Αριθμός 1813/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Σ. Δ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Σαρρή. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΕ" όπως μετονομάσθηκε η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ METROLIFE ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΕΓΑ" που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παντελίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-10-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 356/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 924/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 22-3-2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 3-4-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Εισάγεται προς κρίση αναίρεση κατά απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η οποία έκρινε για θέμα προσβολής της προσωπικότητας της ήδη αναιρεσείουσας, από ενέργειες προστηθέντων της αναιρεσίβλητης. ΙΙ. Από τα άρθρα 57 και 59 του ΑΚ συνάγονται τα εξής: όποιος παράνομα προσβάλλεται στην προσωπικότητα του, νοούμενη ως προστατευόμενο από το σύνταγμα (αρθρ.2 παρ.1) σύνολο αξιών οι οποίες απαρτίζουν την ουσία του ανθρώπου, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Σε περίπτωση δε που η παράνομη προσβολή της προσωπικότητας υπήρξε και υπαίτια, το δικαστήριο μπορεί, επιπλέον, να καταδικάσει τον προσβολέα, κατά τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη που, τυχόν, έχει επέλθει ιδίως με πληρωμή χρηματικού ποσού. Προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής. Η προσβολή είναι παράνομη, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο, όμως είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικά. Ενόψει της σύγκρουσης των προστατευόμενων αγαθών προς τα προστατευόμενα αγαθά της προσωπικότητας των άλλων ή προς το συμφέρον της ολότητας, θα πρέπει να αξιολογούνται και να σταθμίζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση τα συγκρινόμενα έννομα αγαθά και συμφέροντα για την διακρίβωση της ύπαρξης προσβολής του δικαιώματος επί της προσωπικότητας και ο παράνομος χαρακτήρας της. Τα έννομα αγαθά που περικλείονται στο δικαίωμα της προσωπικότητας (η τιμή, η ιδιωτική ζωή, η εικόνα, η σφαίρα του απορρήτου κ. ά.) δεν αποτελούν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επιμέρους εκδηλώσεις, εκφάνσεις ή πλευρές του ενιαίου δικαιώματος επί της ιδίας προσωπικότητας, έτσι ώστε η προσβολή οποιασδήποτε εκφάνσεως της προσωπικότητας να σημαίνει και προσβολή της συνολικής έννοιας προσωπικότητα. Η εικόνα του ανθρώπου ανήκει όχι στο κοινό αλλά μόνο σε εκείνον που παριστάνει, και γι' αυτό η από άλλον αποτύπωση, με φωτογράφηση ή άλλον τρόπο, ή η προβολή αυτής δημοσίως, χωρίς τη συναίνεση του εικονιζόμενου, αποτελεί, καθαυτή, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή του δικαιώματος επί της ιδίας εικόνος, και δεν απαιτείται να προσβάλλεται συγχρόνως και άλλο αγαθό της προσωπικότητας του, όπως το απόρρητο της ιδιωτικής του ζωής, ή η υπόληψη του. (ΑΠ 593/2009). Ειδικότερα, προστατεύεται η ιδιωτική ζωή του ατόμου, σε όλες της τις εκφάνσεις (Καρακατσάνης στο άρθρο 57 αρ.8, Γεωργιάδης: Γεν.Αρχές παρ.12 αρ.12) μεταξύ των οποίων είναι και η "ελευθερία της σωματικής αυτού κινήσεως..." (Γ. Μπαλής: Γεν.