Αριθμός 1829/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Διονυσία Νίκα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Ε.Π.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "... Ε.Π.Ε.", η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ... του Ε. και 3) Α. Κ. του Ι., συζύγου ..., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Λύτρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "SPECIAL FINANCIAL SOLUTIONS ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και τον διακριτικό τίτλο "SPECIAL FINANCIAL SOLUTIONS ΜΑ.Ε.Δ.Α.Δ.Π.", που εδρεύει στην Αθήνα. Η πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σιαφάκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κυριακίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-1-2018 ανακοπή και τον από 9-3-2018 πρόσθετο λόγο ανακοπής των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 286/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 894/2021 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-5-2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθ. 894/2021 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης: Κατόπιν της από 02/0/2017 αιτήσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", ως ειδικής διαδόχου της "Cyprus Popular Bank CO LTD", όπως μετονομάσθηκε η "ΜΑRFIN POPULAR BANK CO LTD", καθολική διάδοχος, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση, της "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΕ") εκδόθηκε κατά των καθών η αίτηση και ήδη αναιρεσειόντων η υπ'αριθμ.9714/2017 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκαν αυτοί να καταβάλουν στην αιτούσα και νυν πρώτη αναιρεσίβλητη, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 6.000.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, ως οφειλόμενο υπόλοιπο από την ...-00/2/28.7.2008 σύμβαση πίστωσης και τις πρόσθετες αυτής πράξεις, στις οποίες η πρώτη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία συμβλήθηκε ως πιστούχος, οι δε λοιποί ως εγγυητές, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον ως αυτοφειλέτες. Κατά της παραπάνω διαταγής πληρωμής οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από 3.1.2018 ανακοπή και τον από 9/3/2018 πρόσθετο λόγο ανακοπής, ζητώντας την ακύρωση της διαταγής πληρωμής για τους αναφερόμενους στα παραπάνω δικόγραφα λόγους. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 286/2019 οριστική απόφασή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε την διαταγή πληρωμής, κατ' αποδοχήν ως ουσιαστικά βασίμου εν μέρει του πρώτου λόγου της ανακοπής και δη κατά το υπό στοιχεία (β περ.3) και (γ περ.2, 3) σκέλος του, όπως η απόφαση χαρακτηρίζει, ενώ απέρριψε τον ανωτέρω πρώτο λόγο, κατά το έτερο σκέλος του, και τους λοιπούς λόγους της ανακοπής καθώς και τον πρόσθετο λόγο αυτής. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν έφεση: 1) η καθής η ανακοπή και εδώ πρώτη αναιρεσίβλητη "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" και 2) η δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με τον δ.τ "SPECIAL FINANCIAL SOLUTIΟΝS M.A.E.Δ.A.Δ.Π", ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της εταιρείας ειδικού σκοπού "AMOEBA ISSUER DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", η οποία ήταν ειδική διάδοχος της "ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ". Επί της εν λόγω εφέσεως εκδόθηκε η υπ' αριθ. 894/2021 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο κρίνοντας επί του πρώτου λόγου της ανακοπής, που είχε γίνει εν μέρει δεκτός, και ο οποίος μόνον εφέρετο ενώπιόν του προς κρίση (δοθέντος ότι οι λοιποί λόγοι απορρίφθηκαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο χωρίς να ασκηθεί έφεση από τους ανακόπτοντες), δέχθηκε ως βάσιμο το σχετικό λόγο της έφεσης των καθών η ανακοπή - αναιρεσίβλητων και αφού εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την ανακοπή και επικύρωσε την διαταγή πληρωμής. Την απόφαση αυτή προσβάλλουν οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Είναι, επομένως, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 του ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 312/2023). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 4/2019, ΟλΑΠ 8/2018). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο προβλεπόμενος στην διάταξη αυτή αναιρετικός λόγος αφορά σε δικονομικές μόνο ακυρότητες, δηλαδή εκείνες οι οποίες ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ1383/2021), και δεν αφορά σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου. Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, Α.Π 480/2020, ΑΠ 175/2019). Έτσι, με τον λόγο αυτό ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της άσκησης των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων έφεσης, της αντέφεσης, των ανακοπών (άρθρ.583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018). Ο παραπάνω λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 34/2023, ΑΠ480/2020,) ενώ οι ακυρότητες από την παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχονται μέσω του προβλεπόμενου από τον αριθμό 1 του ιδίου άρθρου λόγου αναίρεσης (ΑΠ 99/2020, ΑΠ 1371/2020). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 623 ΚΠολΔ (όπως ίσχυε πριν από τον Ν.4335/2015) "κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 αυτού, μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο". Επίσης, από τις διατάξεις των παρ. 1 και 3 του άρθρου 626 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής, που καταθέτει ο δικαιούχος της απαιτήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ) στη γραμματεία του δικαστηρίου, πρέπει να περιέχει, εκτός άλλων στοιχείων, την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων με τους τυχόν οφειλομένους τόκους των οποίων ζητείται η καταβολή και πρέπει να επισυνάπτονται σ αυτήν όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της, καθώς και το πρόσωπο του δικαιούχου και του οφειλέτη (ΑΠ 784/1994). Αν δεν προσκομισθούν στον αρμόδιο δικαστή, το αργότερο πριν την έκδοση της διαταγής πληρωμής τα παραπάνω έγγραφα ο δικαστής οφείλει, κατ' άρθρο 628 παρ.1α ΚΠολΔ, να απορρίψει τη σχετική αίτηση ως απαράδεκτη. Αν δε παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋποθέσεως εκδοθεί διαταγή πληρωμής, αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του καθ' ού η διαταγή, κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ. (ΑΠ 123/2023, ΑΠ 1133/2022, ΑΠ 1414/2022). Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής, στην περίπτωση αυτή, απαγγέλλεται, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της υπάρξεως και της δυνατότητας αποδείξεως της ουσιαστικής απαίτησης με άλλα μέσα (ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 694/2022, ΑΠ 341/2021, ΑΠ 1094/2020) ή με τη βραδύτερη προσαγωγή των ως άνω αποδεικτικών εγγράφων. Έτσι, το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή, αν από τα έγγραφα, που προσκομίστηκαν μέχρι την ημέρα εκδόσεως της διαταγής πληρωμής, δεν αποδεικνύεται η απαίτηση και το ποσό της οφείλει να δεχθεί το αίτημα της ανακοπής και να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, διαφορετικά υποπίπτει στην εκ του άρθρου 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, χωρίς όμως η απόφαση αυτή να παράγει δεδικασμένο ως προς την ύπαρξη της απαιτήσεως, η οποία δεν διαγνώσθηκε (ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 302/2023, ΑΠ 433/2022). Με το ν. 3156/2003 "Ομολογιακά δάνεια, Τιτλοποίηση απαιτήσεων από ακίνητα κλπ" ρυθμίστηκε νομοθετικά η τιτλοποίηση απαιτήσεων, ρύθμιση η οποία, όπως ρητά αναφέρεται και στην οικεία εισηγητική έκθεση, κρίθηκε απαραίτητη για τον εκσυγχρονισμό των χρηματοδοτικών τεχνικών στην Ελλάδα προς όφελος των ελληνικών επιχειρήσεων και της οικονομίας. Η τιτλοποίηση απαιτήσεων αποτελεί έναν ιδιαίτερα διαδεδομένο τρόπο χρηματοδότησης στην αλλοδαπή, καλύπτοντας καταρχήν απαιτήσεις από στεγαστικά δάνεια, και στη συνέχεια πάσης φύσεως επιχειρηματικές απαιτήσεις, που αποτελούν μια από τις πλέον διαδεδομένες περιπτώσεις τιτλοποιήσεων διεθνώς. Στην πιο απλή μορφή της, η τιτλοποίηση συνίσταται στην εκχώρηση (μεταβίβαση λόγω πωλήσεως) απαιτήσεων από έναν ή περισσότερους τομείς δραστηριότητας μιας εταιρίας προς μια άλλη εταιρία, την λεγόμενη εταιρεία ειδικού σκοπού, η οποία έχει ως ειδικό σκοπό την αγορά των εν λόγω απαιτήσεων έναντι τιμήματος. Το τίμημα καταβάλλεται από το προϊόν της διάθεσης σε επενδυτές ομολογιών, στο πλαίσιο ομολογιακού δανείου, το οποίο η λήπτρια εταιρία εκδίδει για το σκοπό αυτό και το διαθέτει σε τρίτους (επενδυτές) και στη συνέχεια με το αντίτιμο των ομολόγων εξοφλεί το τίμημα της αγοράς. Λογική συνέπεια της εκχώρησης και απόκτησης των απαιτήσεων από την εταιρεία ειδικού σκοπού είναι η αξιοποίηση και διεκδίκηση των απαιτήσεων αυτών από την εν λόγω εταιρεία. Ωστόσο, η εταιρεία ειδικού σκοπού δεν έχει τη δυνατότητα να πράξει κάτι τέτοιο, καθόσον δεν διαθέτει τις απαραίτητες εγκαταστάσεις και μηχανισμούς καθώς και το προσωπικό, προκειμένου να αναλάβει η ίδια, για λογαριασμό της, την είσπραξη των απαιτήσεων, τον υπολογισμό των ρευστοποιήσεων και την τήρηση του πλάνου πληρωμών. Γι' αυτό, κατά κανόνα, η διαχείριση των απαιτήσεων και η εν γένει εποπτεία και διεκδίκηση των πληρωμών ανατίθενται από την εταιρεία ειδικού σκοπού σε άλλο πρόσωπο, τον διαχειριστή (servicer), ο οποίος αναλαμβάνει τη διαχείριση και είσπραξη (servicing) των απαιτήσεων, προκειμένου αυτές να ρευστοποιηθούν στα συμφωνημένα χρονοδιαγράμματα και να προκαλέσουν την αναμενόμενη αποπληρωμή των τίτλων που έχουν εκδοθεί. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ.14 του ν. 3156/2003, "Η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζομένων απαιτήσεων μπορεί να ανατίθεται με σύμβαση εντολής/διαχείρισης από την αποκτώσα εταιρεία ειδικού σκοπού με έγγραφη σύμβαση, σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, νομίμως λειτουργούν στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, στον μεταβιβάζοντα ή και σε τρίτο εφόσον ο τελευταίος είτε είναι εγγυητής των εν λόγω απαιτήσεων, είτε ήταν επιφορτισμένος με τη διαχείριση ή την είσπραξή τους πριν τη μεταβίβαση), κατά δε την παρ. 16 του ιδίου άρθρου "Στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 2844/200 της έδρας του μεταβιβάζοντος σημειώνεται η σύμφωνα με την παρ.14 ανάθεση της διαχείρισης και κάθε σχετική μεταβολή". Επίσης, με το άρθρο 1 παρ. 1α του ν.4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 4643/2019, που ρύθμισε ειδικότερα τα μη εξυπηρετούμενα τραπεζικά δάνεια, ορίζεται ότι "η διαχείριση των απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις που χορηγούνται ή έχουν χορηγηθεί από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, καθώς και των απαιτήσεων εταιρειών προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, εκτός των αναφερόμενων στην περίπτωση δ της παραγράφου 5 του άρθρου 2 του ν. 4261/2014, ανατίθεται στους κατωτέρω, ως προς μεν τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα αποκλειστικά, ως προς δε τις εταιρείες προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας δυνητικά: αα) σε ανώνυμες εταιρίες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις, ειδικού και αποκλειστικού σκοπού,....