ΑΡΙΘΜΟΣ 415/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Πάνο Πετρόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένη Δημητρίου - Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Κ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Λιδωρίκη και 2) Γ. Φ. του Α., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Γκιουγκή, περί αναιρέσεως της με αριθμό 677 και 918/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με συγκατηγορούμενο τον Θ. Π. του Π.. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 28 Σεπτεμβρίου 2012 και 19 Σεπτεμβρίου 2012 αντίστοιχες αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1057/12. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες από 1-10-2012 δήλωση αναιρέσεως της Κ. Σ., και 19-9-2012 αίτηση αναιρέσεως του Γ. Φ., κατά της υπ' αριθ. 677 και 918/2011 αποφάσεως του, κατ' έφεση δικάσαντος, Τριμελούς Εφετείου Πατρών, πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της μεταξύ τους συναφείας. Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ. 2 και 498 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως είναι και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Προκειμένου, ειδικότερα, για έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως, η διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 του ΚΠοινΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 19 του Ν. 2408/1996, ορίζει ότι "η άσκηση εφέσεως από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση, άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η αιτιολόγηση της ασκουμένης από τον Εισαγγελέα εφέσεως κατά αθωωτικής αποφάσεως αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου αυτού μέσου και πρέπει να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, δηλαδή, πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές και νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση, δεδομένου, μάλιστα, ότι, με την απαγγελία της αθωωτικής αποφάσεως στο ακροατήριο (με συνοπτική συνήθως αιτιολογία), ο Εισαγγελέας έχει άμεση πρόσβαση στα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, καθώς και στα πρακτικά της συνεδριάσεως του δικαστηρίου, όπου η καταχώριση των μαρτυρικών καταθέσεων και η απολογία του κατηγορουμένου (ΟλΑΠ 9/2005). Αν η έφεση του Εισαγγελέα δεν έχει τέτοια αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη, την κρίνει παραδεκτή και, ακολούθως, εξετάζοντας την ουσία της υποθέσεως, καταλήξει στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση της εξουσίας του, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως. 'Ελλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της εφέσεως του Εισαγγελέα υπάρχει, εκτός των άλλων περιπτώσεων και όταν προκύπτει ασάφεια ως προς τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση, όπως από αυτή και τα πρακτικά της προκύπτει, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την παρεμπίπτουσα υπ' αριθ. 677/2011 απόφασή του, η οποία προηγήθηκε της κατωτέρω προσβαλλομένης κυρίας αποφάσεώς του και θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται με την τελευταία (άρθρο 504 παρ. 4 Κ.Ποιν.