Αριθμός 1252/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Μονοπρόσωπης Εταιρείας με την επωνυμία "Σ.. Π. Μονοπρόσωπη Ι.Κ.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΣΤ. Π. - Ι.. Π. Ο..Ε.., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Καραμήτσα και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Δημοτικής Επιχείρησης Ειδικού Σκοπού με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ …", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Θεοδωρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/12/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5664/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 631/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9/12/2019 αίτησή της και τους από 24/12/2021 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 09.12.2019 και με ειδ. αριθμ. κατάθ. 111/ 09.12.2019 αίτηση αναίρεσης και τους από 24.12.2021 και με αρ. κατάθ. 152/ 24.12.2021 πρόσθετους λόγους προσβάλλεται η 631/23.10.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και έκανε εν μέρει δεκτή, κατ' ουσίαν, την ασκηθείσα από την εκκαλούσα-ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα έφεση κατά της 5664/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία είχε απορριφθεί η από 17.12.2013 (με αριθμό κατάθεσης …2013) αγωγή της τότε ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της τότε εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης για την καταβολή της οφειλόμενης αμοιβής της για την εκτέλεση διαδοχικών συμβάσεων παροχής υπηρεσιών της, τόσον ως προς την κύρια βάση της, όσο και ως προς την επικουρική της, εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ως απαράδεκτη, στο σύνολό της, λόγω αοριστίας, εξαφάνισε εν μέρει την εκκαλουμένη, μόνο ως προς το επί μέρους κεφάλαιο της αγωγής για καταβολή αμοιβής για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες της στα πλαίσια της από 10.02.2011 έγγραφης σύμβασης έργου, κατά την κύρια αυτής βάση, και, διακρατώντας την υπόθεση και επαναδικάζοντας την αγωγή κατά το ως άνω κεφάλαιό της, την απέρριψε ως προς αυτό ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Οι άνω αίτηση αναίρεσης και πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ.552,553,556,558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 569 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου παραδεκτά (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ).Επομένως, τα ανωτέρω δικόγραφα, που συνεκφωνήθηκαν, πρέπει να συνεκδικαστούν, κατά τα άρθρα 246,573 παρ.1 ΚΠολΔ, καθόσον οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυτοτέλεια, αλλά συζητούνται, υποχρεωτικά, με την αίτηση αναίρεσης και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους, κατ' άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ (ΑΠ 921/2019, ΑΠ 507/ 2017). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 681 και 694 ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο αντισυμβαλλόμενος, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου. Νοείται ως έργο κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της σύμβασης, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσίασης του εργοδότη, με την προϋπόθεση ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε και όχι εντελώς διαφορετικό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατά το άρθρ. 694 ΑΚ της συμφωνημένης αμοιβής του (ΑΠ 346/2010), η οποία μπορεί κατά την κατάρτιση της σύμβασης να ορισθεί κατ` αποκοπή, κατά μονάδα, επί τη βάσει προϋπολογισμού, απολογιστικώς, χρονικώς, σε ποσοστά ή και να καταλειφθεί ακαθόριστη ως προς το ποσό και τον τρόπο υπολογισμού της (ΑΠ 883/2011). Επομένως η αγωγή, με την οποία ο εργολάβος ενάγει τον εργοδότη για την καταβολή της αμοιβής του, είναι ορισμένη κατά τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και το άρθρο 216 ΚΠολΔ, όταν σ` αυτή περιγράφεται το έργο που συμφωνήθηκε, προσδιορίζεται το είδος και το ύψος της οφειλόμενης αμοιβής και αναφέρεται ότι το έργο εκτελέσθηκε με τον προσήκοντα τρόπο και παραδόθηκε στον εργοδότη (ΑΠ 682/2010).Δεν αποτελεί δε στοιχείο της αγωγής η έγγραφη ή προφορική κατάρτιση της σύμβασης έργου, εφόσον για την εν λόγω σύμβαση δεν απαιτείται η τήρηση του έγγραφου τύπου(ΑΠ 508/2008). Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 5 του άρθρου 277 του προϊσχύοντος Π.Δ. 410/1995 "Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας", οι δημοτικές επιχειρήσεις που μπορούν να συνιστούν οι δήμοι για την επίτευξη ορισμένων σκοπών, αναφερομένων στις ανωτέρω διατάξεις αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από αυτόν το νόμο. Κατά την παρ. 1 του άρθρου 280 του ιδίου Π.Δ., η διαχείριση των επιχειρήσεων γίνεται σύμφωνα με ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων και είναι ανεξάρτητη από την υπόλοιπη δημοτική ή κοινοτική διαχείριση (ΑΠ 1009/2001). Κατά δε την παρ. 9 του άρθρου 291 του αυτού ως άνω Π.Δ. και την παρ. 1 περ. ε' του άρθρου 51 του Ν. 1892/1990, οι δημοτικές επιχειρήσεις δεν υπάγονται στους φορείς του δημοσίου τομέα της παρ. 6 του άρθρου 1 του Ν. 1256/1982. Συνεπώς, από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι οι δημοτικές αυτές επιχειρήσεις δεν αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, ούτε ειδικότερα οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως, αλλά συνιστούν αυτοτελείς έναντι των οργανισμών αυτών (ΟΤΑ) επιχειρήσεις, που λειτουργούν υπό τη μορφή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, και, ως εκ τούτου, δεν έχουν εφαρμογή σ' αυτές οι διατάξεις του άρθρου 84 του Ν.Δ. 321/1969 "Περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού" και των άρθρων 41, 42 και 43 του Ν. 496/1974, που επιβάλλουν, προκειμένου για συμβάσεις με το Δημόσιο ή με ΝΠΔΔ, την υποβολή των συμβάσεων στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου επί ποινή ακυρότητας. Κατ' ακολουθίαν, σ' αυτές τυγχάνουν εφαρμογής οι γενικές διατάξεις του αστικού δικαίου, όπως ισχύουν για κάθε επιχείρηση του ιδιωτικού τομέα, και, επομένως, οι με αυτές καταρτιζόμενες συμβάσεις έργου είναι κατά κανόνα άτυπες (ΑΚ 158) και μπορούν να συναφθούν προφορικά, ακόμη και σιωπηρά (ΑΠ 508/2008, ΑΠ 1059/2002). Περαιτέρω, ο μετέπειτα ισχύσας Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 3463/2006 (ΦΕΚ Α' 114/8-6-2006) ορίζει στο άρθρο 269 ότι: "1. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος έως τις 31.12.2007, όσες επιχειρήσεις Ο.Τ.Α., τις οποίες είτε έχουν συστήσει οι ίδιοι είτε συμμετέχουν σε αυτές κατά πλειοψηφία φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης δεν προσαρμόζουν το καταστατικό τους στις διατάξεις του παρόντος νόμου, λύονται και τίθενται υπό εκκαθάριση. 2. Υφιστάμενες αμιγείς επιχειρήσεις του άρθρου 277 του π.δ. 410/1995 του ίδιου Δήμου ή Κοινότητας είναι δυνατόν να συγχωνευθούν έως 31.12.2007 κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 263" και στο άρθρο 270 παρ. 1 ότι: "Επιχειρήσεις των παραγράφων 1 και 2 του προηγούμενου άρθρου εξακολουθούν μέχρι τη συγχώνευση, λύση ή μετατροπή τους να διέπονται από τις αντίστοιχες διατάξεις του Π.Δ. 410/1995". Επίσης, με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 17 του Ν. 3812/2009 (ΦΕΚ Α' 234) ορίζεται ότι: "Οι προθεσμίες των παραγράφων 1, 2 και 8 του άρθρου 269 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν με το άρθρο 21 του Ν. 3731/2008 (ΦΕΚ 263 Α'), παρατείνονται από τη λήξη τους μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2010". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι ο νεώτερος αυτός Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας παρέχει τη δυνατότητα στους Ο.Τ.Α. α' βαθμού να προσαρμόσουν το καταστατικό των επιχειρήσεων που έχουν συστήσει, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του, μέχρι 31.12.2007 (και ήδη μέχρι 31.12.2010), άλλως λύονται και τίθενται υπό εκκαθάριση, ενώ μέχρι τότε εξακολουθούν να διέπονται από τις διατάξεις του Π.Δ. 410/1995. Δηλαδή, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από τη δημοσίευση του Ν.3463/2006 μέχρις ότου οι υφιστάμενες αμιγείς δημοτικές επιχειρήσεις του άρθρου 277 του Π.Δ. 410/1995, να συγχωνευθούν (όπου προβλέπεται), να λυθούν ή να μετατραπούν, με απώτατο το χρονικό όριο της 31ης Δεκεμβρίου 2010, αυτές εξακολουθούν να διέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 277 - 291 του Π.Δ. 410/1995 και όχι από αυτές του Ν. 3463/2006, με συνέπεια να μην τυγχάνει εφαρμογής στις ως άνω αμιγείς δημοτικές επιχειρήσεις, η διάταξη του άρθρου 257 παρ. 2 του Ν. 3463/2006, σύμφωνα με την οποία "Η σύναψη συμβάσεων ανάθεσης των έργων, υπηρεσιών, μελετών και προμηθειών των κοινωφελών επιχειρήσεων, καθώς και η σύναψη συμβάσεων μίσθωσης έργου διενεργείται σύμφωνα με τις αντίστοιχες ρυθμίσεις που ισχύουν για τους Ο.