Αριθμός 1118/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Ρ. του Σ., 2) Α. Α. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Κουκοδήμο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αφεντία Ιωσηφίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-1-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκε η απόφαση: 8/2002 μη οριστική, 171/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 22/2015 του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, συμπροσβαλλομένης της 171/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-12-2015 αίτηση και τους από 2-9-2021 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, εκκρεμείς από 31-12-2015 αίτηση αναίρεσης και οι από 02-09-2021 πρόσθετοι λόγοι με τους οποίους προσβάλλεται η 22/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, πρέπει να συνεκδικαστούν, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (Κ.Πολ.Δ. 246 και 573 § 1). Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και οι πρόσθετοι λόγοι επίσης ασκήθηκαν παραδεκτά, κατά το άρθρο 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ήτοι τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν την ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της αναίρεσης και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ.571, 577§3 Κ.Πολ.Δ). Mε τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του β.δ. της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου στις εκτάσεις που αποτελούν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες, πριν από τον αγώνα για την ανεξαρτησία, κατέχονταν νόμιμα από ιδιώτες και για τις οποίες οι σχετικοί οθωμανικοί τίτλοι "ιδιοκτησίας" θα αναγνωρίζονταν από τη Γραμματεία των Οικονομικών κατόπιν υποβολής τους μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του εν λόγω διατάγματος που είχε ισχύ νόμου. Προϋπόθεση όμως του τεκμηρίου τούτου είναι η ύπαρξη δάσους κατά το χρόνο ισχύος του διατάγματος. Περαιτέρω, στα δημόσια κτήματα, μεταξύ των οποίων και τα εθνικά δάση, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου που έχουν εφαρμογή, κατά το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, για το χρόνο πριν από την έναρξη ισχύος του ΑΚ, δηλαδή μετά από άσκηση νομής πάνω στο δημόσιο κτήμα με καλή πίστη για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" (άρθρο 51 ΕισΝΑΚ) συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που προεκτέθηκαν, και επί των εθνικών δασών, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή επ' αυτών, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), Βασ. 9 παρ. 1 (50.14), είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως τούτο προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν. ΔΞΗ' /1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 19-9-1915 μέχρι και της 16ης-5-1926 και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν.ν. 1539/1938 "Περί προστασίας δημοσίων κτημάτων". Με βάση τις διατάξεις αυτές, οι οποίες διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 53 Εισ. Ν.ΑΚ), έχει ανασταλεί κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού, άρα και η χρησικτησία πάνω σε αυτά (ΑΠ Ολομ. 75/1987, Α.Π 638/2016, ΑΠ 719/2015, ΑΠ 479/2015, ΑΠ 1919/2014). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 522 Κ.Πολ.Δ., με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Από αυτό συνάγεται ότι, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή εν όλω ή εν μέρει, κατά παραδοχή αυτοτελούς ισχυρισμού (ένστασης) του εναγομένου, τη δε απόφαση αυτή εκκαλεί ο ενάγων, η υπόθεση ή το σχετικό κεφάλαιο αυτής μεταβιβάζονται με την άσκηση της έφεσης στο Εφετείο, αδιαίρετα και ως σύνολο, τόσο δηλαδή ως προς την αγωγή ή το οικείο μέρος αυτής, όσο και ως προς την ήδη προβληθείσα ένσταση και δεν υπάρχει ανάγκη να την επαναφέρει και ο εναγόμενος, με τις προτάσεις του στο Εφετείο, κατά τους ορισμούς του άρθρου 240 Κ.Πολ.Δ (Α.Π 1065/2021, Α.Π 1218/2020, ΑΠ 1256/2019, ΑΠ 192/2018, ΑΠ 279/2015)Α.Π 1065/2021, Α.Π 279/2015). Ακόμη, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561 §2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα. Δεν αποτελούν πράγματα τα αποδεικτικά μέσα (Α.Π 1646/2018, Α.Π 2044/2017, 53/2015, ΑΠ 1627/2011). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, Α.