Δ.) απέρριψε τον ισχυρισμό που πρόβαλαν οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, δια των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, περί απαραδέκτου της εφέσεως του Αντεισαγγελέα Εφετών Πατρών κατά της υπ' αριθ. 353/11-2-2009 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειδικείου Μεσολογγίου και δέχθηκε τυπικώς την έφεση αυτού, στη συνέχεια δε, αφού εξέτασε την ουσία της υποθέσεως, με την αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθ. 918/2011 απόφασή του, κήρυξε, κατά πλειψηφία, τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους, ενόχους παθητικής δωροδοκίας κατ' εξακολούθηση με την συνδρομή της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 α του ΠΚ και επέβαλε στον καθένα ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Στην έκθεση που συντάχθηκε για την ανωτέρω έφεση από τον αρμόδιο γραμματέα του Ειρηνοδικείου Πατρών, με αριθμό 6/23-2-2009, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την εξέταση του προβαλλομένου λόγου αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ, αναφέρεται, ότι ο Αντεισαγγελέας Εφετών Πατρών, κωλυομένου του Εισαγγελέως, "εκκαλεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πατρών την υπ' αριθμ. 353/11-2-2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειδικείου Μεσολογγίου, με την οποία αθωώθηκαν οι κατηγορούμενοι, Κ. Σ. του Κ., Προϊσταμένη Διεύθυνσης Αλιείας Ν. … και Φ. Γ. του Α., Επιθεωρητής του Ελληνικού Νηογνώμονα για παθητική δωροδοκία κατ' εξακολούθηση και Θ. Π. του Π. για ενεργητική δωροδοκία κατ εξακολούθηση (άρθρα 13α, 98, 235, 236, 263Α ΠΚ), πράξεις πού φέρονται ότι τέλεσαν στον …, …, …, …, και … κατά το χρονικό διάστημα από 9-6-2002 έως τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2004" και ότι "Από τα πρακτικά της συζήτησης στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Μεσολογγίου, προέκυψε ότι, την 9-6-2002 σε έκθεση ειδών αλιείας στην …, με την παρουσία του μάρτυρα Κ. Μ., ο Θ. Π. έδωσε στην Κ. Σ. το χρηματικό ποσό των 1.500 ευρώ, ενώ αυτή αρνείται την οποιαδήποτε οικονομική συναλλαγή μ' αυτόν, παρά το γεγονός ότι αυτή γνωρίζει ότι ο Θ. Π. είχε υποβάλει αίτηση αντικατάστασης του παλαιού επαγγελματικού του σκάφους με την ναυπήγηση νέου επαγγελματικού αλιευτικού σκάφους, λαμβάνοντας οικονομική ενίσχυση (Κοινοτική και Εθνική) και ο σχετικός φάκελος του έχει σοβαρές ελλείψεις και σφάλματα. Πλην όμως η πράξη αυτή έχει παραγραφεί μετά την παρέλευση πενταετίας, από την ημερομηνία τέλεσής της. Ως προς τις άλλες πράξεις πού φέρονται ότι τελέστηκαν, α) τους μήνες Μάιο και Νοέμβριο του έτους 2004 όταν φέρεται ότι έλαβε τα ποσά των 5.000 και 5.000 ευρώ η Κ. Σ., για να προωθήσει τις διαδικασίες ότι το νέο επιδοτούμενο αλιευτικό σκάφος πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις β) στις 24-11-2003, 3-3-2004, 10-5-2004, 2-6-2004, 5-7-2004 όταν φέρεται ότι έλαβε συνολικά το ποσό των 9.750 ευρώ ο Φ. Γ. για την επιθεώρηση και καταμέτρηση του νέου επιδοτούμενου αλιευτικού σκάφους, λαμβάνοντας υπ' όψη, την κατάθεση του Ν. Π., αδελφού του Θ. Π., φαίνεται ότι αυτοί λάμβαναν τα ανωτέρω χρηματικά ποσά για την νομιμοποίηση του αλιευτικού αυτού σκάφους. Επίσης, από την κατάθεση του Ν. Δ., Προϊσταμένου Διεύθυνσης Αλιείας, πού ανέλαβε την θέση αυτή το 2006 από την κατηγορουμένη Κ. Σ., προκύπτει ότι τα εκδοθέντα ναυτιλιακά έγγραφα του ανωτέρω αλιευτικού σκάφους δεν ανταποκρίνονταν στις πραγματικές διαστάσεις του, ενώ από την απολογία του Θ. Π., προκύπτει ότι αυτός έδιδε τα ανωτέρω χρηματικά ποσά προκειμένου να εκδίδουν τα νομιμοποιητικά έγγραφα του νέου σκάφους και τον διαβεβαίωναν ότι δεν θα έχει πρόβλημα. Ύστερα από αυτά ζήτησε να γίνει δεκτή η παραπάνω έφεσή του και να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι λαμβάνοντας υπ' όψη και την άποψη του μειοψηφήσαντα