ββ)... Αντικείμενο της δραστηριότητάς τους ορίζεται η διαχείριση των απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, που χορηγούνται ή έχουν χορηγηθεί από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα (καθώς και απαιτήσεων εταιρειών προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας), οι οποίες (απαιτήσεις) μπορεί να είναι είτε καθυστερούμενες είτε ενήμερες. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 1 περ. γ του ως άνω ν. 4354/2015, "Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και, μετά τη μεταβίβασή τους, οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ.4 του ως άνω ν.4354/2015 "Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α' 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Αμφότεροι οι παραπάνω νόμοι 3156/2003 και 4354/2015 έχουν παραπλήσιο αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής, καθώς και οι δύο καθορίζουν τις προϋποθέσεις για τη μεταβίβαση-πώληση των απαιτήσεων από τους φορείς τους προς τρίτους (ειδικά δε στην περίπτωση του ν.4354/2015 των τραπεζικών απαιτήσεων), με τη διαφοροποίηση ότι στην περίπτωση του ν. 3156/2003, μετά την πώληση ακολουθεί το στάδιο της έκδοσης ομολογιών (τιτλοποίησης), και ρυθμίζουν τη διαχείριση και την είσπραξη των απαιτήσεων αυτών από εταιρείες διαχείρισης. Ωστόσο ο ν. 4354/2015 περιέχει πληρέστερο ρυθμιστικό πλαίσιο, για το καθεστώς λειτουργίας των εταιρειών διαχείρισης, τόσο στο πεδίο του ουσιαστικού όσο και στο πεδίο του δικονομικού δικαίου. Αν και κατά το γράμμα της διάταξης του άρθρου 10 παρ. 14 εδ. α' του ν.3156/2003, η ανάθεση από την εταιρεία ειδικού σκοπού της διαχείρισης σε εταιρεία διαχείρισης είναι δυνητική, ενώ στην περίπτωση της μεταβίβασης τραπεζικών απαιτήσεων υπό τον ν.4354/2015, είναι υποχρεωτική (βλ. άρθρο 1 παρ. 1 στ. γ' ν. 4354/2015), εντούτοις, το συνήθως συμβαίνον και υπό τον ν.3156 /2003, αποτελεί η ανάθεση της διαχείρισης σε έτερο πρόσωπο. Η ανάθεση των καθηκόντων στο διαχειριστή γίνεται δυνάμει έγγραφης σύμβασης, όπως ρητά ορίζεται στο άρθρο 10 παρ. 14 εδ. α' του ν. 3156/2003, η οποία συνάπτεται ανάμεσα στο φορέα και δικαιούχο των απαιτήσεων, ήτοι την εταιρεία ειδικού σκοπού και το πρόσωπο στο οποίο ανατίθεται η διαχείριση των απαιτήσεων (διαχειριστή της απαίτησης). Ο διαχειριστής της απαίτησης αποτελεί διακριτό μέρος της διαδικασίας τιτλοποίησης, και στη συνδρομή αυτού στηρίζεται η επιτυχία της όλης διαδικασίας, έχει δε, ως εκ τούτου, εξόχως σημαντικές αρμοδιότητες. Η γραμματική διατύπωση του άρθρου 10 παρ. 14 Ν.3156/2003, μπορεί ευχερώς να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι τα καθήκοντα του διαχειριστή περιορίζονται στη ρευστοποίηση των απαιτήσεων και τη γενικότερη αξιοποίησή τους. Η αυστηρή όμως προσήλωση στην γραμματική διατύπωση της εν θέματι διάταξη ενέχει τον κίνδυνο παρερμηνειών ως προς το εύρος των δικαιωμάτων και αρμοδιοτήτων του διαχειριστή. Ο διαχειριστής αναλαμβάνει τη διαχείριση και είσπραξη των απαιτήσεων, προκειμένου να δημιουργηθεί η κατάλληλη ροή πληρωμών που θα οδηγήσει στην αποπληρωμή των ομολογιών εντός των καθορισμένων χρονικών ορίων. Εκ τούτου παρέπεται ότι ο διαχειριστής έχει ένα εκτενές φάσμα αρμοδιοτήτων και δικαιωμάτων. Πρωτίστως, αναλαμβάνει την είσπραξη των απαιτήσεων της εταιρείας ειδικού σκοπού από τους οφειλέτες, κατά κεφάλαιο και τόκους, σύμφωνα με το ληξιπρόθεσμο χαρακτήρα των απαιτήσεων και τους ειδικότερους όρους αποπληρωμής. Στα πλαίσια αυτά η αρμοδιότητα του διαχειριστή εσωκλείει κάθε είδους εξωδικαστική και δικαστική ενέργεια, ώστε να επιτευχθεί η ρευστοποίηση της απαίτησης στο ύψος της αξίας της και εκτελεί αυτός όλες τις εξωδικαστικές διαχειριστικές (νομικές ή υλικές) πράξεις με σκοπό την είσπραξη της απαίτησης (ΑΠ 1871/2022). Υπό αυτό το πρίσμα στην έννοια της "διαχείρισης της απαίτησης" από την εταιρεία διαχείρισης εμπεριέχεται αναμφίβολα και η καταγγελία της δανειακής σύμβασης. Με την καταγγελία λύεται η σύμβαση του δανείου και επομένως ενεργοποιείται ο συμβατικός όρος, που παρέχει στο δανειστή το δικαίωμα να αξιώσει την άμεση πληρωμή από τον οφειλέτη ολοκλήρου του οφειλομένου κεφαλαίου, καθώς και τους τόκους υπερημερίας από την καταγγελία (ΑΠ 1432/2022, ΑΠ 1185/2019). Αποτελεί έτσι, η καταγγελία πράξη που κατατείνει στην επιδίωξη και είσπραξη της απαίτησης, και είναι επομένως απολύτως συνυφασμένη με την έννοια της "διαχείρισης της απαίτησης". Αντίθετη εκδοχή, ότι δηλαδή η εταιρεία διαχείρισης δεν έχει την εξουσία να καταγγείλει τη σύμβαση και ότι αυτό το δικαίωμα το έχει μόνον ο φορέας της απαίτησης, αντιβαίνει σε αυτή ταύτη την έννοια της "διαχείρισης της απαίτησης" και αναιρεί και τον σκοπό για τον οποίο ορίζεται ο διαχειριστής της απαίτησης, που είναι η χωρίς καθυστερήσεις είσπραξη της απαίτησης, ώστε να προωθηθούν προς τους επενδυτές κεφάλαια στον προκαθορισμένο χρόνο εξυπηρέτησης των τίτλων που έχουν εκδοθεί. Υπέρ της ερμηνευτικής αυτής προσέγγισης συνεπικουρεί και η διάταξη του άρθρου 1 περ.