Αριθμός 1537/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Τoυ αναιρεσείοντος: Β. Π. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μεταξά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 751/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 418/2010 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 3-9-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 18-5-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Όπως προκύπτει από την 4060Δ/22.11.2010 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή Πατρών ..., ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης με κλήση για παράσταση κατά τη συζήτηση που μνημονεύεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο. Εφ' όσον δε αυτός δεν παραστάσθηκε κατ' αυτών, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο έστω και με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, πρέπει να δικαστεί ερήμην. Η συζήτηση όμως θα χωρήσει ως αν να ήταν και αυτός παρών (άρθρο 576 ΚΠολΔ). ΙΙ. Ήδη εισάγεται για κρίση αναίρεση σε υπόθεση σύμβασης έργου, στην οποία ο αναιρεσίβλητος-ενάγων, αξίωσε την καταβολή εργολαβικής αμοιβής από μεταφορά με το φορτηγό αυτοκίνητό του αδρανών υλικών στην επιχείρηση του εργαζόμενου και ήδη αναιρεσείοντος στην ... . Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Στη συνέχεια, εκτός της αγωγής, και οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, όπως εκείνου που περιέχονται σε ένσταση (άρθρ. 262 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να μπορούν, να οδηγήσουν στο υποβαλλόμενο αίτημα, με βάση συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, ο οποίος πρέπει να εφαρμοστεί. Ως ουσιώδεις πραγματικοί ισχυρισμοί νοούνται οι αυτοτελείς, πραγματικοί ισχυρισμοί των μερών, οι οποίοι, αν προταθούν νόμιμα θεμελιώνουν πλην άλλων, και το αίτημα της ένστασης (Ολ.ΑΠ 11/1996, Ολ.ΑΠ 3/1990 βλ. και ΑΠ 461/2004). Ακόμη, αν υπάρχει απουσία ουσιώδους πραγματικού περιστατικού αναγκαίου για την εφαρμογή του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής ή της ένστασης τούτο συνεπάγεται την απόρριψή της λόγω αοριστίας. Συνακόλουθα, αν η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έλαβε υπόψη την επίκληση του συγκεκριμένου περιστατικού θεμελιώνεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δ. Ομοίως, η απόφαση, αν αξίωσε για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου στοιχεία περισσότερα ή διαφορετικά από εκείνα, τα οποία απαιτούνται από τον ίδιο (ΑΠ 1449/2004, ΑΠ 1463/2004). Αντίθετα, αν αρκέστηκε το δικαστήριο σε λιγότερα στοιχεία, καθιδρύεται ο αναιρετικό λόγος του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 1463/2004). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ., υπάρχει αναιρετικός λόγος, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, κυρίως, αν δεν έχει αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, το οποίο ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ανεπαρκείς αιτιολογίες υφίστανται, αν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 463/2004), όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία, κατά νόμο, για τη θεμελίωση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε (ΑΠ 463/2004, ΑΠ 1255/2004, ΑΠ 1490/2006). Όχι, όμως, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί απ' αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται, σαφώς (ΑΠ 1255/2004, ΑΠ 511/2008, ΑΠ 2133/2007). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 262, 111, 118 και 216 Κ.Πολ.