Π 23/2020,ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421- 425/2009). Επίσης, ο αναιρετικός λόγος, που προβλέπεται από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται, αν το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, προσέδωσε σε κάποιο αποδεικτικό μέσο μικρότερη ή μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη από όση, δεσμευτικά γι' αυτό, ορίζει ο νόμος. Κατ' αρχήν, τα αποδεικτικά μέσα έχουν, κατά νόμο, ίση αποδεικτική δύναμη και εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 340 του ίδιου Κώδικα), που σταθμίζει, κατά συνείδηση, την αποδεικτική τους βαρύτητα και την αξιοπιστία τους. Δεν ιδρύεται, συνεπώς, ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο θεωρήσει πιο αξιόπιστο κάποιο από τα πολλά, ισοδύναμα, αποδεικτικά μέσα. Ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα είναι, κατά νόμο, οι μάρτυρες, τα τεκμήρια, η πραγματογνωμοσύνη, ακόμη και αν το δικαστήριο τη διέταξε υποχρεωτικά, η εξέταση των διαδίκων, οι ένορκες βεβαιώσεις, η εξώδικη ομολογία, τα έγγραφα, ιδιωτικά ή δημόσια, όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Δεσμευτική αποδεικτική δύναμη έχουν τα δημόσια έγγραφα, ως προς τα γεγονότα, που αναφέρονται στα άρθρα 438 και 439 του ΚΠολΔ και η δικαστική ομολογία, κατ' άρθρο 352 παρ.1 του ίδιου Κώδικα. (Α.Π 103/2021). Επίσης κατά το άρθρο 390 ΚΠολΔ το Δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τις γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε αιτήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι οι έγγραφες εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων των διαδίκων, με τις οποίες διατυπώνουν κατά το άρθρο 392 παρ. 3 ΚΠολΔ την γνώμη τους για τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων, αποτελούν έγγραφα που εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια, ελεύθερα από το δικαστήριο, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, χωρίς να απαιτείται η αντιδιαστολή τους από τα άλλα έγγραφα και η ειδική μνεία τους (Α.Π 689/2021, ΑΠ 1148/2019, ΑΠ 1020/2014). Ακόμη, κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ, αναιρείται η απόφαση αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο κάνει διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του Κ.Πολ.Δ., περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό, όχι όμως, όταν, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, προβαίνει στην εκτίμηση του περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και αυτό γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση και των άλλων αποδεικτικών μέσων, που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία, όμως, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. Η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, ενώ το δικαστήριο πρέπει να μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου που παραμόρφωσε, σε διαφορετική δε περίπτωση ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Ο αναιρεσείων έχει την υποχρέωση να προσκομίσει το έγγραφο, που φέρεται πως έχει παραμορφωθεί, για να εκτιμηθεί (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ) το περιεχόμενό του προς διαπίστωση της βασιμότητας του λόγου αναίρεσης, άλλως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος (Α.Π 21/2022Α.Π 751/2017). Ακόμη, κατά το άρθρο 559 αριθ. 13 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 του ίδιου Κώδικα βάρος της απόδειξης, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Το βάρος αυτό διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα απόφαση θα επιβάλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων, το δε πεδίο εφαρμογής του έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης. Το αντικειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή τούτου, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ένστασης κ.λ.π. και που οφείλει να αποδείξει ο υποβολών το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα. Εάν δεν το απορρίψει υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διάταξης (Α.