Αριθμός 836/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ε. συζ. Ε. Δ., το γένος Ο. Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Κουτσιλαίο. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. συζ. Θ. Ν., το γένος Β.-Θ., κατοίκου ..., 2) Β. Θ. του Δ., 3) Μ. Π. συζ. Α., το γένος Γ. Β., 4) Θ. Β. συζ. Ε., γένος Γ. Β., 5) Φ. Β. χήρας Γ., το γένος Δ. Κ., και 6) Δ. Β. του Α., κατοίκων ... . Η 1η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστείδη Τσακαλέα και οι λοιποί δεν παραστάθηκαν. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/8/2007 αγωγή του ήδη 2ου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αργαλαστής και συνεκδικάστηκε με την από 20/11/2007 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη 1ης αναιρεσίβλητης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 72/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/8/2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 17/1/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ., όπως η παρ.3 τροποποιήθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν ήδη εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Αν στη δίκη συμμετέχουν περισσότεροι, που συνδέονται με τον δεσμό της απλής ομοδικίας και κάποιος από αυτούς δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Στην προκειμένη περίπτωση η αναίρεση στρέφεται και κατά των Β. Θ., Μ. Π., Θ. Β., Φ. Β. και Δ. Β. οι οποίοι, συνδέονται με τον δεσμό της απλής ομοδικίας και όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο δεν παραστάθηκαν ούτε κατέθεσαν δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2, 573 Κ.Πολ.Δ.. Η επίσπευση της συζήτησης έγινε από την αναιρεσείουσα. Από την 4992Β/8-11-2012 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Βόλου ... προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήσης προς συζήτηση επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως στο δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Β. Θ., ενώ δεν αποδεικνύεται κλήτευση των απολειπομένων λοιπών αναιρεσιβλήτων. Συνεπώς πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση και ως προς τον νομίμως κλητευθέντα πρέπει η συζήτηση της αναίρεσης να προχωρήσει, ως εάν ήταν και αυτός παρών, να κηρυχθεί δε απαράδεκτη η συζήτηση αυτής ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους. Κατά το άρθρο 560 παρ.1 ΚΠολΔ, το οποίο είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 παρ.1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης κατ' άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, Β. Θ., άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αργαλαστής την από 27-8-2007 αγωγή κατά των 3ης, 4ης, 5ης, 6ου των αναιρεσιβλήτων και της αναιρεσείουσας περί αναγνωρίσεως δικαιώματος οιονεί νομής δουλείας διόδου, υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου του και σε βάρος του δουλεύοντος ακινήτου των εναγομένων, από την άσκηση του οποίου τον απέβαλαν οι τελευταίοι. Ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου η πρώτη αναιρεσίβλητη, Ασ. Ναβροζίδου, άσκησε την από 20-11-2007 κύρια παρέμβαση, που απηύθυνε κατά των αρχικών διαδίκων, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί αυτή οιονεί νομέας της ένδικης δουλείας διόδου. Το Ειρηνοδικείο, αφού συνεκδίκασε την αγωγή με την κύρια παρέμβαση 1) απέρριψε την αγωγή κατ' ουσίαν και 2) απέρριψε την κύρια παρέμβαση ως προς όλους τους καθ' ών (εναγόμενους και ενάγοντα) πλην της καθ' ής - εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας, ως προς την οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν την κύρια παρέμβαση, αναγνώρισε, την κυρίως παρεμβαίνουσα οιονεί νομέα πραγματικής δουλείας διόδου σε βάρος του ακινήτου της αναιρεσείουσας. Κατά της απόφασης αυτής του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, έφεση η ηττηθείσα, καθ' ής η κύρια παρέμβαση, την οποία έστρεφε καθ' όλων των διαδίκων και μόνον κατά το κεφάλαιο της αποφάσεως, που αφορούσε την απόρριψη της κύριας παρέμβασης, με σκοπό την εξαφάνιση της εκκαλούμενης ώστε να απορριφθεί κατ' ουσίαν η κύρια παρέμβαση. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, ως προς όλους τους εφεσίβλητους, πλην της αναιρεσείουσας, ως προς την οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κατά το μέρος που δέχθηκε ως νόμιμο το αίτημα της τελευταίας για την αφαίρεση της περίφραξης και κάθε άλλου εμποδίου από την είσοδο της επίδικης διόδου και δικάζοντας την κύρια παρέμβαση, δέχθηκε αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη, αναγνώρισε την παρεμβαίνουσα οιονεί νομέα πραγματικής δουλείας διόδου σε βάρος του δουλεύοντος ακινήτου της αναιρεσείουσας, την οποία και υποχρέωσε στην απόδοση της οιονεί νομής. Με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., που συνίσταται στην παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 261,263,975,987 και 992 Α.Κ., από τις οποίες ψευδώς ερμήνευσε τις δύο πρώτες και εσφαλμένα εφάρμοσε τις λοιπές το Πολυμελές Πρωτοδικείο με το να δεχθεί ότι "Μετά την περί τον μήνα Απρίλιο του 2005 απαγόρευση διέλευσης του Β.Θεοδοσίου (αρχικώς ενάγοντος) από το επίδικο τμήμα διόδου, αυτός άσκησε κατά των τεσσάρων τελευταίων εφεσιβλήτων και της εκκαλούσας αρχικά την από 14-3-2006 αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αργαλαστής για την προστασία της οιονεί νομής του στο επίδικο. Μετά την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας με την 16/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου, άσκησε κατά των ιδίων την από 27-8-2007 (υπό κρίσιν) αγωγή με το ίδιο αντικείμενο, η οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, με την εκκαλούμενη απόφαση, ενόψει της μεταβιβάσεως του εξυπηρετούμενου από την επίδικη δίοδο ακινήτου του στην κυρίως παρεμβαίνουσα, θυγατέρα του, με το .../26-6-2006 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Βόλου Ι. Γαλλέα με όλα τα δικαιώματα των δικαιοπαρόχων της σε αυτό, προσωπικά και εμπράγματα και τις σχετικές αγωγές καθώς και εκείνες που αποβλέπουν στην προστασία της νομής, ήτοι σε χρόνο, που ο δικαιοπάροχός της είχε ήδη ασκήσει την από 14-3-2006 αγωγή για την προστασία της οιονεί νομής του, που συζητήθηκε την 26-6-2000, βασίμως η κυρίως παρεμβαίνουσα διώκει την προστασία της οιονεί νομής της έναντι της εκκαλούσας (αναιρεσείουσας), που αρνήθηκε την απόδοση στον πατέρα της." και συνεπώς αφού ο αρχικώς ενάγων δικαιοπάροχος της πρώτης αναιρεσίβλητης και κυρίως παρεμβαίνουσας Β. Θ., είχε μεταβιβάσει σ' αυτήν το ουσιαστικό του δικαίωμα και όλες τις σχετικές με το δικαίωμα αυτό αγωγές στις 26-6-2006 σε χρόνο που είχε ήδη ασκήσει την πρώτη αγωγή που απορρίφθηκε ως αόριστη, η δε υπό κρίσιν αγωγή επαναφέρθηκε σε χρόνο που δεν ήταν αυτός δικαιούχος του ένδικου δικαιώματος της οιονεί νομής δουλείας διόδου, δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 263 Α.Κ. και να θεωρηθεί ότι διακόπηκε η παραγραφή της ένδικης αξίωσης της αναιρεσίβλητης κυρίως παρεμβαίνουσας με την προηγούμενη αγωγή και έτσι επήλθε η παραγραφή αυτής κατ' άρθρο 992 Α.Κ. και για το λόγο αυτό δεν ήταν εφαρμοστέες οι διατάξεις των άρθρων 975, 987 ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε εσφαλμένα. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθ' όσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν ασχολήθηκε με την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, των άρθρων 261, 263 και 992 ΑΚ, οι οποίες λόγω ελλείψεως σχετικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας με λόγο εφέσεως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.) του δικογράφου αυτής (έφεσης), περί παραγραφής και μη διακοπής αυτής, με την επανέγερση της υπό κρίσιν αγωγής εντός εξαμήνου από την απόρριψη ως αόριστης της πρώτης αγωγής του δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης, επειδή δεν ήταν αυτός δικαιούχος του ένδικου δικαιώματος κατά το χρόνο άσκησής της, δεν ήταν εφαρμοστέες. Η αναφορά στις δικαστικές ενέργειες του δικαιοπαρόχου της κυρίως παρεμβαίνουσας, αρχικώς ενάγοντος, έγινε διηγηματικώς και στα πλαίσια της πραγματικής επιχειρηματολογίας του δικαστηρίου, προς υποδήλωση της άσκησης οιονεί νομής από τον ίδιο, δουλείας διελεύσεως από την επίδικη εδαφική λωρίδα του ακινήτου της αναιρεσείουσας υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου του, πριν από το χρόνο μεταβίβασης τούτου στην αναιρεσίβλητη. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της πρώτης αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), που παραστάθηκε. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 30-8-2010 αίτησης της Ευαγγελίας Δρογγίτη περί αναιρέσεως της 70/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου ως προς τους αναιρεσίβλητους Μ. Π., Θ. Β., Φ. Β. και Δ. Β.. Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της πρώτης αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