Αρχαί Αστικού Δικαίου παρ.24). Δηλαδή το άτομο έχει το αυτονόητο δικαίωμα να κινείται ελεύθερα και με ασφάλεια, χωρίς να τίθεται υπό παρακολούθηση από τρίτους κατά την ίδια αυτού μετακίνηση ούτε να τίθεται υπό παρακολούθηση η κατοικία του και οι επισκέπτες του ιδιωτικού του χώρου. Για να είναι παράνομη η προσβολή απαιτείται να αντιτίθεται στις επιταγές και τις απαγορεύσεις της έννομης τάξης, με τις οποίες προστατεύεται η προσωπικότητα (ΑΠ 1508/1988 και ΑΠ 273/2008, ΑΠ 1987/2007). Το παράνομο της προσβολής είναι νομική έννοια και η σχετική δικαστική κρίση υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο. Στην υπό κρίση περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχτηκε τα ακόλουθα: "Μεταξύ της εναγούσης και της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας είχε καταρτισθεί στις 14.11.1995 σύμβαση ασφάλισης κατά των κινδύνων κλοπής της οικίας της και του περιεχομένου της. Την νύκτα της 16ης προς 17η Φεβρουαρίου 2001 επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος εφόσον άγνωστοι διέρρηξαν την οικία της εναγούσης (οροφοδιαμέρισμα) στην …και έκλεψαν πολλά κινητά πράγματα, κίνδυνο τον οποίο η ενάγουσα ανήγγειλε στην εναγομένη τον Φεβρουάριο 2001, όπως όφειλε κατά την σύμβαση. Η εναγομένη ανέθεσε στον ερευνητή Γ. Χ. την διερεύνηση των συνθηκών της κλοπής και την διαπίστωση της εκτάσεως της ζημίας, ο οποίος συνέταξε και της παρέδωσε σχετική έκθεση με την οποία διατηρούσε επιφυλάξεις για την κλοπή ενόψει του ότι δεν διαπίστωσε ίχνη διάρρηξης στο σημείο όπου του είχε υποδειχθεί από την ενάγουσα ως σημείο εισόδου στην οικία της, αλλά και για την έκταση της ζημίας που δηλώθηκε. Κατόπιν αυτού η εναγομένη ανέθεσε τον Ιούνιο 2001 την ίδια διερεύνηση στον ερευνητή Μ. Μ., ο οποίος κατέληξε επίσης στα ίδιο συμπεράσματα, αναφέροντας στην έκθεση που υπέβαλλε στην εναγομένη, ότι δεν διαπιστώθηκαν ίχνη παραβίασης στο αλουμινένιο ηλεκτρικό ρολό, το οποίο η ασφαλισμένη του είχε αναφέρει ότι ανασήκωσαν οι δράστες με άγνωστο τρόπο προξενώντας ζημία στον μηχανισμό του ο οποίος όμως είχε επισκευαστεί από τον πρώην σύζυγο της. Εν όψει αυτών η εναγομένη αρνήθηκε να καταβάλει στην ενάγουσα το συμφωνηθέν ασφάλισμα, κατόπιν δε αγωγής της εναγούσης με την οποία ζητούσε την καταβολή ασφαλίσματος ύψους 82.615 ευρώ, υποχρεώθηκε η εναγομένη να της καταβάλει 43.104 ευρώ λόγω επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου, με τις αποφάσεις 3820/2003 και 5084/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών αντίστοιχα. Κατά τη διάρκεια των ερευνών των προαναφερομένων ερευνητών, αμφότεροι, πολύ δε περισσότερο ο δεύτερος από αυτούς, ήλθαν σε επαφή και υπέβαλαν ερωτήσεις στην ενάγουσα, αλλά και σε πρόσωπα του περιβάλλοντος της (γείτονες, γνωστούς, επαγγελματίες της περιοχής). Παρά δε την δυσφορία, αλλά και την πικρία της εναγούσης για την αμφισβήτηση της δηλώσεως της, τόσο στο ότι έγινε πράγματι η κλοπή, όσο και για την έκταση της από αυτή ζημίας της, ενόψει του ότι μεταξύ αυτής και της εναγούσης υπήρχε και επαγγελματική συνεργασία, η ενάγουσα δεν αντέδρασε κατά την διάρκεια των ερευνών, αλλά τις ανέχθηκε, υποδεχόμενη τους ερευνητές στην οικία της όπου τους επέδειξε τους χώρους αυτής και απαντώντας στις ερωτήσεις τους. Τούτο