προεδρεύοντος του Δικαστηρίου αυτού, εξαιρουμένης της εφέσεως της μερικότερης πράξης, που φέρεται ότι τελέστηκε στην … την 9-6-2002, η οποία έχει παραγραφεί μετά την παρέλευση της πενταετίας, από την τέλεσή της". Η πιο πάνω αιτιολογία της εφέσεως δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές πλημμέλειες, που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν αθώοι για τις πιο πάνω πράξεις και, επιπλέον, δεν εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και ένεκα των οποίων υφίσταται η συνδρομή των αντικειμενικών και των υποκειμενικών όρων των ως άνω αξιοποίνων πράξεων. Ειδικότερα: α) Στην έφεση γίνεται αναφορά και μόνον, σε μερικά αποδεικτικά στοιχεία, χωρίς να διατυπώνεται οποιαδήποτε σκέψη ή συλλογισμός σε συνδυασμό με αυτά, προκειμένου να αντικρουσθεί η εξαχθείσα κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου περί της αθωότητάς τους. Όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση της εκκαλουμένης αποφάσεως και των πρακτικών της, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Μεσολογγίου, προκειμένου να οδηγηθεί στην απαλλακτική για τους κατηγορουμένους κρίση του, έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων (κατηγορίας και υπερασπίσεως) που εξετάστηκαν, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και τις απολογίες των κατηγορουμένων, οι οποίοι ήταν παρόντες κατά την διαδικασία (από προφανή παραδρομή γίνεται μνεία στο προοίμιο της εκκαλουμένης "της απολογίας του κατηγορουμένου"). Έπρεπε, λοιπόν, στην έφεση να μνημονεύονται, έστω και κατ' είδος, τα αποδεικτικά αυτά μέσα και οι συγκεκριμένες πλημμέλειες ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και τα κατ' ορθή εκτίμηση αυτών πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, ένεκα των οποίων υφίσταται η συνδρομή των αντικειμενικών και των υποκειμενικών όρων των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες κρίθηκαν αθώοι οι κατηγορούμενοι. Όμως, σ' αυτήν δεν μνημονεύονται οι αποδείξεις που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο, πλην των μαρτύρων κατηγορίας Κ. Μ., Ν. Π. και του μάρτυρα υπερασπίσεως Ε. Δ. του Ν. (ο οποίος από προφανή παραδρομή μνημονεύθηκε στο εφετήριο ως Ν. Δ.) και της απολογίας του μη αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Θ. Π. και της απολογίας της Κ. Σ., ούτε γίνεται αναφορά ότι με βάση τις αποδείξεις αυτές προκύπτουν περιστατικά που θεμελιώνουν την ενοχή των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων για τις αξιόποινες πράξεις της παθητικής δωροδοκίας κατ' εξακολούθηση και, επομένως, αυτοί, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κρίθηκαν αθώοι. Το Τριμελές, όμως, Πλημμελειοδικείο έλαβε υπόψη του, εκτός από τα αποδεικτικά αυτά μέσα, και την απολογία του Γ. Φ. και τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως Δ. Μ., Δ. Κ. και Ι. Φ., που εξετάστηκαν στο ακροατήριο και όλα τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, τα οποία αναφέρονται στις σελίδες 30 μέχρι 32 της εκκαλουμένης αποφάσεως με τους αριθμούς 1-14 του κατηγορητηρίου, 1-25 που προσκόμισαν οι συνήγοροι υπερασπίσεως των κατηγορουμένων. Τα πραγματικά περιστατικά, που οδήγησαν το πρωτόδικο Δικαστήριο στην αθωωτική για τους πιο πάνω δύο κατηγορουμένους κρίση του, προέκυπταν από το σύνολο των πιο πάνω αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία ουδόλως αναφέρονται στην έφεση που ασκήθηκε από τον εκκαλούντα Εισαγγελέα, ούτε αυτός αντικρούει με συλλογισμούς την περί της αθωότητας των εν λόγω κατηγορουμένων κρίση του πιο πάνω Δικαστηρίου, ώστε να προκύπτει ότι το Δικαστήριο εκτίμησε εσφαλμένα τα αποδεικτικά αυτά μέσα. Συγκεκριμένα: η επίκληση της καταθέσεως του μάρτυρος Ν. Π., με την επισήμανση "..