γ του ν. 4345/2015, που ορίζει ότι "τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου". Ο ν. 3156/2003 δεν περιέχει αντίστοιχη διάταξη που να απονέμει ρητώς στην εταιρεία διαχείρισης την εξουσία να ασκεί τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις, όπως ρητά πράττει για τις εταιρείες διαχείρισης του ν.4354/2015 το παραπάνω άρθρο 1 περ. γ του ν. 4345/2015. Ωστόσο, εφόσον, όπως εκτέθηκε, αμφότεροι οι ως άνω νόμοι έχουν παραπλήσιο αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής και καθορίζουν τις προϋποθέσεις κατά την μεταβίβαση-πώληση των απαιτήσεων από τους φορείς τους προς τρίτους (με τη διαφοροποίηση ότι στην περίπτωση του ν. 3156/2003, μετά την πώληση ακολουθεί το στάδιο της τιτλοποίησης), ρυθμίζουν δε και οι δύο τη διαχείριση και είσπραξη των απαιτήσεων αυτών από τις εταιρείες διαχείρισης, χωρίς να υπάρχουν μεταξύ των δύο περιπτώσεων ουσιώδεις διαφορές, αναντίλεκτα συνάγεται ότι το δικαίωμα καταγγελίας της δανειακής σύμβασης το έχει, όπως η εταιρεία διαχείρισης του ν.4354/2014, και η εταιρεία διαχείρισης του ν.3156/2003, Υπέρ τούτου συνηγορεί, εξάλλου, και το ότι οι εταιρείες διαχείρισης αναγνωρίζονται ως μόνοι νομιμοποιούμενοι (μη δικαιούχοι) διάδικοι, έχοντας την αποκλειστική εξουσία να ενεργούν στο όνομά τους όλες τις αναγκαίες ενέργειες και διαδικασίες για την είσπραξη των εκχωρημένων ή μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, τόσο στην περίπτωση που η μεταβίβαση και ανάθεση της διαχείρισης των απαιτήσεων στις εν λόγω εταιρείες γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015 όσο και στην περίπτωση που έχει πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων του Ν.3156/2003, ενώ ο εκδοχέας των απαιτήσεων στερείται νομιμοποίησης (ΟλΑΠ 1/2023, ΑΠ 1871/2022). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθ. ...-Θ0/2-28.7.2008 σύμβαση δανείου, που καταρτίστηκε στην ..., στις 28.7.2008, μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." και της πρώτης ανακόπτουσας (πρώτης αναιρεσείουσας) εταιρείας με την επωνυμία "... -ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", η πρώτη (δανείστρια Τράπεζα) χορήγησε στη δεύτερη (οφειλέτρια/δανειζόμενη) έντοκο χρεολυτικό δάνειο ποσού 5.300.000 ευρώ και δη 5.144.952,91 ευρώ για αναχρηματοδότηση υφιστάμενου δανεισμού από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ και 155.047,09 ευρώ για την χρηματοδότηση εργασιών βελτίωσης επί ξενοδοχείου που βρίσκεται στον ..., σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις που περιλαμβάνονται στην εν λόγω σύμβαση, η εκταμίευση δε ολόκληρου του ανωτέρου ποσού του δανείου πραγματοποιήθηκε από την δανειζόμενη εταιρεία εφάπαξ στις 31.7.2008. Στη συνέχεια: α) με την υπ' αριθ. ...-01/2/31.3.2009 πρόσθετη πράξη τροποποίησης σύμβασης δανείου, που καταρτίστηκε στην ..., στις 31.3.2009, μεταξύ των άνω συμβαλλομένων, τροποποιήθηκε όρος της αρχικής σύμβασης και δη το περιθώριο με το οποίο προσαυξανόταν με το επιτόκιο Euribor και β) με την υπ' αριθ. ...-02/2/22.3.2010 πρόσθετη πράξη τροποποίησης σύμβασης δανείου, που καταρτίστηκε στην ..., στις 22.3.2010, μεταξύ της άνω ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", ενεργούσας ως διαχειρίστριας της απαίτησης για λογαριασμό της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με επωνυμία "SYNERGATIS Pic", που είχε καταστεί μοναδική δανείστρια και φορέας της ουσιαστικής έννομης σχέσης του ως άνω δανείου, δυνάμει των σχετικών συμβάσεων εκχώρησης απαιτήσεων και διαχείρισης αυτών που συνήφθησαν την 19.8.2009, και της πρώτης ανακόπτουσας εταιρείας (οφειλέτριας/δανειζόμενης), τροποποιήθηκαν όροι της αρχικής σύμβασης και δη παρατάθηκε η διάρκεια εξόφλησης του δανείου, παρατάθηκε η διάρκεια της περιόδου χάριτος, τροποποιήθηκε το περιθώριο του επιτοκίου και αντικαταστάθηκε το επιτόκιο Euribor με το προνομιακό επιτόκιο χορηγήσεων σε ευρώ (ΠΕΧΕ). Οι δεύτερος και τρίτη των ανακοπτόντων, Ι. Κ. και Α. Κ., συμβλήθηκαν στην ως άνω δανειακή σύμβαση και στις πρόσθετες πράξεις αυτής και εγγυήθηκαν την πιστή, εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κατά κεφάλαιο, τόκους, προμήθειες, φόρους και έξοδα όλων των ποσών που οφείλονται ή μπορεί να οφείλονται από τη δανειζόμενη εταιρεία, ενεχόμενοι εις ολόκληρον ο καθένας με αυτήν και ως αυτοφειλέτες και παραιτούμενοι ανεπιφύλακτα από την ένσταση διζήσεως και από όλα τα δικαιώματα και ενστάσεις του εγγυητή που απορρέουν από τα άρθρα 853, 858, 862 έως και 868 ΑΚ. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι η ως άνω δανείστρια ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Λ.Ε.", στο πλαίσιο τιτλοποίησης αξιώσεων, δυνάμει της από 19.8.2009 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "SYNERGATIS PLC", με έδρα το Λονδίνο Ηνωμένου Βασιλείου, μεταβίβασε στη δεύτερη χαρτοφυλάκιο απαιτήσεων από χορηγήσεις επιχειρηματικών και ομολογιακών δανείων, αντίγραφο της οποίας (σύμβασης με το παράρτημα) έχει νομίμως καταχωριστεί στο Δημόσιο Βιβλίο του ν.2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Θεσσαλονίκης με αριθ. πρωτ. 29927 (ειδ. πρωτ. 25)/19.8.2009 (τόμος 4 αριθ. 1), καθώς και σε επιπλέον εκχώρηση και μεταβίβαση περαιτέρω απαιτήσεων από επιχειρηματικά και ομολογιακά δάνεια δυνάμει της από 10.11.2009 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και της ως άνω αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού, αντίγραφο της οποίας (σύμβασης με το παράρτημα) έχει νομίμως καταχωριστεί στο Δημόσιο Βιβλίο του ν. 2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Θεσσαλονίκης με αριθ. πρωτ. 40376 (ειδ. πρωτ. 33)/10.11.2009 (τόμος 5 αριθ. 6), μεταξύ δε των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων με την τελευταία αυτή σύμβαση είναι και η επίδικη σύμβαση δανείου. Εξάλλου, με την από 19.8.2009 σύμβαση διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων η διαχείριση των άνω μεταβιβασθεισών απαιτήσεων ανατέθηκε από την αποκτώσα ως άνω εταιρεία ειδικού σκοπού προς την μεταβιβάζουσα (και πρώην δανείστρια) "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", η οποία (σύμβαση διαχείρισης) έχει νόμιμα δημοσιευθεί στο Ενεχυροφυλακείο Θεσσαλονίκης της με αριθ. πρωτ. 29928 (ειδ.