δε έπραξε επειδή γνώριζε από την μεταξύ τους σύμβαση ασφαλίσεως, την οποία και η ίδια επικαλείται, ότι η εναγομένη έχει το δικαίωμα να κάνει κάθε έρευνα για τα αίτια του ατυχήματος και τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έγινε αυτό και για την ύπαρξη και την αξία των ασφαλισμένων αντικειμένων κατά τον χρόνο του ατυχήματος (άρθρο 10 αρ. 5 των γενικών όρων του ασφαλιστηρίου). Συνεπώς η αμφισβήτηση από την εναγομένη της δηλώσεως της εναγούσης αφ' εαυτής, περί επελεύσεως δηλαδή του ασφαλιστικού κινδύνου και της εκτάσεως της ζημίας, με την διενέργεια δύο ερευνών., δεν αποτελεί παράνομη πράξη που προσβάλλει την προσωπικότητα της κατά τις εκφάνσεις αυτής της τιμής και της υπόληψης της με την αμφισβήτηση της εντιμότητας της δηλώσεως της, ούτε έγινε με τέτοια πρόθεση από την εναγομένη. Αντίθετα η αμφισβήτηση έγινε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για να υπερασπιστεί έννομα οικονομικά αγαθά της και ειδικότερα για να διαπιστωθεί αν υφίσταται υποχρέωση για την καταβολή του ασφαλίσματος με την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου και σε καταφατική περίπτωση ποία η έκταση της σχετικής της υποχρέωσης, τούτο δε έγινε με μέσα (έρευνα) που προβλέπονται από τη μεταξύ τους σύμβαση. Ευλόγως εξάλλου υπήρχε αμφισβήτηση εκ μέρους της εναγομένης εφόσον δύο ανεξάρτητοι μεταξύ τους ερευνητές αμφισβήτησαν τόσο το ότι έγινε διάρρηξη και κλοπή, όσο και την έκταση της ζημίας. Η χρήση τέλος των πορισμάτων (εκθέσεων) των ερευνών αυτών έγινε με ενδεδειγμένο τρόπο, δηλαδή μόνο με την προσκόμιση αυτών, ως αποδεικτικών μέσων, ενώπιον του Δικαστηρίου που έκρινε την μεταξύ των διαδίκων διαφορά από την σύμβαση ασφαλίσεως, συνεπεία δε και των ερευνών αυτών, δεν απορρίφθηκε μεν η κατά τ' ανωτέρω αγωγή της εναγούσης για καταβολή του ασφαλίσματος, μειώθηκε όμως σημαντικό (περίπου στο ήμισυ) το αιτούμενο από αυτή ποσό. Περαιτέρω, η ενάγουσα κατά την διάρκεια της πιο πάνω δίκης, πληροφορήθηκε, από τις προτάσεις της εναγομένης στην προαναφερόμενη δίκη και την προσκομισθείσα ως έγγραφο έκθεση Μ., το γεγονός ότι αυτός μίσθωσε επί τριήμερο (από 7 έως 10.6.2001) διαμέρισμα απέναντι από την οικία της από όπου με δύο συνεργάτες του παρακολουθούσαν την οικία της, κατά το εμπρόσθιο και οπίσθιο τμήμα αυτής και τις κινήσεις της. Η ολιγοήμερη αυτή παρακολούθηση όμως δεν ήταν συστηματική παρακολούθηση, υπό την έννοια της μακρόχρονης, εμφανούς και εκ του σύνεγγυς παρακολούθησης του καθ' όλα ιδιωτικού, επαγγελματικού και κοινωνικού βίου της ώστε να συνιστά τούτο ανεπίτρεπτη επέμβαση στην ιδιωτική της ζωή σύμφωνα με τις σκέψεις που εκτέθηκαν στην αρχή της παρούσης, εφόσον ήταν για πολύ μικρό χρονικό διάστημα, αφορούσε την παρακολούθηση των κινήσεων μόνο έξω και πέριξ της οικίας, δεν έγινε οπτική αποτύπωση και καταγραφή της ιδίας ή των οικείων και γνωστών της, ούτε ηχητική αποτύπωση ιδιωτικών συνομιλιών της, ούτε τέλος έγινε αντιληπτή από τους περιοίκους και από την ίδια η οποία το πληροφορήθηκε κατά τα ανωτέρω πολύ αργότερα. Όσο δε και αν ήταν απρόσφορη ενέργεια ως προς την δυνατότητα διαπίστωσης επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου και της έκτασης της ζημίας αφού έγινε σχεδόν πέντε μήνες μετά την διάπραξη της κλοπής, η παρακολούθηση