Αριθμός 1774/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ε. Ι. του Β., κατοίκου ..., Π.Ε. ..., ως μοναδικής εκ διαθήκης κληρονόμου του πατρός της Β. Ι. του Ι.. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Γοργόλη. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., Π.Ε. ... και 2) Ι. Τ. του Α., συζύγου Κ. Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-1-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 74/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 92/2021 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-12-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, "αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί." Στην προκειμένη περίπτωση, από τις ... και ... εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Κερκύρας Α. Τ., προκύπτει ότι ακριβή επικυρωμένα αντίγραφα της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πρώτο και τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, αντίστοιχα. Εφόσον, συνεπώς, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους. Με την κρινόμενη από 15-12-2021 αίτηση προσβάλλεται η 92/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 18-1-2019 αγωγή τους, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ανέφεραν ότι ο εναγόμενος Β. Ι. επέσπευσε εν γνώσει του παράνομα αναγκαστικό πλειστηριασμό σε ακίνητο ιδιοκτησίας τους βάσει διαταγής πληρωμής, που ακυρώθηκε αργότερα με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, επειδή τα αξιόγραφα, βάσει των οποίων είχε εκδοθεί η διαταγή πληρωμής, ενσωμάτωναν ανύπαρκτη απαίτησή του εις βάρος τους, ήτοι μέρος του συμφωνημένου τιμήματος για την αγορά του ίδιου ακινήτου εκ μέρους τους, που δεν είχε περιβληθεί τον συμβολαιογραφικό τύπο. Με βάση αυτό το ιστορικό ζήτησαν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τους καταβάλει 76.500 ευρώ για την αξία του ακινήτου τους κατά το χρόνο του πλειστηριασμού, ως αποζημίωση για την παράνομη και υπαίτια πράξη του, 60.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και 107.008,83 ευρώ, ποσό, το οποίο του κατέβαλαν αχρεώστητα για έτερο μέρος του συμφωνημένου τιμήματος, που επίσης δεν είχε περιβληθεί τον συμβολαιογραφικό τύπο και κατά το οποίο αυτός έγινε αδικαιολόγητα πλουσιότερος εις βάρος της περιουσίας τους. Η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή με την 74/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας. Κατά της απόφασης αυτής ο εναγόμενος άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη 92/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας. Μετά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου και πριν από την έκδοση της απόφασης ο εναγόμενος απεβίωσε, ήδη δε η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκείται παραδεκτώς κατ' άρθρο 556 § 1 ΚΠολΔ από την Ε. Ι., θυγατέρα και μοναδική κληρονόμο του βάσει της από 30-1-2021 ιδιόγραφης διαθήκης του, που δημοσιεύθηκε με το 200/2021 πρακτικό συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 940 ΚΠολΔ, "1. Αν εξαφανιστεί ή μεταρρυθμιστεί απόφαση που είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή και εκτελέστηκε, εκείνος κατά του οποίου είχε στραφεί η εκτέλεση έχει δικαίωμα, εκτός από την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση σύμφωνα με το άρθρο 914, να ζητήσει από εκείνον που επέσπευσε την εκτέλεση αποζημίωση για τις ζημίες που προξενήθηκαν από την εκτέλεση, μόνον αν αυτός ήξερε ή αγνοούσε από βαριά του αμέλεια ότι το δικαίωμα δεν υπήρχε. 2. Αν εξαφανιστεί ύστερα από άσκηση ένδικου μέσου τελεσίδικη απόφαση που εκτελέστηκε, εκείνος κατά του οποίου είχε στραφεί η εκτέλεση έχει δικαίωμα, εκτός από την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση σύμφωνα με το άρθρο 914, να ζητήσει από εκείνον που επέσπευσε την εκτέλεση αποζημίωση για τις ζημίες που προήλθαν από την εκτέλεση, μόνο αν αυτός είχε δόλο ως προς τη μη ύπαρξη του δικαιώματος. 