λαμβάνοντας υπόψη την κατάθεση του Ν. Π., αδελφού του Θ. Π., "φαίνεται" ότι αυτοί λάμβαναν..." δεν επαρκεί, διότι δεν αναπτύσσεται, για ποιο λόγο και με βάση ποια πραγματικά περιστατικά, "φαίνεται" από την κατάθεση του ως άνω μάρτυρα, ότι τέλεσαν την πράξη της παθητικής δωροδοκίας, με την επίκληση δε της καταθέσεως του μάρτυρα Ε. Δ. του Ν. (εκ παραδρομής μνημονευομένου στο εφετήριο ως Ν. Δ.), ".....από την κατάθεση...προκύπτει ότι τα εκδοθέντα ναυτιλιακά έγγραφα του ανωτέρω αλιευτικού σκάφους δεν ανταποκρίνονταν στις πραγματικές διαστάσεις του...." , δεν εξειδικεύεται πώς συνδέεται αιτιωδώς η από αυτούς τέλεση του αδικήματος της παθητικής δωροδοκίας, με το αξιολογικώς ουδέτερο γεγονός ότι τα ναυτιλιακά έγγραφα του σκάφους δεν ανταποκρίνονταν στις πραγματικές του διαστάσεις και πως τούτο συνδέεται με την παθητική δωροδοκία των αναιρεσειόντων και σε ποια πλημμέλεια υπέπεσε η προσβαλλομένη αθωωτική απόφαση. Όσον αφορά την απολογία του Θ. Π., η έφεση στερείται αιτιολογίας, όταν αναφέρεται σ' αυτήν ότι: ".....προκύπτει ότι αυτός έδιδε τα ανωτέρω χρηματικό ποσό προκειμένου να εκδίδουν τα νομιμοποιητικά έγγραφα του νέου σκάφους και τον διαβεβαίωναν ότι δεν θα έχει πρόβλημα...", καθώς δεν εξειδικεύεται ποια είναι η συγκεκριμένη πλημμέλεια που δύναται να αποδοθεί στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση, με βάση τα όσα προκύπτουν εκ της απολογίας του Θ. Π. και ειδικότερα ποία είναι τα νομιμοποιητικά έγγραφα αυτά και αν για την έκδοσή τους ήσαν αρμόδιοι οι αναιρεσείοντες. Τέλος, στην έφεση δεν γίνεται καθόλου αναφορά ότι ο Γ. Φ. απασχολήθηκε υπό διπλή ιδιότητα, δηλαδή τόσο με την ιδιότητα του, νομίμως αμειβομένου από τον Θ. Π., ιδιώτη ναυπηγού και μελετητή του έργου ναυπήγησης του ενδίκου αλιευτικού σκάφους του Θ. Π. (τρίτου κατηγορουμένου), όσο και με την ιδιότητα του Επιθεωρητή- νηογνώμονα υπαλλήλου του Ελληνικού Νηογνώμονα Α.Ε. με την οποία ιδιότητα προέβη σε επιθεώρηση και επιμέτρηση του σκάφους μετά την ολοκλήρωση της ναυπηγήσεώς του, με συνέπεια να μην διακρίνεται και να μην βεβαιώνεται στην ένδικη έφεση, ποια χρηματικά ποσά έλαβε, επί πλέον της συμφωνημένης νόμιμης αμοιβής του ως ιδιώτη ναυπηγού μελετητή του έργου, ως δώρα για να βεβαιώσει ως υπάλληλος Επιθεωρητής του Ελληνικού Νηογνώμονα, κατά παράβαση των καθηκόντων του, κατά την επιθεώρηση του συγκεκριμένου σκάφους, ότι αυτό έχει διαστάσεις και όγκο μικρότερο του πραγματικού. β) Ενώ το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε στο σκεπτικό του ότι αποδείχθηκε ότι από τις βεβαιώσεις προόδου εργασιών και κόστους και ολοκλήρωσης υποέργου που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, αποδείχθηκε ότι η πρώτη κατηγορουμένη, εκτιμώντας την πρόοδο των εργασιών, προέβη με τα λοιπά μέλη της άνω επιτροπής αρχικά σε εκτίμηση του ποσοστού εκτελέσεως του έργου και τελικώς στην εκτίμηση της τελικής ολοκληρώσεως αυτού, σε κανένα δε σημείο αυτών δεν διαλαμβάνεται κρίση αυτής περί των διαστάσεων του σκάφους ώστε να συναχθεί γνώση της περί αυτών, γεγονός το οποίο πιστοποιείτο μόνο από τον Ελληνικό Νηογνώμονα με την προσκόμιση του σχετικού πιστοποιητικού, εν τούτοις ο Εισαγγελέας ουδέν διαλαμβάνει στην έφεσή του προς αντίκρουση των σκέψεων αυτών και προς υποστήριξη