Αριθμός 1668/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Χ. Μ. του Γ. - Κ., συζ. Τ. Σ., κατοίκου ..., για τον εαυτό της ατομικά και ως καθολικής, άλλως ειδικής διαδόχου της ήδη λυθείσας ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ", που έδρευε στο ... και εκπροσωπείτο νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο - Ευάγγελο Μηναιόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-5-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9/2021 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-5-2021 αίτησή της και τους από 24-12-2022 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 569 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ., όπως η παράγραφος 2 τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 του Ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α' 190/13-10-2021) [και κατά την παρ. 2β του άρθρου 116 του αυτού νόμου, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 παρ. 2 Ν. 4912/2022, (ΦΕΚ Α` 59), εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών ένδικων μέσων] "1. Πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης είναι παραδεκτοί, και αν η αίτηση της αναίρεσης δεν περιέχει λόγο τυπικά παραδεκτό και ορισμένο. 2. Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση. Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση... Τα ίδια εφαρμόζονται και όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ή ο άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 568 παρ. 2, 3 και 570 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι για την παραδεκτή άσκηση των πρόσθετων λόγων αναίρεσης προσαπαιτείται η αθροιστική πλήρωση δύο προϋποθέσεων, ήτοι η κατάθεση του δικογράφου αυτών στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα (30) πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και η επίδοση του δικογράφου αυτών στην ίδια ως άνω προθεσμία πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης (ΑΠ 830/2021, ΑΠ 422/2019). Στην προκειμένη περίπτωση φέρονται προς συζήτηση: Α) η από 20-5-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 23/21-5-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9/2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, η οποία έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και Β) οι από 24-12-2022 πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, τριάντα (30) πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 27-12-2022, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 190/27-12-2022 πράξη κατάθεσης πρόσθετων λόγων του αρμόδιου Γραμματέα του Αρείου Πάγου, που υπάρχει κάτω από το δικόγραφο αυτό και ορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτησή τους η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (27-1-2023) και οι οποίοι επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (βλ. την υπ' αριθμ. 11.021 Γ'/27-12-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, Χ. Π. Κ.). Πρέπει, επομένως, τα ανωτέρω δικόγραφα της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων αυτής λόγων, να συνεκδικαστούν (άρθρα 246, 573 παρ. 1, 569 Κ.Πολ.Δ.) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.). Με τις διατάξεις, που περιλαμβάνονται στο ΜΕΡΟΣ ΕΒΔΟΜΟ (άρθρα 249 έως και 294) του ν. 4072/2012 "Βελτίωση επιχειρηματικού περιβάλλοντος - Νέα εταιρική μορφή κ.λπ." (Α' 86/11-4-2012), η ισχύς του οποίου άρχισε από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, πλην ορισμένων διατάξεων, που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, (άρθρο 330 παρ. 2 του νόμου), ρυθμίζονται θέματα, που αφορούν στις προσωπικές εμπορικές εταιρείες (ομόρρυθμη, ετερόρρυθμη, αφανή και κοινοπραξία). Ειδικότερα, τα θέματα που αφορούν στην ομόρρυθμη εταιρεία ρυθμίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 249 έως και 270, που περιλαμβάνονται στο ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α' του Μέρους αυτού. Σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 294 παρ. 1 και 2 του ανωτέρω νόμου, αυτός εφαρμόζεται και στις εταιρείες, οι οποίες κατά την έναρξη της ισχύος του (11-4-2012) δεν τελούν σε εκκαθάριση ή σε πτώχευση, ενώ από την έναρξη ισχύος του καταργούνται οι διατάξεις των άρθρων 18 - 28, 38, 39, 47 - 50 και 64 του Εμπορικού Νόμου. Με τη διάταξη του άρθρου 249 παρ. 1 και 2 του ως άνω ν. 4072/2012 ορίζεται ότι "1. Ομόρρυθμη είναι η εταιρεία με νομική προσωπικότητα που επιδιώκει εμπορικό σκοπό και για τα χρέη της οποίας ευθύνονται παράλληλα όλοι οι εταίροι απεριόριστα και εις ολόκληρον. 2. Εφόσον δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στο παρόν κεφάλαιο, εφαρμόζονται στην ομόρρυθμη εταιρεία οι διατάξεις του αστικού κώδικα για την εταιρεία, με εξαίρεση τις διατάξεις των άρθρων 758 και 761 του Αστικού Κώδικα". Με τη διάταξη του άρθρου 259 παρ. 1 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι: "1. Η ομόρρυθμη εταιρεία λύνεται: α) με την πάροδο του χρόνου διαρκείας της, β) με απόφαση των εταίρων, γ) με την κήρυξή της σε πτώχευση και δ) με δικαστική απόφαση ύστερα από αίτηση εταίρου, εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος. Στην εταιρική σύμβαση μπορεί να προβλέπονται και άλλοι λόγοι λύσης της εταιρείας". Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 267 του ιδίου νόμου 4072/2012 [όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 27 του ν. 4403/2016 (ΦΕΚ Α 125/7-7-2016)] ορίζεται ότι: "Αν αποχωρήσουν για οποιονδήποτε λόγο ένας ή περισσότεροι εταίροι και παραμείνει μόνο ένας εταίρος, η εταιρεία λύνεται, εφόσον μέσα σε δύο μήνες δεν δημοσιευτεί στο Γ.Ε.ΜΗ. η είσοδος νέου εταίρου", ενώ ήδη μετά την αντικατάσταση του εν λόγω άρθρου 267, με το άρθρο 27 του ν. 4403/2016 προβλέπεται δυνατότητα εισόδου νέου εταίρου εντός τεσσάρων μηνών. Ακολούθως, με τη διάταξη του άρθρου 268 παρ. 1 του ως άνω νόμου 4072/2012 ορίζεται ότι: "Αν σε περίπτωση λύσης της εταιρείας οι εταίροι δεν έχουν συμφωνήσει διαφορετικά, τη λύση της εταιρείας ακολουθεί η εκκαθάριση". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι οι λόγοι λύσης των προσωπικών εταιρειών υπό το ισχύον δίκαιο του ν. 4072/2012 διαφέρουν από αυτούς που γίνονταν δεκτοί κατά το προϊσχύσαν δίκαιο και καθορίζονται πλέον με κεντρικούς άξονες τη γενική αρχή της διατήρησης της εμπορικής επιχείρησης και το επιβεβλημένο απομάκρυνσης από τον απόλυτα προσωποπαγή χαρακτήρα των προσωπικών εταιρειών (ΑΠ 1157/2022, ΑΠ 473/2019). Ειδικότερα, από την άνω διάταξη του άρθρου 267 του 4072/2012 προβλέπεται ως λόγος λύσης της ομόρρυθμης εταιρείας και η παραμονή, για οποιονδήποτε λόγο, στην εταιρεία ενός μόνο εταίρου, εφόσον μέσα σε δύο μήνες (και ήδη τέσσερις μήνες), δεν δημοσιευτεί στο Γ.Ε.ΜΗ. η είσοδος νέου εταίρου. Η συγκέντρωση των εταιρικών μεριδίων σε ένα πρόσωπο είναι δυνατόν να γίνει με την απόκτηση από έναν εταίρο των μεριδίων των άλλων με μεταβίβαση εν ζωή ή λόγω θανάτου. Με την ως άνω πρόβλεψη δίδεται η δυνατότητα στον εναπομείναντα μόνο εταίρο να συνεχίσει τη λειτουργία της εταιρείας με την ανεύρεση νέου εταίρου. Με τη διάταξη αυτή εισάγεται ο θεσμός της μονοπρόσωπης ομόρρυθμης εταιρείας, πολύ περιορισμένης όμως χρονικής διάρκειας και με ειδικό σκοπό τη διερεύνηση της δυνατότητας διάσωσης της εταιρείας με την είσοδο νέου εταίρου. Ενώ, κατά το προϊσχύον δίκαιο, μια τέτοια εταιρική μορφή, όταν έμενε με έναν μόνο εταίρο, θα οδηγούσε στην άμεση λύση της εταιρείας (αφού ο εταιρικός δεσμός προϋποθέτει τη συμμετοχή δύο τουλάχιστον προσώπων), με το νόμο 4072/2012 δίνεται η δυνατότητα παράτασης στην πράξη της εταιρικής ζωής για δύο και ήδη τέσσερις μήνες. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα η εταιρεία διατηρείται υπό το σχήμα της μονοπρόσωπης εταιρείας και αναγκαία προϋπόθεση για τη συνέχισή της είναι μέσα σε αυτή τη χρονική προθεσμία να δημοσιευθεί στο Γ.Ε.ΜΗ. η είσοδος νέου εταίρου. Αν αυτό δεν συμβεί μέσα στην ανωτέρω προθεσμία, που ορίζει το άρθρο 267 του ν. 4072/2012, ήτοι αν παρέλθει η άνω προθεσμία χωρίς να δημοσιευθεί στο ΓΕΜΗ η είσοδος νέου εταίρου, η λύση της εταιρείας επέρχεται αυτομάτως χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη ενέργεια (ΑΠ 225/2022). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 249 παρ. 2, 267 και 268 ν. 4072/2012 προκύπτει ότι το ενδεχόμενο να μείνει ένας μόνον εταίρος σε προσωπική εταιρεία, χωρίς να εισέλθει νέος, εντός δύο και ήδη τεσσάρων μηνών, συνιστά, όπως προαναφέρθηκε, λόγο λύσης αυτής, καθώς και ότι μετά τη λύση της η εταιρεία εισέρχεται στο στάδιο της εκκαθάρισης, για τις ανάγκες της οποίας διατηρεί τη νομική προσωπικότητά της, εκτός αν οι εταίροι έχουν συμφωνήσει διαφορετικά, δηλαδή να μη γίνει εκκαθάριση, αλλά άλλος τρόπος ρύθμισης των εταιρικών εκκρεμοτήτων (ΑΠ 780/2019). Εάν οι εταίροι δεν έχουν συμφωνήσει διαφορετικά, τότε το στάδιο της εκκαθάρισης ακολουθεί υποχρεωτικώς τη λύση της εταιρείας. Η εκκαθάριση αποσκοπεί στην περάτωση των νομικών σχέσεων, που προήλθαν από τη σύσταση και τη λειτουργία της εταιρείας και ήταν εκκρεμείς κατά το χρόνο της λύσης της. Οι εν λόγω σχέσεις ανάγονται: α) είτε σε σχέσεις μεταξύ της εταιρίας και των τρίτων (στις οποίες περιλαμβάνονται και οι εξωεταιρικές σχέσεις μεταξύ εταιρίας και εταίρων, που σ' αυτή την περίπτωση αντιμετωπίζονται σαν τρίτοι), β) είτε σε σχέσεις από την εταιρική σύμβαση, μεταξύ των εταίρων ή μεταξύ εταίρων και εταιρίας, γ) είτε σε σχέσεις, μεταξύ των εταίρων, ως προς το καθαρό προϊόν της εκκαθάρισης, δηλαδή την ενεργητική εταιρική περιουσία, που απομένει μετά την εκπλήρωση των εταιρικών υποχρεώσεων. Ειδικότερα, κατά το στάδιο της εκκαθάρισης γίνεται η ρευστοποίηση του ενεργητικού, η διαπίστωση και εξόφληση των χρεών, η απόδοση των εισφορών και η διανομή, μεταξύ των εταίρων, του καθαρού ενεργητικού της εταιρικής περιουσίας, που τυχόν απομένει, μετά την εξόφληση των εταιρικών χρεών και την απόδοση των εισφορών. Το στάδιο της εκκαθάρισης ομόρρυθμης εταιρείας δεν παύει, πριν εξοφληθούν όλες οι υποχρεώσεις αυτής και, εάν μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθάρισης διαπιστωθεί η ύπαρξη εταιρικής απαίτησης ή εταιρικού χρέους, τότε επαναλαμβάνονται οι εργασίες εκκαθάρισης και συνεχίζεται η εκπροσώπηση της εταιρείας από τον εκκαθαριστή. Κατά το στάδιο της εκκαθάρισης εφαρμόζονται, ελλείψει ειδικότερης ρύθμισης στο ν. 4072/2012, οι διατάξεις του αστικού κώδικα, για την εταιρεία, ήτοι οι διατάξεις των άρθρων 777 επ. Α.Κ. (ΑΠ 219/2023). Εξάλλου, από τις διατάξεις του εμπορικού δικαίου δεν προβλέπεται δυνατότητα μετατροπής προσωπικής εταιρείας σε ατομική επιχείρηση, με την έννοια ότι η τελευταία υπεισέρχεται ως οιονεί καθολική διάδοχος στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της εταιρείας. Για να επιτευχθεί η συνέχιση της δραστηριότητας, που ασκούσε η εταιρεία, από μία διάδοχο ατομική επιχείρηση, οι εταίροι μπορούν, στα πλαίσια της δυνατότητάς τους να ρυθμίσουν διαφορετικά το πέρας της εταιρείας αποκλείοντας το στάδιο της εκκαθάρισης, να μεταβιβάσουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της (λυόμενης) εταιρείας στον φορέα της ατομικής επιχείρησης με νομικές πράξεις ειδικής διαδοχής, όπως είναι η μεταβίβαση της κυριότητας των εταιρικών πραγμάτων, η εκχώρηση των εταιρικών αξιώσεων και η αναδοχή των εταιρικών υποχρεώσεων (ΑΠ 780/2019). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 Α.Κ., προκύπτει ότι δικαίωμα να ζητήσει αποζημίωση για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, έχει αυτός, που ζημιώθηκε από την αδικοπραξία αμέσως και όχι εμμέσως. Επομένως, επί αδικοπραξίας που στρέφεται κατά ομόρρυθμης εταιρείας, η οποία αποτελεί πρόσωπο διάφορο από εκείνα των μελών των ομόρρυθμων εταίρων, μόνον η εταιρεία νομιμοποιείται να ασκήσει τη σχετική αγωγή αποζημίωσης, γιατί αυτή είναι η αμέσως ζημιωθείσα και όχι οι ομόρρυθμοι εταίροι, αφού οι τελευταίοι θεωρούνται ότι υπέστησαν έμμεση ζημία από την ανωτέρω πράξη, ανεξάρτητα αν η αξίωση τούτων στρέφεται κατά τρίτων ή άλλων ομόρρυθμων μελών, που ζημίωσαν το νομικό πρόσωπο της εταιρείας. Αντίθετο συμπέρασμα δεν συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 249 παρ. 1 του ν. 4072/2012, κατά την οποία για τα χρέη της οποίας ευθύνονται παράλληλα όλοι οι εταίροι απεριόριστα και εις ολόκληρον, γιατί το ρυθμιζόμενο από αυτή ζήτημα, της εις ολόκληρον ευθύνης των ομόρρυθμων εταίρων, ανάγεται μόνο στην παθητική και όχι στην ενεργητική νομιμοποίηση αυτών (Ολ. ΑΠ 1/1994, ΑΠ 1648/2014, ΑΠ 1947/2006). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 72, 73, 74 ΑΚ και 62, 73 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα δε αυτή, η οποία αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης. Η λύση του νομικού προσώπου της ομόρρυθμης εταιρείας, δεν θίγει την ικανότητά της να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, συνεπώς και την ικανότητα διεξαγωγής των δικών της, ούτε καν επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης, διότι και μετά τη λύση της η νομική προσωπικότητα της εταιρείας λογίζεται υφισταμένη, εφόσον τούτο απαιτείται για τις ανάγκες και προς το σκοπό της εκκαθάρισης. Αυτό ισχύει και στην περίπτωση κατά την οποία, υπό την ισχύ του ν. 4072/2012, ακολουθεί το στάδιο της εκκαθάρισης, εφόσον οι εταίροι δεν έχουν συμφωνήσει διαφορετικά, δηλαδή να μη γίνει εκκαθάριση. Εφεξής, όπως προαναφέρθηκε, κατά το στάδιο της εκκαθάρισης, φορέας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων της ομόρρυθμης εταιρείας εξακολουθεί να είναι το νομικό πρόσωπο αυτής, το οποίο και κινεί τις σχετικές δίκες εκπροσωπούμενο από τον εκκαθαριστή, δηλαδή η εταιρεία εκπροσωπείται από τους εκκαθαριστές, οι οποίοι είναι οι ίδιοι οι εταίροι, αν δεν διορίστηκαν εκκαθαριστές με συμφωνία των εταίρων ή από το δικαστήριο. Ακόμη και μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθάρισης, αν διαπιστωθεί, ότι υπάρχει κάποια εκκρεμότητα, όπως απαίτηση ή χρέος της εταιρείας, επαναλαμβάνονται και πάλι οι εργασίες της εκκαθάρισης και συνεχίζεται η εκπροσώπηση της λυθείσας εταιρείας από τους εκκαθαριστές (ΑΠ 219/2023, ΑΠ 863/2021, ΑΠ 866/2021, ΑΠ 748/2017). Σε αντίθετη περίπτωση, που ενάγει ή ενάγεται εταίρος της ομόρρυθμης εταιρίας, που τελεί υπό εκκαθάριση και όχι η ίδια, ως νομικό πρόσωπο, το δικαστήριο, που ελέγχει και αυτεπαγγέλτως, τη νομιμοποίηση όλων των διαδίκων, σε κάθε στάση της δίκης, σύμφωνα με το άρθρα 68 και 73 ΚΠολΔ, απορρίπτει τη σχετική αγωγή, ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης, αντίστοιχα, τούτου. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 1710 του Α.Κ. ορίζεται ότι: "Κατά το θάνατο του προσώπου η περιουσία του ως σύνολο (κληρονομία) περιέρχεται από το νόμο ή από διαθήκη σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα (κληρονόμοι). Η κληρονομική διαδοχή από το νόμο επέρχεται όταν δεν υπάρχει διαθήκη, ή όταν η διαδοχή από διαθήκη ματαιωθεί ολικά ή μερικά", με τη διάταξη του άρθρου 1846 του Α.Κ. ορίζεται ότι: "Ο κληρονόμος αποκτά αυτοδικαίως την κληρονομία μόλις γίνει η επαγωγή, με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 1198" και με τη διάταξη του άρθρου 1847 εδαφ. α' του Α.Κ. ορίζεται ότι "Ο κληρονόμος μπορεί να αποποιηθεί την κληρονομία μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών που αρχίζει από τότε που έμαθε την επαγωγή και το λόγο της". Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ. ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 2/2019, ΑΠ 1034/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 130/2016). Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με το λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια και γ) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης (Ολ. ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 20/2005, Ολ. ΑΠ 27/1998, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 1106/2020). Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών. Ειδικότερα, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. (Ολ. ΑΠ 26/2004). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο διαπίστωσε, ρητά ή έμμεσα, κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων και ότι, παρά τη διαπίστωση αυτή, παρέλειψε να προσφύγει στις ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., ή ότι προσέφυγε σ' αυτές, παρότι έκρινε τη δικαιοπραξία σαφή και πλήρη, ή ότι εσφαλμένα υπήγαγε σ' αυτές τις πραγματικές διαπιστώσεις του (ΑΠ 1899/2022, ΑΠ 341/2021, ΑΠ 1041/2018, ΑΠ 1285/2011). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 Κ.Πολ.Δ. "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι, ως απαράδεκτο, του οποίου η, παρά το νόμο, κήρυξη ή μη κήρυξη από το δικαστήριο ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, νοείται, όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παράβασης δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων έχει ως συνέπεια να στερείται η διαδικαστική αυτή πράξη των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της. Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο και σχετίζονται με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία και όχι από το ουσιαστικό δίκαιο, από το οποίο οι ακυρότητες ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1 (Ολ. Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, Ολ. Α.Π. 2/2001, ΑΠ 1162/2020). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 68 του ΚΠολΔ με την οποία ορίζεται ότι δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 216 παρ.1 στοιχ. α' του ιδίου Κώδικα, κατά την οποία το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων, σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου, προκύπτει ότι η νομιμοποίηση των διαδίκων, δηλαδή η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένο δικαίωμα ή έννομη σχέση και δη τόσο η ενεργητική, όσο και η παθητική, καθορίζεται κατά κανόνα από το ουσιαστικό δίκαιο, τόσο ως προς το αντικείμενο αυτής, όσο και ως προς τους φορείς της (δικαιούχο και υπόχρεο). Για τον έλεγχο της νομιμοποίησης προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης, το δικαστήριο οφείλει να αρκεστεί στους εμπεριεχόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο ισχυρισμούς. Αρκεί, δηλαδή μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός είναι ο φορέας του δικαιώματος και ο εναγόμενος ο φορέας της αντίστοιχης υποχρέωσης, ή ότι αυτοί είναι τα υποκείμενα της έννομης σχέσης, που φέρεται προς κρίση (ΑΠ 152/2022, ΑΠ 1549/2021, ΑΠ 1408/2021). Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί δεν αιτιολογούν ένα τέτοιο σύνδεσμο ενάγοντος και εναγόμενου, η αγωγή είναι ανομιμοποίητη και θα απορριφθεί ως απαράδεκτη (ΑΠ 1408/2021, ΑΠ 656/2019). Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. [που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 Κ.Πολ.Δικ.), αλλά και της αρχής της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.)], ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό μέσο (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό μέσο (ένσταση, αντένσταση) και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων, ούτε επίσης και τα επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν τα ανωτέρω προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ. ΑΠ 14/2004, ΑΠ 231/2021, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008). Συνεπώς δεν είναι πράγματα, υπό την άνω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου (Ολ. ΑΠ 3/1997). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου του εγγράφου και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα συμπεράσματα ή επιχειρήματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 833/2020, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο, που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 25/2003, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), ή όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ. ΑΠ 11/1996, ΑΠ 409/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009), ή στην περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (ΑΠ 409/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 74/2019, ΑΠ 656/2016). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020). Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι για την ίδρυση του παρόντος αναιρετικού λόγου πρέπει το δικαστήριο της ουσίας με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του να έχει καταρτίσει ελάσσονα πρόταση εκτίμησης αποδείξεων, δηλαδή το δικαστήριο να ερεύνησε στην ουσία της την υπόθεση και να διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή, ή την ένσταση ως απαράδεκτη, αόριστη, μη νόμιμη ή για κάποιο τυπικό λόγο, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά και δεν διατυπώνει αποδεικτικό πόρισμα, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις, ανεπάρκειες ή αντιφάσεις στην περιγραφή του (Ολ. ΑΠ 3/1997, ΑΠ 691/2023, ΑΠ 312/2021, ΑΠ 31/2020, ΑΠ 99/2020, ΑΠ 267/2020, ΑΠ 595/2020, ΑΠ 438/2019, ΑΠ 1419/2019, ΑΠ 701/2011). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 10 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι` αυτά (ΑΠ 271/2021, ΑΠ 1182/2021, ΑΠ 15/2020, ΑΠ 756/2011, ΑΠ 273/2011, ΑΠ 1700/2009). Επομένως, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, αλλά απέρριψε την αγωγή ή την αίτηση ως μη νόμιμη, ή απαράδεκτη ή ως πρόωρη (ΑΠ 1363/2022, ΑΠ 491/2022, ΑΠ 830/2021, ΑΠ 2013/2013, ΑΠ 376/2008). Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει το δικαστήριο να έχει εισέλθει στην έρευνα της ουσίας της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή άλλης επιτευκτικής διαδικαστικής πράξεως και όχι να την απέρριψε ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα πραγματικών περιστατικών (Ολ. ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1966/2022, ΑΠ 1498/2021,ΑΠ 496/ 2020, ΑΠ 663/2017, ΑΠ 2139/2014, ΑΠ 1809/2007). Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης, που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμός 20 Κ.Πολ.Δ., για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι όμως και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε. Επομένως, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν ερεύνησε την ουσία της διαφοράς και δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, αλλά απέρριψε την αγωγή ή την αίτηση ως μη νόμιμη, ή ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 9/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, προκύπτει ότι το Εφετείο αυτό, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, τα ακόλουθα: " VI. Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της ένδικης έφεσης της η εκκαλούσα [και ήδη αναιρεσείουσα] ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα εφήρμοσε τα άρθρα 777 επ. ΑΚ και τις ισχύουσες διατάξεις περί ομορρύθμων εταιρειών του Ν. 4072/2012 και ότι παρέλειψε να εφαρμόσει και τα άρθρα 1710, 1846, 1847 ΑΚ και ειδικότερα ότι εσφαλμένα παρέλειψε να κρίνει τη διπλή ιδιότητα αυτής [εκκαλούσας - ενάγουσας] ως εταίρου και κληρονόμου του αποβιώσαντος εταίρου - ετεροθαλούς αδελφού της και ως εκ τούτου απέρριψε την αγωγή ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης. VII. Ο λόγος αυτός της ένδικης έφεσης, ο οποίος παραδεκτώς προβάλλεται πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ..., διότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθώς έκρινε ότι η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης τόσο ως προς την κύρια όσο και ως προς την επικουρική βάση αυτής δεχόμενο ειδικότερα ότι: α] κατά μεν την κύρια βάση της, ήτοι κατά τη βάση που ασκείται από την ενάγουσα ως ειδική διάδοχο της ήδη λυθείσας ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", η αγωγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι η ενάγουσα δεν είναι ειδική διάδοχος της ως άνω εταιρείας, δεδομένου ότι η εν λόγω λυθείσα εταιρία, ομόρρυθμο μέλος της οποίας είναι η ενάγουσα, τελεί ακόμη υπό εκκαθάριση (και σε περίπτωση που θεωρηθεί ότι έληξε, εφόσον διαπιστώνεται η ύπαρξη εταιρικής απαίτησης επαναλαμβάνονται οι εργασίες εκκαθάρισης) και συνεπώς για οποιαδήποτε αξίωση νομιμοποιείται τόσο ενεργητικά όσο και παθητικά μόνο το νομικό πρόσωπο της εταιρίας. Ειδικότερα, η συγκέντρωση των εταιρικών μεριδίων στην ενάγουσα αιτία θανάτου του προτελευταίου εταίρου της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε." επέφερε μεν τη λύση της εταιρείας αυτής (κατά άρθρο 267 του Ν.4072/2012 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 27 του Ν. 4403/2016 [ΦΕΚ Α' 125/7-7-2016] που ορίζει ότι "Αν αποχωρήσουν για οποιονδήποτε λόγο ένας ή περισσότεροι εταίροι και παραμείνει μόνο ένας εταίρος, η εταιρεία λύνεται, εφόσον μέσα σε τέσσερις μήνες δεν δημοσιευτεί στο Γ.Ε.ΜΗ. η είσοδος νέου εταίρου"), όμως η εταιρεία εισήλθε κατ' άρθρο 268 § 1 του Ν. 4072/2012 στο στάδιο της εκκαθάρισης ελλείψει σχετικής πρόβλεψης στο καταστατικό παράλειψης του σταδίου της εκκαθάρισης, στο οποίο ευρίσκεται και σήμερα. Μάλιστα στο από …2008 καταστατικό σύστασης της ομόρρυθμης αυτής εταιρείας προβλέπεται ρητά ότι σε περίπτωση λύσης της εταιρίας για οποιοδήποτε λόγο (μη εξαιρούμενης της συγκέντρωσης των εταιρικών μεριδίων σε ένα πρόσωπο) ακολουθεί η εκκαθάριση αυτής, μέχρι δε τη λύση της εταιρείας αυτής δεν ακολούθησε κάποια τροποποίηση του αρχικού καταστατικού που να προβλέπει μεταγενέστερη παράλειψη του σταδίου της εκκαθάρισης. Εξάλλου, στην προκείμενη περίπτωση δεν υφίσταται ούτε στάδιο μεταγενέστερο της λύσης της ως άνω εταιρείας, κατά το οποίο οι εταίροι θα μπορούσαν να συμφωνήσουν την παράλειψη του σταδίου της εκκαθάρισης, καθώς τη λύση αυτής επέφερε η παραμονή μόνο μίας εταίρου στην εταιρεία, η οποία δεν θα μπορούσε μόνη της να προβεί σε τέτοια συμφωνία, καθώς αυτή (συμφωνία) απαιτεί την ύπαρξη τουλάχιστον δύο εταίρων στην εταιρεία. Σημειωτέον δε ότι δεν προβλέπεται νομοθετικά κάποια εξαίρεση που να αποκλείει το στάδιο της εκκαθάρισης στην περίπτωση που λυθεί η εταιρεία εξαιτίας παραμονής σε αυτήν ενός μόνο εταίρου. Στην προκείμενη δε περίπτωση δεν έχει χωρήσει ούτε μετατροπή της ομόρρυθμης εταιρείας σε ατομική επιχείρηση, καθώς ... δεν νοείται μετατροπή ομόρρυθμης εταιρίας σε ατομική επιχείρηση (θα μπορούσε μόνο να υπάρξει μετατροπή σε άλλη εταιρική μορφή), διότι ο νομοθέτης προβλέπει και ρυθμίζει με ειδικές διατάξεις ορισμένες μόνο περιπτώσεις μετατροπής (μετασχηματισμού) εταιριών και σε αυτές δεν υπάγεται η μετατροπή ομόρρυθμης εταιρείας σε ατομική επιχείρηση, καμία διάταξη νόμου δεν παρέχει δικαίωμα στην ενάγουσα, να ασκεί τα δικαιώματα της ομόρρυθμης εταιρίας, η οποία σε κάθε περίπτωση, με βάση τα ιστορούμενα στο δικόγραφο, λύθηκε και δεν μετατράπηκε. Εκ τούτων συνάγεται ότι δικαιούχος της επίδικης χρηματικής απαίτησης είναι η υπό εκκαθάριση τελούσα ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... Ο.Ε.", διότι η ως άνω εταιρεία εισήλθε αυτοδίκαια και ευρίσκεται στο στάδιο της εκκαθάρισης, το οποίο ελλείψει σχετικής πρόβλεψης στο καταστατικό δεν μπορεί να παραλειφθεί, καθώς μάλιστα δεν προκύπτει εν προκειμένω ότι οι εργασίες της εκκαθάρισης έχουν περαιωθεί και σε κάθε περίπτωση λόγω της ύπαρξης της εν λόγω χρηματικής απαίτησης της εταιρείας επαναλαμβάνονται, στο στάδιο δε της εκκαθάρισης διατηρείται η νομική προσωπικότητα της εταιρείας για τις ανάγκες και το σκοπό της εκκαθάρισης και οι τυχόν αξιώσεις που γεννώνται ανήκουν σε αυτήν διά των εκκαθαριστών της. Τούτο διότι σε αντίθεση με ό,τι ισχύει στην ανώνυμη εταιρία και στην εταιρία περιορισμένης ευθύνης, η ομόρρυθμη εταιρία, ως προσωπική ένωση προσώπων που στηρίζεται σε σύμβαση, προϋποθέτει όχι μόνο κατά τη σύστασή της, αλλά και στη συνέχεια, την ύπαρξη δύο τουλάχιστον φυσικών ή νομικών προσώπων. Έτσι, αν οι εταιρικές μερίδες συγκεντρωθούν στα χέρια ενός η εταιρία λύνεται, ενώ, αν αποχωρήσουν για οποιονδήποτε λόγο ένας ή περισσότεροι εταίροι και παραμείνει μόνο ένας εταίρος, η εταιρεία λύνεται, εφόσον μέσα σε δύο μήνες δεν δημοσιευτεί στο Γ.Ε.ΜΗ. η είσοδος νέου εταίρου (άρθρο 267 § 1 του Ν. 4072/2012, το οποίο ήδη προβλέπει δυνατότητα συνέχισης της εταιρίας επί τετράμηνο, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 27 του ν. 4403/2016, [ΦΕΚ Α' 125/7-7-2016]) ... Άλλωστε, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 249 και 268 του Ν. 4072/2012 συνάγεται ότι σε περίπτωση λύσης της ομόρρυθμης εταιρίας, εισέρχεται αυτή στο στάδιο της εκκαθάρισης, μόνον αν οι εταίροι δεν έχουν συμφωνήσει διαφορετικά, δηλαδή μόνον αν οι εταίροι δεν απέκλεισαν την εκκαθάριση. Κατά το στάδιο της εκκαθάρισης, κατά το οποίο εφαρμόζονται, ελλείψει ειδικότερης ρύθμισης στον άνω νόμο, οι διατάξεις του αστικού κώδικα για την εταιρία, ήτοι οι διατάξεις των άρθρων 777 επ. ΑΚ, τα στοιχεία των εκκαθαριστών εγγράφονται στο Γ.Ε.