Π 1182/2018, ΑΠ 148/2016). Οι ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, που προβάλλονται από αυτό προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αναγνωριστικής κυριότητας (διεκδικητικής) αγωγής, περί ιδίας αυτού κυριότητας του επιδίκου, ως γεγονότα διακωλυτικά της γένεσης του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο και για το λόγο αυτό τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας του ισχυρισμού του και εντεύθεν της απόρριψής του τις φέρει εκείνο (Δημόσιο) και όχι ο ενάγων (Α.Π 1182/2018). Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτός των αναφερομένων σε αυτή εξαιρέσεων, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας. Εξάλλου, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία, η οποία υπάρχει όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής ή ένστασης ελέγχεται με τους αναιρετικούς λόγους από το άρθρο 559 αρ.8 ή 14 ΚΠολΔ. Συνεπώς για να είναι ορισμένος ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 14 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων, και ότι το σχετικό απαράδεκτο προβλήθηκε και στο δικαστήριο της ουσίας. Εξάλλου, η αοριστία της αγωγής (ή της ένστασης) ερευνάται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά, όμως τη δημόσια τάξη, και, επομένως, για να ιδρύσει λόγο αναίρεσης ο σχετικός ισχυρισμός πρέπει να έχει προταθεί στο δικαστήριο αυτό και να αναγράφεται στο αναιρετήριο, ότι έγινε η αντίστοιχη πρόταση. Έτσι ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής (ή ενστάσεως) λαμβάνεται μεν αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο, δεν υπάγεται όμως στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 αριθ. 2 Κ.Πολ.Δ. (ΟλΑΠ 1/1987. Α.Π 1088/2019, ΑΠ 1002/2017, Α.Π. 598/2017, ΑΠ 254/2016). Περαιτέρω, από το άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης πρέπει να είναι σαφής και ορισμένος, πρέπει, δηλαδή, στο αναιρετήριο να καθορίζονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα στοιχειοθετούν την πλημμέλεια, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν επιτρέπεται δε συμπλήρωση του λόγου αναίρεσης με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή, η έφεση ή οι προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΟλΑΠ 57/1998, ΟλΑΠ 32/1996). Επομένως, σε περίπτωση άσκησης αναίρεσης κατ' απόφασης που έκρινε την ένσταση ως ορισμένη ενώ αυτή ήταν αόριστη, πρέπει οι προβλεπόμενοι από το άρθρο 559 αριθμ. 1, 8 ή 14 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, να διαλαμβάνουν ποιο ακριβώς ήταν το περιεχόμενο της ένστασης και να προσδιορίζονται οι αοριστίες αυτής (Α.Π 1018/2018). Περαιτέρω, λόγος αυτός αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ αναφέρεται σε ακυρότητες δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 558/2008, ΑΠ 2104/2007), όπως η εσφαλμένη κήρυξη ή μη κήρυξη ως απαραδέκτου κάποιου αποδεικτικού μέσου. Η μη προσήκουσα προσαγωγή αποδεικτικού μέσου δεν θεμελιώνει το λόγο αυτόν αναιρέσεως (Α.Π 640/2011). Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 556 παρ.1, 118, 119, 120 και 559 αρ.11α ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για το ορισμένο του από την τελευταία (559 αρ.11α) προβλεπομένου λόγου αναιρέσεως, της λήψης δηλαδή από το δικαστήριο υπόψη ανεπιτρέπτου, κατά νόμο, αποδεικτικού μέσου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο δικόγραφο, εκτός των άλλων, ο λόγος για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτο από το νόμο το ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί αυτό υπόψη, καθώς και ότι ο ισχυρισμός του ανεπιτρέπτου προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας κατά τρόπο νόμιμο και ορισμένο, για να εξεταστεί δε κατ' ουσίαν ο λόγος αυτός, πρέπει να προσκομίζεται το συγκεκριμένο έγγραφο, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος (ΑΠ 610/2022, 490/2017). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), μετά από συνεκτίμηση των νομίμων σ` αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Το ένδικο ακίνητο βρίσκεται στη θέση - "..." της πρώην Κοινότητας ... του Δήμου Λοκρών Φθιώτιδας. Έχει εμβαδόν 24.000 τ.μ. και συνορεύει βόρεια με δημόσια δασική έκταση, νότια με έκταση κατεχόμενη από τους ενάγοντες, ανατολικά με έκταση κατεχόμενη από τους ενάγοντες, με έκταση κατεχόμενη από κληρονόμους Α. Κ. και με δημόσια δασική έκταση και δυτικά με δημόσια δασική έκταση, Τα όρια αυτά αναφέρονται στο από 10-11-1994 τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε ο Δασολόγος Π. Ν. και θεωρήθηκε από το Δασάρχη Αταλάντης Μ. Π.