Τ.Α." και συνακόλουθα οι σχετικές διατάξεις που αφορούν τον έγγραφο τύπο της σύμβασης δεν είναι εφαρμοστέες για τις συμβάσεις που συνάφθηκαν πριν την 01.01.2011. Ωστόσο, οι προεκτεθείσες προϋποθέσεις, που ανάγονται στη σφαίρα ευθύνης των δημοτικών επιχειρήσεων και η συνδρομή τους δεν μπορεί να διαπιστωθεί κατά τη σύναψη της σύμβασης από τον αντισυμβαλλόμενό τους, δεν αποτελούν αναγκαία στοιχεία και της αγωγής με την οποία ο αντισυμβαλλόμενος αξιώνει από τη δημοτική επιχείρηση την καταβολή της οφειλόμενης σ` αυτόν αμοιβής για το έργο που εκτέλεσε ή για την προμήθεια που διενήργησε. Έτσι η αγωγή είναι ορισμένη, κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ και χωρίς την έκθεση των στοιχείων αυτών, και, αντίθετα, οφείλει η εναγόμενη δημοτική επιχείρηση, που αμφισβητεί την εγκυρότητα της σύμβασης που σύναψε για την απευθείας ανάθεση ή την απευθείας εκτέλεση εργασίας ή μεταφοράς ή τη διενέργεια προμήθειας, να επικαλεσθεί και να αποδείξει αυτή την έλλειψη των αναγκαίων για τη σύναψη τέτοιας σύμβασης προϋποθέσεων(ΑΠ 1742/2014, ΑΠ 883/2011). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 12/2000). Επομένως ο εν λόγω από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην αγωγή των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματός της, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 818/2017, ΑΠ 104/2014, ΑΠ 443/2011, ΑΠ 1816/2008, ΑΠ 1792/2007, ΑΠ 381/2006). Επίσης, η ίδια διάταξη έχει εφαρμογή, όταν η απόφαση, κατά παράβαση του νόμου, έκρινε επαρκή η ανεπαρκή τα πραγματικά γεγονότα που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής, προκειμένου να εξειδικευθεί ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου (ΑΠ 1006/2007, ΑΠ 669/2007), υπό την προϋπόθεση, πάντως, πως ο σχετικός ισχυρισμός προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 211/2001, ΑΠ 111/1999). Περαιτέρω, η αοριστία της αγωγής, ποσοτική ή ποιοτική, η οποία υπάρχει όταν δεν αναγράφονται με πληρότητα στο δικόγραφο όλα τα περιστατικά που αποτελούν προϋπόθεση της εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο θεμελιούται το αίτημα της αγωγής, ελέγχεται από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 ίδιου άρθρου (ΑΠ 220/2016, ΑΠ 1676/2001). Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 17.12.2013 ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας, το δικόγραφο της οποίας παραδεκτά κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκοπείται από το παρόν Δικαστήριο, ιστορούνται, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα: "Τυγχάνουμε ομόρρυθμη εμπορική εταιρία με σκοπό -μεταξύ άλλων- την παροχή υπηρεσιών προώθησης προϊόντων και έρευνας αγοράς, την παραγωγή, προώθηση και διανομή ψηφιακών μακετών, την παραγωγή διαφημίσεων, την εξεύρεση χορηγών, την πώληση διαφημιστικού χώρου και διαφημιστικού χρόνου, την παραγωγή, προώθηση και εκμετάλλευση οπτικοακουστικών προϊόντων (cd rom, dvd, video, audio tape), την παροχή υπηρεσιών και την παραγωγή προγραμμάτων λογισμικού και ηλεκτρονικών προγραμμάτων, την ενοικίαση μηχανημάτων οπτικοακουστικών μέσων, την παροχή διαφημιστικών υπηρεσιών κάθε τύπου, την παροχή ηλεκτρολογικών και φωτιστικών καλύψεων και την παροχή υπηρεσιών διαδικτύου (internet). Μεταξύ της εταιρίας μας και της εναγόμενης, η οποία είναι δημοτική επιχείρηση- ραδιοφωνικός σταθμός του Δήμου ... και λειτουργεί με την ονομασία Κ. Ε. … f.m., υπήρχε επαγγελματική συνεργασία από το έτος 2008. Στα πλαίσια της συνεργασίας μας αυτής, η εταιρία μας ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει στην εναγόμενη διάφορες υπηρεσίες όπως τη δημιουργία ηλεκτρονικής ιστοσελίδας με τα στοιχεία "www.kanaliena.gr",τη φιλοξενία ("hosting") αυτής στο διαδίκτυο, το σχεδιασμό και τη δημιουργία ψηφιακών μακετών ("banners") και φόρτωση ("upload") αυτών, το σχεδιασμό και τη δημιουργία λογοτύπων, την τεχνική υποστήριξη ("service") της σχετικής ιστοσελίδας και τεχνική ανανέωση αυτής, την εκπομπή διαδικτυακού ήχου ("streaming radio") μέσω του κεντρικού διακομιστή ("server"), την εκ μέρους μας ενημέρωση/εκπαίδευση των εργαζομένων της εναγόμενης σχετικά με τη λειτουργία και τη χρήση των ως άνω υπηρεσιών κ.λ.π., τις οποίες (υπηρεσίες) πράγματι παρείχαμε προσηκόντως στην εναγόμενη. Για τις παρεχόμενες σε αυτήν υπηρεσίες μας εκδώσαμε δύο τιμολόγια, ήτοι τα με αριθμούς: (i) …2009 και (ii) …2010, αξίας έντεκα χιλιάδων εννιακοσίων ΕΥΡΩ (11.900) μαζί με το ΦΠΑ (19%) το πρώτο και αξίας τριών χιλιάδων εκατόν είκοσι έξι ΕΥΡΩ και εξήντα έξι λεπτών (3.126,66) μαζί με το ΦΠΑ (23%) το δεύτερο. Εν συνεχεία, το μήνα Φεβρουάριο του 2011 και ενώ έως τότε εξακολουθούσαμε να παρέχουμε διαρκώς και αδιαλείπτως τις ως άνω συμφωνηθείσες υπηρεσίες μας προς την εναγόμενη από το 2008, ως προελέχθη, η εναγόμενη, ούσα προφανώς απολύτως ικανοποιημένη με τη συνεργασία μας και βεβαίως με το είδος και την ποιότητα των παρεχόμενων από εμάς υπηρεσιών, ζήτησε από την εταιρία μας την παροχή πρόσθετης υπηρεσίας. Συγκεκριμένα, μας ζήτησε εκτάκτως την άμεση παροχή προς αυτήν δυνατότητας μετάδοσης/προβολής διαδικτυακού τηλεοπτικού προγράμματος ("video-audio stream server") μέσω της ιστοσελίδας που είχαμε δημιουργήσει κατά τα ανωτέρω για λογαριασμό της, προκειμένου π.χ. να μπορούν οι επισκέπτες της ιστοσελίδας … να παρακολουθούν και ζωντανά μέσω αυτής (της ιστοσελίδας) τις συνεδριάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου ..., αθλητικούς αγώνες και εκδηλώσεις του Δήμου κ.λ.π., υπηρεσία που πράγματι παρασχέθηκε πάραυτα τότε και για έναν (1) μήνα από εμάς προς την εναγόμενη και για την οποία εκδώσαμε το κατωτέρω με αριθμό …2011 τιμολόγιο συνολικής αξίας τετρακοσίων εβδομήντα εννέα ΕΥΡΩ και εβδομήντα λεπτών (479,70) μαζί με το ΦΠΑ (23%). Ικανοποιηθείσα προφανώς και πάλι η εναγόμενη με τη συνέπεια και την αποτελεσματικότητά μας και σε σχέση με τη μετάδοση διαδικτυακού τηλεοπτικού προγράμματος συνήψε με την εταιρία μας την από 10-2-2011 έγγραφη σύμβαση, δυνάμει της οποίας αναλάβαμε την υποχρέωση να παρέχουμε προς την εναγόμενη τόσο τις υπηρεσίες που συνεχώς και απρόσκοπτα της παρείχαμε έως τότε από το 2008, όσο και τη νεώτερη υπηρεσία που αφορούσε στη μετάδοση διαδικτυακού τηλεοπτικού προγράμματος και επιπλέον στην ταυτόχρονη μετάδοση πολλαπλών καναλιών ήχου για τη μετάδοση προγράμματος από απομακρυσμένα σημεία.... Σε εφαρμογή, λοιπόν, όλων των ως άνω συμφωνιών μεταξύ της εταιρίας μας και της εναγόμενης, εμείς από την πλευρά μας τηρώντας πλήρως τις αναληφθείσες συμβατικές υποχρεώσεις μας παρείχαμε προσηκόντως, εμπροθέσμως και αδιαλείπτως το σύνολο των ως άνω υπηρεσιών, αρχής γενομένης από το 2008, υποστηρίζοντας επιπλέον συμβουλευτικά, χωρίς πρόσθετη αμοιβή, την επίλυση πλήθους τεχνικών προβλημάτων που υπήρχαν στις προϋφιστάμενες τεχνικές υποδομές της εναγόμενης (π.χ. προβλήματα στις διαδικτυακές γραμμές της κ.λ.π.). Προς εξυπηρέτηση δε της κατά τα άνω πολυετούς συνεργασίας μας με την εναγόμενη τηρείτο μεταξύ μας μηχανογραφικά ένας δοσοληπτικός λογαριασμός (¨καρτέλα λογαριασμού πελάτη¨) με τη συμφωνία να καταχωρούνται σε αυτόν οι μεταξύ μας συναλλαγές, για τις οποίες εκδίδαμε από την πλευρά μας σχετικά τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, και να χρεώνεται σε αυτόν (το λογαριασμό) η αξία των υπηρεσιών που η εταιρία μας παρείχε προς την εναγόμενη στα πλαίσια του σκοπού της και των ως άνω συμφωνιών με πίστωση της αξίας τους καταβλητέας τμηματικώς. Ωστόσο, η εναγόμενη δεν επέδειξε συνέπεια στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών της κατά τα ανωτέρω συμφωνηθέντα, με συνέπεια την ύπαρξη στην ¨καρτέλα λογαριασμού¨ της χρέους ανερχόμενου έως και σήμερα στο συνολικό ποσό των είκοσι επτά χιλιάδων εννιακοσίων ενενήντα οκτώ ευρώ και εβδομήντα έξι λεπτών (27.998,76 ευρώ). Το συνολικά οφειλόμενο αυτό ποσό προέρχεται, λοιπόν, από την παροχή υπηρεσιών κατά τα ως άνω συμφωνηθέντα από την εταιρία μας προς την εναγόμενη, αρχής γενομένης από το έτος 2008, για τις οποίες υπηρεσίες εκδώσαμε τα κάτωθι τιμολόγια, τα οποία παρέλαβε εκάστη φορά αυθημερόν και ανεπιφύλακτα η εναγόμενη, νόμιμα εκπροσωπούμενη, ήτοι: 1)το με αριθμό …2009 τιμολόγιο συνολικής αξίας έντεκα χιλιάδων εννιακοσίων ΕΥΡΩ (11.900) μαζί με το ΦΠΑ (19%), με συγκεκριμένη αιτιολογία ¨τη δημιουργία και φιλοξενία ιστοσελίδας στο διαδίκτυο και …. 