ΜΗ. και το ίδιο ισχύει και σε κάθε περίπτωση αντικατάστασης εκκαθαριστή, η εταιρία δεν περατώνεται, αλλά απλώς μεταβάλλει σκοπό. Κατά συνέπεια η εταιρία ως συμβατική σχέση εξακολουθεί να υφίσταται και κατά τη διάρκεια του σταδίου της εκκαθάρισης, για τον σκοπό και τις ανάγκες της εκκαθάρισης, η οποία αποσκοπεί στην περάτωση των νομικών σχέσεων, που προήλθαν από τη σύσταση και τη λειτουργία της εταιρίας και ήταν εκκρεμείς κατά τον χρόνο της λύσης της. Σημειωτέον ότι η διάταξη του άρθρου 294 § 1 του Ν. 4072/2012, προσδίδει στο νέο δίκαιο μη γνήσια αναδρομική ισχύ θέτοντας το σε άμεση εφαρμογή επί των υφισταμένων εταιριών, οι οποίες ευρίσκονται κατά τη θέση του σε ισχύ (11-4-2012) σε παραγωγική λειτουργία και β] κατά την επικουρική βάση της, ήτοι κατά τη βάση που ασκείται από την ενάγουσα για τον εαυτό της ατομικά, η αγωγή είναι απαράδεκτη ομοίως ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης, διότι η διεκδικούμενη από αυτήν αποζημίωση αφορά χρηματική απαίτηση από αδικοπραξία τελεσθείσα σε βάρος της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", στο πρόσωπο της οποίας φέρεται να επήλθε κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της και η επικαλούμενη ζημία και στην οποία η ενάγουσα μετείχε ως εταίρος, δεν έχει δε υποστεί ζημία η ίδια η ενάγουσα ατομικά, δεδομένου ότι επί αδικοπραξίας που στρέφεται κατά ομόρρυθμης εταιρίας, η οποία αποτελεί νομικό πρόσωπο διάφορο από εκείνο των μελών των εταίρων της, μόνο η εταιρία νομιμοποιείται να ασκήσει τη σχετική αγωγή αποζημίωσης, γιατί αυτή είναι η αμέσως ζημιωθείσα και όχι οι ομόρρυθμοι εταίροι, αφού οι τελευταίοι θεωρούνται είτε ότι υπέστησαν έμμεση ζημία, είτε ότι δεν υπέστησαν ζημία από την ανωτέρω πράξη, ανεξάρτητα αν η αξίωση τούτων στρέφεται κατά τρίτων ή άλλων ομόρρυθμων μελών, που ζημίωσαν το νομικό πρόσωπο της εταιρείας. Συνεπώς, το νομικό πρόσωπο της ομόρρυθμης εταιρείας είναι που θίγεται άμεσα και όχι η ενάγουσα, καθώς η τελευταία είναι εμμέσως ζημιωθείσα και τούτο διότι: Κατά τις διατάξεις όμως των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, δικαίωμα να ζητήσει αποζημίωση για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, έχει αυτός που ζημιώθηκε από την αδικοπραξία αμέσως και όχι εμμέσως. Ειδικότερα επί αδικοπραξίας που στρέφεται κατά ομόρρυθμης εμπορικής εταιρίας, η οποία κατά το άρθρο 784 ΑΚ αποτελεί νομικό πρόσωπο, διάφορο από εκείνο των ομόρρυθμων, εταίρων, μόνο η εταιρεία αυτή δικαιούται να παραστεί προς υποστήριξη της κατηγορίας στη σχετική ποινική διαδικασία και όχι οι ομόρρυθμοι εταίροι, γιατί αυτοί στην εν λόγω περίπτωση υπέστησαν έμμεση ζημία ή ηθική βλάβη από την ανωτέρω πράξη... Εντεύθεν έπεται, ότι σύμφωνα με το άρθρο 64, σε συνδυασμό και με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, μόνη η Ομόρρυθμη Εταιρία, ως Νομικό Πρόσωπο, νομιμοποιείται ενεργητικά και παθητικά, να μετέχει στις σχετικές δίκες, που την αφορούν (ad hoc), εκπροσωπούμενη από τον εκκαθαριστή της. Σε περίπτωση, που ενάγει ή ενάγεται εταίρος της ομόρρυθμης εταιρείας, που τελεί υπό εκκαθάριση και όχι η ίδια, ως νομικό πρόσωπο, το δικαστήριο, που ελέγχει και αυτεπαγγέλτως, τη νομιμοποίηση όλων των διαδίκων, σε κάθε στάση της δίκης, (άρα και στο Εφετείο), σύμφωνα με το άρθρα 68 και 73 ΚΠολΔ, πρέπει να απορρίπτει τη σχετική αγωγή, ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης, αντίστοιχα, τούτου". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 9/2021 τελεσίδικη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 24-7-2017 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 11/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης η από 18-5-2015 αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία ζητούσε για τον εαυτό της ατομικά και ως καθολικής, άλλως ειδικής διαδόχου της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ", [της οποίας, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, εταίροι ήταν αυτή (αναιρεσείουσα) και ο αδελφός της Ν. Κ., με ποσοστό συμμετοχής 90% και 10% αντίστοιχα και η οποία λύθηκε λόγω συγκέντρωσης, με αιτία την κληρονομική διαδοχή, όλων των εταιρικών μεριδίων στο πρόσωπό της, μετά το θάνατο του άνω δεύτερου εταίρου αυτής, του οποίου κατέστη η ίδια μοναδική κληρονόμος, μετά την αποποίηση της κληρονομιάς αυτού από όλους τους λοιπούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του και έκτοτε συνέχισε η ίδια ατομικά και δη με τη μορφή της ατομικής επιχείρησης τις εμπορικές δραστηριότητες της άνω ομόρρυθμης εταιρείας, ως καθολική, άλλως ως ειδική διάδοχος της], την επιδίκαση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της αναλυτικά ιστορούμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου, σε βάρος της ανωτέρω ομόρρυθμης εταιρείας. Ήδη με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο με ανεπαρκή αιτιολογία απέρριψε το λόγο της έφεσής της, με τον οποίο παραπονέθηκε για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ειδικότερα με τον οποίο ισχυρίστηκε ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τα άρθρα 777 επ. ΑΚ δήθεν "ελλείψει ειδικότερης ρύθμισης στο ν. 4072/2012", εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις περί ομόρρυθμων εταιρειών του ν. 4072/2012 και παρέλειψε να εφαρμόσει τα άρθρα 1710, 1846 1847 ΑΚ, ήτοι παρέλειψε να κρίνει τη διπλή της ιδιότητα, δηλαδή ως εταίρου και ως κληρονόμου του αποβιώσαντος εταίρου και αδελφού της και ειδικότερα παρέλειψε να κρίνει το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα αφενός της συγκέντρωσης του ποσοστού 100% των εταιρικών μεριδίων στο πρόσωπό της λόγω της άσκησης του δικαιώματος της αποποίησης της κληρονομιάς του αποβιώσαντος εταίρου Ν. Κ. από όλους τους λοιπούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, κατ' άρθρα 1710, 1846 1847 ΑΚ, παραβιάζοντας ευθέως, άλλως εκ πλαγίου τα άρθρα αυτά και αφετέρου το ζήτημα της εκκαθάρισης ειδικά της μονοπρόσωπης ομόρρυθμης εταιρείας. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως. Ειδικότερα, δεχόμενο το Εφετείο ότι "...η συγκέντρωση των εταιρικών μεριδίων στην ενάγουσα αιτία θανάτου του προτελευταίου εταίρου της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε." (Ν. Κ.), επέφερε μεν τη λύση της εταιρείας αυτής, κατά άρθρο 267 του Ν.4072/2012 ... εφόσον μέσα σε τέσσερις μήνες δεν δημοσιεύτηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. η είσοδος νέου εταίρου, όμως η εταιρεία εισήλθε, κατ' άρθρο 268 § 1 του Ν. 4072/2012, στο στάδιο της εκκαθάρισης, ελλείψει σχετικής πρόβλεψης στο καταστατικό παράλειψης του σταδίου αυτού, ... κατά το οποίο εφαρμόζονται ελλείψει ειδικότερης ρύθμισης στον άνω νόμο, οι διατάξεις των άρθρων 777 επ. του Α.Κ...", ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, η παραμονή στην ομόρρυθμη εταιρεία ενός μόνο εταίρου, για οποιονδήποτε λόγο και, συνεπώς, και λόγω συγκέντρωσης, με αιτία την κληρονομική διαδοχή, όλων των εταιρικών μεριδίων στο πρόσωπο του εναπομείναντος μόνου εταίρου, μετά το θάνατο του δεύτερου εταίρου αυτής, του οποίου ο εναπομείναν εταίρος κατέστη μοναδικός κληρονόμος, συνιστά λόγο λύσης της ομόρρυθμης εταιρείας, εφόσον, υπό το καθεστώς του ν. 4072/2012, που εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση, μέσα σε δύο μήνες (και ήδη τέσσερις μήνες), δεν δημοσιευτεί στο Γ.Ε.