3. Αν ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση, εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από εκείνον που την επέσπευσε αποζημίωση για τις ζημίες που επήλθαν από την εκτέλεση, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 του Αστικού Κώδικα." Με την ανωτέρω διάταξη, η οποία είναι ουσιαστικού δικαίου, καθιερώνεται ιδιαίτερη μορφή αδικοπραξίας και θεσπίζεται αξίωση αποζημιώσεως του θιγέντος από την επίσπευση εναντίον του άδικης εκτέλεσης, δηλαδή εκτέλεσης για ανύπαρκτη απαίτηση, και ρυθμίζεται στις δύο πρώτες παραγράφους το θέμα της υποχρέωσης προς αποζημίωση εκείνου, ο οποίος προέβη σε εκτέλεση δικαστικής απόφασης, προσωρινά εκτελεστής ή τελεσίδικης, αντίστοιχα, που εξαφανίστηκε μεταγενέστερα ύστερα από άσκηση ενδίκου μέσου, ενώ στην τρίτη παράγραφο ρυθμίζεται η αξίωση αποζημίωσης του οφειλέτη, όταν ακυρώνεται η ίδια η εκτέλεση ύστερα από άσκηση ανακοπής κατ' άρθρα 933 και 936 ΚΠολΔ. Από τη φύση και την τελολογία των σχετικών ρυθμίσεων προκύπτει ότι η προβλεπόμενη στις δύο πρώτες παραγράφους του ως άνω άρθρου αξίωση αποζημίωσης, για την εφαρμογή των οποίων απαραίτητη προϋπόθεση είναι η αμετάκλητη ακύρωση του εκτελεστού τίτλου, με βάση τον οποίο επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση, και όχι η αμετάκλητη ακύρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης, που απαιτείται μόνο για την εφαρμογή της διάταξης της τρίτης παραγράφου του άρθρου αυτού, διαφοροποιείται κατά το βαθμό υπαιτιότητας του επισπεύδοντος την άδικη εκτέλεση, ο οποίος κλιμακώνεται ανάλογα με την ωριμότητα του εκτελεστού τίτλου, με βάση τον επιχειρείται η εκτέλεση, υπό την έννοια ότι όσο ωριμότερος είναι ο εκτελεστός τίτλος, τόσο υψηλότερος οφείλει να είναι ο βαθμός της υπαιτιότητας του επισπεύδοντος. Έτσι, όταν η εκτέλεση επισπεύδεται με οριστική απόφαση, που κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή, αξιώνεται η συνδρομή γνώσης ή βαριάς αμέλειας, ενώ όταν αυτή επισπεύδεται με τελεσίδικη απόφαση, αξιώνεται δόλος. Και στις δύο περιπτώσεις ο δόλος ή η βαριά αμέλεια του επισπεύδοντος αναφέρεται αποκλειστικά και μόνο στην ύπαρξη του ουσιαστικού δικαιώματος, προς ικανοποίηση του οποίου επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση, και όχι στο κύρος ή την ακυρότητα της εκτελεστικής διαδικασίας ή οποιασδήποτε πράξης της εκτέλεσης ή του εκτελεστού τίτλου του ίδιου. Θεωρείται δηλαδή άδικη και γεννά υποχρέωση αποζημίωσης η εκτέλεση μόνον εφόσον ο επισπεύδων γνώριζε, στην περίπτωση της εκτέλεσης τελεσίδικης απόφασης, ή, εφόσον επρόκειτο για εκτέλεση προσωρινώς εκτελεστής απόφασης, γνώριζε ή αγνοούσε από βαριά αμέλεια, ότι η εκτέλεση επισπεύδεται για ανύπαρκτο δικαίωμα. Όμοια, κατ' αναλογία, ρύθμιση ισχύει αν, αντί της εξαφάνισης τελεσίδικης απόφασης που εκτελέστηκε, ή απόφασης που είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή και εκτελέστηκε, ακυρωθεί αμετάκλητα, ύστερα από άσκηση ενδίκου βοηθήματος διαφορετικού της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, διαφορετικός εκτελεστός τίτλος, και ειδικότερα αν ακυρωθεί αμετάκλητα διαταγή πληρωμής, που εκτελέστηκε, ύστερα από άσκηση του ενδίκου βοηθήματος της ανακοπής από τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι οι ανακοπές αυτές επιτελούν παρεμφερή λειτουργία με εκείνη των ενδίκων μέσων, δοθέντος ότι αφενός βάλλουν κατά της νομιμότητας της διαταγής πληρωμής, όπως ακριβώς τα ένδικα μέσα βάλλουν κατά της νομιμότητας της δικαστικής απόφασης, και αφετέρου ότι η ευδοκίμησή τους εξαφανίζει τον εκτελεστό τίτλο της διαταγής