έγινε στα πλαίσια της συμβατικά συμφωνηθείσης κατά τα ανωτέρω έρευνας, δεν ήταν ικανή να προσβάλλει, ούτε προσέβαλε την ιδιωτική ζωή της εναγούσης η οποία δεν παρεμποδίσθηκε καθόλου από αυτή στην άσκηση των δραστηριοτήτων της, εν όψει του τρόπου με τον οποίο κατά τα ανωτέρω έλαβε χώρα, ούτε τέλος έγινε με τέτοια πρόθεση από τον ερευνητή. Σε κάθε περίπτωση αίρεται το τυχόν παράνομο της προσβολής, όπως βασίμως ισχυρίζεται η εναγομένη, α) εφόσον έγινε στα πλαίσια της συμβατικά συμφωνηθείσης "κάθε έρευνας" και υπήρξε σιωπηρή προς τούτο συναίνεση της εναγούσης η οποία αποδέχθηκε τον σχετικό όρο της σύμβασης και β) εφόσον έγινε από το ίδιο δικαιολογημένο ενδιαφέρον που αναφέρθηκε πιο πάνω για την υπεράσπιση δικαστικό των νομίμων οικονομικών δικαιωμάτων της, ενώ με τον τρόπο που εκτέθηκε πιο πάνω ότι έλαβε χώρα δεν υπήρξε με αυτή υπέρβαση του αναγκαίου προς τούτο μέτρου. Επομένως δεν υπήρξε εκ μέρους της εναγομένης ή του προστηθέντος από αυτή προσώπου παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας της εναγούσης ώστε να δικαιούται αυτή στην καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, σύμφωνα με τα άρθρα 57, 59, 914, 932 ΑΚ, σε κάθε δε περίπτωση, αίρεται ο τυχόν παράνομος χαρακτήρας της πράξης". Με αυτό το περιεχόμενο, η προσβαλλόμενη απόφαση: α)δέχτηκε, πως η παρακολούθηση της ιδιωτικής ζωής, είναι επιτρεπτή, εκτός αν ο έλεγχος είναι εμφανής και μη συστηματικός, β)δεν έγινε οπτική αποτύπωση ή ηχητική καταγραφή της αναιρεσείουσας γ)η ενέργεια αυτή ήταν απρόσφορη ως προς τη δυνατότητα διαπίστωσης επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, αφού έγινε, σχεδόν πέντε μήνες μετά την διάπραξη της κλοπής. Παρά ταύτα όμως ήταν συμβατικά συμφωνηθείσα, και δεν έγινε με πρόθεση προσβολής, δ)αίρεται το παράνομο, γιατί σιωπηρά, αποδέχτηκε τούτο η αναιρεσείουσα και έγινε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για την προάσπιση των οικονομικών συμφερόντων της. Όμως: το Εφετείο, με τις προαναφερθείσες παραδοχές του, στέρησε την απόφασή του, από την επιβαλλόμενη από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ πλήρη, σαφή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα: δεν εκτίθεται με σαφήνεια και επάρκεια, γιατί η παραπάνω ενέργεια της αναιρεσίβλητης, αν και ήταν "απρόσφορη" για τον σκοπό που φέρεται ότι υπηρετούσε, παρά ταύτα, ήταν επιτρεπτή και δεν προσέβαλε την προσωπικότητα της αναιρεσείουσας και γιατί δεν υπήρξε υπέρβαση του αναγκαίου μέτρου που, επίσης, δεν οριοθετείται. Άρα, ο από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος είναι βάσιμος, παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων. Η υπόθεση μετά ταύτα, πρέπει να παραπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι εφικτή (αρθρ.580 παρ.3 ΚΠολΔ). Η δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας η οποία κατέθεσε προτάσεις πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της αναιρεσίβλητης (αρθρ.176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 924/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Επιβάλλει σε βάρος αναιρεσίβλητης τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας την οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3000). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