πρωτ.26)/1919.8.2009 (τόμος 4 αριθ. 2) μεταξύ δε των απαιτήσεων που διαχειριζόταν η μεταβιβάσασα Τράπεζα περιλαμβανόταν και η επίδικη απαίτηση που απέρρεε από την υπ' αριθ. ...-00/2-28/7/2008 σύμβαση δανείου. Στα πλαίσια της διαχειριστικής εξουσίας της η παραπάνω Τράπεζα ενεργούσε όλες τις πράξεις σε σχέση με την απαίτηση αυτή, ως εξουσιοδοτημένη είσπραξης από την νέα δικαιούχο της απαίτησης αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού, όπως άλλωστε αυτό γνώριζαν πολύ καλά οι ανακόπτοντες, αφού υπό την ιδιότητά της αυτή είχαν συμβληθεί μαζί της στην προμνημονευόμενη δεύτερη πρόσθετη πράξη τροποποιητική του δανείου. Ωστόσο οι ανακόπτοντες κατέστησαν υπερήμεροι ως προς την υποχρέωση τους να καταβάλουν τους ληξιπρόθεσμους τόκους του εν λόγω δανείου. Για το λόγο αυτό η διαχειρίστρια Τράπεζα με την επωνυμία "MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD" (με νόμιμα εγκαταστημένο υποκατάστημα στην Ελλάδα με εμπορική επωνυμία-διακριτικό τίτλο "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ"), η οποία, από την 31.3.2011, είχε καταστεί καθολική διάδοχος της παραπάνω Τράπεζας "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." κατόπιν της διασυνοριακής συγχώνευσης δι' απορροφήσεως της δεύτερης από την πρώτη, όπως είχε προς τούτο δικαίωμα ως διαχειρίστρια της απαίτησης του δανείου καθώς και με βάση σχετικό όρο της δανειακής σύμβασης περί καταγγελίας αυτού εάν δεν καταβληθεί εμπρόθεσμα οποιοδήποτε ποσό του δανείου, με την από 9.5.2011 εξώδικη δήλωση, καταγγελία και πρόσκληση, που επιδόθηκε νόμιμα στους ανακόπτοντες στις 9.5.2011 [βλ. τις υπ' αριθ. ΣΤ' 4488/9.5.2011, ΣΤ' 4490/9.5.2011 και ΣΤ' 4489/9.5.2011 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Κ., αντίστοιχα) δήλωσε προς τους ανακόπτοντες ότι την 9.2.2011 έκλεισε οριστικά τον υπ' αριθ. 1.1) 1 012300945 δανειακό λογαριασμό, ο οποίος, κατά την ημερομηνία του οριστικού του κλεισίματος, εμφάνιζε εις βάρος τους χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 5.571.685,26 ευρώ, πλέον συμβατικών τόκων υπερημερίας από την ημερομηνία του οριστικού κλεισίματος μετέφερε δε αυτό σε λογαριασμό καθυστέρησης, κατήγγειλε τη δανειακή σύμβαση και κήρυξε ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το δάνειο και κάλεσε τους ανακόπτοντες να προβούν άμεσα στην πλήρη και ολοσχερή εξόφληση του παραπάνω ποσού πλέον των συμβατικών τόκων υπερημερίας. Στη συνέχεια το εν λόγω δάνειο αποτιτλοποιήθηκε και δυνάμει της από 23.4.2013 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταρτίστηκε μεταξύ της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "SYNERGATIS PLC" και της εταιρείας "CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD" (λόγω αλλαγής επωνυμίας πρώην "MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD"), η οποία κατά τα προεκτεθέντα ήταν καθολική διάδοχος της δανείστριας "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", η πρώτη επανεκχώρησε και επαναμεταβίβασε το σύνολο των απαιτήσεων (μεταξύ των οποίων και το ένδικο δάνειο) στη δεύτερη, η οποία κατέστη εκ νέου φορέας της ουσιαστικής έννομης σχέσης και δικαιούχος της απαίτησης του δανείου, αντίγραφο της οποίας (σύμβασης με το παράρτημα) έχει νομίμως καταχωριστεί στο Δημόσιο Βιβλίο τουν.2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθ. πρωτ. 132/24.4.2013 (τόμος 7 αριθ. 189). Ακολούθως η ως άνω εταιρεία "CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD" μεταβίβασε προς την καθ' ης η ανακοπή (αιτούσα τη διαταγή πληρωμής) "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", δυνάμει του περί εξυγίανσης Τραπεζών Κυπριακού Νόμου, του διατάγματος με αριθμό 93/26.3.2013 του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, της από 26.3.2013 συμβάσεως και της με αριθμό 66/2013 διαπιστωτικής πράξης της Ε. ΙΙ.Α.Θ. της Τράπεζας της Ελλάδος, μεταξύ άλλων, και την επίδικη σύμβαση δανείου και έτσι η καθ' ης η ανακοπή (αιτούσα τη διαταγή πληρωμής) κατέστη ειδική διάδοχος της έννομης σχέσης του εν λόγω δάνειου και δικαιούχος της απαίτησης που απέρρεε από αυτό..... Με την από 2.10.2017 αίτησή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η καθ' ης η ανακοπή ζήτησε να διαταχθούν οι καθ' ων η αίτηση (ανακόπτοντες) να της καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το μερικότερο ποσό των 6.000.000 ευρώ, λόγω περιορισμού των εξόδων της, όπως είχε δικαίωμα άλλωστε σύμφωνα με την οικεία νομική σκέψη με στοιχεία "5 III", με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας από 1.7.2017 πλέον εξόδων έως ολοσχερούς εξοφλήσεως. Προς υποστήριξη της αίτησής της και κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, προσκόμισε και επικαλέστηκε, πλην άλλων, τα αποσπάσματα κίνησης των τηρηθέντων στα πλαίσια της εν λόγω δανειακής σύμβασης λογαριασμών, εξηγμένα από τα νόμιμα εμπορικά βιβλία της, τα οποία κατά ρητό ως άνω όρο της επίδικης σύμβασης (όρος 14.3) αποτελούσαν πλήρη απόδειξη της οφειλής των ανακοπτόντων, από την εκταμίευση του δανείου στις 31.7.2008 έως στις 21.7.2017, την από 9.5.2011 καταγγελία της δανειακής σύμβασης με τις πρόσθετες πράξεις αυτής και τις προαναφερόμενες υπ' αριθ. ΣΓ 4488/9.5.2011, ΣΤ' 4490/9.5.2011 και ΣΓ 4489/ 9.5. 2011 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Κ., και το από 18.6.2014 συμφωνητικό αναγνώρισης και ρύθμισης οφειλής με την από 25.4.2016 καταγγελία αυτού με τις προμνημονευόμενες υπ' αριθ.8655/25.4.2016, 8656/25.4.2016 και 8657/25.4.2016 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών Π. Κ.. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η πληττόμενη υπ' αριθ. 9714/2017 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του ως άνω Δικαστηρίου, που έκρινε νόμιμη την αίτηση ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 623 επ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 806 και 847 επ. ΑΚ (σελ. 2η της διαταγής), έκανε δε δεκτή αυτή και διέταξε τους καθ' ων η αίτηση (εδώ ανακόπτοντες/εφεσίβλητους) να καταβάλουν στην αιτούσα (εδώ καθ' ης η ανακοπή/πρώτη εκκαλούσα), εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 6.000.000 ευρώ, νομίμως, εντόκως (πλην του κονδυλίου των τόκων), με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας από 01.07.2017, πλέον εξόδων, έως ολοσχερούς εξοφλήσεως, καθώς και το ποσό των 81.552 ευρώ ως δικαστική δαπάνη. Ειδικότερα, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος, τόσο στην από 2.10.2017 αίτηση όσο και στην εκδοθείσα, βάσει αυτής, διαταγή πληρωμής, αναφέρεται ότι η δικαιοπάροχος της αιτούσας Τράπεζας προέβη με την 9.5.2011 εξώδικη δήλωση, καταγγελία και πρόσκληση, που επιδόθηκε νομίμως κατά τα άνω στους ανακόπτοντες, στην καταγγελία της δανειακής σύμβασης και το χρεωστικό υπόλοιπο αυτής σε βάρος τους ανερχόταν στις 9.2.2011 (οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού) σε 5.571.685,26 ευρώ και τους καλούσε να το καταβάλουν, πλέον συμβατικών τόκων υπερημερίας, χωρίς περαιτέρω προσδιορισμό της δικαιοπαρόχου της ως δικαιούχου της απαίτησης ή ως διαχειρίστριας. Περαιτέρω, με τον πρώτο λόγο της ένδικης ανακοπής, κατά το σκέλος αυτού που έρχεται προς κρίση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, οι ανακόπτοντες ισχυρίζονταν ότι η από 9.5.2011 καταγγελία της επίδικης δανειακής σύμβασης από τη δικαιοπάροχο της καθ' ης η ανακοπή ήταν άκυρη, μη παράγουσα έννομες συνέπειες και τούτο διότι έλαβε χώρα σε χρόνο κατά τον οποίο μόνη και αποκλειστική δικαιούχος της απαίτησης εκ της εν λόγω δανειακής σύμβασης ήταν η εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία "SYNERGATIS Plc", ενώ η δανείστρια Τράπεζα (και δικαιοπάροχος της καθ' ης η ανακοπή) ήταν απλή διαχειρίστρια της μεταβιβασθείσας απαίτησης εκ του δανείου, ότι η έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της δικαιοπαρόχου της καθ' ης κατά το χρόνο που επιχείρησε την ανωτέρω καταγγελία καθιστά την τελευταία άκυρη και συνεπάγεται τη μη επέλευση των αποτελεσμάτων της δήλωσης βούλησής της περί καταγγελίας της επίδικης δανειακής σύμβασης, δηλαδή το μη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό του συνόλου του χρέους σύμφωνα με το όρο 13 της επίδικης δανειακής σύμβασης, ότι εφόσον η καταγγελία της τελευταίας έγινε από μη δικαιούχο, άρα από μη νομιμοποιούμενο πρόσωπο, δεν παράγει έννομες συνέπειες, με αποτέλεσμα η απαίτηση της καθ' ης για την καταβολή του συνόλου του χρέους να καθίσταται μη βέβαιη ήτοι μη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, ότι ενόψει της ακυρότητας της καταγγελίας, το υφιστάμενο χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν ανερχόταν στο ποσό των 5.571.685,26 ευρώ, αλλά στο ποσό των 177.081,38 ευρώ, το οποίο αφορούσε σε ληξιπρόθεσμους συμβατικούς τόκους και τόκους υπερημερίας, ότι συνεπεία της ακυρότητας της καταγγελίας δεν αποδεικνύεται εγγράφως ούτε η απαιτούμενη για την έκδοση διαταγής πληρωμής καταγγελία της δανειακής σύμβασης ούτε το ύψος του επικαλούμενου κατά τον χρόνο της άκυρης καταγγελίας χρεωστικού υπολοίπου και ότι δεν αποδεικνύεται εγγράφως η καταγγελία της επίδικης δανειακής σύμβασης, καθώς η γενόμενη από 9.5.2011 καταγγελία της δικαιοπαρόχου της καθ' ης είναι καθ' όλα άκυρη ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης της. Με βάση, λοιπόν, τα παραπάνω εκτιθέμενα, όπως διατυπώνεται το σκέλος αυτό του πρώτου λόγου της ανακοπής, οι ανακόπτοντες αποδέχονται και ομολογούν ότι η δικαιοπάροχος της καθ' ης η ανακοπή, με την τότε επωνυμία "MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD", κατά τον χρόνο της επιδοθείσας σ' αυτούς από 9.5.2011 καταγγελίας της δανειακής σύμβασης, ήταν διαχειρίστρια της απαίτησης εκ του δανείου ενώ φορέας της ουσιαστικής έννομης σχέσης και δικαιούχος της μεταβιβασθείσας απαίτησης ήταν η αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία "SYNERGATIS Pic", βάλλουν δε και θεωρούν άκυρη την ως άνω καταγγελία ισχυριζόμενοι ότι η δικαιοπάροχος της καθ' ης ως διαχειρίστρια δεν "νομιμοποιείτο ενεργητικά", δεν είχε δηλ. το δικαίωμα ως διαχειρίστρια να καταγγείλει την ένδικη δανειακή σύμβαση. Ωστόσο, ο πρώτος λόγος της ανακοπής; κατά το σκέλος του αυτό που φέρεται προς κρίση, με το παραπάνω περιεχόμενο ήταν προεχόντως απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος. Τούτο δε, διότι στην αρμοδιότητα του διαχειριστή απαιτήσεων του άρθρου 10 παρ. 14 και 16 του ν. 3156/2003, ως εξουσιοδοτημένου προς είσπραξη και την εν γένει διαχείριση της απαίτησης, περιλαμβάνεται κάθε είδους δικαστική και εξωδικαστική ενέργεια, προκειμένου να ρευστοποιηθεί η απαίτηση στο ύψος της αξίας της και ειδικότερα, μεταξύ άλλων, η αντιμετώπιση της υπερημερίας πληρωμής των οφειλετών με την καταγγελία της σχετικής σύμβασης, όπως εν προκειμένω," παρά δε τα όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι ανακόπτοντες στον ερευνώμενο λόγο, η γενόμενη καταγγελία των συμβάσεων από το διαχειριστή είναι έγκυρη και επιφέρει τα νόμιμα αποτελέσματά της και τη λύση της σύμβασης για το μέλλον από την περιέλευσή της στους οφειλέτες. Σε κάθε περίπτωση όμως, ο λόγος αυτός της ανακοπής κατά το υπό κρίση σκέλος του, είναι απορριπτέος και ως ουσιαστικά αβάσιμος. Τούτο δε διότι, κατά τα ως άνω λεπτομερώς αποδειχθέντα, δυνάμει της από 19.8.2009 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων η διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων ανατέθηκε από την αποκτώσα ως άνω εταιρεία ειδικού σκοπού προς την μεταβιβάζουσα (και πρώην δανείστρια) "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", η οποία (σύμβαση διαχείρισης) έχει νόμιμα δημοσιευθεί στο Ενεχυροφυλακείο Θεσσαλονίκης με αριθ. πρωτ. 29928 (ειδ. πρωτ. 26) /19.8.2009 (τόμος 4 αριθ. 2), μεταξύ δε των απαιτήσεων που διαχειριζόταν η μεταβιβάσασα Τράπεζα, με όλα τα δικαιώματα του διαχειριστή όπως και αυτό της καταγγελίας της σύμβασης, περιλαμβανόταν και η επίδικη απαίτηση που απέρρεε από την υπ' αριθ. ...