2)το με αριθμό …2010 τιμολόγιο συνολικής αξίας τριών χιλιάδων εκατόν είκοσι έξι ΕΥΡΩ και εξήντα έξι λεπτών (3.126,66) μαζί με το ΦΠΑ (23%), με συγκεκριμένη αιτιολογία ¨τη δημιουργία, σχεδιασμό και upload 2 banner, τη δημιουργία, σχεδιασμό και upload χριστουγεννιάτικου και αποκριάτικου λογοτύπου, αξίας 450 ευρώ (χωρίς ΦΠΑ)¨, ¨τη φιλοξενία ιστοσελίδας στο διαδίκτυο για την περίοδο-έτος 05/11/2009-05/11/2010, αξίας 196 ευρώ (χωρίς ΦΠΑ)¨, ¨τη φιλοξενία ιστοσελίδας στο διαδίκτυο για την περίοδο-έτος 05/11/2010-05/11/2011, αξίας 196 ευρώ (χωρίς ΦΠΑ)¨, ¨τη φιλοξενία … για την περίοδο-έτος 05/11/2009- 05/11/2010, αξίας 850 ευρώ (χωρίς ΦΠΑ)¨ και ¨τη φιλοξενία … για την περίοδο-έτος 05/11/2010-05/11/2011, αξίας 850 ευρώ (χωρίς ΦΠΑ)¨. 3) το με αριθμό …2011 τιμολόγιο συνολικής αξίας τετρακοσίων εβδομήντα εννέα ΕΥΡΩ και εβδομήντα λεπτών (479,70) μαζί με το ΦΠΑ (23%), με συγκεκριμένη αιτιολογία ¨την παροχή μετάδοσης διαδικτυακού τηλεοπτικού προγράμματος¨. 4)... Αναλυτικά, τα ως άνω τιμολόγια, με τις συγκεκριμένες υπηρεσίες που κάθε φορά παρείχαμε προς την εναγόμενη, το είδος και το επιμέρους κόστος κάθε μίας εξ αυτών, προσκομίζονται αυτούσια, αποτελούντα ενιαίο και αναπόσπαστο τμήμα της παρούσης αγωγής μας... (ακολουθεί επισύναψη ενός εκάστου των ανωτέρω αναφερομένων τιμολογίων με αναφορά και περιγραφή της παρασχεθείσας υπηρεσίας και της συνολικής αξίας της, με συνυπολογισμό και του αναλογούντος ΦΠΑ). Έτσι με βάση τα ως άνω τιμολόγια το συνολικά οφειλόμενο από την εναγόμενη ποσό για τις πράγματι παρασχεθείσες από την εταιρία μας υπηρεσίες με βάση τις προαναφερθείσες συμφωνίες ανέρχεται στις τριάντα επτά χιλιάδες τετρακόσια ενενήντα οκτώ ΕΥΡΩ και εβδομήντα έξι λεπτά (37.498,76), μαζί με το ΦΠΑ. Σύμφωνα δε με την καρτέλα λογαριασμού της εναγομένης, εξαχθείσα από το μηχανογραφημένο σύστημα που τηρεί η εταιρία μας, η εν λόγω οφειλή της εναγομένης πιστώθηκε -όπως αποτυπώνεται την 1η-11-2012 στο ως άνω μηχανογραφημένο σύστημα της εταιρίας μας- δυνάμει εκ μέρους της (της εναγόμενης) τμηματικών καταβολών, ανερχόμενων στο συνολικό ποσό των εννέα χιλιάδων πεντακοσίων ΕΥΡΩ (2.000/26-11-2008 + 1.000/16-1-2009 + 1.000/4-2-2009 + 1.000/17-3-2009 + 1.000/17-6-2009 + 500/22-9-2009 + 1.000/15-12-2009 + 2.000/4- 3-3010 = 9.500 ευρώ), απομένοντος υπολοίπου προς πληρωμή ποσού (χρεωστικού) είκοσι επτά χιλιάδων εννιακοσίων ενενήντα οκτώ ΕΥΡΩ και εβδομήντα έξι λεπτών (27.998,76), το οποίο η εναγόμενη μέχρι και σήμερα εξακολουθεί, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις μας, να μας οφείλει δυνάμει των ως άνω τιμολογίων, τα οποία παρέλαβε αμέσως μετά την έκδοσή τους. Επομένως, η εναγόμενη, καίτοι τυγχάνει υπόχρεος, αγνοώντας κατάφωρα και προκλητικά τις επανειλημμένες δικές μας οχλήσεις, δεν έχει προβεί έως και σήμερα στην εξόφληση του ως άνω ποσού, που εξακολουθεί να μας οφείλει δυνάμει των συνυποβαλλόμενων με την παρούσα τιμολογίων, επιδεικνύοντας αδικαιολόγητη ασυνέπεια και παραβιάζοντας τα μεταξύ μας συμφωνηθέντα, παραβλέποντας το γεγονός ότι η εταιρία μας υπήρξε απολύτως συνεπής στην εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων στα πλαίσια της μεταξύ μας πολυετούς συνεργασίας. Επειδή εάν δεν συμφωνήθηκε ορισμένη ημέρα ή προθεσμία πληρωμής της αμοιβής, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος, χωρίς να απαιτείται όχληση και οφείλει τόκους, εάν παρέλαβε το τιμολόγιο μέχρι το χρόνο παροχής των υπηρεσιών ή αν δεν παρέλαβε ή δεν είναι βέβαιο πότε παρέλαβε τέτοιο έγγραφο, μόλις περάσουν 30 ημέρες από την παροχή των υπηρεσιών ή εάν η παροχή των υπηρεσιών έχει προηγηθεί, μόλις περάσουν 30 ημέρες από το χρόνο παραλαβής του τιμολογίου. Επειδή η εναγόμενη, νόμιμα εκπροσωπούμενη, μας οφείλει -κατά τα ανωτέρω αναλυτικά εκτιθέμενα- ως αντίτιμο των παραπάνω παραστατικών - τιμολογίων παροχής υπηρεσιών το συνολικό ποσό των είκοσι επτά χιλιάδων εννιακοσίων ενενήντα οκτώ ΕΥΡΩ και εβδομήντα έξι λεπτών (27.998,76), μαζί με το ΦΠΑ, με το νόμιμο τόκο από την πάροδο τριάντα ημερών από την ημερομηνία παραλαβής (η οποία εν προκειμένω συμπίπτει με την ημερομηνία έκδοσης) εκάστου των παραπάνω παραστατικών - τιμολογίων παροχής υπηρεσιών, άλλως από την πάροδο τριάντα ημερών από την παροχή των εκάστοτε υπηρεσιών και όλως επικουρικώς από την επίδοση της παρούσης αγωγής μας έως την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση αυτού και το οποίο αρνούμενη να μας καταβάλει πρέπει να υποχρεωθεί προς τούτο δικαστικά. Επειδή μεταξύ της εταιρίας μας, ως δραστηριοποιούμενης στους ως άνω τομείς, και της εναγομένης ως δημοτικής επιχείρησης-ραδιοφωνικού σταθμού (αποδέκτης των υπηρεσιών μας), υπάρχει σύμβαση παροχής υπηρεσιών καθώς και συμφωνία να τηρείται ανάμεσά μας ένας δοσοληπτικός λογαριασμός (¨καρτέλα λογαριασμού πελάτη¨), ώστε να καταχωρούνται σε αυτόν οι μεταξύ μας συναλλαγές, για τις οποίες εκδώσαμε από την πλευρά μας και τα ένδικα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, και να χρεώνεται σε αυτόν (το λογαριασμό) η αξία των υπηρεσιών που η εταιρία μας παρείχε προς την εναγόμενη στα πλαίσια του σκοπού της και των σχετικών προαναφερθεισών συμβάσεων με πίστωση της αξίας τους καταβλητέας, ωστόσο η εναγομένη, αν και πράγματι παρείχαμε σε αυτήν προσηκόντως και με συνέπεια τις υπηρεσίες μας, εντούτοις εντελώς κακόπιστα, παράνομα, αντισυμβατικά και αντίθετα με τα χρηστά ήθη των συναλλαγών, αρνείται μέχρι και σήμερα όλως αδικαιολόγητα να μας καταβάλει το ως άνω συνολικά οφειλόμενο ποσό, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις μας. Επομένως, κατά ταύτα η συμπεριφορά της εναγομένης αντιβαίνει ευθέως στην υποχρέωσή της προς πληρωμή της αξίας των πράγματι παρασχεθεισών σε αυτήν ως άνω υπηρεσιών μας, οι σχετικές δε αξιώσεις μας είναι ήδη ληξιπρόθεσμες και απαιτητές. Επειδή έχουμε ζημιωθεί εξαιτίας αυτής της παράνομης και αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εναγομένης... ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ... ΖΗΤΟΥΜΕ Να γίνει δεκτή η παρούσα αγωγή μας. Να υποχρεωθεί η εναγόμενη, νομίμως εκπροσωπούμενη, με απόφαση του Δικαστηρίου Σας, να μας καταβάλει για την αναφερόμενη στην παρούσα αιτία, το συνολικό ποσό των είκοσι επτά χιλιάδων εννιακοσίων ενενήντα οκτώ ΕΥΡΩ και εβδομήντα έξι λεπτών (27.998,76), έντοκα από την πάροδο τριάντα ημερών από την ημερομηνία παραλαβής (η οποία εν προκειμένω συμπίπτει με την ημερομηνία έκδοσης) εκάστου των παραπάνω παραστατικών - τιμολογίων παροχής υπηρεσιών, άλλως από την πάροδο τριάντα ημερών από την παροχή των εκάστοτε υπηρεσιών, άλλως και όλως επικουρικώς από την επίδοση της παρούσης αγωγής μας, έως την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση αυτού...". Με το ανωτέρω ιστορικό και αίτημα η αγωγή, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην αρχή της παρούσας, όσον αφορά το κεφάλαιό της περί καταβολής της οφειλόμενης διαφοράς αμοιβής της αναιρεσείουσας, λόγω παροχής των συμφωνηθεισών υπηρεσιών της προς την αναιρεσίβλητη, για το χρονικό διάστημα 2008 έως αρχές Φεβρουαρίου 2011, στο οποίο αναφέρονται και τα σχετικά επίδικα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, και δη κατά την κύρια αυτής βάσης εκ των επικαλούμενων διαδοχικών συμβάσεων έργου, είναι πλήρως ορισμένη, εφόσον περιέχει όλα τα απαιτούμενα για τη θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά. Και τούτο διότι προσδιορίζονται με σαφήνεια τα στοιχεία που απαιτούνται για τη θεμελίωση της ιστορικής της βάσης, ήτοι περιγράφεται το έργο που συμφωνήθηκε με τις διαδοχικές συμβάσεις παροχής υπηρεσιών, προσδιορίζεται το ύψος και ο τρόπος καταβολής της οφειλόμενης αμοιβής για κάθε καταρτιζόμενη σύμβαση, βάσει εκδιδομένων τιμολογίων παροχής υπηρεσιών, η συμφωνία περί πιστώσεως της αξίας τους και της τήρησης από την αναιρεσείουσα ενός δοσοληπτικού μεταξύ των διαδίκων λογαριασμού, στον οποίο καταχωρούνταν οι μερικότερες καταβολές της αναιρεσίβλητης και εμφανίζονταν τα χρεωστικά υπόλοιπα, και αναφέρεται, επίσης, ότι το συμφωνηθέν έργο και οι παρεχόμενες υπηρεσίες εκτελέσθηκαν με τον προσήκοντα τρόπο και παραδόθηκαν στον εργοδότη, ενώ δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής η έγγραφη ή προφορική κατάρτιση της σύμβασης έργου, εφόσον για τις εν λόγω διαδοχικές συμβάσεις του προαναφερθέντος χρονικού διαστήματος έτους 2008 έως αρχές Φεβρουαρίου 2011, δεν απαιτείτο η τήρηση του έγγραφου τύπου, ο οποίος ήταν αναγκαίος για τις συμβάσεις που συνάπτονταν μετά τις 31.12.2010, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 257 παρ.2, 269 παρ.1 του ν.3463/2006, σε συνδ. με εκείνες των άρθρων 17 παρ.3 του Ν. 3812/2009 και 80 του Ν.2362/1995 "Περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού" και των άρθρων 41,42 και 43 του Ν.496/1974. Επομένως το Εφετείο, που με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το προαναφερόμενο κεφάλαιο της αγωγής ως αόριστο διαλαμβάνοντας επί λέξει ότι "... Από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής συνάγεται ότι, αν και με αυτή ζητείται από την ενάγουσα εργολάβο η