πληρωμής, όπως ακριβώς η ευδοκίμηση των ενδίκων μέσων εξαφανίζει τη δικαστική απόφαση. Συντρέχει, επομένως, περίπτωση ανάλογης εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 940 § 2 ΚΠολΔ και στην περίπτωση της μεταγενέστερης ακύρωσης διαταγής πληρωμής, που έχει αποκτήσει τα προσόντα τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, εφόσον η τοιαύτη αναλογική εφαρμογή είναι επιτρεπτή και στο αστικό δικονομικό δίκαιο, ενώ για την ταυτότητα του νομικού λόγου, όμοια κατ' αναλογία ρύθμιση ισχύει και για την αξίωση αποζημίωσης από εκτέλεση διαταγής πληρωμής, η οποία κατά τον κρίσιμο χρόνο τελούσε υπό καθεστώς προσωρινής ισχύος, με την έννοια ότι δεν είχε αποκτήσει τα προσόντα τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, πλην όμως μετέπειτα ακυρώθηκε αμετάκλητα. Τούτο δε διότι, η έκδοση της διαταγής πληρωμής προϋποθέτει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 625-629 ΚΠολΔ, αφενός την υποβολή αίτησης εκ μέρους του δανειστή που έχει χρηματική απαίτηση ή απαίτηση παροχής χρεογράφων σε βάρος του οφειλέτη του, η οποία θα πρέπει να αποδεικνύεται εγγράφως κατ' άρθρο 623 ΚΠολΔ και να πληροί τις προϋποθέσεις των διατάξεων του άρθρου 624 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, και αφετέρου την αποδοχή της αίτησης από τον αρμόδιο δικαστή κατ' άρθρο 629 ΚΠολΔ κατά το μέρος που κατά την κρίση του είναι νομικά και πραγματικά βάσιμη. Επομένως, η διαταγή πληρωμής, ναι μεν δεν αποτελεί δικαστική απόφαση, ωστόσο ενσωματώνει δικαιοδοτική κρίση περί της συνδρομής των προϋποθέσεων για την έκδοσή της. Για το λόγο αυτό η διαταγή πληρωμής αναπτύσσει ήδη από τη στιγμή της έκδοσής της πλήρη εκτελεστότητα, αποτελώντας εκτελεστό τίτλο κατ' άρθρο 631 ΚΠολΔ. Επιπλέον, τόσο η προσωρινά εκτελεστή απόφαση, όσο και η διαταγή πληρωμής εκτελούνται αμέσως και η εκτελεστότητά τους εμποδίζεται μόνο αν χορηγηθεί αναστολή εκτέλεσης υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 912 και 632 § 3 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, δηλαδή η διαταγή πληρωμής και η προσωρινά εκτελεστή δικαστική απόφαση διέρχονται από τα ίδια στάδια προσωρινής ισχύος. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι και στην περίπτωση αξίωσης αποζημίωσης από την εκτέλεση διαταγής πληρωμής, η οποία όταν εκτελέστηκε δεν ήταν τελεσίδικη, πλην όμως μετέπειτα ακυρώθηκε αμετάκλητα μετά από άσκηση ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται κατ' αναλογία η ρύθμιση του άρθρου 940 § 1 ΚΠολΔ (Ολ.Α.Π. 5/2020). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.Α.Π. 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/08, Ολ.Α.Π. 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 50/2020, Α.Π. 1075/2019, Α.Π. 708/2017, Α.Π. 667/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το μέρος της που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα: "Με βάση το με αριθμό ... πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Λ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα ..., o εναγόμενος πώλησε και μεταβίβασε στους ενάγοντες κατ' ισομοιρίαν ένα οικόπεδο κείμενο εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του Δημοτικού Διαμερίσματος ... του Δήμου ..., έκτασης 995,30 τ.μ., εντός του οποίου υφίσταται ισόγεια οικία εμβαδού 80,46 τ.μ. και δύο υπόστεγα εμβαδού 36,00 και 69,30 τ.