Αριθμός 14/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Τσουλό-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, τη 19η Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Δημήτριο Τοπαλίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Κ. του Γ. και της Α., κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό, η δικηγόρος Αικατερίνη Πελέκη, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 10-10-2020 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 66/1/2020 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Αγρινίου Αιτωλοακαρνανίας, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν η μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμος αυτού, Π. Κ., το γένος Χ. και Σ. Σ., κάτοικος ... η οποία εκπροσωπήθηκε από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-2011 αγωγή του αποβιώσαντος Δ. Κ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 640/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7210/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-12-2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Τσουλός, ανέγνωσε, την από 20-9-2021 έκθεση της ήδη αποχωρησάσης από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Σοφίας Πολύζου-Θεοχαρίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη από 21-12-2015 (αρ. κατ. 1263/2015) αίτηση, για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 7210/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α, 287 παρ. 1, και 290 του Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 του Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από την γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο, με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως, από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει την δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος. Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκούσια, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των προσώπων τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στην δικονομική του θέση. Εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει τη δίκη στη θέση του διαδίκου, στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επαναλήψεως και η δίκη συνεχίζεται κανονικά. Στην προκειμένη περίπτωση, η πληρεξουσία δικηγόρος του αναιρεσιβλήτου Αικατερίνη Πελέκη, με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, γνωστοποίησε το θάνατο του αναιρεσίβλητου Δ. Κ. του Γ., που έλαβε χώρα την 10-10-2020, δήλωσε δε ότι τη δίκη συνεχίζει, ως μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμος του, η σύζυγος του θανόντος Π. Κ., το γένος Χ. και Σ. Σ.. Ο θάνατος και η συγγενική σχέση προκύπτουν από τη με αριθμό 66/11-10-2020 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιαρχείου Δ. Ε Στράτου Δήμου Αγρινίου και από το με αριθμό πρωτοκόλλου 49520/4-11-20 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Αγρινίου καθώς και από το υπ'αριθμ. 455/2021 πρακτικό δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης και τα με αριθμ. 4153/6-9-2022 πιστοποιητικά του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας, καθώς και το υπ'αριθμ. 1554/15-9-2022 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Αθηνών, περί μη δημοσίευσης διαθήκης. Επομένως, η συζήτηση της αναίρεσης χωρεί νόμιμα με την ανωτέρω μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμο του αρχικού αναιρεσιβλήτου, η οποία συνεχίζει τη δίκη αντ' αυτού, ενώ τα παραπάνω δεν αμφισβητούνται από το αναιρεσείον. Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αν το Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (ΟλΑΠ 18/1998). Η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή, η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή, η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14, αντιστοίχως, του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ' αυτή ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας. Προκειμένου, ειδικότερα, περί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα προβλεπόμενα κατά το άρθρο 1094 ΑΚ, 70, 118 και 216 ΚΠολΔ στοιχεία και ακριβής περιγραφή του επίδικου ακινήτου, δηλαδή, ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια και, μάλιστα τόσο