Αριθμός 1353/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Φ. Α. Ε. Τ. Κ. Ξ. «Ε. και τον διακριτικό τίτλο α) «Κ. Γ. «Α. και β) «Φ. Α..Ε.., που εδρεύει στην Περαία Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κοπατσάρη. Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. - Ο.Τ.Α. "Δ. Θ.", που εδρεύει στη Θήρα Κυκλάδων και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πάνο Σιμιτό. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-8-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 99/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 134/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-6-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι: "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου". Η αρχή της ισότητας, η οποία καθιερώνεται με το άρθρο αυτό του Συντάγματος, αποτελεί συνταγματικό κανόνα, που επιβάλλει στον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοιες καταστάσεις ή σχέσεις ή κατηγορίες προσώπων, να μην τις μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο, είτε με τη μορφή ενός χαριστικού μέτρου ή προνομίου, που δεν συνδέεται με αξιολογικά κριτήρια, είτε με την επιβολή μιας αδικαιολόγητης επιβάρυνσης ή αφαίρεσης δικαιωμάτων, που αναγνωρίζονται από γενικότερο κανόνα, εκτός εάν η ιδιαίτερη ρύθμιση υπαγορεύεται από ειδικές περιστάσεις, που τη δικαιολογούν ή επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, δημιουργουμένης διαφορετικά ανισότητας στη νομοθετική μεταχείριση της αυτής κατηγορίας. Η παραβίαση της συνταγματικής αυτής αρχής ελέγχεται από τα δικαστήρια, ώστε να διασφαλίζεται η πραγμάτωση του κράτους δικαίου και η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας εκάστου με ίσους όρους. Κατά το δικαστικό αυτό έλεγχο, ο οποίος είναι έλεγχος ορίων και όχι έλεγχος της ορθότητας των νομοθετικών επιλογών, αναγνωρίζεται στον κοινό νομοθέτη η ευχέρεια να ρυθμίζει με ενιαίο ή με διαφορετικό τρόπο τις ποικίλες προσωπικές ή πραγματικές καταστάσεις και σχέσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες κοινωνικές, οικονομικές, επαγγελματικές ή άλλες συνθήκες, που συνδέονται με κάθε μια από τις καταστάσεις ή σχέσεις αυτές, με βάση γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, που βρίσκονται σε συνάφεια προς το αντικείμενο της ρύθμισης. Πρέπει, όμως, η επιλεγόμενη ρύθμιση να κινείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αρχή της ισότητας και τα οποία αποκλείουν την εκδήλως άνιση μεταχείριση προσώπων, που τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες ή την αυθαίρετη εξομοίωση προσώπων, που τελούν υπό ουσιωδώς διαφορετικές συνθήκες. Και μπορεί μεν, σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, ο νομοθέτης να θεσπίζει αποκλίσεις από τη συνταγματική αρχή της ισότητας, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι σχετικές ρυθμίσεις δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, είναι πρόσφορες για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού και τηρείται η αρχή της αναλογικότητας (ΟλΑΠ 4/2023, ΑΠ 7/2018, ΟλΑΠ 4/2012, ΟλΣτΕ 686/2018, ΟλΣτΕ 1286/2012). Στο άρθρο 51 του ν. 4257/2014 "Επείγουσες ρυθμίσεις αρμοδιότητας Υπουργείου Εσωτερικών" (ΦΕΚ Α'93/14.4.2014), όπως αυτό ίσχυε κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο και πριν την τροποποίηση του με τα άρθρα 24 παρ1, 2 και 3 και 33 ν. 4304/23-10-2014, ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τους δήμους δύνανται να ρυθμίζονται και να καταβάλλονται ως ακολούθως: Α) Όσες ληξιπρόθεσμες οφειλές έχουν βεβαιωθεί έως 31.12.2009 υπάγονται στις ρυθμίσεις των σχετικών διατάξεων του ν. 3801/2009. Β) Όσες ληξιπρόθεσμες οφειλές έχουν βεβαιωθεί από 1.1.2010 δύνανται να ρυθμίζονται ως ακολούθως: α) Εφάπαξ, με απαλλαγή κατά ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%) από τις κατά Κ.