μ., αντίστοιχα ... Το τίμημα που αναγράφηκε στο συμβόλαιο ανήρχετο στο ποσό των 41.935,57 ευρώ, όση δηλαδή και η αξία του μεταβιβαζόμενου δικαιώματος κατά το σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού, ... το πραγματικό όμως συνομολογηθέν μεταξύ των διαδίκων τίμημα ορίστηκε στο ποσό των 200.000 ευρώ. Έναντι του ποσού αυτού αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες κατέβαλαν στον εναγόμενο ποσό 10.000 ευρώ σε μετρητά, καθώς και ποσό 91.500 ευρώ, με τραπεζική επιταγή, που είχαν λάβει από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ... Επιπλέον για την εξόφληση του υπόλοιπου τιμήματος ποσού 96.720 ευρώ, η δεύτερη των εναγόντων αποδέχθηκε χάριν καταβολής και πρώτος των εναγόντων τριτεγγυήθηκε είκοσι εννέα (29) συναλλαγματικές ... εκδόσεως του εναγομένου την 28-06-2006. Έναντι αυτού οι ενάγοντες κατέβαλαν το ποσό των 77.600 ευρώ, που αντιστοιχούσε στην αξία είκοσι τριών (23) συναλλαγματικών, ενώ για το ποσό των 19.120 ευρώ, που αντιστοιχούσε στην αξία των υπολειπομένων έξι (6) συναλλαγματικών, ο εναγόμενος, πέτυχε, κατόπιν αίτησής του, την έκδοση σε βάρος τους της με αριθμό 45/2013 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας, αντίγραφο δε εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της ως άνω διαταγής μαζί με επιταγή προς εκτέλεση επιδόθηκε στους ενάγοντες στις 13-03-2013, με την οποία επιτάχθηκαν στην καταβολή ποσού 23.300 ευρώ, πλέον τόκων. ... Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι σε εκτέλεση της ως άνω διαταγής πληρωμής με την με αριθμό ... έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας Θ. Κ., κατασχέθηκε αναγκαστικά το επίδικο ακίνητο, μετά της ισόγειας κατοικίας και των δύο υπόστεγων, εκπλειστηριάστηκε στις 12-03-2014 με την υπ' αριθ. έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Παραμυθιάς Α. Γ., και κατακυρώθηκε έναντι του ποσού των 24.005 ευρώ, στη μόνη υπερθεματίστρια θυγατέρα του ενάγοντος Ε. Ι., συνταχθείσας προς τούτο της με ... περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης της ως άνω συμβολαιογράφου, υπαλλήλου του πλειστηριασμού.... Μετά τον πλειστηριασμό του επιδίκου ακινήτου στις 16-04-2014 ο εναγόμενος επέδωσε για δεύτερη φορά στους ενάγοντες αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της ως άνω (45/2013) διαταγής πληρωμής, κατά της οποίας οι τελευταίοι άσκησαν ανακοπή κατ' άρθρο 633 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Επί αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 113/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας, που κατέστη αμετάκλητη, όπως δεν αμφισβητεί ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών, η οποία, αφού έκρινε ότι οι ένδικες έξι (6) συναλλαγματικές εκδόθηκαν χωρίς νόμιμη αιτία, δεδομένου ότι αφορούσαν σε τίμημα πώλησης ακινήτου που δεν υποβλήθηκε στον απαιτούμενο τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, ακύρωσε την με αριθμό 45/2013 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας. Υπό τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά η διενέργεια του ως άνω πλειστηριασμού παρίσταται καταχρηστική ως υπερβαίνουσα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, αφού διενεργήθηκε για την ικανοποίηση ανύπαρκτης απαίτησης, την ανυπαρξία της οποίας γνώριζε ο επισπεύδων εναγόμενος (εκκαλών). Τούτο δε διότι, το εκτός συμβολαιογραφικού εγγράφου συμφωνηθέν τίμημα, αν δεν έχει καταβληθεί, δεν μπορεί να απαιτηθεί από τον πωλητή ούτε με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού ο αγοραστής απέκτησε το πωληθέν ακίνητο για νόμιμη αιτία με βάση το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο και συνεπώς έγκυρα συμφωνημένο τίμημα, οπότε αντίστοιχα ως προς το εκτός συμβολαίου συμφωνηθέν τίμημα, που δεν κατέβαλε, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ωφελούμενος χωρίς νόμιμη αιτία, οι δε συνέπειες του πλειστηριασμού αυτού κατέστησαν αφόρητες για τους καθ' ων η εκτέλεση - ενάγοντες - εφεσίβλητους, αφού απώλεσαν το, πολλαπλάσιας αξίας σε σχέση με το επιτευχθέν πλειστηρίασμα, ακίνητό τους, μολονότι δεν υφίστατο το χρέος, για το οποίο αυτό είχε κατασχεθεί και