καταβολή αμοιβών για την εκτέλεση διαδοχικών συμβάσεων παροχής υπηρεσιών, δεν αναφέρεται σ' αυτήν καθόλου το ποσό της συμφωνηθείσας αμοιβής για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες για το χρονικό διάστημα 2008 έως αρχές Φεβρουαρίου 2011... Επομένως η αγωγή, ως προς την κύρια βάση της, ήταν απαράδεκτη λόγω αοριστίας, όσον αφορά την καταβολή αμοιβής από την εκτέλεση του έργου για το χρονικό διάστημα 2008 έως αρχές Φεβρουαρίου 2011..." έσφαλε υποπίπτοντας στις πλημμέλειες από τις διατάξεις των αριθμών 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις οποίες ελέγχεται η ποσοτική αοριστία της αγωγής, και ως εκ τούτου οι πρώτος λόγος αναίρεσης και συναφείς, και συμπληρώνοντες αυτόν, πρώτος και τέταρτος, κατά το αντίστοιχο σκέλος του, πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης (όπως το περιεχόμενο αυτών ορθά εκτιμάται ως προς το σχετικό αποδιδόμενο σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι από τους εκ των αριθμών 1 και 19 αναιρετικούς λόγους), είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Η αναιρεσίβλητη Δημοτική Ραδιοφωνία ... τυγχάνει δημοτική επιχείρηση ειδικού σκοπού(ραδιοφωνίας), η οποία λειτουργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντος Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων(Π.Δ. 410/1995, Ν.3463/2006, Ν.3852/2010-Καλλικράτης)και της ειδικής νομοθεσίας που διέπει τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης (ΜΜΕ), ήτοι τους Ν. 1730/1987, Π.Δ. 25/1988 και το νεώτερο Ν. 2328/ 1995. Συστάθηκε με την υπ' αρ.28564/1989 απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών (ΦΕΚ 458 Β'/13-6-1989) περί σύστασης Δημοτικής Επιχείρησης Ραδιοφωνίας Δήμου ..., με σκοπό την ίδρυση, εγκατάσταση και λειτουργία ραδιοφωνικού σταθμού, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 246 παρ.3 του προϊσχύσαντος Π.Δ. 76/1985 "Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας" και του Π.Δ. 25/1988 "Όροι και προϋποθέσεις για την ίδρυση τοπικών ραδιοφωνικών σταθμών, διαδικασία χορήγησης, ανανέωσης και ανάκλησης των σχετικών αδειών, γενικές αρχές λειτουργίας των σταθμών αυτών". Η ως άνω συστατική πράξη έχει τροποποιηθεί με τις υπ' αριθμ. 07/ΔΤΑ/1283/ 08.02.1999, 07/ΔΤΑ/18601/18.02.2003, 07/ΔΤΑ/11551/08/27.02.2009 και 07/ΔΤΑ/1827/15.03.2010 αποφάσεις του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής(ΦΕΚ 191Β'/08.03.1999, 300 Β'/13.3.2003, 593 Β'/ 01.04.2009 και 384 Β'/06.04.2010) και με την υπ' αρ.5579/4657/ 13.02.2014 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης (ΦΕΚ 472 Β'/25.02.2014). Λειτουργεί τον δημοτικό, ενημερωτικό, ραδιοφωνικό Σταθμό του Δήμου ..., ανήκει δε στον Δήμο ..., από τον οποίο ελέγχεται και επιχορηγείται πλήρως. Το κεφάλαιό της δεν είναι διαιρεμένο σε μετοχές ή μερίδια, αλλά ανήκει αποκλειστικώς και εξ ολοκλήρου στον Δήμο ...(ΦΕΚ 384 Β'/06.04.2010), διοικείται δε από 11μελές Διοικητικό Συμβούλιο που ορίζεται με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου ...(απόφαση 07/ΔΤΑ/18601/18.02.2003 του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής δημοσιευθείσα στο ΦΕΚ 300 Β'/13.3.2003). Περαιτέρω ο ισχύων, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο ένδικο διάστημα, Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων (Ν. 3463/2006), στο άρθρο 252 παρ.1, προβλέπει ρητώς τη δυνατότητα σύστασης από τους Δήμους και τις κοινότητες επιχειρήσεων με τη μορφή δημοτικών ή κοινοτικών κοινωφελών επιχειρήσεων και ανωνύμων εταιρειών ΟΤΑ. Χαρακτηριστικό δε στοιχείο ειδικότερα των κοινωφελών δημοτικών επιχειρήσεων είναι ότι "δεν πρόκειται για εμπορικές επιχειρήσεις, αφού σκοπός τους δεν είναι η επιδίωξη κέρδους. Αντίθετα, μέσω αυτών επιδιώκεται η καλύτερη και αποτελεσματικότερη άσκηση συγκεκριμένων αρμοδιοτήτων κοινωφελούς χαρακτήρα", όπως επί λέξει προβλέπεται στην υπ' αρ. 16 και υπ'αρ.πρωτ.10819/22-2-2007 εγκύκλιο του Υπουργείου Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, που εκδόθηκε μετά την δημοσίευση του Ν. 3643/2006 με θέμα: Νέο θεσμικό πλαίσιο Επιχειρήσεων ΟΤΑ (βλ. σελ. 10 της ως άνω εγκυκλίου του ΥΠΕΣΔΔΑ). Επίσης ο ίδιος ως άνω Ν. 3463/2006, στο άρθρο 252 παρ.4, προβλέπει ότι οι επιχειρήσεις Ο.Τ.Α. που συνιστώνται βάσει ειδικών διατάξεων νόμου, οι οποίες διέπουν την οργάνωση και λειτουργία τους, αποτελούν αντίστοιχες επιχειρήσεις Ο.Τ.Α. ειδικού σκοπού. Τέτοιες επιχειρήσεις είναι οι Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης (ΔΕΥΑ), που έχουν συσταθεί με το Ν. 1069/1980, ως ισχύει, αλλά και οι Δημοτικές Επιχειρήσεις Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης, όπως επιβεβαιώνονται και από τη διάταξη του άρθρου 11 Ν.4071/2012 με τον τίτλο "Δημοτικές επιχειρήσεις με ειδικό σκοπό τη λειτουργία ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού σταθμού". Ο Ν.3463/2006 δεν περιλαμβάνει ωστόσο διατάξεις ως προς τις δημοτικές επιχειρήσεις ραδιοφωνίας. Επομένως αυτές διέπονται από το ειδικότερο νομοθετικό καθεστώς τους και συμπληρωματικά από τις επιμέρους διατάξεις του Ν. 3463/2006 για τις κοινωφελείς επιχειρήσεις των ΟΤΑ(άρθρο 276 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων). Και τούτο διότι κοινό χαρακτηριστικό στοιχείο τόσο των κοινωφελών δημοτικών επιχειρήσεων όσο και των δημοτικών επιχειρήσεων ραδιοφωνίας είναι ότι δεν αποσκοπούν στην επίτευξη κέρδους, οι δε επιχειρήσεις ραδιοφωνίας εξαρτώνται επιπλέον αποκλειστικώς από την απευθείας χρηματοδότηση και οικονομική υποστήριξη των ΟΤΑ στους οποίους ανήκουν για τη λειτουργία και επιβίωσή τους ως επιχειρήσεων. Γι' αυτό και η δημοτική ραδιοφωνική επιχείρηση τυγχάνει υποκειμενικής απαλλαγής από τα τέλη χαρτοσήμου, παρά το γεγονός ότι οι ραδιοτηλεοπτικές επιχειρήσεις δεν κατονομάζονται ρητώς στην απαλλακτική φορολογική ρύθμιση της παρ. 1 του άρθρου 276 του ν. 3463/2006, που αφορά στις αποκλειστικώς κοινωφελούς χαρακτήρα αμιγείς δημοτικές επιχειρήσεις(ΣτΕ 4740/ 1998, Γνωμ. ΝΣΚ 18/2018). Σημειωτέον, επιπλέον, ότι παρά την πρόβλεψη που περιλήφθηκε στο Ν. 3731/2008 άρθρο 21 παρ. 14 για τη μετατροπή των υφιστάμενων δημοτικών επιχειρήσεων ραδιοφωνίας σε ανώνυμες εταιρίες ΟΤΑ, οι δημοτικές επιχειρήσεις ραδιοφωνίας ουδέποτε μετατράπηκαν σε ανώνυμες εταιρείες ΟΤΑ μέχρι σήμερα. Τούτο διότι με νεότερες διατάξεις και συγκεκριμένα με το άρθρο 51 παρ. 4 του Ν. 3905/2010 όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 9 του άρθρου 44 του Ν. 3979/2011 ρητώς ορίσθηκε ότι οι δημοτικές επιχειρήσεις με ειδικό σκοπό τη λειτουργία ραδιοφωνικού σταθμού εξακολουθούν να λειτουργούν με το υφιστάμενο νομικό καθεστώς που τις διέπει. Έτσι η αναιρεσίβλητη Δημοτική Ραδιοφωνία ...(ΔΗΡΑΠ), όπως και όλες οι δημοτικές επιχειρήσεις με ειδικό σκοπό τη λειτουργία ραδιοφωνικού σταθμού εξακολουθούν να υφίστανται ως δημοτικές επιχειρήσεις δυνάμει του άρθρου 51 παρ. 4 του Ν. 3905/2010, υπό το ανωτέρω καθεστώς, δηλαδή με συμπληρωματική εφαρμογή ως προς τον τρόπο συγκρότησης και λειτουργίας τους των διατάξεων του ΚΔΚ περί κοινωφελών επιχειρήσεων, χωρίς ποτέ να έχουν μετατραπεί σε ΑΕ. Ήδη δε η ΔΗΡΑ ως ανήκουσα, ελεγχόμενη και χρηματοδοτούμενη αποκλειστικά από το Δήμο (ΟΤΑ Α' βαθμού) αποτελεί πλέον φορέα της Γενικής Κυβέρνησης και υπάγεται στον Δημόσιο Τομέα, σύμφωνα με την ρητή διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 περ. (ββ) του Ν.4270/2014 περί Δημόσιου Λογιστικού, που προβλέπει ότι στη Γενική Κυβέρνηση, περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων, τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν, ελέγχονται ή χρηματοδοτούνται από τους ΟΤΑ. Εξάλλου, όπως προεκτέθηκε, η διάταξη του άρθρου 257 παρ. 2 του Ν. 3463/2006(ΚΔΔ),σύμφωνα με την οποία "Η σύναψη συμβάσεων ανάθεσης των έργων, υπηρεσιών, μελετών και προμηθειών των κοινωφελών επιχειρήσεων, καθώς και η σύναψη συμβάσεων μίσθωσης έργου διενεργείται σύμφωνα με τις αντίστοιχες ρυθμίσεις που ισχύουν για τους Ο.Τ.Α." και συνακόλουθα οι σχετικές διατάξεις που αφορούν τον έγγραφο τύπο της σύμβασης, είναι εφαρμοστέες για τις συμβάσεις που συνάφθηκαν μετά την 01.01.2011. Το δε άρθρο 80 του Ν.2362/1995(Κώδικας Δημοσίου Λογιστικού), που ίσχυε κατά το χρόνο της επίδικης έννομης σχέσης και προέβλεπε ότι "Για το κύρος συμβάσεως του Δημοσίου με αντικείμενο αξίας μεγαλύτερης των ¨δύο χιλιάδων πεντακοσίων(2.500) ευρώ¨ ή που γεννά διαρκή υποχρέωση αυτού, απαιτείται η κατάρτισή της να γίνει με ιδιωτικό τουλάχιστον έγγραφο. Το ανωτέρω ποσό μπορεί να τροποποιείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών" εφαρμοζόταν αναλόγως και στους Ο.Τ.Α., εφόσον οι ως προς αυτούς προστατευτικές διατάξεις δεν ήταν ευνοϊκότερες (ΑΠ 3/2020, ΑΠ 1442/2014, ΑΠ 284/2011). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 41 Ν.Δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου": "Πάσα σύμβασις διά λογαριασμόν του νομικού προσώπου, έχουσα αντικείμενον άνω των 10.000 δραχμών ή δημιουργούσα υποχρεώσεις διαρκείας, εφ` όσον δεν ορίζεται άλλως, υποβάλλεται εις τον τύπον του ιδιωτικού εγγράφου. Το ποσόν τούτο δύναται να αυξομειούται δι` αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών, δημοσιευομένων εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η πρότασις καταρτίσεως συμβάσεως και η αποδοχή αυτής δύναται να γίνουν και δι` ιδιαιτέρων εγγράφων. Η εκ της μη τηρήσεως του τύπου της εγγράφου αποδοχής ακυρότης, αίρεται εν περιπτώσει εκπληρώσεως της συμβάσεως". Tο παραπάνω ποσό των 10.000 δραχμών αυξήθηκε σε 150.000 δραχμές από τις 9-7-1992 με την 2054839/452/0026/3/9-7-1992 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και σε 2.500,00 ευρώ από τις 7-8-2002 με τη 2/42053/0094/7-8-2002 απόφαση του ίδιου υπουργού. Εξ άλλου κατά μεν το άρθρο 158 ΑΚ η τήρηση τύπου για τη δικαιοπραξία απαιτείται μόνο όπου το ορίζει ο νόμος, κατά δε το άρθρο 159 παρ.1 του ίδιου κώδικα δικαιοπραξία για την οποία δεν τηρήθηκε ο τύπος που απαιτεί ο νόμος, εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, είναι άκυρη. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, αντίστοιχων εκείνης του προεκτεθέντος άρθρου 80 του Ν. 2362/1995 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού" που αντικατέστησε το Ν.Δ. 321/1969 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", οι οποίες αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση του γενικότερου συμφέροντος και συνεπώς δεν είναι αντίθετες προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε προς αυτές του άρθρου 1 παρ. 1 του από 20.3.1952 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ΑΠ 1372/2012), συνάγεται, ότι ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου, που απαιτείται για τις καταρτιζόμενες για λογαριασμό Ν.Π.Δ.Δ. ως άνω συμβάσεις, το αντικείμενο των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 2.500 ευρώ, είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, γι` αυτό και η έλλειψή του καθιστά κατά τα άρθρα 158 και 159 παρ. 1 του ΑΚ άκυρη τη σύμβαση. Η ακυρότητα της συμβάσεως από την έλλειψη του απαιτουμένου τύπου είναι απόλυτη και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Η πρόταση όμως για την κατάρτιση της συμβάσεως και η αποδοχή της μπορούν να γίνουν και με χωριστά έγγραφα, αίρεται δε η ακυρότητα που προκαλείται από την έλλειψη εγγράφου αποδοχής, εάν εκπληρωθεί η σύμβαση (ΑΠ 493/2020,ΑΠ 431/2018,ΑΠ 430/2015, ΑΠ 1213/2015). Έτσι, η ακυρότητα αίρεται σε περίπτωση εκτελέσεως της συμβάσεως μόνον όταν για τη σύμβαση προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση, χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι όμως και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή (ΟλΑΠ 862/1984). Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, για μεν τις συμβάσεις προμηθείας που έχουν αντικείμενο μέχρι το ποσό των 2.500,00 ευρώ, δεν απαιτείται η τήρηση εγγράφου τύπου, για δε τις συμβάσεις μεγαλυτέρου ποσού απαιτείται η κατάρτισή τους να γίνει εγγράφως. Αν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος, η σύμβαση είναι άκυρη. Την ακυρότητα από την έλλειψη του τύπου μπορεί να προτείνει και αυτός που ενώ γνώριζε ότι απαιτείται τύπος, προέβη στη σύναψη παρατύπου συμβάσεως, αλλά και το Δικαστήριο λαμβάνει αυτήν υπόψη αυτεπαγγέλτως κατά τα άνω, γιατί οι διατάξεις περί τύπου είναι δημοσίας τάξεως (ΑΠ 91/2016). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011,ΑΠ 1648/2014). Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που κατά το νόμο είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της αποφάσεώς του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διατάξεως που εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 12/2016, ΑΠ 509/2013). Η έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση που έχει διατυπωθεί για τη στήριξη του διατακτικού της, δηλαδή από τις παραδοχές της για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα στην κρίση του αυτή (ΟλΑΠ 24/1992,ΑΠ 590/2019, ΑΠ 387/2019, ΑΠ 112/2016, ΑΠ 951/2013). Ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναιρέσεως θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου(ΑΠ 335/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον παρόντα αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα, ήδη εκκαλούσα(και ήδη αναιρεσείουσα), ισχυριζόμενη στην αγωγή της ότι στα πλαίσια επαγγελματικής συνεργασίας που είχε με την εναγομένη, ήδη εφεσίβλητη(και ήδη αναιρεσίβλητη), δημοτική επιχείρηση, της προσέφερε τις αναφερόμενες στην αγωγή υπηρεσίες κατά τα έτη 2008, έως και αρχές Φεβρουαρίου 2011. Ότι στη συνέχεια δυνάμει έγγραφης σύμβασης, ετήσιας διάρκειας, που σύναψε στις 10.2.2011 με την εναγομένη, ανέλαβε και της προσέφερε τις προσδιοριζόμενες στην αγωγή υπηρεσίες έναντι μηνιαίας κατ' αποκοπή αμοιβής ύψους 1.490 ευρώ πλέον ΦΠΑ. Ότι αν και η εναγομένη της όφειλε το χρηματικό ποσό των 15.506,36 ευρώ για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες της έως τις αρχές Φεβρουαρίου 2011 και το ποσό των 21.992,40 ευρώ για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες της στα πλαίσια της ως άνω έγγραφης σύμβασης, αυτή, με επιμέρους καταβολές έως τις 4.3.2010, της κατέβαλε το συνολικό χρηματικό ποσό των 9.500 ευρώ και της οφείλει ακόμη το υπόλοιπο χρηματικό ποσό των 27.998,76 ευρώ, στην καταβολή του οποίου ζήτησε να υποχρεωθεί δικαστικά, νομιμοτόκως από την παρέλευση 30 ημερών από την έκδοση εκάστου τιμολογίου, άλλως από την επίδοση της αγωγής, έως την εξόφληση... Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η εν λόγω αγωγή... είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας αυτής και απέρριψε αυτήν. Η εκκαλούσα με την υπό κρίση έφεσή της παραπονείται κατά της ως άνω απόφασης για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής συνάγεται ότι... αναφέρεται η συμφωνηθείσα αμοιβή στα πλαίσια της από 10.2.2011 καταρτισθείσας έγγραφης σύμβασης έργου. Επομένως η αγωγή, ως προς την κύρια βάση της... όσον αφορά την αντίστοιχη μηνιαία κατ' αποκοπή αμοιβή για το ετήσιο χρονικό διάστημα, που διέδραμε μετά την από 10.2.2011 έγγραφη σύμβαση, ήταν επαρκώς ορισμένη και παραδεκτή, δίχως να είναι απαραίτητη η ακριβής αναφορά της νομικής κατάστασης της εναγομένης, αφού σε κάθε περίπτωση αναφέρεται ότι για αυτήν τη σύμβαση τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος, όπως δηλαδή απαιτείτο μετά τις 31.12.2010... Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε την εν λόγω αγωγή, ως προς την κύρια βάση της, απαράδεκτη λόγω αοριστίας έσφαλε ως προς το κεφάλαιο αυτής που αφορούσε την καταβολή αμοιβής για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες στα πλαίσια της από 10.2.2011 έγγραφης σύμβασης έργου... Μετά ταύτα πρέπει η εν λόγω έφεση να γίνει εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη μόνο ως προς το ως άνω κεφάλαιο(καταβολής αμοιβής για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες στα πλαίσια της έγγραφης σύμβασης έργου) που έκρινε εσφαλμένως ως απαράδεκτη την αγωγή, ως προς την κύρια βάση της, λόγω αοριστίας, στη συνέχεια δε να διακρατηθεί η υπόθεση, να δικαστεί περαιτέρω κατ' ουσίαν, ως προς το κεφάλαιο αυτό... Η ενάγουσα αποτελεί εμπορική εταιρεία με σκοπό την παροχή υπηρεσιών προώθησης προϊόντων και έρευνας αγοράς, την παραγωγή, προώθηση και διανομή ψηφιακών μακετών, την παραγωγή διαφημίσεων, την εξεύρεση χορηγών, την πώληση διαφημιστικού χώρου και διαφημιστικού χρόνου, την παραγωγή, προώθηση και εκμετάλλευση οπτικοακουστικών προϊόντων, την παροχή υπηρεσιών και προγραμμάτων λογισμικού και ηλεκτρονικών προγραμμάτων, την ενοικίαση μηχανημάτων οπτικοακουστικών μέσων, την παροχή διαφημιστικών υπηρεσιών κάθε τύπου, την παροχή ηλεκτρολογικών και φωτιστικών καλύψεων και την παροχή υπηρεσιών διαδικτύου. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, δυνάμει της από 10.2.2011 έγγραφης σύμβασης έργου ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει προς την εναγόμενη, δημοτική επιχείρηση ραδιοφωνίας του Δήμου ..., υπηρεσίες δημιουργίας ηλεκτρονικής σελίδας, τη φιλοξενία αυτής στο διαδίκτυο, το σχεδιασμό και τη δημιουργία ψηφιακών μακετών και φόρτιση αυτών, το σχεδιασμό και τη δημιουργία λογοτύπων, την τεχνική υποστήριξη της σχετικής ιστοσελίδας και τεχνική ανανέωση αυτής, την εκπομπή διαδικτυακού ήχου μέσω του κεντρικού διακομιστή, της εκ μέρους της ενημέρωση - εκπαίδευση των εργαζομένων της εναγομένης σχετικά με τις ως άνω υπηρεσίες, καθώς και τη μετάδοση διαδικτυακού τηλεοπτικού προγράμματος και την ταυτόχρονη μετάδοση πολλαπλών καναλιών ήχου για τη μετάδοση προγράμματος από απομακρυσμένα σημεία. Η εν λόγω όμως έγγραφη σύμβαση δε προσκομίστηκε από την ενάγουσα, παρότι η εναγομένη δήλωσε ότι δεν την έχει στο αρχείο της και δεν γνωρίζει από ποιον έχει υπογραφεί και ζήτησε για το σκοπό αυτό την προσκόμισή της. Επομένως δεν προέκυψε έγγραφη κατάρτιση της επικαλούμενης από την ενάγουσα επίδικης σύμβασης έργου (παροχής των ως άνω υπηρεσιών). Ούτε όμως και η από 10.2.2011 έγγραφη προσφορά που προσκόμισε και επικαλέστηκε η ενάγουσα με τις προτάσεις της και αφορά τις ως άνω υπηρεσίες, προέκυψε ότι απεστάλη με κάποιο τρόπο στην εναγόμενη ή ότι με κάποιο τρόπο έλαβε αυτή γνώση αυτής, ώστε να αποτελέσει έγγραφη πρόταση για τη σύναψη σύμβασης. Συνεπώς ουδέποτε καταρτίστηκε έγγραφη σύμβαση μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης δημοτικής επιχείρησης, η οποία είναι ενεργή και δεν έχει λυθεί και ως προς την οποία η σύναψη συμβάσεων υπηρεσιών και έργου διενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων που ισχύουν για τους Ο.Τ.Α. (257 παρ. 2 του Ν. 3463/2006), ως προς τους οποίους έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 80 του Ν. 2362/1995 "Περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού" και των άρθρων 41, 42 και 43 του Ν. 496/1974, σύμφωνα με τις οποίες απαιτείται πάντοτε ο έγγραφος τύπος ή τουλάχιστον η έγγραφη πρόταση (για τη σύναψη σύμβασης) σε περίπτωση εκπλήρωσης της σύμβασης, που εν προκειμένω ούτε αυτή (η έγγραφη πρόταση) υπάρχει. Επομένως, πρέπει η αγωγή, κατά το πιο πάνω διακρατηθέν και ερευνηθέν κεφάλαιο, να απορριφθεί κατ' ουσίαν...". Με βάση δε τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο δέχτηκε τυπικά και, εν μέρει, κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 5664/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, μόνο ως προς το κεφάλαιο της κύριας βάσης της ένδικης αγωγής περί καταβολής αμοιβής για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες της αναιρεσείουσας στα πλαίσια της επικαλούμενης από αυτήν έγγραφης σύμβασης έργου με την αναιρεσίβλητη, που το απέρριψε ως αόριστο, κρατώντας δε στη συνέχεια την υπόθεση κατά το άνω μέρος της και επαναδικάζοντας την αγωγή, ως προς το κεφάλαιο αυτό, στην ουσία της, την απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Έτσι δε που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τους αναφερθέντες στην αρχή της παρούσας ουσιαστικούς κανόνες δικαίου των άρθρων 257 παρ. 2 του Ν.3463/2006 (ΔΚΚ), 80 του Ν.2362/1995 (τότε ισχύοντος Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού) και 158,159 παρ.1, 180 ΑΚ, που ήταν εφαρμοστέοι, καθόσον συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, και τούτο διότι οι κανόνες αυτοί, που διέπουν μεν τις κοινωφελείς επιχειρήσεις ΟΤΑ και επιβάλλουν τον έγγραφο τύπο στις συμβάσεις ανάθεσης έργου αυτών, εφαρμόζονται, ωστόσο, συμπληρωματικά και στην αναιρεσίβλητη δημοτική επιχείρηση ειδικού σκοπού, κατά την προεκτεθείσα στην αρχή σχετική μείζονα σκέψη, ελλείψει ειδικότερης προβλέψεως ως προς τις τέτοιας φύσεως επιχειρήσεις, λόγω του κοινωφελούς και μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα της, και στις οποίες διατάξεις στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, απορρίπτοντας ως κατ' ουσίαν αβάσιμο το σχετικό κεφάλαιο της αγωγής, κρίνοντας ότι η επίδικη σύμβαση έργου όφειλε, ομοίως, να έχει συναφθεί εγγράφως, κατ' εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων. Αντίθετα, δεν ήταν εφαρμοστέες οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα διατάξεις των άρθρων 21 παρ.14 του Ν.3731/2008, που ορίζει ότι "Υφιστάμενες δημοτικές ή κοινοτικές επιχειρήσεις ραδιοφωνίας και τηλεόρασης μετατρέπονται σε ανώνυμες εταιρίες ΟΤΑ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 269 του ν. 3463/2006, όπως ισχύει..." και 265 παρ.7 του Ν.3463/2006(ως ίσχυε κατά το ένδικο διάστημα και μέχρι την τροποποίησή της με την παρ.7 του άρθρου 156 Ν.4600/2019), με την οποία διάταξη θεσπίζονται τα ισχύοντα για τις "ανώνυμες εταιρείες ΟΤΑ" ορίζοντας ότι "Η σύναψη συμβάσεων ανάθεσης έργων, προμηθειών, μελετών και υπηρεσιών από τις ανώνυμες εταιρείες Ο.Τ.Α. διενεργείται βάσει κανονισμού, ο οποίος καταρτίζεται από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας". Και τούτο, διότι ο ισχυρισμός αυτός της αναιρεσείουσας στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον, όπως προεκτέθηκε και στην αρχή της μείζονας σκέψης, η αναιρεσίβλητη δημοτική επιχείρηση ουδέποτε απέκτησε το χαρακτήρα ανωνύμου εταιρείας ΟΤΑ, αλλά παραμένει δημοτική επιχείρηση ειδικού σκοπού, κατ' εφαρμογή του άρθρου 51 παρ.4 του Ν.3905/2010. ως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 44 παρ.9 του Ν.3979/2011, και υπάγεται συμπληρωματικά στις διατάξεις περί κοινωφελών δημοτικών επιχειρήσεων, λόγω του ιδιόμορφου και μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα της. Τέλος, ναι μεν οι διατάξεις των άρθρων 41,42 και 43 του Ν.Δ. 496/1974 περί του Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού ΝΠΔΔ δεν εφαρμόζονται στους ΟΤΑ, κατ' εφαρμογή του άρθρου 56 παρ.1 του ίδιου Ν.Δ/τος, αναφέρθηκαν δε πλεοναστικώς στην προσβαλλόμενη απόφαση και ουδεμία έννομη επιρροή άσκησαν στη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου, εξ αυτών δε εκείνη του άρθρου 41 έχει περιεχόμενο ίδιο και ταυτόσημο με του προπαρατεθέντος άρθρου 80 του Ν.2362/1995 περί Δημοσίου Λογιστικού, που προβλέπει την ίδια υποχρέωση για τις συμβάσεις έργου του Δημοσίου και των ΟΤΑ, και την οποία η αναιρεσιβαλλόμενη ορθώς εφάρμοσε, κατά τα ανωτέρω, κρίνοντας ότι στην επίδικη έννομη σχέση απαιτείται οπωσδήποτε έγγραφη σύμβαση έργου. Συνεπώς, οι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ συναφείς δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, κατά τα αντίστοιχα σκέλη τους, και οι συμπληρώνοντες αυτούς τρίτος, τέταρτος και πέμπτος πρόσθετοι λόγοι της αναίρεσης, κατά τα αντίστοιχα, επίσης, σκέλη τους, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, ευθεία παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, με την εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στους προεκτεθέντες στην αρχή εφαρμοστέους κανόνες δικαίου, είναι αβάσιμοι. Επίσης, έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασής του, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 257 παρ. 2 του Ν.3463/2006, 80 του Ν.2362/1995 και 158,159 παρ.1, 180 ΑΚ, που προαναφέρθηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία, για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η παράθεση και άλλων αιτιολογιών, πέραν των ανωτέρω. Εξάλλου, οι ελλείψεις στη μείζονα πρόταση, τις οποίες επικαλείται η αναιρεσείουσα, ήτοι παραλείψεις και ατελή παράθεση των νομικών διατάξεων, δεν ιδρύει ούτε αυτόν εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αλλ' ούτε και εκείνον εκ του αριθμού 1 (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 176/2011, ΑΠ 1357/2010, ΑΠ 651/2010, ΑΠ 282/2010). Εν προκειμένω δε η ελλιπής αιτιολόγηση της ερμηνευτικής εκδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου, θα διατυπωθεί από το παρόν Δικαστήριο στην παρούσα απόφαση, με τα λεπτομερώς εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη του δικανικού του συλλογισμού, συμπληρώνοντας τις σχετικές αιτιολογίες του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ, εφόσον τέτοιες υφίστανται και δικαιολογούν, από τις ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το διατακτικό της (ΑΠ 1724/2010, ΑΠ 1208/2008, ΑΠ 1020/2005). Συνεπώς και οι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος και τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά τα αντίστοιχα σκέλη τους, και οι συμπληρώνοντες αυτούς τρίτος, τέταρτος και πέμπτος πρόσθετοι λόγοι της αναίρεσης, κατά τα αντίστοιχα, επίσης, σκέλη τους, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, οι ίδιοι ως άνω λόγοι, καθό μέρος με αυτούς, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτοι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522 και 536 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν ο εφεσίβλητος δεν ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση, το Εφετείο δεν μπορεί να εκδώσει επιβλαβέστερη απόφαση για τον εκκαλούντα, κατά μεταρρύθμιση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Μόνο δε αν εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, κατά τα κεφάλαια κατά τα οποία εξαφάνισε αυτήν κατ` αποδοχή της εφέσεως ή της αντεφέσεως, δίκασε περαιτέρω την υπόθεση κατ` ουσίαν, μπορεί να πράξει τούτο. Έτσι, αν η αγωγή απορρίφθηκε πρωτοδίκως ως αόριστη ή απαράδεκτη, δεν μπορεί το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από έφεση του ενάγοντος, να απορρίψει αυτήν ως νόμω ή κατ' ουσίαν αβάσιμη, εκτός και αν εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, και, κατά τα κεφάλαια κατά τα οποία εξαφάνισε αυτήν κατ` αποδοχή της εφέσεως ή της αντεφέσεως, δίκασε περαιτέρω την υπόθεση κατ' ουσίαν. Διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α` ΚΠολΔ, αφού έτσι το δικαστήριο παρά το νόμο λαμβάνει υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 489/2021, ΑΠ 477/2021, ΑΠ 231/2021, ΑΠ 158/2021, ΑΠ 782/2019, ΑΠ 1620/2017, ΑΠ 1588/2017, ΑΠ 207/2017, ΑΠ 1344/2015, ΑΠ 1437/2012, ΑΠ 1635/2008, ΑΠ 134/2008). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό μέσο και με την έννοια αυτή "πράγμα" αποτελεί η ιστορική βάση της αγωγής και τα θεμελιωτικά αυτής πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 600/2018, ΑΠ 879/2013, ΑΠ 1008/2007) και η ανταγωγή, είτε ως αμυντικό μέσο (ένσταση, αντένσταση), αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε επίσης τα προς απόδειξη των ισχυρισμών αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου, από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και περιέχουν παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1341/ 2014). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 694/2020, ΑΠ 90/2019, ΑΠ 1543/2017, ΑΠ 1004/2015, ΑΠ 1486/2014). Στην προκειμένη περίπτωση το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς) με την εκκληθείσα υπ' αριθμ. 5664/2017 οριστική απόφασή του, απέρριψε την αγωγή, και κατά το κεφάλαιό της, που ζητούσε, κατά την κύρια αυτής βάση, την καταβολή της εργολαβικής της αμοιβής για το διάστημα από το Φεβρουάριο του 2011, δυνάμει της επικαλούμενης από 10-2-2011 έγγραφης σύμβασης που είχε συνάψει με την εναγομένη, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας. Κατά της απόφασης αυτής η ηττηθείσα ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε έφεση, και με τους δύο πρώτους λόγους της έφεσής της παρεπονείτο κατά της εκκαλουμένης απόφασης, για την απόρριψη της αγωγής ως αόριστης και για το παραπάνω αγωγικό της κεφάλαιο. Το Εφετείο, όμως, όπως, επίσης, προεκτέθηκε, κρίνοντας επί της εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι το Πρωτοδικείο έσφαλε κατά την ανωτέρω κρίση του, δεχόμενο ότι η αγωγή, κατά το ως άνω επίδικο κεφάλαιό της, και δη κατά την κύρια αυτής βάση της, ήταν επαρκώς ορισμένη και παραδεκτή, και μετά ταύτα έκανε εν μέρει δεκτή την υπό κρίση έφεση, κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλουμένη μόνο ως προς το άνω κεφάλαιο (καταβολής αμοιβής για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες στα πλαίσια της επικαλούμενης έγγραφης σύμβασης έργου), διακράτησε την υπόθεση, και, επαναδικάζοντας περαιτέρω την αγωγή, κατ' ουσίαν ως προς το κεφάλαιο αυτό, απέρριψε αυτήν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Πράττοντας έτσι το Εφετείο δεν εξέδωσε ανεπίτρεπτα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 536 παρ.1 ΚΠολΔ, επιβλαβέστερη απόφαση για την αναιρεσείουσα, και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έχοντας εξουσία να κρίνει επί του σχετικού ζητήματος, εφόσον η υπόθεση είχε μεταβιβαστεί σ' αυτό (Εφετείο) εξολοκλήρου με την έφεση της αναιρεσείουσας, έκανε δεκτούς τους σχετικούς λόγους έφεσης, κρίνοντας ότι το συγκεκριμένο επίδικο κεφάλαιο της αγωγής που είχε απορριφθεί ως αόριστο από την εκκαλουμένη, ήταν επαρκώς ορισμένο και νόμιμο, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, κατά το εν λόγω μέρος της, και επαναδίκασε την αγωγή, κατά το ως άνω κεφάλαιο, πλην όμως το απέρριψε ως αβάσιμο, κατ' ουσίαν, και επομένως, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν και στην προαναφερθείσα μείζονα σκέψη, δεν υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α' ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ως εκ τούτου ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι εσφαλμένα το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπερέβη το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης, εκδίδοντας επιβλαβέστερη για την εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα απόφαση, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω με το αντίστοιχο σκέλος του ίδιου ως άνω τρίτου λόγου αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν από την αντίδικό της αναιρεσίβλητη και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα α) την αποδοχή εκ μέρους της, για τη σύναψη της επίδικης έγγραφης σύμβασης, της προσφοράς της αναιρεσείουσας, β)την αποδοχή-συνομολόγηση της λήψης των υπηρεσιών, γ) την καταγγελία εκ μέρους της σύμβασης και δ)την καταβολή εκ μέρους της μέρους των οφειλομένων. Ο λόγος, όμως, αυτός αναίρεσης, κατά το προαναφερθέν σκέλος του, με βάση τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, είναι απαράδεκτος, και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον οι επικαλούμενοι ως άνω ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια του αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά επιχειρήματα και συμπεράσματα της ήδη αναιρεσείουσας ενάγουσας, προς επίρρωση των σχετικών αγωγικών της ισχυρισμών, που δεν έχουν "αυτοτέλεια". Σε κάθε περίπτωση, όμως, είναι αβάσιμος, καθόσον όλοι οι επικαλούμενοι ως άνω προβληθέντες ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας αντιμετωπίστηκαν από το Εφετείο και απορρίφθηκαν στην ουσία εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τους συγκροτούν, και συγκεκριμένα διαλαμβάνοντας στην πρόσθια όψη του 4ου φύλλου της προσβαλλομένης απόφασής του τα εξής: "... Η εν λόγω όμως έγγραφη σύμβαση δε προσκομίστηκε από την ενάγουσα, παρότι η εναγομένη δήλωσε ότι δεν την έχει στο αρχείο της και δεν γνωρίζει από ποιον έχει υπογραφεί και ζήτησε για το σκοπό αυτό την προσκόμισή της. Επομένως δεν προέκυψε έγγραφη κατάρτιση της επικαλούμενης από την ενάγουσα επίδικης σύμβασης έργου (παροχής των ως άνω υπηρεσιών). Ούτε όμως και η από 10.2.2011 έγγραφη προσφορά που προσκόμισε και επικαλέστηκε η ενάγουσα με τις προτάσεις της και αφορά τις ως άνω υπηρεσίες, προέκυψε ότι απεστάλη με κάποιο τρόπο στην εναγόμενη ή ότι με κάποιο τρόπο έλαβε αυτή γνώση αυτής, ώστε να αποτελέσει έγγραφη πρόταση για τη σύναψη σύμβασης. Συνεπώς ουδέποτε καταρτίστηκε έγγραφη σύμβαση μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης δημοτικής επιχείρησης, η οποία είναι ενεργή και δεν έχει λυθεί και ως προς την οποία η σύναψη συμβάσεων υπηρεσιών και έργου διενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων που ισχύουν για τους Ο.Τ.Α. ... σύμφωνα με τις οποίες απαιτείται πάντοτε ο έγγραφος τύπος ή τουλάχιστον η έγγραφη πρόταση (για τη σύναψη σύμβασης) σε περίπτωση εκπλήρωσης της σύμβασης, που εν προκειμένω ούτε αυτή (η έγγραφη πρόταση) υπάρχει...". Κατά τα λοιπά και καθό μέρος με το σκέλος του παραπάνω λόγου, υπό την επίκληση της ανωτέρω παραβιάσεως, πλήττεται η ουσιαστική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο(άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), ο λόγος αυτός, κατά το παραπάνω σκέλος του, και εκ του λόγου τούτου, τυγχάνει απαράδεκτος. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008). Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τα από τον αριθμό 11 γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αντίστοιχα σκέλη των τρίτου λόγου αναίρεσης και του συμπληρούντος αυτόν δεύτερου πρόσθετου λόγου αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια ότι, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη της κρίσιμα αποδεικτικά μέσα, που αφορούν το ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζήτημα της ύπαρξης- τήρησης του απαιτηθέντα από αυτήν εγγράφου τύπου για την κατάρτιση της επικαλούμενης επίδικης σύμβασης έργου και συγκεκριμένα: α) την από 10.2.2011 έγγραφη προσφορά της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη, β) την από 11.4.2012 εξώδικη απάντηση, πρόσκληση και διαμαρτυρία της αναιρεσίβλητης προς την αναιρεσείουσα, γ) την υπ' αριθμ. …2015 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρός της Μ.. Χ. και δ)τη δοθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά την εκδίκαση της αγωγής της, και περιεχόμενη στα υπ' αριθμ. 