ΜΗ. η είσοδος νέου εταίρου, οπότε αν αυτό δεν συμβεί, όπως στην ένδικη περίπτωση, η ως άνω εταιρεία λύεται και μετά τη λύση της εισέρχεται υποχρεωτικά στο στάδιο της εκκαθάρισης, για τις ανάγκες της οποίας διατηρεί τη νομική προσωπικότητά της, εκτός αν οι εταίροι έχουν συμφωνήσει διαφορετικά, δηλαδή να μη γίνει εκκαθάριση, αλλά άλλος τρόπος ρύθμισης των εταιρικών εκκρεμοτήτων και, επομένως, εφόσον δεν υπήρχε τέτοια συμφωνία περί μη διενέργειας εκκαθάρισης μετά τη λύση της εν λόγω εταιρείας, ούτε αναφέρεται άλλωστε στην ένδικη αγωγή, η οποία παραδεκτά, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκοπείται, αποκλεισμός του σταδίου της εκκαθάρισης, ορθά κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι μετά τη λύση της ως άνω εταιρείας ακολουθεί το στάδιο της εκκαθάρισης, το οποίο, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, δεν αποκλείεται από το ν. 4072/2012, στην περίπτωση λύσης της εταιρείας λόγω της παραμονής ενός μόνο εταίρου και κατά το οποίο εφαρμόζονται, ελλείψει ειδικότερης ρύθμισης στο ν. 4072/2012, οι διατάξεις του αστικού κώδικα, για την εταιρεία, ήτοι οι διατάξεις των 777 επ. Α.Κ. Επομένως το Εφετείο, με τις ανωτέρω κρίσεις του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 249, 267 και 268 του ν. 4072/2012 και 777 επ. του Α.Κ. και δεν παραβίασε με παράλειψη εφαρμογής τις διατάξεις των άρθρων 1710, 1846 1847 Α.Κ. Συνεπώς, ο κρινόμενος πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, από το προεκτιθέμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τους αγωγικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, και τους περιεχόμενους στον πρώτο λόγο της έφεσής της, περί συγκέντρωσης στο πρόσωπό της του ποσοστού 100% των εταιρικών μεριδίων της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας, λόγω της άσκησης του δικαιώματος αποποίησης της κληρονομιάς του αποβιώσαντος εταίρου Ν. Κ. από όλους τους λοιπούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, καθώς και περί της διπλής της ιδιότητα, δηλαδή ως κληρονόμου του άνω αποβιώσαντος εταίρου και αδελφού της και ως εταίρου (της ίδιας) της άνω ομόρρυθμης εταιρείας, η οποία κατέστη μονοπρόσωπη, μετά το θάνατο του άνω δεύτερου εταίρου της και την παραμονή της αναιρεσείουσας ως μόνης εταίρου αυτής με ποσοστό συμμετοχής 100% των εταιρικών μεριδίων της και η οποία λύθηκε, εφόσον μέσα σε δύο μήνες (όπως ίσχυε, κατά το κρίσιμο στην ένδικη περίπτωση χρόνο, το άρθρο 267 του ν. 4072/2012, ήτοι πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 27 ν. 4403/2016) από την παραμονή ως μόνης εταίρου της αναιρεσείουσας δεν δημοσιεύτηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. η είσοδος νέου εταίρου (έστω και δεν αναφέρθηκε ως "μονοπρόσωπη" στην προσβαλλόμενη απόφαση) και αποφάνθηκε το Εφετείο για τους ισχυρισμούς αυτούς της αναιρεσείουσας, με τις προαναφερθείσες ορθές νομικές παραδοχές και κρίσεις της, που είναι με διαφορετικές από αυτές που η αναιρεσείουσα θεωρεί ως ορθές και συνεπώς δεν παρέλειψε να κρίνει επί των ανωτέρω ισχυρισμών της, όπως αβάσιμα η αναιρεσείουσα υποστηρίζει. Επομένως, ο κρινόμενος πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς αιτιολογίες είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, καθόσον το Εφετείο έκρινε απορριπτέα την αγωγή της αναιρεσείουσας ως απαράδεκτη και δεν την ερεύνησε στην ουσία της, ούτε και κατάρτισε ελάσσονα πρόταση εκτίμησης αποδείξεων και, ως εκ τούτου, σύμφωνα και με την προηγηθείσα οικεία νομική σκέψη της παρούσας, δεν ιδρύεται στην ένδικη περίπτωση ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., αφού δεν διατυπώθηκε με την πληττόμενη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με την αγωγή, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις και ανεπάρκειες στην αιτιολογία της πληττόμενης απόφασης. Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1, 19, 20 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως, άλλως εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και παραμόρφωσε το περιεχόμενο έγγραφου και δη του από …2008 καταστατικού της προαναφερόμενης Ο.Ε., δεχόμενο γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, όσον αφορά το σχετικό όρο, περί εκκαθάρισης της άνω ομόρρυθμης εταιρείας μετά τη λύση της, που περιέχεται στο από ...2008 καταστατικό της εταιρείας αυτής, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι "...Μάλιστα στο από ...2008 καταστατικό σύστασης της ομόρρυθμης αυτής εταιρείας προβλέπεται ρητά ότι σε περίπτωση λύσης της εταιρίας για οποιοδήποτε λόγο (μη εξαιρούμενης της συγκέντρωσης των εταιρικών μεριδίων σε ένα πρόσωπο) ακολουθεί η εκκαθάριση αυτής, μέχρι δε τη λύση της εταιρείας αυτής δεν ακολούθησε κάποια τροποποίηση του αρχικού καταστατικού που να προβλέπει μεταγενέστερη παράλειψη του σταδίου της εκκαθάρισης...", πλην όμως (κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας) η αληθινή βούληση των συμβαλλομένων εταίρων, κατ' άρθρα 173 και 200 Α.Κ., ήταν, "αφού ικανοποιηθούν τα χρέη, να ικανοποιηθούν από το καθαρό αποτέλεσμα της εκκαθάρισης οι εταίροι κατά τη μερίδα συμμετοχής τους στο εταιρικό κεφάλαιο", καθώς δε το ποσοστό 100% των εταιρικών μεριδίων συγκεντρώθηκε στο πρόσωπό της, μετά τη λύση της εταιρείας νομιμοποιείτο αυτή ατομικά τόσο ενεργητικά, όσο και παθητικά με την ιδιότητα της πρώην ομόρρυθμης εταίρου, δηλαδή ως καθολική άλλως ως ειδική διάδοχος της άνω ομόρρυθμης εταιρείας. Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, καθόσον πλήττει πλεοναστική αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Ειδικότερα, η ανωτέρω αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση και δη ότι "...Μάλιστα στο από ...2008 καταστατικό σύστασης της ομόρρυθμης αυτής εταιρείας προβλέπεται ρητά ότι σε περίπτωση λύσης της εταιρίας για οποιοδήποτε λόγο (μη εξαιρούμενης της συγκέντρωσης των εταιρικών μεριδίων σε ένα πρόσωπο) ακολουθεί η εκκαθάριση αυτής, μέχρι δε τη λύση της εταιρείας αυτής δεν ακολούθησε κάποια τροποποίηση του αρχικού καταστατικού που να προβλέπει μεταγενέστερη παράλειψη του σταδίου της εκκαθάρισης...", είναι πλεοναστική και διατυπώθηκε κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού του Εφετείου προς άντληση επιχειρήματος υπέρ της προηγουμένως αναφερομένης κύριας νομικής αιτιολογίας της απόφασης, κατά την οποία "...η συγκέντρωση των εταιρικών μεριδίων στην ενάγουσα αιτία θανάτου του προτελευταίου εταίρου της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε." επέφερε μεν τη λύση της εταιρείας αυτής (κατά άρθρο 267 του Ν.4072/2012...), όμως η εταιρεία εισήλθε κατ' άρθρο 268 § 1 του Ν. 4072/2012 στο στάδιο της εκκαθάρισης ελλείψει σχετικής πρόβλεψης στο καταστατικό παράλειψης του σταδίου της εκκαθάρισης, στο οποίο ευρίσκεται και σήμερα...", η ανωτέρω δε πλεοναστική αιτιολογία δεν επιστηρίζει το διατακτικό της απόφασης, το οποίο πλήρως επιστηρίζεται από την ως άνω παρατιθέμενη κύρια νομική αιτιολογία. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός, κατά το ανωτέρω μέρος του, είναι αόριστος και, συνεπώς, απαράδεκτος, διότι δεν γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι το Εφετείο διαπίστωσε ρητά ή έμμεσα, κενό ή αμφιβολία ως προς την έννοια της δικαιοπρακτικής δήλωσης βούλησης των συμβαλλομένων εταίρων, ώστε να έχει υποχρέωση προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. και με την παράλειψή του να παραβιάζει ευθέως τις διατάξεις αυτές, ώστε να ιδρύεται η από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Περαιτέρω, ο κρινόμενος δεύτερος αναιρετικός λόγος κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο έκρινε απορριπτέα την αγωγή της αναιρεσείουσας ως απαράδεκτη και δεν την ερεύνησε στην ουσία της και, συνεπώς, δεν ιδρύεται στην ένδικη περίπτωση ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 2-3-2008 καταστατικού της προαναφερόμενης Ο.