-Δασολόγο, το οποίο επισυνάπτεται στο υπ' αριθ, ... Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής. Σύμφωνα με την πλήρως αιτιολογημένη από 3-10-2011 έκθεση φωτοερμηνείας της δασολόγου Μ. Σ., η ανωτέρω έκταση παρουσίαζε εικόνα δάσους κατά τα ακόλουθα έτη που λήφθηκαν αεροφωτογραφίες της περιοχής: α) Το 1946 εμφανίζεται ως έκταση δασικού χαρακτήρα, καλυπτόμενη από θαμνώδη δασική βλάστηση αείφυλλων πλατύφυλλων (κυρίως πουρναριού, σχίνου, κουμαριάς και αγριελιάς) και μεμονωμένων ατόμων χαλεπίου πεύκης, με ποσοστό κάλυψης 40-60%. β) Το 1960 εμφανίζεται ως έκταση δασικού χαρακτήρα, καλυπτόμενη από θαμνώδη δασική βλάστηση αείφυλλων πλατύφυλλων (κυρίως πουρναριού, σχίνου, κουμαριάς και αγριελιάς) και μεμονωμένων ατόμων χαλεπίου πεύκης, με ποσοστό κάλυψης 80-100%. γ) Το 1969 εμφανίζεται ως έκταση δασικού χαρακτήρα, καλυπτόμενη από θαμνώδη δασική βλάστηση αείφυλλων πλατύφυλλων (κυρίως πουρναριού, σχίνου, κουμαριάς και αγριελιάς) και μεμονωμένων ατόμων χαλεπίου πεύκης, με ποσοστό κάλυψης 80-100%. δ) Το 1986 εμφανίζεται ως έκταση δασικού χαρακτήρα, καλυπτόμενη από θαμνώδη δασική βλάστηση αείφυλλων πλατύφυλλων (κυρίως πουρναριού, σχίνου, κουμαριάς και αγριελιάς) και μεμονωμένων ατόμων χαλεπίου πεύκης, με ποσοστό κάλυψης 80-100%. Και ε) το 1996, εμφανίζεται ως έκταση δασικού χαρακτήρα καλυπτόμενη από θαμνώδη δασική βλάστηση αείφυλλων πλατύφυλλων (κυρίως πουρναριού, σχίνου, κουμαριάς και αγρελιάς) και μεμονωμένων ατόμων χαλεπίου πεύκης με ποσοστό κάλυψης 40-60%. το έτος αυτό εμφανίζονται να υπάρχουν περίπου στο κεντρικό τμήμα της φυτεμένα και δυο με τριών (2-3) ατόμων ελιάς μεγάλης ηλικίας. Η τελευταία και πρόσφατη εικόνα του επιδίκου έχει ως εξής: Εμφανίζεται ως έκταση δασικού χαρακτήρα, καλυπτόμενη από θαμνώδη δασική βλάστηση αείφυλλων πλατύφυλλων (κυρίως πουρναριού, σχίνου, κουμαριάς και αγριελιάς) και μεμονωμένων ατόμων χαλεπίου πεύκης διαφόρων ηλικιών (κυρίως στο δυτικό και βόρειο όριο αυτής), με ποσοστό κάλυψης 60-80%, φυόμενων εντός αυτής (περίπου στο κεντρικό τμήμα της), δυο με τριών (2-3) ατόμων ελιάς μεγάλης ηλικίας. Από το ανωτέρω πόρισμα της φωτοερμηνείας αναμφισβήτητα αποδεικνύεται ότι ήδη από το 1946 η επίδικη έκταση ήταν ένα από πολλών ετών σχηματισμένο δάσος, ανεπίδεκτο καλλιέργειας. Γι' αυτό όσα ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι είχε χαρακτήρα αγρού τον οποίον καλλιεργούσαν οι δικαιοπάροχοί τους ελέγχονται ως αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. Ο δασικός χαρακτήρας του επιδίκου ήταν σταθερός και μόνιμος και πριν από το 1946. Επομένους κατά το χρόνο συστάσεως του Ελληνικού Κράτους (3.2.1830) αποτελούσε δάσος, απρόσφορο για καλλιέργεια. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από τις εκθέσεις φωτοερμηνείας και γνωμοδότησης των ιδιωτών δασολόγων, Σ. Π. και Α. Α., που συντάχθηκαν κατ' εντολή των εναγόντων, διότι δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένες, καταρρίπτονται δε όχι μόνο από την από 3-10-2011 έκθεση φωτοερμηνείας που συνέταξε η υπάλληλος του Δασαρχείου Αταλάντης, Δασολόγος Μ. Σ., αλλά και από την από 25-11-1996 έκθεση φωτοερμηνείας που συνέταξε η υπάλληλος του Δασαρχείου Αταλάντης, Δασολόγος Π. Χ.. Οι τελευταίες επιβεβαιώνουν το συμπέρασμα του δικαστηρίου περί του ανέκαθεν χαρακτήρα της επίδικης έκτασης ως δημόσιας δασικής. Για το λόγο αυτό εκδόθηκε από το Δασάρχη Αταλάντης κατά των εναγόντων το υπ' αριθ. ... Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής, με το οποίο οι τελευταίοι αποβλήθηκαν από την επίδικη έκταση, ενώ η ανακοπή που άσκησαν για την ακύρωσή του απορρίφθηκε τελεσίδικα με την υπ' αριθ.228/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας. Επίσης, με την υπ' αριθ. 1428/9-6-1992 απόφαση του Νομάρχη Φθιώτιδας, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 650/7-7-1992, Τεύχος τέταρτο), η επίδικη έκταση κηρύχθηκε αναδασωτέα, πλην όμως οι ενάγοντες ουδέποτε προσέφυγαν για την ακύρωσή της στα αρμόδια Διοικητικά Δικαστήρια, ούτε ζήτησαν από την Πρωτοβάθμια Επιτροπή Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων την ανάκλησή της. Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι η επίδικη έκταση δεν είναι δασική γιατί με την υπ' αριθ. 744/1997 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαμίας κηρύχθηκαν αθώοι της αποδοθείσας σε αυτούς αξιόποινης πράξης της παράνομης εκχέρσωσης δασικής έκτασης, δεν είναι βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί διότι, πέραν του ότι οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων συνιστούν απλά δικαστικά τεκμήρια στην πολιτική δίκη, το ανωτέρω ποινικό δικαστήριο προέβη στην απαλλαγή του γιατί στηρίχθηκε στην έλλειψη συνδρομής του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου και συγκεκριμένα στο γεγονός ότι αυτοί πίστευαν ότι η εκχερσωθείσα έκταση είναι ιδιωτική και όχι δημόσια δασική, επομένως όχι στο γεγονός ότι δεν ήταν η επίδικη έκταση δημόσια δασική. Εφόσον λοιπόν το επίδικο καλυπτόταν πάντοτε σε όλη την έκτασή του με ξυλώδη φυτά που προορίζονται για παραγωγή ξυλείας, είχε στο απώτατο παρελθόν και δη κατά το χρόνο συστάσεως του Ελληνικού Κράτους (3.2.1830) δασικό (κατά την έννοια του 1 ν. ΑΧΝ' /1888 περί διακρίσεως δασών, 57 ν. 3077/1924, 45 ν. 4173/19289, 1 ν.δ. 69/1969 και 3 ν. 998/1979) χαρακτήρα. Επομένως τεκμαίρεται ότι είναι δημόσιο δάσος, διότι μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει κάποια διοικητική ή δικαστική αναγνώριση αυτού ως ιδιωτικού. Και ναι μεν μέχρι το έτος 1915 επιτρεπόταν η χρησικτησία αυτού κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, έστω και αν ήταν δημόσιο δάσος, πλην όμως από κανένα αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο δεν επιβεβαιώθηκε ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι απώτεροι δικαιοπάροχοί τους είχαν συμπληρώσει, κατά το έτος 1915, τριακονταετή καλόπιστη νομή του επιδίκου, γεγονός που θα οδηγούσε σε ανατροπή του τεκμηρίου κυριότητας επ' αυτού, ως δασικής έκτασης, του Ελληνικού Δημοσίου ... Άλλωστε, καμία πράξη νομής επί δάσους δεν επικαλούνται. Οι πράξεις νομής που προβάλλουν οι ενάγοντες ότι ενήργησαν οι δικαιοπάροχοί τους αναφέρονται σε ακίνητο αγροτικού χαρακτήρα. Επομένως, εφόσον προέκυψε ότι το επίδικο ουδέποτε είχε αγροτική μορφή, αλλά ανέκαθεν είχε δασικό χαρακτήρα, χωρίς ταυτόχρονα να αποδειχτεί ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοί της ενάγουσας είχαν συμπληρώσει μέχρι το 1915 τριακονταετή καλόπιστη νομή επ' αυτού, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τα ίδια έκρινε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και με την εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε ως αβάσιμη την αγωγή. Επομένως ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και γι' αυτό οι λοιποί λόγοι της εφέσεως-ενιαία εκτιμώμενοι- που αναφέρονται σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, όπως και η έφεση στο σύνολό της, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος". Το Εφετείο με βάση τις πιο πάνω παραδοχές αφού δέχθηκε τυπικά την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων την απέρριψε ως αβάσιμη κατ'ουσίαν, επικυρώνοντας την υπ'αριθμ. 171/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία απορρίφθηκε η από 20-1-1999 αναγνωριστική αγωγή (συγ)κυριότητας) των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων. Ειδικότερα σύμφωνα με τις παραδοχές του το Εφετείο δέχθηκε ότι, το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη θέση - "..." της πρώην Κοινότητας ... του Δήμου Λοκρών Φθιώτιδας κα έχει εμβαδόν 24.000 τ.μ. Ότι το επίδικο, ουδέποτε είχε αγροτική μορφή, αλλά ανέκαθεν από της συστάσεως του Ελληνικού κράτους, είχε δασικό χαρακτήρα και επομένως τεκμαίρεται η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, δεκτής γενομένης της ενστάσεως αυτού περί ιδίας κυριότητας, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοί των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων είχαν συμπληρώσει μέχρι το 1915 τριακονταετή καλόπιστη επ'αυτού νομή. Στην προκείμενη περίπτωση, με την άσκηση της από 14-12-2012 έφεσης από τους ενάγοντες μετά την απόρριψη της πιο πάνω αναφερόμενης αγωγής τους και μέσα στα καθοριζόμενα από τους λόγους της όρια, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, μεταβιβάστηκαν στο Εφετείο, ως ενιαίο και αδιαίρετο κεφάλαιο της εκκαλούμενης απόφασης, τόσο η αγωγή, όσο και η κατ' αυτής ως άνω ένσταση και δεν ήταν αναγκαία η επαναφορά της τελευταίας με τις προτάσεις του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, κατά τον οριζόμενο στο άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ. τρόπο. Έτσι, το Εφετείο, με το να λάβει υπόψη του και να ερευνήσει την αναφερομένη ένσταση περί ιδίας κυριότητας του επιδίκου, που νομότυπα μεταβιβάστηκε σ' αυτό με τον τρόπο που προαναφέρθηκε και αποτέλεσε μέρος του αντικειμένου της ενώπιόν του δίκης, δεν έλαβε υπόψη του, παρά το νόμο, πράγμα που δεν προτάθηκε και έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, συνεπώς, ο τρίτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος. Με τον πρώτο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο απέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη στην αναφερόμενη στις παραδοχές του έκθεση της δασολόγου Σ., που εκπονήθηκε με την επιμέλεια του αναιρεσίβλητου και δεν δέχθηκε το πόρισμα της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης την οποία διέταξε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, χωρίς να αιτιολογεί επαρκώς τούτο. Από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο συνεκτίμησε ελεύθερα την έκθεση πραγματογνωμοσύνης που διέταξε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και την έκθεση της τεχνικής συμβούλου που προσκόμισε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα την οποία αξιολόγησε και δεν προσέδωσε στην μεν έκθεση πραγματογνωμοσύνης αποδεικτική δύναμη μικρότερη, στην δε τεχνική έκθεση μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος. Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο υποστηρίζονται από τους αναιρεσείοντες τ' αντίθετα είναι αβάσιμος. Η αποδιδόμενη δε με το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού αιτίαση ότι η έκθεση της τεχνικής συμβούλου που ελήφθη υπόψη από το Εφετείο προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, ήταν απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο, διότι προσκομίστηκε στο πλαίσιο της μετ'απόδειξη δίκης είναι αβάσιμος διότι ήταν παραδεκτή η προσκόμιση της ως άνω έκθεσης της τεχνικής συμβούλου, μετά την γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα στο μετ' απόδειξη πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 392 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ, σύμφωνα με το οποίο οι τεχνικοί σύμβουλοι, μπορούν αφού οι πραγματογνώμονες υποβάλλουν την γνωμοδότησή τους και πριν συζητηθεί η υπόθεση να αναπτύξουν προφορικά ή να υποβάλλουν εγγράφως την γνωμοδότησή τους. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμ. 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, (και όχι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ) με την επίκληση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ'αριθμ. 477/1997 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαμίας, με την οποία απηλλάγησαν (οι αναιρεσείοντες) από την κατηγορία της παράνομης εκχέρσωσης. Ο εξεταζόμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον οι αναιρεσείοντες δεν προσκομίζουν την επίμαχη απόφαση, προκειμένου να εκτιμηθεί το περιεχόμενό της (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), προς διαπίστωση του ως άνω λόγου αναίρεσης. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση με το να δεχθεί ότι η επίδικη έκταση ουδέποτε είχε αγροτική μορφή, αλλά ανέκαθεν είχε δασικό χαρακτήρα και επομένως τεκμαίρεται η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοί της ενάγουσας είχαν συμπληρώσει μέχρι το 1915 τριακονταετή καλόπιστη επ'αυτού νομή, έλαβε υπόψη τους αγωγικούς ισχυρισμούς περί της αγροτικής μορφής της επίδικης έκτασης και της κτήσης αυτής με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο και τους απέρριψε, καθώς και τον ισχυρισμό των εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων, περί κτήσεως της επίδικης έκτασης ως δασικής με τριακονταετή καλόπιστη συνεχή νομή μέχρι το 1915. Συνεπώς απορριπτέος είναι ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τ'αντίθετα. Περαιτέρω, κατά το μέρος που με τους πιο πάνω λόγους αποδίδονται πλημμέλειες στην προσβαλλομένη απόφαση, με αναφορά στους αριθμούς 1 και 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση της καθεμιάς από τις αποδιδόμενες αντίστοιχα πλημμέλειες, είναι αόριστες, διότι δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ που τον προβλέπει (Α.Π 724/2020, Α.