Ε.Δ.Ε. προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής και των προστίμων. β) Για οφειλές μέχρι 5.000,00 ευρώ σε είκοσι τέσσερις (24) δόσεις, με απαλλαγή κατά ποσοστό ογδόντα τοις εκατό (80%) από τις κατά Κ.Ε.Δ.Ε. προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής και των προστίμων και υπό την προϋπόθεση ότι κάθε δόση δεν είναι μικρότερη των 100 ευρώ. γ) Για οφειλές από 5.000,01 ευρώ μέχρι 10.000,00 ευρώ σε σαράντα οκτώ (48) δόσεις με απαλλαγή κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) από τις κατά Κ.Ε.Δ.Ε. προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής και των προστίμων. δ) Για οφειλές από 10.000,01 ευρώ μέχρι 20.000,00 ευρώ σε εβδομήντα δύο (72) δόσεις με απαλλαγή κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) από τις κατά Κ.Ε.Δ.Ε. προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής και των προστίμων. ε) Για οφειλές από 20.000,01 ευρώ και πάνω σε εκατό (100) δόσεις με απαλλαγή κατά ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) από τις κατά Κ.Ε.Δ.Ε. προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής και των προστίμων...2. Στην παρούσα ρύθμιση υπάγεται υποχρεωτικά το σύνολο των βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων οφειλών μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, συμπεριλαμβανομένων των μισθωμάτων με τις προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, τόκους υπερημερίας, ή τυχόν προβλεπόμενες λοιπές ρήτρες που τις επιβαρύνουν μέχρι την ημερομηνία αυτή, χωρίς δικαίωμα του οφειλέτη να ζητήσει την εξαίρεση μέρους αυτών. Εξαιρούνται και δεν υπάγονται στη ρύθμιση: α... β)... 3. Η αίτηση του οφειλέτη για την υπαγωγή στη ρύθμιση υποβάλλεται στον οικείο Δήμο, το αργότερο εντός τεσσάρων (4) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Για την υπαγωγή στη ρύθμιση το αίτημα εξετάζεται από την οικονομική επιτροπή του δήμου, η οποία αποφαίνεται μετά από σχετική εισήγηση του προϊσταμένου της οικονομικής υπηρεσίας του δήμου. 4. Η εξόφληση ή η πρώτη δόση της ρυθμιζόμενης οφειλής καταβάλλεται εντός τριών εργάσιμων ημερών από την ημέρα υποβολής της αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση και σε περίπτωση μη καταβολής τους η αίτηση θεωρείται ως μη υποβληθείσα, μη επιτρεπομένης της υποβολής νέας αίτησης. Οι επόμενες δόσεις καταβάλλονται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα των επόμενων μηνών, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη ειδοποίηση του οφειλέτη. 5...6...7... 8...9...10...11...12. Ποσά που έχουν καταβληθεί μέχρι την υποβολή της αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση δεν επιστρέφονται ούτε συμψηφίζονται...13...14. Η ισχύς του παρόντος άρθρου αρχίζει από την ψήφιση του". Η ρύθμιση αυτή εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο εξυγίανσης των οικονομικών των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), που επιχειρείται με τον ανωτέρω νόμο, ώστε να επιτύχουν τους στόχους τους, γιατί, όπως αναφέρεται στην Εισηγητική Έκθεση του νόμου "εν όψει της δυσχερούς οικονοµικής συγκυρίας, καθίσταται αναγκαία η παροχή διευκολύνσεων τόσο σε πολίτες, όσο και σε επιχειρήσεις κατά την εκπλήρωση των οικονοµικών τους υποχρεώσεων προς τους δήµους και τα νοµικά πρόσωπα δηµοσίου δικαίου αυτών (και) σε αυτό το πλαίσιο, οι προωθούµενες διατάξεις, που ρυθµίζουν την ρύθµιση οφειλών, τη δυνατότητα τµηµατικής καταβολής του τέλους χρήσης κοινοχρήστων χώρων και τη µείωση προβλεπόµενων από την υφιστάµενη νοµοθεσία προστίµων, αφ' ενός επιχειρούν να αντιµετωπίσουν το ζήτηµα της αδυναµίας πολλών οφειλετών να εκπληρώσουν συσσωρευµένες υποχρεώσεις προς τους Ο.