Αριθμός 717/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Οικονόμου. Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Χ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Κουτσούκου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3029/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 694/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-5-2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 1-3-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. (Α) Κατά το άρθ. 6 § 2 ν. 3198/1955 κάθε αξίωση μισθωτού για καταβολή ή συμπλήρωση της κατά το ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, ή το β.δ. 16/18-7-1920 αποζημίωσης είναι απαράδεκτη, εφόσον η αγωγή δεν κοινοποιήθηκε εντός εξαμήνου από τότε που αξίωση έγινε απαιτητή. Με την διάταξη αυτή καθιερώνεται αποσβεστική προθεσμία, η οποία κατ' άρθ. 280 ΑΚ λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο. Περαιτέρω κατά το εδ. α' του αρ. 8 του ιδίου ως άνω νόμου μισθωτοί που συνδέονται με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, αν συμπληρώσουν δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, κατά την έννοια του άρ. 6 § 1 ν. 2112/1920, ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας ή, σε περίπτωση έλλειψης αυτού, το 65ο έτος της ηλικίας τους, και αποχωρήσουν από την υπηρεσία με την συγκατάθεση του εργοδότη δικαιούνται το μισό της οριζόμενης από το ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, αποζημίωσης για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας. Η εφαρμογή της διάταξης αυτής προϋποθέτει μισθωτούς που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και δεν επεκτείνεται και σε εκείνους που η εργασιακή τους σχέση είναι ορισμένου χρόνου (χωρίς, σημειώνεται, να προσαπαιτείται και η συνδρομή των προϋποθέσεων για την λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος). Σύμβαση εργασίας διεπόμενη από κανονισμό που προβλέπει την αποχώρηση του εργαζομένου με την συμπλήρωση ορίου ηλικίας είναι καταρχήν σύμβαση ορισμένου χρόνου, εάν όμως με τον κανονισμό έχουν προβλεφθεί παράλληλα και περιπτώσεις πρόωρης λύσης της σύμβασης, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση και εάν αυτή πληρωθεί η σύμβαση μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου. Προϋπόθεση επίσης για την εφαρμογή της ως άνω διάταξης αποτελεί και η συγκατάθεση του εργοδότη για την αποχώρηση του μισθωτού, η οποία πρέπει να παρέχεται πριν από την αποχώρηση του μισθωτού, δύναται δε να είναι έγγραφη ή προφορική, ρητή ή σιωπηρή, αρκεί στην τελευταία περίπτωση να είναι σαφής και αναμφίβολη. Τέτοια συγκατάθεση μπορεί να παρασχεθεί εκ των προτέρων ή να συναχθεί από τον κανονισμό, με τον οποίο παραχωρείται στον μισθωτό δικαίωμα παραίτησης σε οποιονδήποτε χρόνο χωρίς να προβλέπεται ότι ο εργοδότης μπορεί να εναντιωθεί ή ν` αποδεχθεί μόνο με την τήρηση ορισμένης διαδικασίας την παραίτηση του υπαλλήλου από την εργασία του, αφού με την ρύθμιση αυτή δεσμεύεται ο εργοδότης να δέχεται την παραίτηση του υπαλλήλου και συνεπώς να παρέχει την συγκατάθεσή του σ` αυτήν, οποτεδήποτε ήθελε αυτή υποβληθεί. Κατά το β' εδάφιο του αυτού ως άνω άρθ. 8 ν. 3198/1955, όπως προστέθηκε με το άρ. 8 § 4 ν. 3789/1957 και αντικαταστάθηκε με το άρ. 5 § 1 ν. 435/1976, μισθωτοί γενικά που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για την χορήγηση σύνταξης, αν συμπλήρωσαν ή