένης ενώττιον της αυτής ως άνω Ειρηνοδίκη, η οποία αποτελεί ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, εφόσον ο ενόρκως βεβαιών δεν είναι τρίτος σε σχέση με την ανωτέρω εναγομένη και δεν τηρήθηκαν για την ένορκη αυτή βεβαίωση οι διατυττώσεις της διάταξης του άρθρου 415 ΚΠολΔ, η οποία προβλέπει την εξέταση των νομίμων εκπροσώπων των διαδίκων νομικών προσώπων ή των μελών της διοίκησή τους [...], και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται (ρθρα 444 αρ. 1γ, 448 παρ. 2, 457 παρ: 4 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ)" και, συνεπώς, οι ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν έγιναν χωρίς απόδειξη. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο τρίτος αναιρετικός λόγος, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη διάδικος, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - Απορρίπτει την από 15-11-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2611/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. -Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. -Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