πλειστηριαστεί. Το γεγονός ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν ακυρώθηκε αμετάκλητα κατόπιν άσκησης ανακοπής, η επισπευδόμενη σε βάρος των εναγόντων αναγκαστική εκτέλεση δεν αποκλείει ... (ενν.: την άσκηση) αυτοτελούς αγωγής για αποζημίωση εξαιτίας άδικης εκτέλεσης, στο πλαίσιο της οποίας θα κριθεί παρεμπιπτόντως η ακυρότητα οποιασδήποτε πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης, εναντίον της οποίας δεν ασκήθηκε ανακοπή, προκειμένου να θεμελιωθεί το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα αποζημίωσης του καθ' ου η εκτέλεση. Άλλωστε στην προκείμενη περίπτωση ήδη ακυρώθηκε αμετάκλητα, κατόπιν άσκησης ανακοπής, η διαταγή πληρωμής που εκτελέστηκε, έχοντας εκλείψει εκ των υστέρων το υπόβαθρο για την έγκυρη επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης, ... με αποτέλεσμα να είναι άκυρη κάθε επακολουθούσα πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης (επιταγή προς εκτέλεση, κατάσχεση, πλειστηριασμός) μολονότι δεν κηρύχθηκε ως τέτοια. Η κρίση του Δικαστηρίου σχετικά με τη γνώση του εναγόμενου - εκκαλούντος αναφορικά με την έλλειψη απαίτησης, επιβεβαιώνεται από το γεγονός, ότι αυτός επέδωσε για δεύτερη φορά τη διαταγή πληρωμής, μόνο μετά τη διενέργεια του πλειστηριασμού, κατά τον οποίον η θυγατέρα του απέκτησε το ακίνητο με το ποσό των 24.005 ευρώ, που ο ίδιος πώλησε στους ενάγοντες, για το ποσό των 200.000 ευρώ. Ενόψει των προαναφερόμενων και λαμβανομένου υπόψιν ότι η επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης αποτελεί άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, που δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τα τιθέμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια, η παραβίαση του τελευταίου κανόνα δημόσιας τάξης, πληροί την έννοια του παρανόμου στο πλαίσιο της αδικοπρακτικής ευθύνης. Η προκληθείσα σε βάρος των εναγόντων ζημία ανέρχεται στο ύψος της εμπορικής αξίας του επιδίκου, πριν από το χρόνο τέλεσης της σε βάρος τους αδικοπραξίας, η οποία παραμένει αμετάβλητη κατά τον κρίσιμο χρόνο υπολογισμού της αποζημίωσης, δηλαδή κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης επί της αποζημιωτικής αγωγής, νοούμενου ως τέτοιου, κατά τους δικονομικούς κανόνες, εκείνου ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου συζήτησης της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η οριστική απόφαση, συνιστάμενη ενόψει της παλαιότητας (χρόνος ανέγερσης κτισμάτων προ του έτους 1983) και της θέσης του επιδίκου, αλλά και των λοιπών παραγόντων και των δυσμενών συνθηκών που επικρατούν στην αγορά ακινήτων με βάση και τα διδάγματα κοινής πείρας που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο και χωρίς απόδειξη στο ποσό των 65.000 ευρώ, το οποίο οι ενάγοντες δύνανται να αξιώσουν από τον αντίδικό τους ως θετική ζημία. Επιπλέον, μεταξύ της προαναφερόμενης παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του εναγομένου και της προκληθείσας σε βάρος των εναγόντων ζημίας υφίσταται η απαιτούμενη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια, αφού κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας η ως άνω ζημιογόνος πράξη (πλειστηριασμός), κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, ήταν επαρκής, ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. ... Πέραν όμως από την αξίωση αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας, οι ενάγοντες που κατέβαλαν για το επίδικο ακίνητο επιπλέον εκτός συμβολαίου τίμημα, δικαιούνται να το αναζητήσουν κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, κατά το μέρος που υπερβαίνει την αγοραία αξία του πωληθέντος ακινήτου κατά το χρόνο κατάρτισης της πώλησης. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψιν αυτεπαγγέλτως η αξία του ακινήτου κατά το χρόνο κατάρτισης της ένδικης δικαιοπραξίας, ενόψει της παλαιότητας των κτισμάτων του, έχουν ανεγερθεί προ του έτους 1983 με την υπ' αριθ. 430/1981 οικοδομική άδεια, και της θέσης του (μη εμπορική) ανέρχεται στο ποσό των 80.000 ευρώ. Ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών ισχυρίζεται ότι το επιπλέον τίμημα, που δεν εμπεριέχεται στο συμβόλαιο αγοραπωλησίας, αφορά, την επιχείρηση που στεγάζονταν στον προαναφερόμενο ισόγειο κατάστημα και είχε τη μορφή βιοτεχνίας, κατεργασίας εμπορίας μαρμάρων και πώλησης λοιπών οικοδομικών υλικών, ειδικότερα δε το σύνολο του παγίου και μηχανολογικού εξοπλισμού αυτής, τα εμπορεύματα, τα οικοδομικά υλικά, τα εργαλεία, η φήμη η πελατεία της κλπ. Πλην, όμως, ο σχετικός ισχυρισμός του εναγομένου δεν αποδείχθηκε αληθινός, ενώ οι καταθέσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης που κατέθεσαν σχετικά δεν κρίνονται πειστικές. Τούτο δε διότι είναι αόριστες, αφού δεν διευκρινίζονται σ' αυτές τα εμπορεύματα, οικοδομικά υλικά, εργαλεία και μηχανήματα, αλλά περαιτέρω δεν επιβεβαιώνονται και από άλλα αποδεικτικά μέσα. Αντίθετα αποκρούονται, μεταξύ άλλων, και από το προσκομιζόμενο από τους ενάγοντες με αριθμό ... δελτίο αποστολής τιμολόγιο του εναγόμενου - εκκαλούντος, από το οποίο προκύπτει ότι ένα μήνα πριν από την πώληση του επιδίκου οι τελευταίοι αγόρασαν από την επιχείρηση του εναγόμενου μηχανολογικό εξοπλισμό (κόφτη μαρμάρου - κλαρκ) ποσού 4.000 ευρώ, ενέργεια στην οποία δεν θα προέβαιναν αν το αντικείμενο της ένδικης πώλησης συμπεριλάμβανε και την επιχείρηση υπό την ανωτέρω έννοια, που αυτός διατηρούσε στο επίδικο. Ενόψει των προαναφερόμενων και δεδομένου ότι οι ενάγοντες κατέβαλαν στον εναγόμενο συνολικά το ποσό των 137.164,43 (10.000 + 91.500 + 77.600 - 41.935,57) ευρώ, ως εκτός συμβολαίου επιπλέον τίμημα, η δε αγοραία αξία του πωληθέντος κατά το χρόνο κατάρτισης της ένδικης πώλησης ανέρχονταν στο ποσό των 80.000 ευρώ, οι ενάγοντες δικαιούνται να αξιώσουν από τον αντίδικό τους το ποσό των 57.164,43 ( 137.164,43-80.000) ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, κατά το οποίο αυτός κατέστη πλουσιότερος, σε βάρος της περιουσίας τους χωρίς νόμιμη αιτία. Επομένως, τα ίδια που έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγόμενου να καταβάλει εις έκαστο των εναγόντων για τις ανωτέρω αιτίες (θετική ζημία και αδικαιολόγητο πλουτισμό) το ποσό των 61.082,215 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής δεν έσφαλε. ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του εναγομένου δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει όμοια και είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή των εναγόντων. Όπως προκύπτει από το ως άνω εκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό και με τη μείζονα πρόταση του συλλογισμού αυτής, το εφετείο, για να καταλήξει στο άνω πόρισμά του, εφάρμοσε εσφαλμένα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 940 § 3 ΚΠολΔ, 914 και 281 Α.Κ., ενώ αυτές δεν ήσαν εφαρμοστέες, καθόσον, κατά τις ανέλεγκτες ως άνω παραδοχές του, η ακυρωθείσα διαταγή πληρωμής, με βάση την οποία έγινε η εκτέλεση, δεν ήταν τελεσίδικη όταν εκτελέστηκε και, συνεπώς, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, εφαρμοστέα ήταν κατ' αναλογία η διάταξη του άρθρου 940 § 1 ΚΠολΔ., που θεσπίζει ειδική αδικοπραξία θεμελιούμενη αποκλειστικά στη διάταξη αυτή. Ωστόσο, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Εφετείο στήριξε το διατακτικό της απόφασης, και δη αυτά της ανυπαρξίας της απαίτησης και της υπαιτιότητας (γνώσης της ανυπαρξίας της απαίτησης), πληρούν το πραγματικό της ως άνω εφαρμοστέας στην προκείμενη περίπτωση διάταξης του άρθρου 940 § 1 