5664/2017 πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατάθεση του μάρτυρος της αντιδίκου της, Π. Μ., ήτοι αποδεικτικά μέσα, τα οποία, αν είχε λάβει υπόψη του το Εφετείο, θα κατέληγε σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα, επειδή από αυτά προέκυπτε η ουσιαστική βασιμότητα του αγωγικού της ισχυρισμού περί κατάρτισης έγκυρης έγγραφης σύμβασης έργου με την αναιρεσίβλητη, το Φεβρουάριο του έτους 2011, τον οποίο θα έκανε δεκτό. Οι λόγοι, όμως, αυτοί, κατά τα αντίστοιχα σκέλη τους, είναι αβάσιμοι, καθόσον, από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου ρητά στο προοίμιο του σκεπτικού (τέλος εμπρόσθιας όψης με αρχή οπίσθιας 3ου φύλλου) μνημονεύονται κατά το είδος τους όλα τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, και συγκεκριμένα οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου(μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ένορκη κατάθεση του μάρτυρος Π. Μ.) και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη (υπ' αριθμ.5664/2017) πρακτικά συνεδρίασής του, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, καθώς και η υπ'αριθμ….2015 ένορκη βεβαίωση (της μάρτυρος Μ. Χ.) ενώπιον του συμβολαιογράφου Πειραιώς Παναγιώτη Γκέγκιου, που ελήφθη κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της αντίδικης πλευράς, σε συνδυασμό και με τις αντίστοιχες παραδοχές της απόφασης, στις οποίες, μάλιστα, γίνεται και ειδική αναφορά της από 10.2.2011 έγγραφης προσφοράς της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη, διαλαμβάνοντας ότι "...Ούτε όμως και η από 10.2.2011 έγγραφη προσφορά που προσκόμισε και επικαλέστηκε η ενάγουσα με τις προτάσεις της και αφορά τις ως άνω υπηρεσίες, προέκυψε ότι απεστάλη με κάποιο τρόπο στην εναγόμενη ή ότι με κάποιο τρόπο έλαβε αυτή γνώση αυτής, ώστε να αποτελέσει έγγραφη πρόταση για τη σύναψη σύμβασης. Συνεπώς ουδέποτε καταρτίστηκε έγγραφη σύμβαση μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης δημοτικής επιχείρησης, η οποία είναι ενεργή και δεν έχει λυθεί και ως προς την οποία η σύναψη συμβάσεων υπηρεσιών και έργου διενεργείται...", προκύπτει αναμφίβολα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο συνεκτίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις, και τα ως άνω έγγραφα, ένορκη βεβαίωση μάρτυρος και μαρτυρική κατάθεση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος και την απόρριψη των περί του αντιθέτου περιεχομένων στο σχετικό αγωγικό κεφάλαιο ισχυρισμών της εκκαλούσας-αναιρεσείουσας, χωρίς να είναι αναγκαίο να προβαίνει σε χωριστή αξιολόγηση του κάθε αποδεικτικού μέσου και καθενός εγγράφου. Η άποψη δε της αναιρεσείουσας ότι η διαφορετική εκτίμηση των επίμαχων ως άνω αποδεικτικών μέσων θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, έγγραφο περιεχόμενο, προφανώς, διαφορετικό από εκείνο που αναφέρεται στο έγγραφο αυτό, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου ή από παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμου μέρους του, όχι δε και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως πράγματι έχει, άγεται σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία θεωρεί ως ορθή ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση, η οποία ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 25/2011, ΑΠ 1401/2010, ΑΠ 2236/2009, ΑΠ 1176/2008). Περαιτέρω, κατά την έννοια της ίδιας, ως άνω, διατάξεως (άρθρ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ), λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο διαμόρφωσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε και όχι όταν το έγγραφο αυτό εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα εκτός αν εξαίρεται, αναφορικά με το πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας, για ύπαρξη ή ανυπαρξία γεγονότος, αφού σε περίπτωση μη συνδρομής της εξαιρέσεως αυτής, δεν είναι δυνατή, εξαιτίας της συνεκτιμήσεώς του μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, η διακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας που προσδόθηκε σ' αυτό, ενώ η από τη συνεκτίμησή του μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα κρίση του δικαστηρίου είναι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη (ΟλΑΠ 2/2008,ΑΠ 791/2020,ΑΠ 312/2020, ΑΠ 1287/2019, ΑΠ 666/2019, ΑΠ 402/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, με το αντίστοιχο σκέλος του δεύτερου πρόσθετου λόγου αναίρεσης, αποδίδεται στο Εφετείο ότι, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, επειδή για τη μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δέχτηκε ότι η από 10.2.2011 έγγραφη προσφορά, που προσκόμισε και επικαλέστηκε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, δεν προέκυψε ότι απεστάλη με κάποιο τρόπο στην εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ή ότι με κάποιο τρόπο έλαβε αυτή γνώση αυτής, ώστε να αποτελέσει έγγραφη πρόταση για τη σύναψη σύμβασης, παραμορφώνοντας το περιεχόμενο του εγγράφου τούτου, και τούτο διότι εκ του περιεχομένου του προέκυπτε, ότι αυτό έφερε την αποδοχή του τότε νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης και προέδρου της Κ.. Μ., δηλούμενη με τη θέση επ' αυτής της υπογραφής και σφραγίδας της, και ότι, έτσι, δι' αυτής της πρότασης και της ρητής ως άνω αποδοχής της, καταρτίστηκε κατ' άρθρα 192 και 193 ΑΚ έγγραφη σύμβαση. Ο εν λόγω, όμως, προβαλλόμενος λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και του επίμαχου εγγράφου, το Εφετείο σωστά ανέγνωσε το επίμαχο ως άνω έγγραφο, το οποίο πράγματι αποτελεί μεν έγγραφη προσφορά της αναιρεσείουσας εταιρείας απευθυνόμενη προς …, διακριτικό τίτλο, με τον οποίο λειτουργούσε τότε η αναιρεσίβλητη δημοτική επιχείρηση, με ημερομηνία 10 Φεβρουαρίου 2011, με την οποία παρουσιάζει το πλάνο της προβολής για τη διαδικτυακή παρουσίαση(σύγχρονο σχέδιο προβολής) video stream server "Με τεχνολογία αιχμής, δυναμική ευελιξία και αυτόνομη διαχείριση", και υπογράφεται από το συντάκτη αυτής Σ. Π., τότε Γενικό Διευθυντή της αναιρεσείουσας εταιρείας, με τον τότε διακριτικό της τίτλο "B. U. R.", φέρουσα και δυσδιάκριτη στρογγυλή σφραγίδα, επί της οποίας, όμως, προσφοράς ουδόλως επισημειώνεται η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα αποδοχή αυτής(προσφοράς) από τον αναφερόμενο ως νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης και πρόεδρό της Κ.. Μ., δηλούμενη με τη θέση επί του εν λόγω επιδίκου εγγράφου της υπογραφής του και της σφραγίδας της αναιρεσίβλητης και επομένως η εκτίμηση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ότι η ως άνω έγγραφη προσφορά δεν προέκυψε, τελικά, ότι απεστάλη με κάποιο τρόπο στην αναιρεσίβλητη ή ότι με κάποιο τρόπο έλαβε η τελευταία γνώση αυτής, ώστε να αποτελέσει έγγραφη πρόταση για τη σύναψη σύμβασης, καταλήγοντας στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ουδέποτε καταρτίστηκε έγγραφη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, δεν συνιστά, σε κάθε περίπτωση, διαγνωστικό σφάλμα, αλλά σφάλμα εκτίμησης, το οποίο, ωστόσο, εκφεύγει της αναιρετικής κρίσης. Επομένως, το Εφετείο δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου, αλλά συνεκτιμώντας το περιεχόμενό του, όπως πράγματι αυτό έχει, μαζί τα υπόλοιπα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ήχθη σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία θεωρεί ως ορθή η αναιρεσείουσα, και, επομένως, πλήττεται η εκτίμηση, από το Εφετείο, των αποδείξεων, η οποία είναι, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη, αναιρετικά. Τέλος, πρέπει, κατά παραδοχή των πρώτου λόγου αναίρεσης και συμπληρούντων αυτόν, συναφών πρώτου και τέταρτου, κατά τα αντίστοιχα σκέλη τους, πρόσθετων λόγων αναίρεσης, να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 631/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, και δη κατά το αναιρούμενο μέρος αυτής, που αφορά, το αγωγικό κεφάλαιο, κατά την κύρια αυτού βάση, περί καταβολής μέρους οφειλομένης αμοιβής στην αναιρεσείουσα από την εκτέλεση του παρασχεθέντος στην αναιρεσίβλητη έργου, για το χρονικό διάστημα 2008 έως αρχές Φεβρουαρίου 2011, και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από δικαστή άλλο, από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση(άρθρο 580 παρ. 3 εδ. β' ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα(άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, καθώς και της παρούσης (αναιρετικής) διαδικασίας, πρέπει να συμψηφιστούν, επειδή κατ' εκτίμηση των περιστάσεων, υπήρχε εύλογη αμφιβολία για την έκβαση της δίκης(άρθρο 179 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 631/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, μόνο κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης μέρος της. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ανωτέρω αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, πλην αυτού, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Διατάζει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει. Συμψηφίζει εξ ολοκλήρου τα δικαστικά έξοδα, μεταξύ των διαδίκων. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουλίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης κωλυομένης ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Αυγούστου 2023. O ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