Τ.Α. α' βαθµού και αφ' ετέρου καθιστούν περισσότερο πιθανή την είσπραξη, από τους τελευταίους, οφειλόµενων ποσών, που ανέρχονται σε σηµαντικό ύψος". Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι οι προυποθέσεις εφαρμογής της είναι οι ακόλουθες: 1) Ύπαρξη ληξιπρόθεσμης οφειλής προς Δήμο, συμπεριλαμβανομένης και οφειλής από μισθώματα, η οποία να έχει βεβαιωθεί από 1/1/2010 και εφεξής. 2) Υποβολή από τον οφειλέτη, το αργότερο εντός προθεσμίας 4 μηνών από τη δημοσίευση του νόμου, δηλαδή μέχρι τις 14/8/2014, αίτησης στον Δήμο για την υπαγωγή της οφειλής του στην προβλεπόμενη από την ανωτέρω διάταξη ρύθμιση, η οποία αίτηση υποχρεωτικά πρέπει να αφορά στο σύνολο των βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων οφειλών του και όχι σε μέρος αυτών και 3) Καταβολή, ανάλογα με το υποβαλλόμενο από τον οφειλέτη αίτημα για εξόφληση της οφειλής εφάπαξ ή σε δόσεις, αντίστοιχα, είτε ολόκληρου του ποσού του κεφαλαίου της οφειλής, με απαλλαγή κατά ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%) από τις προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής και των προστίμων, είτε της πρώτης δόσης της ρυθμιζόμενης οφειλής, με ποσοστιαία απαλλαγή από τις προσαυξήσεις και τα πρόστιμα, με βάση το ύψος της οφειλής, εντός τριών εργάσιμων ημερών από την ημέρα υποβολής της αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση, σε αμφότερες τις επιλογές, αλλιώς η αίτηση θεωρείται ως μη υποβληθείσα χωρίς να επιτρέπεται η υποβολή νέας αίτησης. Από τον ανωτέρω σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκε η διάταξη, δηλαδή τη διευκόλυνση της είσπραξης των οφειλομένων στους Δήμους επ' ωφελεία τόσο των Δήμων όσο και των οφειλετών τους και συνεπώς και της Εθνικής Οικονομίας, συνάγεται ότι η ανωτέρω προθεσμία των τριών ημερών από την υποβολή της αίτησης, μέχρι την οποία μπορεί ο αιτών τη ρύθμιση της οφειλής του να καταβάλει εφάπαξ ολόκληρο το κεφάλαιο αυτής, προκειμένου να απαλλαγεί από τις προσαυξήσεις, έχει την έννοια ότι η καταβολή αυτή δεν μπορεί να γίνει μετά την πάροδο των τριών ημερών, όχι όμως και ότι αυτή δεν μπορεί να έχει γίνει πριν την υποβολή της αίτησης για τη ρύθμιση. Συνεπώς, στη ρύθμιση υπάγονται και οι οφειλέτες, που είχαν ήδη εξοφλήσει το κεφάλαιο της οφειλής τους πριν την υποβολή της αίτησης ή και πριν τη θέσπιση του νόμου, αρκεί να παρέμεναν βεβαιωμένες, μετά την 1/1/2010, ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του Δήμου έστω και μόνο για προσαυξήσεις. Περαιτέρω, όμως, η ίδια διάταξη του άρθρου 51 Ν. 4257/2014 στην παρ. 12 αυτής θεσπίζει και την απαγόρευση επιστροφής στον οφειλέτη των ποσών που έχει καταβάλει για την οφειλή του στον Δήμο μέχρι την υποβολή της αίτησης για ρύθμιση αυτής, όπως και την απαγόρευση πρότασης συμψηφισμού των καταβληθέντων με τυχόν οφειλή του Δήμου προς τον ίδιο. Η διάταξη αυτή, η οποία αντιμετωπίζει δυσμενέστερα τον οφειλέτη του Δήμου, που κατέβαλε μέρος της οφειλής του μέχρι την υποβολή της αίτησης για την υπαγωγή της οφειλής του στη ρύθμιση του άρθρου 51 Ν. 4257/2014, σε σχέση με τον οφειλέτη, που κατέβαλε μετά την υποβολή της αίτησης αυτής κατά τον τρόπο που ρυθμίστηκε η οφειλή, αποτελεί αφ' ενός μεν γενικού περιεχομένου διάταξη που δεν επιδέχεται εξαίρεσης, αφού αφορά σε κάθε καταβολή του οφειλέτη έναντι της οφειλής του, ανεξαρτήτως του αν αφορά στο κεφάλαιο ή στις προσαυξήσεις, αφ' ετέρου δε μη ελεγχόμενη για τη σκοπιμότητά της νομοθετική επιλογή, η