θα συμπληρώσουν τις προϋποθέσεις λήψης πλήρους σύνταξης γήρατος, μπορούν, αν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη ν' αποχωρούν της εργασίας, αν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε ν' αποχωρούν, είτε ν' απομακρύνονται της εργασίας τους από τον εργοδότη, αφού λάβουν σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, οι μεν επικουρικά ασφαλισμένοι το 40%, οι δε μη ασφαλισμένοι επικουρικά το 50% της αποζημίωσης που δικαιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη. Για την κατά τ' ανωτέρω χορηγουμένη αποζημίωση στους αποχωρούντες ή απομακρυνομένους μισθωτούς εφαρμόζονται κατά τα λοιπά όλα τα οριζόμενα από τα άρ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 του ν. 3198/1955, καθώς και από τις διατάξεις του ν. 2112/1920 κτλ εκτός από τις διατάξεις που αφορούν την προειδοποίηση. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η αποσβεστική αυτή προθεσμία του άρθ. 6 § 2 ν. 3198/1955 προς άσκηση της αγωγής για καταβολή ή συμπλήρωση της οφειλομένης ως άνω αποζημίωσης ισχύει τόσο στην περίπτωση του εδ. α' του άρθ. 8 ν. 3198/1955, της αποχώρησης δηλ. του μισθωτού με την συγκατάθεση του εργοδότη και την συνδρομή των εκεί χρονικών προϋποθέσεων, όσο και στην περίπτωση του εδ. β' αυτού, την αποχώρηση δηλ. ή την απομάκρυνση του μισθωτού με την συμπλήρωση των προϋποθέσεων λήψης πλήρους σύνταξης γήρατος (ΟλΑΠ 31/2003, ΑΠ 753/2012, 200/2011). (Β) Ως προς το ανώτατο όριο της αποζημίωσης, με το άρ. 2 § 2 α.ν. 173/1967 ορίζεται ότι στις περιπτώσεις που εργοδότης είναι το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή Τράπεζα κ.λπ., η από το ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, οφειλομένη αποζημίωση δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να υπερβαίνει τις 240.000 δρχ., το όριο δε αυτό αυξήθηκε με το άρ. 1 ν.δ. 207/1974 σε 600.000 δρχ., με το άρ. 24 ν. 1082/1980 σε 1.000.000 δρχ., με το άρ. 24 ν. 1545/1985 σε 1.150.000 δρχ., με το άρ. 33 ν. 1876/1990 σε 1.500.000 δρχ. και σε 15.000 € με το άρθ. 21 § 13 ν. 3144/2003. Περαιτέρω από τις διατάξεις του άρ. 103 §§ 7 και 8 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο ευρύτερος δημόσιος τομέας καθορίζεται κάθε φορά από το νόμο. Εξάλλου, η αναιρεσείουσα Τράπεζα της Ελλάδος, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρ. 9 § 1 ν. 1232/1982, 1 § 6ε ν. 1256/1982 και 51 ν. 1892/ 1990, δεν περιλαμβάνεται στο δημόσιο τομέα και κατά συνέπεια υπάλληλος της Τράπεζας αυτής, ο οποίος αποχωρεί από την υπηρεσία του δικαιούται την προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρ. 8 εδ. α' ν. 3198/1955 και 5 § 1 ν. 435/1976 (που αντικατέστησε ως άνω το εδ. β' του αυτού άρθρου 8) αποζημίωση χωρίς τους περιορισμούς των διατάξεων των άρ. 2 §§ 2 και 3 και 3 α.ν. 173/1967 και 1 §§ 1 και 2 ν.δ. 618/1974, όπως συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν (ΟλΑΠ 1/2006). (Γ) Από τις διατάξεις των άρ. 297, 298, 330 και 914 ΑΚ, προκύπτει ότι προϋποθέσεις αδικοπρακτικής ευθύνης για αποζημίωση είναι (α) συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, η οποία μπορεί να συνίσταται είτε σε θετική ενέργεια ή παράλειψη (β) πρόκληση ζημίας και (γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας πράξης ή της παράλειψης και της ζημίας, ειδική δε μορφή αδικοπραξίας, που δημιουργεί αντίστοιχη υποχρέωση αποζημίωσης, συνιστά κατ' άρθ. 