Π 402/2019). Ακολούθως, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 13 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους της απόδειξης, ως προς τον προταθέντα από το αναιρεσίβλητο-εναγόμενο Δημόσιο ισχυρισμό ιδίας κυριότητάς του επί του επιδίκου ακινήτου ως δάσος από της συστάσεως του Ελληνικού Κράτους. Σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο από τις προσαχθείσες αποδείξεις σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση για τον ισχυρισμό του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, περί ιδίας κυριότητας του επιδίκου ως δημοσίου κτήματος , λόγω της δασικής του μορφής από της συστάσεως του Ελληνικού κράτους και ουδεμία αμφιβολία της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ως προς την συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων της κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου από το Ελληνικό Δημόσιο. Συνεπώς, έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν υπέπεσε στη νομική πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους της αποδείξεως και ο σχετικός λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος δεδομένου ότι το αναιρεσίβλητο δεν έφερε το βάρος αποδείξεως της μη καλόπιστης νομής των εναγόντων επί του επιδίκου επί συνεχή τριάντα έτη μέχρι το 1915. Με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο και με το δεύτερο σκέλος του τρίτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 14 και 8 του Κ.Πολ.Δ μέμφονται την προσβαλλόμενη ότι, παρά τον νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένσταση περί ιδίας κυριότητας της επίδικης έκτασης που προέβαλλε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο με το περιεχόμενο ότι "Το επίδικο είναι τμήμα μεγαλύτερης εκτάσεως η οποία περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει της από 9 Ιουλίου 1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως (...) άλλως η κατά τα άνω έκταση περιήλθε σ' εμένα ως δάσος σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 1,2 και 3 του από 17/29-11-1936 Β.Δ. "περί ιδιωτικών δασών" (...) άλλως η έκταση αυτή περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο βάσει του άρθ. 1 του από 3/12-12-1833 Β.Δ. ως λιβάδι ή βοσκότοπος (...) άλλως η επίδικη έκταση περιήλθε σ' εμένα βάσει των διατάξεων του από 10-7-1837 νόμου "Περί διακρίσεως κτημάτων" ως αδέσποτη (...) άλλως η επίδικη έκταση περιήλθε σ' εμένα δυνάμει τακτικής ή εκτάκτου χρησικτησίας (...)" η οποία ήταν απορριπτέα ως αντιφατική και αόριστη και επίσης ειδικότερα ως προς την ένσταση ότι η επίδικη έκταση ήταν από συστάσεως του Ελληνικού Κράτους δασική που με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή κατ' ουσίαν, διότι ενώ με αυτή προβάλλεται ότι η επίδικη έκταση ήταν τμήμα ευρύτερης δημόσιας δασικής έκτασης δεν προσδιορίζεται η ευρύτερη δασική έκταση ούτε η επίδικη εντός της ευρύτερης εκτάσεως. Οι αιτιάσεις αυτές είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Τούτο δε διότι δεν γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι οι σχετικοί περί αοριστίας της ως άνω ενστάσεως ισχυρισμοί προτάθηκαν παραδεκτά από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την προσθήκη των προτάσεων τους , αλλά ούτε με λόγο έφεσης των εναγόντων εκκαλούντων. Η επικαλούμενη προβολή του ισχυρισμού αυτού με την προσθήκη των προτάσεων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που επανέλαβαν με τις προτάσεις τους στην μετ' απόδειξη συζήτηση και ενώπιον του δευτεροβαθμίου, με το περιεχόμενο ότι "...αρνούμεθα και δεν συνομολογούμε προτάσεις, ενστάσεις και εν γένει ισχυρισμούς του αντιδίκου, ως νόμω και ουσία αβάσιμους, αόριστους, απαράδεκτους και αναπόδεικτους" δεν αποτελούν νόμιμη και ορισμένη προβολή του ισχυρισμού τους περί αοριστίας της ως άνω ενστάσεως, δεδομένου ότι δεν επικαλούνται το περιεχόμενο της αοριστίας. Ούτε και ο παρατιθέμενος λόγος έφεσης ότι "ουχί ορθώς ουδέ νομίμως και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση του πλουσιότατου περί του αντιθέτου προσαχθέντος αποδεικτικού υλικού έκρινε και εδέχθη αφ' ενός μεν ως βάσιμη την προβληθείσα ένσταση ιδίας κυριότητος του Ελληνικού Δημοσίου επί της επιδίκου εκτάσεως...", αποτελεί ορισμένο και παραδεκτό λόγο εφέσεως περί αοριστίας της ενστάσεως του αναιρεσίβλητου περί ιδίας κυριότητας του επιδίκου, διότι δεν προβάλλεται ισχυρισμός περί αοριστίας της εν λόγω ενστάσεως. Με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 14, 11 και 8 του Κ.