οποία όμως δεν παραβιάζει τα ακραία όρια της αρχής της ισότητας, που ρυθμίζεται στην διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 4 του Συντάγματος και συνεπώς δεν είναι αντίθετη προς τη διάταξη αυτή, γιατί ο οφειλέτης που κατέβαλε πριν την υποβολή της αίτησης για ρύθμιση της οφειλής του κατέβαλε για υπαρκτή και όχι για ανύπαρκτη οφειλή του προς Δήμο και γιατί η διαφορετική ρύθμιση δικαιολογείται από τον ανωτέρω σκοπό της διάταξης του άρθρου 51 Ν. 4257/2014, δηλαδή τη διευκόλυνση της είσπραξης των οφειλομένων στους Δήμους. Αντίθετη ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία τα απαλλασσόμενα, λόγω της ρύθμισης ποσά (για προσαυξήσεις και πρόστιμα), που είχαν ήδη καταβληθεί, θα επιστρέφονται στον καταβαλόντα οφειλέτη ως αχρεωστήτως καταβληθέντα, εκτός του ότι θα έπληττε την ασφάλεια δικαίου, που πρέπει να επικρατεί στις συναλλαγές, θα οδηγούσε στο αντίθετο με το επιδιωκόμενο με τη διάταξη αποτέλεσμα, δηλαδή όχι την εξυγίανση των οικονομικών των Δήμων με την είσπραξη ανείσπρακτων απαιτήσεων, αλλά στην αιφνιδιαστική επιδείνωση των οικονομικών τους, αφού θα ήταν υποχρεωμένοι να επιστρέψουν στους οφειλέτες τους καταβληθέντα από αυτούς ποσά έναντι της οφειλής τους. Επομένως η διάταξη της παρ. 12 του άρθρου 51 Ν. 4257/2014 είναι συμβατή με την παρ. 1 του άρθρου 4 του Συντάγματος, διότι θεσπίστηκε με αντικειμενικά κριτήρια μετά από στάθμιση των εκατέρωθεν συμφερόντων, η δε ρύθμισή της δικαιολογείται από τους ανωτέρω επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, είναι πρόσφορος για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, δηλαδή την είσπραξη των ανείσπρακτων οφειλών προς τους Δήμους, με παράλληλη διευκόλυνση των οφειλετών, χωρίς όμως τη διασάλευση των οικονομικών των Δήμων με την επιστροφή εισπραχθέντων ποσών στους οφειλέτες τους και δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, αφού υπάρχει ανεκτή αναλογία μέσου προς σκοπό. Eξάλλου, κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Κατά δε το άρθρο 908 εδ. α του ιδίου Κώδικα ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό. Ο παραπάνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και για το Δημόσιο και τα Ν.Π.Δ.Δ., συνεπώς και για τους ΟΤΑ, αφού γι` αυτά δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΑΠ 3/2020, ΑΠ 1358/2015, ΑΠ 1462/2012). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος. Οι κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτό λόγο αναιρέσεως μπορεί να περιλαμβάνονται και στο Σύνταγμα (ΟλΑΠ 10/2017, ΟλΑΠ 46/2005, ΑΠ 139/2022, ΑΠ ), στις κυρωμένες με νόμο διεθνείς συμβάσεις, όπως είναι η ΕΣΔΑ και τα πρόσθετα πρωτόκολλά της (ΟλΑΠ 7/2006) και στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρωτότυπο και παράγωγο (ΑΠ 139/2022, ΑΠ 7/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή της κατά του αναιρεσιβήτου ΝΠΔΔ (ΟΤΑ), ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της, η αναιρεσείουσα εξέθεσε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: Ότι κατόπιν φανερής πλειοδοτικής δημοπρασίας για την εκμίσθωση του αναφερομένου στην αγωγή ακινήτου ιδιοκτησίας του τότε ΝΠΔΔ(ΟΤΑ) με την επωνυμία "Κ. Ο. «Θ., που αποφασίστηκε με την υπ' αρ. 26/1993 απόφαση του τότε Κοινοτικού Συμβουλίου του, του οποίου ΝΠΔΔ καθολικός διάδοχος είναι ήδη το συσταθέν δυνάμει του άρθρου 1 του ν.3852/2010 αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δήμος Θήρας", αναδείχτηκε πλειοδότης η ίδια (αναιρεσείουσα) και στη συνέχεια με το από 9-9-1993 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και της Κοινότητας Οίας, η τελευταία της εκμίσθωσε το ανωτέρω μίσθιο ακίνητο, για