919 ΑΚ η πρόκληση με πρόθεση ζημίας κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη. Αν η πράξη ή παράλειψη που προκάλεσε την ζημία δεν είναι καθεαυτήν παράνομη και συνιστά μόνο αθέτηση συμβατικής υποχρέωσης, σε αμφότερες τις ως άνω περιπτώσεις, υπάρχει μόνο ενδοσυμβατική και όχι αδικοπρακτική ευθύνη, ώστε να θεμελιώνεται και αξίωση αποζημίωσης κατά τα προαναφερόμενα άρθρα του ΑΚ (ΑΠ 997/2012). Η ως άνω απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται κατ' άρθ. 937 ΑΚ μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε την ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση. Στην προκειμένη περίπτωση: (1) Με την από 17-12-2007 και με αριθ. έκθ. κατ. 6243/2007 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ) ο ενάγων (και ήδη αναιρεσίβλητος) εξέθεσε, ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη (και τώρα αναιρεσείουσα) Τράπεζα της Ελλάδος την 2-9-1972 και αποχώρησε την 12-7-2005 με την συγκατάθεση της εναγομένης, που έκανε δεκτή την παραίτησή του, έχοντας συμπληρώσει υπηρεσία μεγαλύτερη των 32 ετών καθώς και τις προϋποθέσεις για την χορήγηση σύνταξης γήρατος, όχι όμως και το προβλεπόμενο από τον Γενικό κανονισμό της εναγομένης όριο ηλικίας, ότι η εναγομένη, αν και όφειλε κατά την αποχώρησή του να του καταβάλει το 50% της προβλεπομένης από το νόμο αποζημίωσης, χωρίς τους περιορισμούς του άρθ. 2 § 2 α.ν. 173/1967, ανερχόμενο σε 44.183,52 €, γνωρίζοντας ότι δεν υπήγετο στον δημόσιο τομέα, διά των αρμοδίων οργάνων της απέφυγε δόλια, καταχρηστικά, παράνομα και κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη να του καταβάλει το ως άνω ποσό και αντ' αυτού του κατέβαλε, κατ' εφαρμογή της ως άνω διάταξης, το ποσό των 15.000 €, ζημιώνοντας αυτόν κατά την διαφορά μεταξύ καταβλητέας και καταβληθείσας αποζημίωσης, με βάση δε τα περιστατικά αυτά ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει, κυρίως μεν λόγω αδικοπραξίας ως αποζημίωση το ποσό της ως άνω διαφοράς, ανερχόμενο σε 29.138,52 €, καθώς και 10.000 € ως χρηματική ικανοποίηση, επικουρικά δε το ποσό αυτό της διαφοράς κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η αγωγή αυτή έγινε εν μέρει δεκτή με την 3029/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την κύρια από την αδικοπραξία βάση της και μόνο ως προς το ποσό της διαφοράς της αποζημίωσης, απορριφθείσα ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς την αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και ως μη νόμιμη κατά την επικουρική βάση αυτής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. (2) Το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας, ύστερα από έφεση της αναιρεσείουσας επί της ένδικης ως άνω αγωγής του αναιρεσιβλήτου ως προς την γενόμενη πρωτοδίκως δεκτή και μεταβιβασθείσα σ' αυτό με την έφεση κύρια βάση της από την αδικοπραξία, με την προσβαλλόμενη 694/2012 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι ο αναιρεσίβλητος ενάγων προσελήφθη από την αναιρεσείουσα εναγομένη την 2-9-1972 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και εξελίχθηκε μέχρι τον βαθμό του Τμηματάρχη, ότι η εργασιακή του σύμβαση, της οποίας οι όροι διέπονται από τον Κανονισμό της εναγομένης, που στο άρθ. 19 περ. α' προβλέπει την λήξη της σύμβασης εργασίας με την συμπλήρωση ορίου ηλικίας, είναι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με χρόνο λήξης την συμπλήρωση