Ε., είναι απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον το Εφετείο δεν ερεύνησε στην ουσία της την αγωγή, δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία και δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα στηριζόμενο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο ως άνω έγγραφο, αλλά αναφέρθηκε σε αυτό μόνο στην ως άνω πλεοναστική αιτιολογία του και συνεπώς δεν ιδρύεται στην ένδικη περίπτωση ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθμός 20 Κ.Πολ.Δ. Επίσης, ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πρέπει ομοίως να απορριφθεί ως απαράδεκτος καθόσον, ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται, αφού το Εφετείο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία. Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια: α) από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 777, 778, 779, 780, 781, 782, 783, 1847 ΑΚ και παρέλειψε να εφαρμόσει τις ειδικότερες διατάξεις των άρθρων 249, 259, 261, 263, 267, 268 ν. 4072/2012 που τυγχάνουν εφαρμογής και β) από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή κατά την κύρια και την επικουρική της βάση. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον, κατά τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας, η παραμονή στην ομόρρυθμη εταιρεία ενός μόνο εταίρου, για οποιονδήποτε λόγο και, συνεπώς, και λόγω συγκέντρωσης, με αιτία την κληρονομική διαδοχή, όλων των εταιρικών μεριδίων στο πρόσωπο του εναπομείναντος μόνου εταίρου, επιφέρει τη λύση της μονοπρόσωπης αυτής εταιρείας, εφόσον, μέσα σε δύο μήνες (και ήδη τέσσερις μήνες), δεν δημοσιευτεί στο Γ.Ε.ΜΗ. η είσοδος νέου εταίρου, οπότε στην περίπτωση αυτή η εν λόγω μονοπρόσωπη εταιρεία εισέρχεται υποχρεωτικά στο στάδιο της εκκαθάρισης, για τις ανάγκες της οποίας διατηρεί τη νομική προσωπικότητά της, εκτός αν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά, δηλαδή να μη γίνει εκκαθάριση, αλλά άλλος τρόπος ρύθμισης των εταιρικών εκκρεμοτήτων και επομένως εφόσον δεν υπήρχε τέτοια συμφωνία περί μη διενέργειας εκκαθάρισης μετά τη λύση της εν λόγω εταιρείας, ούτε αναφέρεται στην αγωγή αποκλεισμός καθ' οποιοδήποτε τρόπο του σταδίου της εκκαθάρισης, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων, κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι μετά τη λύση της άνω ομόρρυθμης εταιρείας, ακολουθεί το στάδιο της εκκαθάρισης. Με τη διάταξη του άρθρου 268 του ν. 4072/2012, δεν προβλέπεται αποκλεισμός του σταδίου της εκκαθάρισης στην περίπτωση που λυθεί η εταιρεία εξαιτίας της παραμονής ενός μόνο εταίρου σε αυτή, όπως και στην ένδικη περίπτωση, κατά το στάδιο δε αυτό (της εκκαθάρισης) εφαρμόζονται, ελλείψει ειδικότερης ρύθμισης στο ν. 4072/2012, οι διατάξεις του αστικού κώδικα, για την εταιρεία, ήτοι οι διατάξεις των άρθρων 777 επ. Α.Κ, όπως ορθά κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Η παραμονή ενός μόνο εταίρου στην ομόρρυθμη εταιρεία, λόγω συγκέντρωσης όλων των εταιρικών μεριδίων στο πρόσωπό του και η λύση της λόγω μη εισόδου άλλου εταίρου εντός της άνω προθεσμίας, δεν αποκλείει το στάδιο της εκκαθάρισης, αν αυτό δεν έχει αποκλειστεί κατ' άρθρο 268 ν. 4072/2012, δεδομένου ότι η εκκαθάριση δεν αφορά μόνο τις μεταξύ των εταίρων σχέσεις, αλλά αφορά και στην περάτωση των νομικών σχέσεων έναντι τρίτων, που προήλθαν από τη σύσταση και τη λειτουργία της εταιρείας και ήταν εκκρεμείς κατά το χρόνο της λύσης της (εξόφληση χρεών κλπ), κατά το στάδιο δε αυτό η εταιρεία διατηρεί τη νομική προσωπικότητά της για τις ανάγκες της εκκαθάρισης. Περαιτέρω, σύμφωνα με όσα επίσης αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, δυνατότητα μετατροπής προσωπικής εταιρείας σε ατομική επιχείρηση, με την έννοια ότι η τελευταία υπεισέρχεται ως οιονεί καθολική διάδοχος στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της εταιρείας δεν προβλέπεται από το εμπορικό δίκαιο και συνακόλουθα η αναιρεσείουσα, με την ατομική της επιχείρηση, δεν έχει καταστεί, όπως αβάσιμα υποστηρίζει, καθολική διάδοχος της προαναφερομένης ομόρρυθμης εταιρείας, έστω και αν αυτή κατέστη μονοπρόσωπη και λύθηκε. Για να επιτευχθεί η συνέχιση της δραστηριότητας, που ασκούσε η ομόρρυθμη εταιρεία, από μία διάδοχο ατομική επιχείρηση, πρέπει στα πλαίσια της δυνατότητας να ρυθμισθεί διαφορετικά το πέρας της εταιρείας με αποκλεισμό του σταδίου της εκκαθάρισης, να μεταβιβαστούν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της (λυόμενης) εταιρείας στο φορέα της ατομικής επιχείρησης με νομικές πράξεις ειδικής διαδοχής, όπως είναι η μεταβίβαση της κυριότητας των εταιρικών πραγμάτων, η εκχώρηση των εταιρικών αξιώσεων και η αναδοχή των εταιρικών υποχρεώσεων και τέτοιες νομικές πράξεις ειδικής διαδοχής και αποκλεισμός του σταδίου της εκκαθάρισης, δεν αναφέρονται στην ένδικη αγωγή, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπησή της [μη αρκούσης της αναφοράς στην αγωγή ότι όλοι οι εκ των νομίμων εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του θανόντος εταίρου Ν. Κ. αποποιήθηκαν την κληρονομιά του και έτσι περιήλθε στην αναιρεσείουσα το ποσοστό 100% των εταιρικών μερίδων, καθώς και ότι καταχωρίστηκε στις 31-12-2012 στη Δ.Ο.Υ. Αργοστολίου και στο Επιμελητήριο Κεφαλλονιάς και Ιθάκης μονομερής δήλωσή της περί λύσης της ομόρρυθμης εταιρείας υπό τον τίτλο "Ιδιωτικό Συμφωνητικό Λύσης Ομορρύθμου Εταιρείας με την επωνυμία ... Ο.Ε."] και συνακόλουθα ούτε ειδική διάδοχος της προαναφερομένης ομόρρυθμης εταιρείας, κατέστη η αναιρεσείουσα με την ατομική της επιχείρηση. Επομένως, δεχόμενο το Εφετείο ότι η αναιρεσείουσα δεν κατέστη καθολική, ούτε ειδική διάδοχος της προαναφερομένης ομόρρυθμης εταιρείας η οποία λύθηκε λόγω παραμονής της αναιρεσείουσας ως μόνης εταίρου, κατόπιν συγκέντρωσης, με αιτία την κληρονομική διαδοχή, όλων των εταιρικών μεριδίων στο πρόσωπό της εφόσον, μέσα στην ανωτέρω προθεσμία δεν δημοσιευτεί στο Γ.Ε.ΜΗ. η είσοδος νέου εταίρου και ότι κατόπιν της λύσης της εισήλθε υποχρεωτικά στο στάδιο της εκκαθάρισης, για τις ανάγκες της οποίας διατηρεί τη νομική προσωπικότητά της, εφόσον δεν υπήρχε αποκλεισμός του σταδίου της εκκαθάρισης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως. Συνεπώς, ο κρινόμενος τρίτος αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο δεχόμενο ότι η ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας, έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης τόσο ως προς την κύρια βάση της, διότι η ενάγουσα δεν είναι ειδική διάδοχος της ως άνω εταιρείας, όσο και ως προς την επικουρική βάση της, που ασκείται από την ενάγουσα για τον εαυτό της ατομικά, διότι οι διεκδικούμενες από αυτήν αξιώσεις αφορούν απαιτήσεις από αδικοπραξία, που τελέστηκε σε βάρος της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε." και συνεπώς το νομικό πρόσωπο της ομόρρυθμης εταιρείας είναι που θίγεται άμεσα και όχι η αναιρεσείουσα, εντεύθεν δε, μόνο η εν λόγω ομόρρυθμη εταιρία, ως νομικό πρόσωπο, ευρισκομένη στο στάδιο της εκκαθάρισης, νομιμοποιείται ενεργητικά και παθητικά, να μετέχει στις σχετικές δίκες, που την αφορούν, εκπροσωπούμενη από τον εκκαθαριστή της, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, σύμφωνα και με τα προεκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας και, επομένως, ο ίδιος αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος. Περαιτέρω, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο με ανεπαρκή αιτιολογία απέρριψε το λόγο της έφεσής της, με τον οποίο παραπονέθηκε για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ειδικότερα με τον οποίο υποστήριξε ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τα άρθρα 777 επ. Α.