να το χρησιμοποιήσει ως κατάστημα. Ότι χρησιμοποίησε το μίσθιο ακίνητο έως τις 30/9/2002, όταν διέκοψε την λειτουργία του καταστήματος και αποχώρησε από το μίσθιο, παρέδωσε δε τα κλειδιά του καταστήματος στην εκμισθώτρια εντός του έτους 2004. Ότι στις 16 Νοεμβρίου 2006 η συνολική οφειλή της προς την εκμισθώτρια από την ως άνω μισθωτική σχέση ανερχόταν, στο συνολικό ποσό των 279.456,50 ευρώ, εκ των οποίων 162.283,56 ευρώ για κεφάλαιο (οφειλόμενα μισθώματα) και 117.172,94 ευρώ για προσαυξήσεις του κεφαλαίου. Ότι με την υπ' αρ. πρωτ. 3932/16-11-2006 αίτηση της προς την πρώην Κοινότητα Θήρας, αναγνώρισε την ως άνω οφειλή της, συνολικού ποσού 279.456,50 ευρώ και ζήτησε την εξόφληση της με την μεταβίβαση προς την Κοινότητα του αναφερόμενου στην αγωγή ακινήτου ιδιοκτησίας της. Ότι η αίτηση αυτή έγινε δεκτή με την υπ' αρ. 267/2006 απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου Οίας, η δε Κ. Ο., με το υπ' αρ. πρωτ. 2453/18-6-2009 έγγραφό της, δήλωσε ότι από 16-11-2006 σταμάτησαν να υπολογίζονται προσαυξήσεις επί του οφειλομένου κεφαλαίου. Ότι το ακίνητο αυτό ιδιοκτησίας της ενάγουσας εκτιμήθηκε με την με αριθμό Φ2124/8968/4-6-2009 έκθεση εκτίμησης του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών, στο ποσό των 255.000 ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε συμψηφιστικά στην Κ. Ο. με την μεταβίβαση σε αυτήν του ανωτέρω ακινήτου, με το υπ' αρ. 7958/22-6- 2010 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μιλτιάδη Κωτούλα, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θήρας, στις 29/4/2011, όπως ρητά αναφέρεται τούτο και στο παραπάνω πωλητήριο συμβόλαιο, απέμεινε δε υπόλοιπο οφειλής της, ύψους 24.456,50 ευρώ, που είναι μέρος του συνολικά οφειλόμενου ποσού, για προσαυξήσεις οφειλομένων μισθωμάτων. Ότι παρόλα αυτά, ο εναγόμενος(ήδη αναιρεσίβλητος) Δήμος Θήρας, στον οποίο συγχωνεύθηκε η Κ. Ο. Θήρας, εξέδωσε σε βάρος της, στις 2-1-2014, επτά ταμειακές βεβαιώσεις, για τα καταβληθέντα αυτά μισθώματα των ετών 1998 έως και 2004, συνολικού ποσού 162.283,56 ευρώ, πλέον των νομίμων προσαυξήσεων, οι οποίες βεβαιώσεις αναφέρονται αναλυτικά στην αγωγή. Ότι προσέβαλε τις ταμειακές αυτές βεβαιώσεις με ανακοπή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, μετά δε την έκδοση των ταμειακών βεβαιώσεων εκδόθηκε ο Ν.4257/14-4-2014, ο οποίος στο άρθρο 51 αυτού όρισε ότι σε περίπτωση εφάπαξ καταβολής οφειλόμενου και ληξιπρόθεσμου κεφαλαίου, μεταξύ άλλων, και μισθωμάτων προς ΝΠΔΔ-ΟΤΑ, και με τους ειδικότερους όρους του, απάλλασσε τους οφειλέτες από τις οικείες προσαυξήσεις. Ότι η ίδια τήρησε τις διατυπώσεις του νόμου αυτού, αφού υπέβαλε εμπρόθεσμα στον εναγόμενο Δήμο την υπ' αρ.πρωτ. 8428/30-5-2014 αίτησή της, με την οποία ζήτησε να απαλλαγεί από την καταβολή κάθε προσαύξησης επί του ποσού του κεφαλαίου των 162.283,56 ευρώ, εκθέτοντας ότι το ποσό του κεφαλαίου το εξόφλησε με μία εφάπαξ καταβολή στις 29/4/2011, με την μεταγραφή του ανωτέρω συμβολαίου, δηλαδή εντός της απώτατης προθεσμίας των 3 ημερών από την υποβολή της αίτησης, που προβλέπει ο νόμος, στην συνέχεια δε, με την υπ' αρ. πρωτ. 11374/28-7-2014 αίτησή της όχλησε εγγράφως τον εναγόμενο Δήμο, για την επιστροφή του ποσού των προσαυξήσεων, που κατέβαλε αχρεώστητα στις 29-4-2011 συνολικού ποσού (255.000 η αξία του ακινήτου- 162.283,56 η αξία του κεφαλαίου =) 92.716,44 ευρώ. Ότι ενδεχόμενη κρίση ότι δεν δικαιούται το ποσό αυτό, γιατί δεν εφαρμόζεται για την ίδια η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 51 Ν. 4257/2014, ή γιατί, αν κριθεί ότι εφαρμόζεται, δεν επιτρέπεται η απόδοση στην ίδια του ποσού αυτού, που καταβλήθηκε