του προβλεπομένου ορίου ηλικίας, ότι στο άρθ. 18 του Κανονισμού της εναγομένης προβλέπεται πρόωρη λύση της σύμβασης με δήλωση παραίτησης του μισθωτού, την οποία η εναγομένη είναι υποχρεωμένη ν' αποδεχθεί εντός μηνός από την υποβολή της, με την έννοια ότι, όπως αναφέρεται στην διάταξη αυτή, η άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας έχει ως συνέπεια να λογίζεται ότι η παραίτηση έγινε αποδεκτή, προβλέπεται δηλ. διαλυτική αίρεση, σε περίπτωση πλήρωσης της οποίας η μέχρι τότε ορισμένου χρόνου εργασιακή σχέση λογίζεται ως εξ υπαρχής αορίστου χρόνου, ότι ο ενάγων την 11-7-2005 πριν συμπληρώσει το 60ο έτος της ηλικίας του, κατά τα οριζόμενα στο άρθ. 19 περ. α' του ως άνω Κανονισμού, υπέβαλε εγγράφως την παραίτησή του από την εναγομένη, η οποία έγινε δεκτή με πράξη του Διοικητή της και ο ενάγων διαγράφηκε από την δύναμη του προσωπικού της εναγομένης από την υποβολή της παραίτησής του, ως εκ τούτου δε πληρώθηκε η ως άνω διαλυτική αίρεση και η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μετέπεσε υπαρχής σε αορίστου χρόνου και λύθηκε με την συγκατάθεση της εναγομένης, ότι οι τακτικές αποδοχές του ενάγοντος, που κατά τον χρόνο αποχώρησής του από την εναγομένη είχε συμπληρώσει χρόνο υπηρεσίας 32 ετών, 10 μηνών και 9 ημερών, ανέρχονταν κατά τον τελευταίο μήνα πριν την παραίτησή του σε 3.047,14 €, κατά τον ίδιο δε χρόνο ο ενάγων είχε συμπληρώσει πλήρες συνταξιοδοτικό δικαίωμα και επιπλέον είναι και μερισματούχος του Μετοχικού Ταμείου Υπαλλήλων της τελευταίας, δικαιούται, επομένως, σύμφωνα με το άρθ. 8 εδ. β' ν. 3198/1955, το 40% της αποζημίωσης που θα ελάμβανε σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, το οποίο ανέρχεται, κατά τα λεπτομερώς αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση, χωρίς τους περιορισμούς των άρθ. 2 § 3 και 3 α.ν. 173/1967 και 1 § 2 ν.δ. 618/1970, σε 35.346,78 €, ότι η εναγομένη, αν και γνώριζε, ότι σχετικά με τα θέματα που αφορούν στο προσωπικό της ανήκει στον ιδιωτικό τομέα, όπως η ίδια αναφέρει στα 4.5533/1990 και 6137/1995 έγγραφά της, δρώντας κατά προφανή παράβαση της καλής πίστης, ευρισκομένη σε υπέρτερη οικονομική θέση σε σχέση με τον ενάγοντα, για τον οποίο οι αποδοχές από την εργασία του αποτελούν μέσο διαβίωσής του, και προφασιζομένη ότι ανήκει στον δημόσιο τομέα, με απόφαση του γενικού συμβουλίου της ληφθείσα την 17-12-1999 δέχθηκε και την 11-7-2005 κατέβαλε στον ενάγοντα την κατ' άρθ. 8 ν. 3198/1955 αποζημίωση περιορισμένη σύμφωνα με το άρθ. 33 ν. 1876/1990 και δη 15.000 €, ζημιώνοντας έτσι αυτόν κατά το ελλείπον ποσό της αποζημίωσης που δικαιούνταν, πληρουμένων των προϋποθέσεων της αδικοπραξίας, που τελέσθηκε την 11-7-2005 με την καταβολή από την εναγομένη της μειωμένης αποζημίωσης των 15.000 €, όταν και έλαβε γνώση ο ενάγων της ζημίας και του υποχρέου προς αποζημίωση, ότι κατά συνέπεια ο ενάγων δικαιούται ως διαφορά μεταξύ καταβλητέας και καταβληθείσας αποζημίωσης το ποσό των 20.346,78 €, κατά το οποίο ζημιώθηκε από την προεκτεθείσα παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της αποχώρησής του, η αξίωση δε αυτή του ενάγοντος ως πηγάζουσα από αδικοπραξία υπόκειται, όπως έγινε δεκτό σε άλλο σημείο της προσβαλλομένης απόφασης, στην (μη προταθείσα από την εναγομένη) πενταετή παραγραφή του άρθ. 937 ΑΚ και όχι στην κατ' άρθ. 6 § 2 ν. 3198/1955 εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία, ότι δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της εναγομένης περί πλάνης αυτής ως προς την έκταση της οφειλής της και συνακόλουθα οφειλής τόκων από την επίδοση της αγωγής, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια (αληθώς μόνο) από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, διότι εφάρμοσε τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθ. 914 επ., 919 ΑΚ), ενώ με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, κατά τρόπο αναιρετικά ανέλεγκτο, ότι αποδείχθηκαν, δεν συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής τους (ΑΠ 753/2012), και δεν εφάρμοσε την διάταξη του άρθ. 6 § 2 ν. 3198/1955, την οποία, σύμφωνα με τις ίδιες παραδοχές, έπρεπε να εφαρμόσει, λαμβάνοντας αυτεπάγγελτα υπόψη την καθιερουμένη με αυτήν 6μηνη αποσβεστική προθεσμία και απορρίπτοντας για τον λόγο αυτόν την αγωγή, αφού δέχθηκε ότι η μειωμένη ως άνω αποζημίωση καταβλήθηκε στον ενάγοντα την 11-7-2005 και ότι η σχετική αξίωση του ενάγοντος αναιρεσιβλήτου ασκήθηκε με την ένδικη από 17-12-2007 και με αριθ. έκθ. κατ. 6243/2007 αγωγή του (δηλ. ότι ήδη κατά την κατάθεσή της, κατά μείζονα δε λόγο κατά την επίδοσή της στην αναιρεσείουσα εναγομένη, είχε συμπληρωθεί η ως άνω 6μηνη αποσβεστική προθεσμία). Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από την ως άνω διάταξη, με τον οποίο αποδίδεται ειδικότερα (α) ότι ήταν εφαρμοστέα η διάταξη του άρθ. 6 § 2 ν. 3198/1955, αφού η σύμβαση εργασίας του αναιρεσιβλήτου λύθηκε το έτος 2005 και η αγωγή του κοινοποιήθηκε στην αναιρεσείουσα το 2007, ισχυρισμός, σημειωτέον, που είχε προταθεί και ενώπιον του Εφετείου κατ' εκτίμηση της έφεσης της αναιρεσείουσας, στην οποία ρητά διαλαμβάνεται ότι ο ενάγων αποχώρησε από την υπηρεσία της το καλοκαίρι του 2005 και άσκησε την αγωγή του, δηλ. την από 17-12-2007, μετά την παρέλευση της 6μηνης νόμιμης προθεσμίας, αφορά δε σφάλμα που προκύπτει, κατά τα προεκτεθέντα, από την ίδια την απόφαση (άρθ. 562 § 2β ΚΠολΔ) και (β) ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αδικοπρακτικής ευθύνης αυτής. Επομένως, πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση, στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, αφού μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 § 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ήδη ισχύει) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα. ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθ. 579 § 2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικά εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις της ζητεί να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να της αποδώσει τα αναφερόμενα εκεί ποσά που του κατέβαλε σε εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης αλλά και της αναιρουμένης (κεφάλαιο, τόκους, δικαστική δαπάνη). Η αίτηση αυτή πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι οι περιέχουσες αυτήν προτάσεις της αναιρεσείουσας κατατέθηκαν μετά την συζήτηση της υπόθεσης την 19-3-2013 στο Δικαστήριο τούτο και δη την 22-3-2013, κατά την επ' αυτών σχετική σημείωση του γραμματέως του Δικαστηρίου τούτου. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 694/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Απορρίπτει την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της αναιρουμένης απόφασης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