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι, ειδικότερα, σύμφωνα με τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, α) η ένδικη εκτέλεση σε βάρος των αναιρεσειόντων έγινε με βάση την αναφερόμενη 45/2013 διαταγή πληρωμής, η οποία στη συνέχεια ακυρώθηκε αμετάκλητα, β) ο εναγόμενος γνώριζε κατά χρόνο του πλειστηριασμού την ανυπαρξία της απαίτησής του, για την ικανοποίηση της οποίας επέσπευσε την εκτέλεση, ως αφορώσας μέρος του συμφωνημένου αλλά μη αναγραφόμενου στο πωλητήριο συμβόλαιο τιμήματος και γ) οι αναιρεσείοντες υπέστησαν ζημία ανερχόμενη στο ύψος του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου τους, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την εκτέλεση της ακυρωθείσας διαταγής πληρωμής. Εν τέλει, σύμφωνα με τα παραπάνω, το Εφετείο, αν και εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 940 § 3 ΚΠολΔ, 914 και 281 Α.Κ., που δεν ήταν εφαρμοστέες, κατέληξε σε ορθό διατακτικό, αφού αν εφάρμοζε την πράγματι εφαρμοστέα διάταξη του άρθρου 940 § 1 ΚΠολΔ, με βάση τα περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ήτοι τη θεμελίωση αποζημιωτικής ευθύνης στο πρόσωπο του εναγομένου. Συνεπώς, δεν συντρέχει περίπτωση παραβίασης του εφαρμοστέου κανόνα του άρθρου 940 § 1 ΚΠολΔ, ενώ η διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ. δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, εφόσον πρόκειται για ειδική μορφή αδικοπραξίας που θεμελιώνεται αποκλειστικά στη διάταξη του άρθρου 940 ΚΠολΔ. Η νομική βάση της απόφασης δημιουργεί δεδικασμένο κατ' άρθρο 324 ΚΠολΔ, το οποίο όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι βλαπτικό για την αναιρεσείουσα και, ως εκ τούτου, δεν συντρέχει περίπτωση αναίρεσης της εφετειακής απόφασης μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Επομένως, ο δεύτερος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 940 § 1 ΚΠολΔ, αφού τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα περιστατικά, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα περί συνδρομής των προϋποθέσεων της ανωτέρω ουσιαστικής διάταξης, με τις υποστηρίζουσες αυτό, μεταξύ άλλων, ειδικότερες παραδοχές α) ότι το αναγραφόμενο στο πωλητήριο συμβόλαιο τίμημα για το ακίνητο ανερχόταν σε 41.935,57 ευρώ, αλλά το συμφωνημένο μεταξύ των μερών τίμημα ανερχόταν σε 200.000 ευρώ, και ότι κατά συνέπεια ο εναγόμενος, έχοντας ήδη λάβει το συνολικό ποσό των (10.000 + 91.500 + 77.600) 179.100 ευρώ, που είναι μεγαλύτερο από το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο, γνώριζε κατά το μεταγενέστερο και κρίσιμο χρόνο του πλειστηριασμού την ανυπαρξία της επισπευδόμενης απαίτησής του, που αφορούσε μέρος του συμφωνημένου αλλά μη αναγραφόμενου στο συμβόλαιο τιμήματος, β) ότι δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι το συμφωνημένο τίμημα των 200.000 ευρώ δεν αφορούσε μόνο την πώληση του ακινήτου, αλλά και την εντός αυτού επιχείρηση κατεργασίας και εμπορίας μαρμάρων και οικοδομικών υλικών με τα υλικά, εργαλεία, φήμη και πελατεία της, ενόψει του ότι οι σχετικές καταθέσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης είναι αόριστες, χωρίς εξειδίκευση των εμπορευμάτων, υλικών, εργαλείων και μηχανημάτων και χωρίς επιβεβαίωση από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, επιπλέον δε αποδυναμώνονται από το γεγονός ότι οι ενάγοντες, ένα μήνα πριν από την αγοραπωλησία του ακινήτου, αγόρασαν από τον εναγόμενο μηχανολογικό εξοπλισμό (κόφτη μαρμάρου και κλαρκ), ενέργεια στην οποία δεν θα είχαν προβεί αν η πώληση περιλάμβανε και την επιχείρηση, που αυτός διατηρούσε στο ακίνητο, και γ) οι αναιρεσείοντες λόγω της εκτέλεσης της ένδικης διαταγής πληρωμής υπέστησαν θετική ζημία ίση με την εμπορική αξία του εκπλειστηριαθέντος