Δ. εξάγεται, ότι, για να είναι ορισμένη και παραδεκτή, η ένσταση εξόφλησης, σε περίπτωση, που η τελευταία γίνεται με παράδοση από τον οφειλέτη στον δανειστή επιταγών πελατών του, πρέπει στην ένσταση ν' αναφέρεται: 1) ο αριθμός (ποσότητα) των επιταγών και το ποσό εκάστης, 2) ο εκδότης των επιταγών, 3) η πληρώτρια Τράπεζα και 4) η είσπραξή τους. Γενικότερα δε και πέραν των επιταγών, σε περίπτωση προβολής από τον οφειλέτη της ένστασης καταβολής (εξόφλησης), πρέπει αυτός να επικαλεστεί και να αποδείξει (ΑΠ 1482/1995, ΑΠ 594/1999, ΑΠ 1007/1995), την παροχή που καταβλήθηκε, αν δεν πρόκειται για χρηματική παροχή, τόσο στο συνολικό ποσό, όσο και τα επί μέρους κονδύλια, τα οποία το απαρτίζουν, (διότι, διαφορετικά, η ένσταση είναι αόριστη), την αιτία καθώς και τον χρόνο καταβολής, όχι, όμως, και τον ισχυρισμό, ότι η καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, το οποίο εξυπακούεται (ΑΠ 555/2008, ΑΠ 894/2007, ΑΠ 1405/2006, ΑΠ 1086/2006). Στη συνέχεια: α) κατά τη διάταξη του άρθρου 424 ΑΚ, ο οφειλέτης, καταβάλλοντας έχει το δικαίωμα, να απαιτήσει έγγραφη εξοφλητική απόδειξη και, αν εξοφλήσει ολοσχερώς, απόδοση του χρεωστικού εγγράφου. Από την απόδοση του χρεωστικού εγγράφου τεκμαίρεται η εξόφληση του χρέους . Στο κείμενο της απόδειξης πρέπει να προσδιορίζεται, αναλυτικά, το είδος της παροχής που καταβλήθηκε, και η αιτία της καταβολής, άλλως η απόδειξη είναι αόριστη (ΑΠ 24/2000). Για την απόδειξη αρκεί ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου, δηλαδή η απόδειξη πρέπει να φέρει ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη της (άρθρ. 160 παρ.1 ΑΚ (πρβλ. ΟλΑΠ 391/1964. ΑΠ 680/2003). Η εξοφλητική απόδειξη συνιστά εξώδικη ομολογία του δανειστή προς τον οφειλέτη, ότι καταβλήθηκε η παροχή, και, ως τέτοια, εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο ενώ ο δανειστής έχει δικαίωμα ανταπόδειξης, αν αμφισβητεί την αλήθεια της (ΑΠ 1388/2005, ΑΠ 689/2003, ΑΠ 752/2001 ΑΠ 613/1993). 2) ακόμη, για να έχει αποδεικτική δύναμη ιδιωτικό έγγραφο, πρέπει να έχει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη. Ως εκδότης δε, νοείται το πρόσωπο, το οποίο αναλαμβάνει με την υπογραφή του τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από το έγγραφο και όχι το πρόσωπο που, απλά, συνέταξε το έγγραφο (ΑΠ 766/1991) 3) κατά τη διάταξη του άρθρου 16 παρ.παρ.5 και 6 το ΠΔ 186/1992 "Κώδικας βιβλίων και στοιχείων", ο μεταφορέας με βάση τα έγγραφα των προηγουμένων παραγράφων 3 και 4, εκδίδει, κατά την παραλαβή την προς μεταφορά αγαθών και το αργότερο πριν την εκκίνηση του μεταφορικού μέσου για κάθε μεταφορά, φορτωτική κατά φορτωτή και παραλήπτη σε τέσσερα (4) αντίτυπα... το πρώτο αντίτυπο αποτελεί αποδεικτικό παράδοσης αυτών και παραμένει στον μεταφορέα, το δεύτερο παραδίδεται στον φορτωτή, το τρίτο έχει ένδειξη "αποδεικτικό δαπάνης και παραδίδεται σ' αυτόν που καταβάλλει τα κόμιστρα και το τέταρτο παραμένει ως στέλεχος ..." (η παράγραφος 6 αναδιατυπώθηκε, μεταγενέστερα με την παρ.16 του άρθρου 29 του Ν. 3522/2006). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα ακόλουθα: Ο ενάγων είναι ιδιοκτήτης του με αριθ. ... Δ.Χ.Φ αυτοκινήτου, με το οποίο εκτελεί εμπορευματικές μεταφορές κυρίως αδρανών υλικών. Ο εναγόμενος είναι έμπορος αδρανών υλικών στην πόλη των Πατρών. Το έτος 2001 συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων η μεταφορά από τον ενάγοντα αδρανών υλικών στην μάνδρα του εναγομένου από προμηθευτές αυτού αντί αμοιβής 2,93 Ευρώ (1.000 δρχ.) πλέον ΦΠΑ (18%) για κάθε μεταφερόμενο τόνο και από 2.3.2001 3,82 Ευρώ, πλέον Φ.