λεπτομερής, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του. Δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται οι όμοροι ιδιοκτήτες, οι πλευρικές διαστάσεις, το σχήμα και ο ακριβής προσανατολισμός του ακινήτου, ούτε να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα (ΑΠ 301/2017). Όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση του διεκδικούμενου αυτού τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, του οποίου έχει γίνει ακριβής περιγραφή και τα όριά του, ώστε να είναι δυνατόν στον εναγόμενο μεν να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου και όχι ασαφούς επιδίκου αντικειμένου, στο δικαστήριο δε να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτέλεσης. Η ανωτέρω αοριστία δεν μπορεί να θεραπευθεί με τις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή σχεδιαγράμματα, εάν δεν προσαρτώνται στην αγωγή. Η περιγραφή όμως του ακινήτου μπορεί να γίνει και με την αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα (ΑΠ 9/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της από 12-3-2011 αγωγής του αναιρεσίβλητου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), αυτός εξέθετε ότι είναι κύριος του υπ' αριθμ. .. του … οικοδομικού τετραγώνου αγροτεμαχίου, το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." της περιφέρειας του ... έκτασης 256,50 τ.μ, όπως αυτό εμφαίνεται στο από Απριλίου 1965 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Α. Α., το οποίο προσαρτάται στο υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Παπακυριτσόπουλου, που συνορεύει αρκτικώς με το υπ' αριθμ. .. αγροτεμάχιο του αυτού τετραγώνου και σχεδιαγράμματος επί πλευράς μέτρων 18,40, μεσημβρινώς με ιδιωτική οδό πλάτους 7 περίπου, επί προσώπου μέτρων 17,60, ανατολικώς με το υπ' αριθμ. … αγροτεμάχιο του αυτού τετραγώνου και σχεδιαγράμματος επί πλευράς μέτρων 14,50 και δυτικώς με ιδιωτική οδό πλάτους 7 περίπου, επί προσώπου μέτρων 14. Σύμφωνα δε με το από Μαρτίου 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Η. Μ., η ως άνω ιδιοκτησία του συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία αγνώστου επί πλευράς μέτρων 18,40, νότια με την οδό ... μέσου πλάτους 4,50 μ. επί προσώπου μέτρων 17,60, ανατολικώς με ιδιοκτησία αγνώστου επί πλευράς μέτρων 14,50 και δυτικώς με οδό ... μέσου πλάτους 6,5 μ. περίπου επί προσώπου μέτρων 14. Ότι το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα του με αγορά από τους Α. Κ. και Α. Κ., δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου αγοραπωλησίας του- συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Παπακυριτσόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σπάτων, στον τόμο … και αρ. …, στους δε δικαιοπαρόχους του (Α. και Α. Κ.), το πιο πάνω ακίνητο περιήλθε κατά ποσοστό1/2 εξ αδιαιρέτου σε καθένα απ' αυτούς, σε μεγαλύτερη έκταση από την Μ. χήρα Α. Μ., δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κρωπίας Περικλέους Καλάρη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Κρωπίας, στον τόμο .. (ΚΘ') και αρ. …. το έτος 1920 και επαναμεταγράφηκε στον τόμο .. και αρ. … το έτος 1963 κατόπιν πυρκαιάς του ως άνω υποθηκοφυλακείου και καταστροφής του αρχείου και στην δικαιοπάροχο αυτών το ως άνω ακίνητο περιήλθε από το σύζυγό της Α. Μ., δυνάμει του υπ' αριθμ. ... πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Αντωνιάδου. Εξιστορούσε επίσης ότι ο ίδιος από το έτος 1980 αλλά και οι παραπάνω δικαιοπάροχοί του τουλάχιστον από το έτος 1873, κατέχουν συνεχώς το ως άνω ακίνητο, ασκώντας επ' αυτού τις ειδικότερα αναφερόμενες πράξεις νομής, διανοία κυρίου, με τα προσόντα της τακτικής άλλως της έκτακτης χρησικτησίας, με καλή πίστη και νόμιμους τίτλους, χωρίς να αμφισβητηθούν από κανένα τα δικαιώματά τους αυτά. Τέλος εξέθετε ότι η περιοχή του ... στην οποία βρίσκεται το ακίνητό του, εντάχθηκε στο Εθνικό Κτηματολόγιο και κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, αναγράφηκε ως δικαιούχος της κυριότητας τμήματος του ανωτέρω ακινήτου, εμβαδού 210 τ.μ, με αριθμ. ΚΑΕΚ ... αμφισβητώντας την κυριότητα του ενάγοντος επ' αυτού, ενώ τμήμα του ιδίου ακινήτου, εμβαδού 48 τ.μ, εμφανίζεται ως ιδιοκτησία αγνώστου, με αριθμ. ΚΑΕΚ ... Ζήτησε δε, να αναγνωριστεί η κυριότητά του επί του επιδίκου τμήματος, εμβαδού 210 τ.