ακινήτου, ανερχομένη, ενόψει της παλαιότητας (χρόνος ανέγερσης κτισμάτων προ του έτους 1983) και της θέσης του επιδίκου, αλλά και των λοιπών παραγόντων και των δυσμενών συνθηκών που επικρατούν στην αγορά ακινήτων, με βάση και τα διδάγματα κοινής πείρας, στο ποσό των 65.000 ευρώ. Πέραν των ανωτέρω, δεν απαιτείτο η αναφορά και άλλων γεγονότων, που να δικαιολογούν τη γνώση του εναγομένου, ενόψει του ότι η ανυπαρξία της απαίτησης, με βάση τα γνωστά σε αυτόν και αναφερόμενα στην απόφαση ως άνω περιστατικά, προκύπτει ευθέως από το νόμο και συγκεκριμένα τις διατάξεις των άρθρων 158, 159, 180, 369, 513 και 1033 Α.Κ., ούτε απαιτείτο, όσον αφορά την απόρριψη του προαναφερόμενου ισχυρισμού του εναγομένου ότι το τίμημα των 200.000 ευρώ αφορούσε και την εντός αυτού επιχείρηση, να γίνει μνεία της χρήσης των στεγάστρων, που υπήρχαν στο ακίνητο, και του σκοπού της αγοράς του εκ μέρους των αναιρεσειόντων, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα. Επομένως, ο πρώτος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη, άλλως ανεπάρκεια της αιτιολογίας, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος, ως προς την περαιτέρω αιτίαση αναφορικά με την παραδοχή του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ότι η γνώση του εναγομένου για την ανυπαρξία της απαίτησης επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι αυτός επέδωσε τη διαταγή πληρωμής για δεύτερη φορά μόνο μετά από τη διενέργεια του πλειστηριασμού, είναι απαράδεκτος, καθόσον αφορά επιχείρημα, που συνέχεται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων και δεν συνιστά αιτιολογία της απόφασης δεκτική αναιρετικού ελέγχου, αφού δεν πρόκειται για παραδοχή διαμορφωτική του αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλόμενης απόφασης και δη ότι η γνώση του εναγομένου δεν υπήρχε κατά το χρόνο του πλειστηριασμού, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του σχετικού λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ. (Ολ.Α.Π. 2/2008). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα, όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα (Α.Π. 559/2020, Α.Π. 1437/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία είχε προσκομίσει στη δευτεροβάθμια δίκη με επίκληση ο εναγόμενος: α) αντίγραφο της εκκαθαριστικής δήλωσης Φ.Π.Α. της επιχείρησης, που αυτός ασκούσε στο ακίνητο, με αναγραφή των εσόδων της από 1-1-2006 έως 28-6-2006, από το οποίο προκύπτει ότι διέκοψε την επιχείρησή του την 28-6-2006, κάτι που δεν θα είχε συμβεί αν δεν είχε μεταβιβάσει στους αναιρεσίβλητους μαζί με το ακίνητο και την επιχείρησή του, και β) αντίγραφα των 66/2006, 111/2007 και 286/2008 δανειακών συμβάσεων μεταξύ των αναιρεσιβλήτων και της Αγροτικής Τράπεζας Ελλάδος για ποσά 95.000, 25.000 και 17.500 ευρώ με ισάριθμες αιτήσεις της Τράπεζας προς το αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο για εγγραφή υποθήκης επί του ακινήτου, από τα οποία προκύπτει η αξία του ακινήτου κατά το χρόνο της αγοραπωλησίας. Από τη βεβαίωση, όμως, του Εφετείου, που περιέχεται στην απόφασή του, ότι ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ άλλων, και όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νομότυπα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται αφενός μεν ότι ο εναγόμενος διατηρούσε επιχείρηση στο ακίνητο και πώλησε μηχανήματα αυτής στους αναιρεσίβλητους, αφετέρου δε ότι το δικαστήριο της ουσίας συνεκτίμησε για την εύρεση της αξίας του ακινήτου κατά το χρόνο της μεταβίβασης τα προσκομισθέντα έγγραφα, τις προσκομισθείσες ένορκες βεβαιώσεις, την παλαιότητα των κτισμάτων και τη θέση του ακινήτου, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 11 γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