Π.Α . Σε εκτέλεση της συμβάσεως ο ενάγων διενήργησε κατά το χρονικό διάστημα από 2.1.2001 έως 19.5.2003 τις επικαλούμενες με την αγωγή μεταφορές, τις οποίες δεν αμφισβητεί ο εναγόμενος, εκδίδοντας για κάθε μεταφορά το αντίστοιχο Δελτίο Αποστολής (ΔΑ). Κατά διαστήματα και κατά κανόνα στο τέλος κάθε μήνα εκδίδετο από το ενάγοντα συγκεντρωτική φορτωτική για τις διενεργηθείσες κατά το προγενέστερο χρονικό διάστημα μεταφορές, στην οποία αναφέροντο το είδος του μεταφερθέντος αδρανούς υλικού, η ποσότητα αυτού, τα εκδοθέντα Δ.Α. (Δελτία Αποστολής), ο τόπος φορτώσεως και ο τόπος προορισμού με τον αντίστοιχο αποστολέα (προμηθευτή του εναγομένου) και παραλήπτη, που ήταν ο εναγόμενος και συγκεντρωτικά τα κόμιστρα (πληρωμένα ή οφειλόμενα) για κάθε συγκεντρωτική φορτωτική με τον αναλογούντα Φ.Π.Α. Κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα εκδόθηκαν οι ακόλουθες συγκεντρωτικές φορτωτικές ... και το συνολικό κόμιστρο ανήλθε στο ποσό των 146.101,45 Ευρώ με το Φ.Π.Α. Το με αριθ. 3 αντίτυπο της φορτωτικής με την ένδειξη "Αποδεικτικό Δαπάνης (καταβολών κομίστρων)" παραδόθηκε στον εναγόμενο. Ο τελευταίος κατέβαλε στον ενάγοντα έναντι των οφειλομένων κομίστρων το ποσό των 35.452,61 Ευρώ με το ΦΠΑ και οφείλει το υπόλοιπο ποσό των 110.648,84 Ευρώ μετά του ΦΠΑ (18%).Ο εναγόμενος προέβαλε ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την ένσταση εξοφλήσεως, την οποία επαναφέρει με λόγο εφέσεως. Ειδικότερα εκτίθενται ακόλουθα: "Ο ενάγων έχει εξοφληθεί ολοσχερώς. Στο τέλος κάθε μήνα παρέδιδε τις φορτωτικές και τον εξόφλησα με μετρητά ή με επιταγές δικές μου ή πελατών. Εξοφλητικές αποδείξεις δεν συντάσσονταν αφού η από μέρους του παράδοση των φορτωτικών ισοδυναμούσε με εξόφληση". "Προσκομίζω και επικαλούμαι τις αναφερόμενες στην αγωγή φορτωτικές, τις οποίες κατέχω λόγω της εξοφλήσεως του". Με την ένδικη έφεση ισχυρίζεται ότι από όλα τα προσκομισθέντα αντίγραφα ροζ χρώματος των φορτωτικών απεδείχθη η εξόφληση του χρέους του. Η ένσταση εξοφλήσεως με μετρητά ή επιταγές δικές του ή πελατών του πρέπει να απορριφθεί, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, ως αόριστη, αφού δεν εκτίθενται αναλυτικά τα ποσά που καταβλήθηκαν με μετρητά και ο χρόνος καταβολής κάθε επί μέρους ποσού και περαιτέρω ο αριθμός των επιταγών, το ποσό κάθε μιας, ο εκδότης κάθε μιας η πληρώτρια τράπεζα και η είσπραξη τους. Περαιτέρω επικαλέστηκε αόριστα τις, κατά τους ισχυρισμούς του, αναφερόμενες στην αγωγή φορτωτικές. Όμως στην αγωγή αναφέρονται τα εκδοθέντα Δελτία Αποστολής (Δ.Α.) και όχι φορτωτικές. Περαιτέρω από την κατοχή και μόνο των συγκεντρωτικών φορτωτικών, οι οποίες εκδίδονται και το με αριθ. 3 αντίτυπο αυτών παραδίδεται στον παραλήπτη του φορτίου εναγόμενο, προκειμένου να καταχωρηθεί στα φορολογικά βιβλία αυτού ως τεκμήριο δαπάνης δεν τεκμαίρεται η εξόφληση της αμοιβής. Ειδικότερα οι ένδικες συγκεντρωτικές φορτωτικές δεν φέρουν την υπογραφή του εναγομένου, που αναλαμβάνει την υποχρέωση καταβολής του κομίστρου. Επίσης δεν αναφέρεται σ' αυτές η εξόφληση με μετρητά ή συναλλαγματικές ή επιταγές, αφού οι σχετικές ενδείξεις "Συναλλαγματικές Δραχμές" ή "Αντικαταβολή Δραχμές" δεν έχουν συμπληρωθεί, το δε κόμιστρο αναγράφεται στη στήλη "Οφειλόμενα Δραχμές". Η παράδοση, συνεπώς των συγκεντρωτικών φορτωτικών έγινε στον εναγόμενο από τον ενάγοντα για φορολογικούς λόγους χωρίς ο τελευταίος να λάβει την αμοιβή του.". Σύμφωνα με τα νομικά δεδομένα που προπαρατέθηκαν, τις ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, αλλά και τη νόμιμη (άρθρ.561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Ι) ο ήδη αναιρεσείων-εναγόμενος στον πρώτο βαθμό πρόβαλε την ένσταση εξόφληση, αναφέρονται σ' αυτήν, πλην άλλων, ότι "εξοφλούσα με μετρητά ή με επιταγές δικές μου ή πελατών ..." (σελ. 3 προτάσεών του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο) ΙΙ) με την έφεσή του αναφέρει, πως "επαναφέρω την ένσταση εξοφλήσεως με την παρούσα λόγο της εφέσεώς μου...". Περαιτέρω δε, ουδόλως ποιείται μνεία επιταγών, αλλά κάνει αναφορά σε φορτωτικές. Έτσι, το Εφετείο, πρόδηλα για την πληρότητα της κρίσης του και της αιτιολογίας του, αναφέρεται και στην εξόφληση μέσω επιταγών, χωρίς, όμως, να παραλείπει να κρίνει και για τις φορτωτικές. Εφ' όσον, άρα, επαναφέρθηκε η ένσταση εξόφλησης, με το πιο πάνω περιεχόμενο, το Εφετείο, έστω και με πλέον άγουσα αιτιολογία αναφέρθηκε σε μέρος, έστω, του περιεχομένου της πιο πάνω ένστασης. Άλλωστε, ο αναιρεσείων δέχεται προβολή της εξόφλησης με μετρητά ή επιταγή, εκθέτει, όμως πως τούτο, μνημόνευσε "παρεμπιπτόντως". ΙΙ) Σε κάθε περίπτωση, το δικαστήριο της ουσίας, κάνει λόγο για την εξόφληση με φορτωτικές και δέχεται ανέλεγκτα (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), πως αυτές δεν φέρουν την υπογραφή του εναγόμενου, δεν έχουν συμπληρωθεί τα στοιχεία τους και πως ο αναιρεσίβλητος ουδέποτε εξοφλήθηκε, αφού οι φορτωτικές παραδόθηκαν, για φορολογικούς λόγους. Έτσι, υπάρχει επαρκής, σαφώς και ουδόλως αντιφατική αιτιολογία, η οποία στηρίζει πλήρως το διατακτικό της προσβαλλόμενη απόφασης και ο πρώτος αναιρετικός λόγος που προβάλλει την από το άρθρο 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά τα προεκτεθέντα, το Εφετείο, πέραν των αφορωσών την υπογραφή, του πιο πάνω εγγράφου παραδοχών, κάνει ρητά, και σαφώς, μνεία και για τη χώρα της αμοιβής, και για έκδοση των φορτωτικών για φορολογικούς λόγους. Άρα, πέραν του αν μόνη η φορτωτική αποδεικνύει την εξόφληση και δη, άνευ άλλου, δηλονότι χωρίς υπογραφή και με απόλυτη αποδεικτική δύναμη, όπως αβάσιμα, προβάλλει ο αναιρεσείων, το Εφετείο, διέλαβε επί πλέον ουσιαστικές σκέψεις, οι οποίες δεν αντιμετωπίζονται με λόγο αναίρεσης, το Εφετείο, ουδόλως "παρακάμπτει" τη διάταξη του άρθρου 16 παρ.5 του Π.Δ. 186/1992, όπως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων. Η αποδεικτική, άλλωστε, δύναμη του ιδιωτικού εγγράφου, στην οποία αναφέρεται ο αναιρεσείων, δεν είναι, σύμφωνα με τα νομικά δεδομένα που προαναφέρθηκαν, άνευ προϋποθέσεων, ούτε προκύπτει από την πιο πάνω διάταξη, και δη από την ένδειξη "αποδεικτικό δαπάνης" πως από το τρίτο, στέλεχος της φορτωτικής, "κατ' αμάχητο τεκμήριο", εφ' όσον προσκομίζεται, πως υπάρχει εξόφληση, χωρίς παράλληλα, τούτο εφ' όσον αμφισβητείται να εδράζεται και σε άλλα αποδεικτικά στοιχεία. Συνακόλουθα, το εφετείο ορθά ερμήνευσε τις προαναφερθείσες διατάξεις, και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, που προβάλλει τις από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες, είναι επίσης αβάσιμος. Άρα, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Διάταξη για τη δικαστική δαπάνη δεν θα διαληφθεί στην παρούσα, γιατί ο αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και δεν υποβλήθηκε σε έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3/9/2010 αίτηση του Β. Π. για αναίρεση της με αριθμό 418/2010 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουλίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