μ του ανωτέρω αγροτεμαχίου και να γίνει διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα σχετικά κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Σπάτων. Η αγωγή αυτή, ως προς την περιγραφή του επίδικου ακινήτου είναι ορισμένη και πλήρης, ώστε να μη γεννάται καμιά αμφιβολία περί της ταυτότητας αυτού, αφού αναφέρονται με σαφήνεια η θέση, η έκταση και τα όρια με τα οποία συνορεύει το επίδικο ακίνητο και ως προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, καθώς και ο αριθμός του αγροτεμαχίου και το οικοδομικό τετράγωνο στο οποίο βρίσκεται, καθώς και ο αριθμός ΚΑΕΚ του επί μέρους τμήματος των 210 τ.μ μη απαιτουμένων, άλλων επιπλέον στοιχείων, δηλαδή το εμβαδόν, ο προσανατολισμός, τα όρια και η γεωγραφική θέση του μεγαλύτερου ακινήτου, το οποίο είχε περιέλθει στους δικαιοπαρόχους του, ούτε και ο προσανατολισμός, τα όρια και η θέση του επίδικου ακινήτου σε σχέση με το ως άνω ευρύτερο ακίνητο, το γεγονός δε ότι τα μνημονευόμενα τοπογραφικά διαγράμματα, στα οποία εμφαίνεται το επίδικο ακίνητο δεν προσαρτήθηκαν στην αγωγή, δεν την καθιστά αόριστη ως προς την περιγραφή του. Επομένως, το Εφετείο απορρίπτοντας το σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος για αοριστία της αγωγής ως αβάσιμο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, της παρά τον νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου και συνεπώς, ο σχετικός πρώτος, λόγος αναίρεσης του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ και σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο παραβίασε την διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ, διότι δεν έκρινε αόριστη την ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου για τους προαναφερόμενους λόγους, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι η παραβίαση κανόνων δικονομικού δικαίου δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1330/2007) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/1999, Ολ ΑΠ 32/1996). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποιό δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκεια τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποιά αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει (ΑΠ 1199/2018). Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί διαλαμβάνει ανεπαρκή, αλλά και αντιφατική αιτιολογία για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ήτοι ως προς το ζήτημα του δασικού ή αγροτικού χαρακτήρα της επίδικης έκτασης και της ευρύτερης έκτασης στην οποία αυτή εντάσσεται καθώς και των συνακόλουθων πράξεων νομής, τις οποίες οι δικαιοπάροχοι του αναιρεσίβλητου φέρονται να άσκησαν επ' αυτής. Ειδικότερα σύμφωνα με το λόγο αυτό, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του, δεν αποφάνθηκε καθόλου όχι μόνο ως προς την έκταση, τη θέση και τα όρια της ευρύτερης έκτασης που αναφέρεται στους φερόμενους τίτλους του αντιδίκου αλλά κυρίως ως προς το χαρακτηρισμό της φύσης της ευρύτερης έκτασης, εντός της οποίας εντοπίζεται η επίδικη έκταση, τόσο εξελικτικά, κατά την περίοδο των ετών, από το έτος 1873, οπότε εντοπίζεται χρονικά ο πρώτος τίτλος της φερόμενης ως απώτατης δικαιοπαρόχου του αναιρεσίβλητου, Μ. Μ. και εντεύθεν. Ειδικότερα, το Εφετείο, όλως ασαφώς δέχθηκε μεν ότι η επίδικη έκταση έχει αγροτικό χαρακτήρα, χωρίς όμως να βεβαιώνει ότι η ευρύτερη έκταση, στην οποία η επίδικη εντάσσεται, έχει αγροτικό χαρακτήρα, παρά το γεγονός ότι ο χαρακτηρισμός μιας έκτασης ως δασικής ή αγροτικής κρίνεται πρωτίστως σε συνάρτηση και με το χαρακτήρα της ευρύτερης περιοχής, στην οποία αυτή εντάσσεται. Ειδικότερα αυτή δέχεται ότι η ευρύτερη έκταση, όπου εντάσσεται το επίδικο, στις αεροφωτογραφίες του έτους 1939 είχε διακριτές καλλιεργήσιμες εκτάσεις, παραδεχόμενη ουσιαστικά με αυτό τον τρόπο, ότι η ευρύτερη έκταση στο σύνολο της δεν είχε χαρακτήρα αγροτικό παρά μόνο ότι υπήρχαν διάσπαρτες καλλιεργούμενες εκτάσεις εντός αυτής, ενώ όλως ασαφώς και αντιφατικώς, ενώ αδυνατεί να προβεί σε επακριβή καθορισμό της φύσης της ευρύτερης έκτασης εντός της οποίας εντοπίζεται το επίδικο, παραλλήλως κάνει δεκτό ότι πρόκειται περί αγροτικής εκτάσεως εντός της οποίας ασκούντο