Πολ.Δ, ότι παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και δεν κήρυξε απαράδεκτο το αποδεικτικό μέσο της τεχνικής έκθεσης της δασολόγου Μ. Σ., ως προς την έκθεση της φωτοερμηνείας που επισυνάπτεται σ'αυτή και το τοπογραφικό διάγραμμα, διότι προσκομίσθηκε απαραδέκτως ως μη έχοντα καμία σχέση με την γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα, ισχυρισμό που προέβαλε πρωτοδίκως και επανέφερε με λόγο έφεσής τους. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι όσο αφορά την αιτίαση από τους αριθμούς 14 και 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., δεν προσκομίζεται το επικαλούμενο έγγραφο, προκειμένου να επισκοπηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το περιεχόμενό του ως προς τη βασιμότητα του σφάλματος του Εφετείου και όσο αφορά την αιτίαση από τον αριθμό 8, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη το παραπάνω ισχυρισμό και τον απέρριψε ως αβάσιμο ως ακολούθως "διότι, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, οι έγγραφες εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων των διαδίκων, με τις οποίες διατυπώνουν κατά το άρθρο 392 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. τις γνώσεις τους για τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων, αποτελούν έγγραφα που εκτιμώντας ως δικαστικά τεκμήρια, ελεύθερα, από το δικαστήριο. Καμία διάταξη της κείμενης νομοθεσίας δεν εξαρτά το παραδεκτό της επικλήσεως αυτών ως αποδεικτικό μέσο σε επίπεδο τεκμηρίων από το περιεχόμενό τους και ειδικότερα από το αν αυτό κείται εντός των ορίων του θέματος της διεξαχθείσας πραγματογνωμοσύνης". Εξάλλου, η παράλειψη του δικαστηρίου να παραθέσει στην απόφασή του τις διατάξεις, στις οποίες στηρίζεται το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά αναιρετέα την απόφασή του, αφού η μεν συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων (άρθρ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει, ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο, ενώ, ως αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., που ιδρύει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, νοούνται μόνον οι αντιφατικές ή ανεπαρκείς ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης (Α.Π 968/2019, ΑΠ 684/2013). Επομένως, η παράλειψη στην μείζονα πρόταση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε δεν ιδρύει τον λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ και όσα αντίθετα ισχυρίζονται με το δεύτερο σκέλος του πρώτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης οι αναιρεσείοντες είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Επίσης η αιτίαση που προβάλλεται με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου πρόσθετου λόγου και του τρίτου σκέλους του τρίτου πρόσθετου λόγου περί έλλειψης νόμιμης βάσης διότι το Εφετείο δεν απάντησε αιτιολογημένα σχετικά με την απόρριψη της ενστάσεως των αναιρεσειόντων περί αοριστίας της προτεινόμενης εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου περί ιδίας κυριότητας της επίδικης έκτασης είναι επίσης απορριπτέες ως απαράδεκτες διότι δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας η παραβίαση δικονομικού κανόνα (ΑΠ 1324/2014). Κατ'ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν'απορριφθεί η από 31-12-2015 αίτηση και οι από 2-9-2021 πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση της 22/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολ.Δ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκε στη σχετική έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα του Εφετείου και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημά του, που υπέβαλε με τις προτάσεις του σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 31-12-2015 αίτηση και από 2-9-2021 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 22/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 31-12-2015 αίτηση και από 2-9-2021 πρόσθετους λόγους των Π. Ρ. και Α. Α. για αναίρεση της 22/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου εις βάρος των αναιρεσειόντων τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουλίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