-00/2-28/7/2008 σύμβαση δανείου και των πρόσθετων πράξεων. Ως εκ περισσού επισημαίνεται, επιπρόσθετα, ότι στην ως άνω διαχειρίστρια της επίδικης απαίτησης με την επωνυμία "MARFIN POPULAR BANK PABLIC CO LTD" (καθολική διάδοχο της "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε") είχε χορηγηθεί από την αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού "SYNERGATIS PLC" και το από 6.4.2011 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου του Λονδίνου, T. B., με το οποίο της παρεχόταν η πληρεξουσιότητα να ενεργεί και εξ ιδίου ονόματος (της ίδιας δηλ. της Τράπεζας) εξασκώντας όλα τα δικαιώματα, εξουσίες και διακριτικές ευχέρειες που συνδέονταν με κάθε επιχειρηματική απαίτηση, μεταξύ των οποίων, και του δικαιώματος καταγγελίας των απαιτήσεων. Σημειώνεται ότι τα ως άνω έγγραφα παραδεκτώς λαμβάνονται υπόψη κατά την παρούσα διαδικασία της συζήτησης της ανακοπής, δεδομένου και ότι το περιεχόμενο του ερευνώμενου λόγου, όπως έχει αναπτυχθεί από τους ανακόπτοντες, δεν αφορά την ύπαρξη ή όχι σύμβασης διαχείρισης και σχετικού πληρεξουσίου ή την επίδειξη ή μη αυτού κατά την καταγγελία της σύμβασης, αλλά αντίθετα οι ανακόπτοντες συνομολογούν ότι η δικαιοπάροχος της καθ' ης κατά τον χρόνο της καταγγελίας (9.5.2011) ήταν πράγματι διαχειρίστρια της απαίτησης, διατεινόμενοι περαιτέρω ότι με την ιδιότητά της αυτή δεν δικαιούτο να καταγγείλει τη σύμβαση. Εξάλλου, δεν ασκεί επιρροή, με βάση και το περιεχόμενο του προτεινόμενου λόγου, το γεγονός ότι στην από 9.5.2011 δήλωση, καταγγελία και πρόσκληση εκ παραδρομής αναφέρεται ότι κατά τον χρόνο αυτό (9.5.2011) το επίδικο δάνειο είχε επανεκχωρηθεί από την εταιρεία ειδικού σκοπού "SYNERGATIS PLC" στην Τράπεζα "MARFIN POPULAR BANK PABLIC CO LTD", σύμφωνα με όσα ανωτέρω έχουν αναπτυχθεί, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη και ότι εν προκειμένω ουδόλως μεταβάλλεται ο λόγος της καταγγελίας καθώς και το πρόσωπο του καταγγέλλοντος η δε ιδιότητα του τελευταίου ως διαχειριστή της απαίτησης κατά τον χρόνο της καταγγελίας ομολογείται από τους ανακόπτοντες. Έτσι, αποδεικνύεται, σε κάθε περίπτωση, ότι εγκύρως έλαβε χώρα την 9.5.2011 η καταγγελία της επίδικης δανειακής σύμβασης και των πρόσθετων πράξεων αυτής, η οποία επέφερε τα έννομα αποτελέσματα της με την περιέλευσή της στους ανακόπτοντες και δη τη λύση έκτοτε της δανειακής σύμβασης και το ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρου του χρέους σύμφωνα και με τον όρο 13 της εν λόγω σύμβασης. Για τους παραπάνω, λοιπόν, λόγους ο πρώτος λόγος της ανακοπής και ως προς το παραπάνω σκέλος του (υπό στοιχεία β περ. 3 και γ περ. 2 και 3 κατά την εκκαλούμενη) που φέρεται προς κρίση πρέπει να απορριφθεί". Σύμφωνα με τα παραπάνω, το Εφετείο απέρριψε τον πρώτο λόγο της ανακοπής των αναιρεσειόντων, κατά το μέρος που αυτός μεταβιβάστηκε ενώπιόν του, με επάλληλη (κύρια και επικουρική) αιτιολογία, ήτοι κυρίως μεν ως μη νόμιμο και επικουρικά ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεχόμενο ότι η καταγγελία της σύμβασης από την εταιρεία διαχείρισης ήταν έγκυρη, επιφέρουσα τα έννομα αποτελέσματά της, ήτοι το ληξιπρόθεσμο και απαιτητό του συνόλου του χρέους, κατόπιν δε αυτού, έκανε δεκτή την έφεση των αναιρεσίβλητων και απέρριψε την ανακοπή των αναιρεσειόντων. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας με την κύρια αιτιολογία του τον ανωτέρω λόγο της ανακοπής ως μη νόμιμο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 10 παρ.14 και 16 Ν.3156/2003, καθόσον, υπό τα εκτιθέμενα προς θεμελίωση αυτού πραγματικά περιστατικά, η δικαιοπάροχος της πρώτης αναιρεσίβλητης, με την τότε επωνυμία "MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD", κατά το χρόνο της επίδοσης στους αναιρεσείοντες της από 9.5.2011 καταγγελίας της ένδικης δανειακής σύμβασης, ήταν διαχειρίστρια της απαίτησης εκ του δανείου και, συνεπώς, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στην μείζονα σκέψη, αυτή είχε το δικαίωμα να καταγγείλει τη δανειακή αυτή σύμβαση, η οποία ως εκ τούτου καταγγελία ήταν έγκυρη και επέφερε, από την περιέλευσή της στους αναιρεσείοντες, τα νόμιμα αποτελέσματά της και, ειδικότερα, τη λύση της σύμβασης για το μέλλον, κατέστη δε λόγω της καταγγελίας η απαίτηση της δικαιοπαρόχου της πρώτης αναιρεσίβλητης ως προς ολόκληρο το χρέος ληξιπρόθεσμη και απαιτητή. Επομένως, το Εφετείο που έκρινε έγκυρη την καταγγελία της ένδικης σύμβασης και την εξ αυτής απαίτηση εκκαθαρισμένη, δεν αρκέστηκε, για τη θεμελίωση της εν λόγω απαίτησης της πρώτης αναιρεσίβλητης, σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για την εφαρμογή του ούτε και, παρά το νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτο και, συνεπώς, ο δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα, καθώς και ο συναφής πρώτος, από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος, θεμελιούμενος στην ακυρότητα της από 9.5.2011 καταγγελίας, είναι αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 312/2023). Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν η έλλειψη αιτιολογίας ή ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες υπάρχουν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δηλαδή στις παραδοχές του δικαστηρίου, που ανάγονται στο πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόστηκε ή που έπρεπε να εφαρμοστεί και όχι στην ερμηνεία του νόμου και υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών, αφού την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ελέγχει πάντοτε ο Άρειος Πάγος βάσει του άρθρου 559 αριθ.1 σε συνδυασμό με το άρθρο 578 ΚΠολΔ. (ΑΠ 1446/2019, ΑΠ 1192/2013). Κατά συνέπεια δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών αναφέρονται στη σκέψη της προσβαλλομένης απόφασης, με την οποία η αγωγή (ή η ένσταση ή η αντένσταση) κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1410/2017, ΑΠ 701/2011, ΑΠ 121/2009). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελείς, γιατί οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες επιτυχώς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 4/2019, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1461/2022, ΑΠ 648/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον ίδιο ως άνω, δεύτερο, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με τις επιμέρους αιτιάσεις ότι το Εφετείο, αφενός με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι η διαχειρίστρια της απαίτησης είχε το δικαίωμα να καταγγείλει την ένδικη σύμβαση και αφετέρου με αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε ότι η καταγγέλουσα την ένδικη σύμβαση, δικαιοπάροχος της πρώτης αναιρεσίβλητης, ήταν διαχειρίστρια της ένδικης απαίτησης. Ο λόγος αυτός, ως προς την πρώτη προβαλλόμενη αιτίαση, είναι απαράδεκτος, διότι αναφέρεται σε ανεπάρκεια αιτιολογίας που υπάρχει στη μείζονα και όχι στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, και συγκεκριμένα η επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται σε έλλειψη αιτιολογίας κατά την ερμηνεία διάταξης ουσιαστικού δικαίου, με συνέπεια να μην ιδρύεται ο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος. Εξάλλου, με τη δεύτερη προβαλλόμενη αιτίαση, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης αυτής ως προς τη δεύτερη (επικουρική) αιτιολογία, με την οποία απορρίφθηκε ο λόγος της ανακοπής τους ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον, όπως ισχυρίζονται, διέλαβε αντιφατική αιτιολογία αναφορικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ιδιότητας της δικαιοπαρόχου της πρώτης αναιρεσίβλητης ως διαχειρίστριας κατά τον κρίσιμο χρόνο της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης. Εφόσον, όμως, κατά τα ανωτέρω, η πρώτη (κύρια) από τις επάλληλες αιτιολογίες, με την οποία απορρίφθηκε ο λόγος ανακοπής ως μη νόμιμος, επλήγη ανεπιτυχώς, κριθέντος ως αβασίμου του κατ' αυτής ως άνω σχετικού λόγου, ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης που αφορά τη δεύτερη (επικουρική) επάλληλη αιτιολογία είναι αλυσιτελής και, ως εκ τούτου, απαράδεκτος, αφού τυχόν αποδοχή του, δεν επηρεάζει το διατακτικό της αποφάσεως, που στηρίζεται αυτοτελώς στην πληγείσα ανεπιτυχώς με την αναίρεση πρώτη επάλληλη αιτιολογία. Ανεξαρτήτως, αυτού, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, δεδομένου ότι αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα ότι η από 9/5/2011 καταγγελία της δανειακής σύμβασης, γενομένη από την έχουσα το εν λόγω δικαίωμα διαχειρίστρια της απαίτησης, είναι έγκυρη, με την υποστηρίζουσα αυτό ειδικότερη παραδοχή, ότι η δικαιοπάροχος της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά τον χρόνο της καταγγελίας (9.5.2011) ήταν πράγματι διαχειρίστρια της ένδικης απαίτησης, την οποία παραδοχή στήριξε και σε ομολογία των αναιρεσειόντων, χωρίς να προσβάλλεται κατά τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση με λόγο αναίρεσης, και συνεπώς οι προβαλλόμενες από τους αναιρεσείοντες αιτιάσεις ως προς τις λοιπές παραδοχές της απόφασης, ήτοι ότι "η αρχική δανείστρια "ΜΑRFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" πώλησε και μεταβίβασε την ένδικη απαίτηση στην αλλοδαπή εταιρεία "SYNERGATIS PLc" στις 10.11.2009 και η "SYNERGATIS PLc" ανέθεσε στην "ΜΑRFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" την διαχείριση της απαίτησης στις 19/8/2009", πέραν του ότι αυτές δεν είναι αντιφατικές, ενόψει του ότι η από 19.8.2009 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων αποτελεί μια ενότητα με την μεταγενέστερη από 10.11.2009 όμοια σύμβαση, δεν αρκούν για την ευδοκίμηση του εξεταζόμενου λόγου. Επομένως, σε κάθε περίπτωση, ο πιο πάνω, δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγος αναίρεσης, καθό μέρος με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι με αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε ότι η καταγγείλασα την ένδικη σύμβαση, δικαιοπάροχος της πρώτης αναιρεσίβλητης, ήταν διαχειρίστρια της ένδικης απαίτησης, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις και υπέβαλαν σχετικό αίτημα, σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρο 176, 183, 191 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 31/5/2021 αίτηση 1) Της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Ε.Π.Ε" και το διακριτικό τίτλο "... Ε.Π.Ε., 2) ... του Ε. και 3) Α. Κ. του Ι. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 894/2021 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