οι πράξεις νομής και ειδικότερα καλλιέργειες τόσο στην επίδικη, όσο και στην ευρύτερη έκταση. Ο λόγος αυτός, είναι, προεχόντως, αόριστος και, συνεπώς, απαράδεκτος, επειδή δεν αναφέρονται σ' αυτόν οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, ενώ διαλαμβάνονται αποσπασματικές και μεμονωμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 3, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιό λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ. ΑΠ 32/1996). Για το ορισμένο, επίσης, του λόγου της αναίρεσης σε περίπτωση παραβίασης περισσότερων της μίας διατάξεων πρέπει να εξειδικεύονται για καθεμιά απ' αυτές οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου και το υπαγωγικό σφάλμα του τελευταίου. Η από τον παραπάνω λόγο αοριστία του δικογράφου της αναίρεσης, η οποία επάγεται την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης (άρθρο 562 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ) δεν μπορεί, όπως, άλλωστε και κάθε αοριστία οποιουδήποτε εισαγωγικού δικογράφου της δίκης, να αναπληρωθεί από στοιχεία κείμενα εκτός του αναιρετηρίου, ούτε, ειδικότερα, από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση, που προσβάλλεται με την αναίρεση, γιατί, μεταξύ άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιές από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι αυτές, που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και, συνακόλουθα, μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που να μη το συνιστούν και να απορριφθεί από το λόγο αυτό η αναίρεση, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, αλλά δεν τις εξειδίκευσε στο αναιρετήριο, μπορεί να ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2 του Α.Ν 1539/1938 και 58 του ΝΔ 86/1969, τις οποίες παραβίασε το δικαστήριο της ουσίας δεχόμενο ότι "...δεν ασκεί έννομη επιρροή ο ειδικότερος ισχυρισμός που προβάλλει το εναγόμενο με την έφεσή του, κατά τον οποίο το επίδικο βρίσκεται εντός μείζονος εδαφικής έκτασης 27.463 τ.μ και 308,10 τ.μ, που αποτελεί δημόσια δασική έκταση και έτσι εμφαίνεται στον Προσωρινό Κτηματικό Χάρτη (Π.Κ,Χ) του ... που αναρτήθηκε την 23-10-1982 και εμπίπτει εντός της έκτασης που στον Προσωρινό Κτηματολογικό Πίνακα (Π.Κ.Π) που τον συνοδεύει χαρακτηρίζεται ως δασική, ο οποίος (χάρτης) παραμένει σε ισχύ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 28 του ν. 2664/1998, ακόμη και αν αυτός ο ισχυρισμός υποτεθεί αληθής, αφού με έκτακτη χρησικτησία συμπληρωθείσα μέχρι 11-9-1915 σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, καταλύεται η κυριότητα του τελευταίου και επί δασικών εκτάσεων, οι οποίες δεν ήταν ανεπίδεκτες χρησικτησίας μέχρι την πιο πάνω χρονολογία". Πλην όμως, μολονότι παρατίθενται σ' αυτόν οι πιο πάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, δεν εξειδικεύεται το υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου, δηλαδή, αν η παραβίαση της καθεμιάς από τις προμνημονευόμενες διατάξεις οφείλεται σε ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή της και δεν διαλαμβάνονται σ' αυτόν όλες οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο, υπό τα οποία και συντελέστηκαν οι φερόμενες ως παραβιάσεις του νόμου, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν οι αιτιάσεις που προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό αλλά εκτίθενται επιλεκτικά και αποσπασματικά κάποιες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης. Με βάση τα δεδομένα αυτά δεν μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης από την άποψη της ευθείας παραβίασης των παραπάνω κανόνων του ουσιαστικού δικαίου. Συνεπώς ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος ως απαράδεκτος. Ενόψει όλων των παραπάνω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου που χάνει τη δίκη, μειωμένα όμως, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. ν. 3693/1957 (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21.12.2015 (αριθ. εκθ. καταθ. 1263/2015) αίτηση για την αναίρεση της υπ'αριθμ. 7210/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που ορίζει σε τριακόσια (300 ) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Νοεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