αχρεώστητα, είναι αντίθετη στην αρχή της ισότητας, που επιβάλλει την ίση μεταχείριση ουσιωδώς ιδίων περιπτώσεων και μάλιστα θα καταστήσει δυσμενέστερη την θέση των οφειλετών, όπως η ίδια, που είχαν καταβάλει το οφειλόμενο κεφάλαιο μαζί με τμήμα των προσαυξήσεών του πριν τον νόμο αυτό, σε σχέση με αυτούς, που αδιαφόρησαν και δεν είχαν καταβάλει κανένα ποσό, οι οποίοι μπορούν πλέον να απαλλαγούν από όλες τις προσαυξήσεις καταβάλλοντας εφάπαξ μόνο το οφειλόμενο κεφάλαιο. Ότι στην συνέχεια, επί της ανωτέρω ανακοπής της, εκδόθηκε η καταστάσα τελεσίδικη υπ' αρ. 15.655/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ακυρώθηκαν οι ως άνω επτά ταμειακές βεβαιώσεις, γιατί κρίθηκε ότι η συνολικού ποσού 279.456,50 ευρώ οφειλή της αποσβέστηκε κατά το ποσό των 255.000 ευρώ, πριν την έκδοση των ταμειακών βεβαιώσεων, με την μεταβίβαση στο εναγόμενο του ανωτέρω ακινήτου και κατά το υπόλοιπο ποσό των 24.456,50 ευρώ, που αφορά προσαυξήσεις, με την σύμφωνη με το άρθρο 51 του Ν. 4257/2014 υπ' αρ. πρωτ. 8428/30-5-2014 αίτησή της προς τον εναγόμενο, το δε δεδικασμένο της απόφασης αυτής καλύπτει την όλη οφειλή των προσαυξήσεων, και όχι μόνο το ποσό, που υπολειπόταν της αξίας του σε συμψηφισμό μεταβιβασθέντος ακινήτου, ύψους 24.456,50 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, βάσει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Δήμος Θήρας να της καταβάλει ως αχρεωστήτως καταβληθέν το ποσό των 92.716,44 ευρώ, που αφορά στις αχρεωστήτως καταβληθείσες εκ μέρους της προσαυξήσεις του κεφαλαίου, με την μεταβίβαση του ακινήτου (117.172,94 € - 24.456,50€), με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από 14-4-2014, δηλαδή από την ημερομηνία της θέσης σε ισχύ του Ν.4257/14, άλλως από 30-5-2014, δηλαδή από την ημερομηνία της αίτησης της προς τον εναγόμενο για απαλλαγή της από τις προσαυξήσεις, άλλως από 28-7-2014, δηλαδή από την ημερομηνία της όχλησης της προς τον εναγόμενο, πλέον των νομίμων τόκων επιδικίας από την επίδοση της αγωγής. Η αγωγή αυτή έγινε δεκτή με την υπ' αρ. 99/2017 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, που υποχρέωσε τον αναιρεσίβλητο Δήμο να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 92.716,44 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την 28/7/2014 και μέχρι την εξόφληση. Μετά την άσκηση έφεσης κατά της απόφασης αυτής από τον αναιρεσίβλητο, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε την έφεση και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη με την ακόλουθη αιτιολογία: "Η ένδικη αγωγή με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα είναι μη νόμιμη και απορριπτέα και τούτο διότι προϋπόθεση της απαλλαγής των προσαυξήσεων, με την εφάπαξ καταβολή του οφειλόμενου κεφαλαίου, είναι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη νομική σκέψη, ότι υφίσταται κατά τον χρόνο ψήφισης του παραπάνω νόμου (Ν4257/2014) εκκρεμής βεβαιωμένη και ληξιπρόθεσμη οφειλή προς τον ΟΤΑ και στην προκειμένη περίπτωση στις 14-4-2014, ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου αυτού στο ΦΕΚ, δεν υφίστατο εκκρεμής ληξιπρόθεσμη οφειλή της εφεσίβλητης - ενάγουσας εταιρίας προς τον εκκαλούντα - εναγόμενο Δήμο εκ των οφειλομένων μισθωμάτων, καθόσον αυτή (οφειλή) είχε ήδη καταβληθεί εκ μέρους της εφεσίβλητης - ενάγουσας στον εκκαλούντα - εναγόμενο Δήμο Θήρας, από τον χρόνο της μεταβίβασης του παραπάνω ακινήτου (22-6-2010), όπου συμψηφιστικά αποσβέστηκε η οφειλή της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης προς τον εναγόμενο Δήμο και ήδη εκκαλούντα για το ποσό των 255.000 €, όπως άλλωστε κρίθηκε τελεσίδικα και με την υπ'αριθμ. 