Κ. δήθεν "ελλείψει ειδικότερης ρύθμισης στο ν. 4072/2012", εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις περί ομόρρυθμων εταιρειών του ν. 4072/2012, ειδικά δε παραβίασε ευθέως άλλως εκ πλαγίου τα άρθρα 249 παρ. 2 και 261 ν. 4072/2012 αλλά και 914, 932 Α.Κ. Με την προαναφερθείσα κρίση του το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως. Ειδικότερα, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας και έχουν ήδη αναφερθεί στους πρώτο και τρίτο αναιρετικούς λόγους, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 249 παρ. 2, 267 και 268 του ν. 4072/2012 συνάγεται ότι η παραμονή, για οποιοδήποτε λόγο, ενός μόνο εταίρου στην ομόρρυθμη εταιρεία χωρίς να εισέλθει νέος, εντός δύο και ήδη τεσσάρων μηνών, επιφέρει τη λύσης αυτής και ακολούθως η εταιρεία εισέρχεται στο στάδιο της εκκαθάρισης, για τις ανάγκες της οποίας διατηρεί τη νομική προσωπικότητά της, εκτός εάν έχει αποκλειστεί το στάδιο της εκκαθάρισης, κατά το στάδιο δε αυτό εφαρμόζονται, ελλείψει ειδικότερης ρύθμισης στο ν. 4072/2012, οι διατάξεις του αστικού κώδικα, για την εταιρεία, ήτοι οι διατάξεις των άρθρων 777 επ. Α.Κ. Από τη διάταξη του άρθρου 268 του ν. 4072/2012, δεν συνάγεται αποκλεισμός του σταδίου της εκκαθάρισης στην περίπτωση που λυθεί η εταιρεία εξαιτίας της παραμονής ενός μόνο εταίρου σε αυτή, ενώ από τη διάταξη του άρθρου 249 παρ. 2 του ν. 4072/2012 δεν αποκλείεται η εφαρμογή του άρθρου 777 του Α.Κ. στην περίπτωση της λύσης της μονοπρόσωπης ομόρρυθμης εταιρείας. Δυνατότητα μετατροπής προσωπικής εταιρείας σε ατομική επιχείρηση, με την έννοια ότι η τελευταία υπεισέρχεται ως οιονεί καθολική διάδοχος στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της εταιρείας δεν προβλέπεται από το εμπορικό δίκαιο. Η συνέχιση της δραστηριότητας, που ασκούσε η ομόρρυθμη εταιρεία, από μία διάδοχο ατομική επιχείρηση, για να επιτευχθεί, πρέπει στα πλαίσια της δυνατότητας να ρυθμισθεί διαφορετικά το πέρας της εταιρείας με αποκλεισμό του σταδίου της εκκαθάρισης, να μεταβιβαστούν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της (λυόμενης) εταιρείας στο φορέα της ατομικής επιχείρησης με νομικές πράξεις ειδικής διαδοχής, όπως είναι η μεταβίβαση της κυριότητας των εταιρικών πραγμάτων, η εκχώρηση των εταιρικών αξιώσεων και η αναδοχή των εταιρικών υποχρεώσεων και τέτοιες νομικές πράξεις ειδικής διαδοχής και αποκλεισμός του σταδίου της εκκαθάρισης, δεν αναφέρονται, όπως προεκτέθηκε, στην ένδικη αγωγή. Η αποποίηση, κατ' άρθρο 1847 Α.Κ. της κληρονομιάς του θανόντος εταίρου Ν. Κ. από τους λοιπούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, ώστε να μεταβιβαστούν όλα τα δικαιώματα της μονοπρόσωπης πλέον ομόρρυθμης εταιρείας στην αναιρεσείουσα και η συγκέντρωση από αυτή όλων των εταιρικών μεριδίων στο πρόσωπό της, δεν την καθιστά καθολική διάδοχο της άνω εταιρείας, αλλά ούτε και ειδική διάδοχο αυτής, χωρίς στην τελευταία περίπτωση να λάβουν χώρα οι προαναφερόμενες πράξεις ειδικής διαδοχής. Επομένως, το Εφετείο, με τις ανωτέρω κρίσεις του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και συνακόλουθα ο κρινόμενος πρώτος πρόσθετος αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τους περιεχόμενους στον πρώτο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, ισχυρισμούς, όπως έχει ήδη αναφερθεί στον πρώτο αναιρετικό λόγο και επομένως ο πρώτος πρόσθετος αναιρετικός λόγος κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς αιτιολογίες είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι όπως ήδη αναφέρθηκε, το Εφετείο έκρινε απορριπτέα την αγωγή της αναιρεσείουσας ως απαράδεκτη και δεν την ερεύνησε στην ουσία της, ούτε και κατάρτισε ελάσσονα πρόταση εκτίμησης αποδείξεων και, ως εκ τούτου, δεν ιδρύεται στην ένδικη περίπτωση ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. Τέλος, με το δεύτερο πρόσθετο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1, 8, 11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι ενώ επικαλέστηκε και προσκόμισε τις αποποιήσεις κληρονομιάς όλων των λοιπών κληρονόμων του εταίρου - αδελφού της, με συνέπεια να καταστεί μονοπρόσωπη έως τη λύση της, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση παρέλειψε να ερμηνεύσει τις αποποιήσεις αυτές "ως πράξεις ειδικής νομικής διαδοχής" των λοιπών συγκληρονόμων υπέρ της, δηλαδή πράξεις με τις οποίες οι κληρονόμοι δήλωσαν ότι δεν επιθυμούσαν να καταστούν εταίροι και με σαφήνεια απέκλεισαν το στάδιο της εκκαθάρισης γιατί επιθυμούσαν να μεταβιβάσουν όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ομόρρυθμης εταιρείας σ' αυτή. Ο πρόσθετος αυτός λόγος, κατά το μέρος του κατά το οποίο αποδίδεται πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πέραν του ότι είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας, καθόσον δεν αναφέρονται οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν, είναι αβάσιμος, καθόσον οι ανωτέρω αποποιήσεις κληρονομιάς δεν συνιστούν κατά νόμο "πράξεις ειδικής νομικής διαδοχής", που αποκλείουν το στάδιο της εκκαθάρισης της άνω εταιρείας και ορθώς δεν ερμηνεύτηκαν ως τέτοιες με την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο ίδιος πρόσθετος λόγος, κατά το μέρος του κατά το οποίο αποδίδεται πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τις αποποιήσεις κληρονομιάς όλων των λοιπών κληρονόμων του άνω θανόντος εταίρου, τις οποίες επικαλέστηκε και προσκόμισε, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι αυτές δεν συνιστούν, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ., ώστε να δύναται να ιδρυθεί ο, από τον αριθμό αυτό, λόγος αναίρεσης. Περαιτέρω, ο πρόσθετος αυτός λόγος, κατά το μέρος του κατά το οποίο αποδίδεται πλημμέλεια από τους αριθμούς 11 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι το δικαστήριο δεν ερεύνησε την ουσία της διαφοράς και δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, αλλά απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη και ως εκ τούτου δεν ιδρύονται οι λόγοι αυτοί. . . Κατόπιν όλων αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, καθώς και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη διάδικος, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 20-5-2021 αίτηση αναίρεσης και τους από 24-12-2022 πρόσθετους αυτής λόγους, κατά της υπ' αριθμ. 9/2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Απορρίπτει την αίτηση και τους πρόσθετους αυτής λόγους κατά της ως άνω απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