15655/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και για το λόγο αυτό ακυρώθηκαν οι εκδοθείσες επτά ταμειακές βεβαιώσεις. Η μόνη οφειλή που υφίστατο εκ της ως άνω αιτίας εκ μέρους της εφεσίβλητης - ενάγουσας εταιρίας, στις 22-6-2010 προς τον εκκαλούντα Δήμο, ήταν το υπόλοιπο της οφειλής, που δεν συμψηφίστηκε και ανερχόταν στο ποσό των 24.456,50 € (279.456,50-255.000), για το οποίο, με την προαναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση, απηλλάγη η εφεσίβλητη, και δεν αποτελεί άλλωστε ένδικη οφειλή, καθώς δεν ζητείται αυτή με την ένδικη αγωγή. Σε κάθε περίπτωση όμως, σύμφωνα με την παράγραφο 12 του άρθρου 51 του ν. 4257/2014, ποσά που έχουν καταβληθεί μέχρι την υποβολή της αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση, δεν επιστρέφονται ούτε συμψηφίζονται και επομένως στην προκειμένη περίπτωση, το ποσό των αιτούμενων προσαυξήσεων εκ ποσού 92.716,44 €, (που) είχε ήδη καταβληθεί στις 22-6-2010, ήτοι πολύ πριν την ισχύ του νόμου αυτού και την υποβολή της σχετικής αίτησης εκ μέρους της εφεσίβλητης - ενάγουσας στις 30-5-2014 και επομένως δεν επιστρέφεται ούτε συμψηφίζεται". Από το περιεχόμενο της ανωτέρω απόφασης του Εφετείου προκύπτει ότι αυτό, για την απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας ως μη νόμιμης, διέλαβε δύο επάλληλες αιτιολογίες, κάθε μία των οποίων στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι: α) κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή η αναιρεσείουσα δεν υπάγεται στη ρύθμιση του άρθρου 51 του Ν. 4257/2014, γιατί δεν υφίστατο κατά τον χρόνο ψήφισης της διάταξης αυτής εκκρεμής βεβαιωμένη και ληξιπρόθεσμη οφειλή της για το κεφάλαιο, αλλά μόνο για μέρος των προσαυξήσεων ποσού 24.456,50 ευρώ και συνεπώς δεν απαλλάσσεται της καταβολής των ένδικων προσαυξήσεων ποσού 92.716,44 ευρώ και β) σε κάθε περίπτωση, δηλαδή για την περίπτωση που κριθεί ότι η αναιρεσείουσα υπάγεται στη ρύθμιση, δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει την επιστροφή, ως αχρεωστήτως καταβληθέντος, του επίδικου αυτού ποσού των 92.716,44 ευρώ, που αφορά στις καταβληθείσες προσαυξήσεις του κεφαλαίου, σύμφωνα με την παρ. 12 του άρθρου 51 του Ν. 4257/2014. Το Εφετείο κρίνοντας ότι η παρ. 12 του άρθρου 51 του Ν. 4257/2014 εφαρμόζεται και για την επίδικη καταβολή των προσαυξήσεων ποσού 92.716,44 ευρώ, ανεξαρτήτως της ολικής εξόφλησης του κεφαλαίου της οφειλής ποσού 162.283,56 ευρώ, και απορρίπτοντας έτσι την αγωγή ως μη νόμιμη με τη δεύτερη από τις ανωτέρω επάλληλες αιτιολογίες του, δεν παραβίασε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, κρίνοντας, εμμέσως, με την εφαρμογή της ότι είναι συνταγματική, ούτε και το άρθρο 4 του Συντάγματος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η διάταξη αυτή περιλαμβάνει γενική απαγόρευση επιστροφής στον οφειλέτη κάθε ποσού που κατέβαλε πριν την υποβολή της αίτησης για ρύθμιση, ανεξαρτήτως αν αυτό αφορά σε κεφάλαιο της οφειλής ή σε προσαυξήσεις και, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, δεν αντίκειται στη θεσπιζόμενη από το Σύνταγμα αρχή της ισότητας. Συνεπώς, οι δεύτερος, κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος, και τέταρτος, κατά το επικουρικό σκέλος, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμοι. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ, κατά την οποία χωρεί αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 και 341 § 2 του ίδιου Κώδικα, σαφώς προκύπτει, ότι "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη ιδρύει λόγο αναίρεσης, είναι οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάλυση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος ή του προβαλλόμενου με ένσταση τοιούτου, όχι δε και ισχυρισμοί, που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου ή στο ανίσχυρο τούτου, γιατί προσκρούει σε διάταξη του Συντάγματος (ΑΠ 1504/2018, ΑΠ 610/2015, ΑΠ 179/2002), αφού ο ισχυρισμός περί αντισυνταγματικότητας είναι νομικός ισχυρισμός και η μη λήψη αυτού υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο (ΑΠ 1660/2020, ΑΠ 776/2011). Επομένως, ο τέταρτος, κατά το κύριο σκέλος, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα με την αγωγή της ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό της, ότι η ανωτέρω διάταξη της παρ. 12 του άρθρου 51 Ν. 4257/2014 δεν πρέπει να εφαρμοσθεί, γιατί αντίκειται στη θεσπιζόμενη με το άρθρο 4 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, είναι απαράδεκτος. Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 68 Κ. Πολ. Δ., που ορίζει ότι δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, προς τα άρθρα 556, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ιδίου κώδικα, που ορίζουν ποια πρόσωπα δικαιούνται να ασκήσουν αναίρεση (άρθρο 556) και ποια είναι τα αναγκαία στοιχεία του αναιρετηρίου (άρθρο 566 παρ. 1), καθώς και την υποχρέωση του Αρείου Πάγου, μετά την εξέταση του παραδεκτού της αναίρεσης, να εξετάσει και το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 557 παρ.3), συνάγεται ότι, αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, εφ' όσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναίρεσης, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές αιτιολογίες θα πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς, γιατί η μη πληττόμενη ή η μη πληττόμενη αποτελεσματικά αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 25/1994, ΑΠ 1349/2022, ΑΠ ΑΠ 630/2020, ΑΠ 175/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την απόρριψη των ανωτέρω λόγων αναίρεσης, που πλήττουν τη δεύτερη από τις ανωτέρω αιτιολογίες της απόφασης, καθίστανται αλυσιτελείς και συνεπώς είναι αβάσιμοι και οι λοιποί λόγοι αναίρεσης με τους οποίους πλήττεται η πρώτη από τις ανωτέρω αιτιολογίες και ειδικότερα οι πρώτος και δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 1 (και όχι και 19) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 51 παρ. 1, 2, 3 και 4 Ν. 4257/2014, εξαιτίας της οποίας κρίθηκε ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε τις προϋποθέσεις να υπαχθεί στην επίδικη ρύθμιση της οφειλής της, καθώς και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην ίδια απόφαση η από τον αρ. 16 του ίδιου άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης του δεδικασμένου, που προκύπτει από την υπ' αρ. 15.655/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που έκρινε ότι η αίτηση της αναιρεσείουσας υπάγεται στη ρύθμιση του ανωτέρω άρθρου, γιατί το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι είναι μη νόμιμη η αγωγή, στηρίζει αυτοτελώς η δεύτερη από τις ανωτέρω αιτιολογίες της, η οποία δεν επλήγη αποτελεσματικά με τους ανωτέρω λόγους αναίρεσης που την αφορούσαν. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά την διάταξη του άρθρου 281 παρ.2 Ν.3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων", όπως αναφέρεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - Απορρίπτει την από 22/6/2020 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Φ. Α. Ε. Τ. και Ξ. «Ε. για αναίρεση της υπ' αριθ. 134/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. - Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και - Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή μειωμένων των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