της αντίθετης δικής του απόψεως, ότι δηλαδή η κατηγορουμένη γνώριζε τις διαστάσεις του σκάφους εξ ιδίας αντιλήψεως και έλαβε τα ποσά για να προωθήσει το αίτημα του τρίτου κατηγορουμένου. Επομένως, το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με το να δεχθεί ως παραδεκτή την ανωτέρω έφεση, απορρίπτοντας τον σχετικό ισχυρισμό των κατηγορουμένων, και να προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως και να κηρύξει ενόχους αυτούς παθητικής δωροδοκίας κατ' εξακολούθηση, υπερέβη θετικά την εξουσία του και οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως των αναιρεσειόντων, είναι βάσιμοι και πρέπει, κατά παραδοχήν τους, να αναιρεθούν οι προσβαλλόμενες (παρεμπίπτουσα και οριστική) αποφάσεις στο σύνολό τους, παρέλκει δε μετά ταύτα η έρευνα των λοιπών λόγων των αιτήσεων. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 469 του ΚΠοινΔ, "Αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σ' αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπό του, ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους...". Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, δικαιολογητικός λόγος της οποίας είναι η αρχή της ισότητας και η εναρμόνιση των ευνοϊκών αποτελεσμάτων για όλους τους συμμετόχους, γενικές προϋποθέσεις για όλες τις άνω προβλεπόμενες περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου αυτού είναι: α) να ασκήθηκε το ένδικο μέσο από συγκατηγορούμενο που εδικαιούτο να ασκήσει αυτό και δεν κρίθηκε για οποιονδήποτε λόγο απαράδεκτο, β) οι προταθέντες από αυτόν λόγοι να μην άρμοζαν αποκλειστικώς στο πρόσωπό του και γ) οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι είτε δεν δικαιούνται να ασκήσουν το ένδικο μέσο, είτε δικαιούνται μεν, αλλά δεν το άσκησαν εντός της νομίμους προθεσμίας ή το άσκησαν και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο. Δηλαδή καθιερώνεται υπέρ του συγκατηγορουμένου, του ασκήσαντος το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, επέκταση της ευνοϊκής κρίσεως του Αρείου Πάγου, αν οι λόγοι που έγιναν δεκτοί δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο αυτού που άσκησε παραδεκτά το ένδικο μέσο, το οποίο τελικά έγινε δεκτό και ως βάσιμο. Εάν συντρέχουν οι όροι αυτοί, εφ' όσον με το ασκηθέν ένδικο μέσο βελτιώθηκε η θέση αυτού που το άσκησε, ωφελούνται και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, αλλά μόνον για αντικειμενικούς λόγους, που δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του ασκήσαντος το ένδικο μέσο και όχι για λόγους προσωπικούς. Οι ωφελούμενοι κατά τα παραπάνω από το επεκτατικό αποτέλεσμα, δικαιούνται και δεν υποχρεούνται να συμμετάσχουν στη δίκη ως διάδικοι, κατά τη συζήτηση του ενδίκου μέσου του άλλου και να ζητήσουν εφαρμογή του επεκτατικού αποτελέσματος και σε αυτούς, χωρίς να δικαιούνται να προβάλουν άλλους ιδίους λόγους, κυρίους ή προσθέτους, το δε δικαστήριο επεκτείνει και σε αυτούς αυτεπαγγέλτως το ευεργετικό αποτέλεσμα, που προέκυψε από το ένδικο μέσο του αναιρεσείοντος. Στην προκειμένη περίπτωση οι κατά τα ανωτέρω, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως των αναιρεσειόντων, που έγιναν δεκτοί, δεν αφορούν αποκλειστικά στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων, πρώτης και δευτέρου κατηγορουμένων, διότι η ποινική ευθύνη αυτών, φερομένων ως δωροδοκηθέντων κατηγορουμένων εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του πρωτοδίκως αθωωθέντος, φερομένου ως ενεργητικώς δωροδοκήσαντος αυτούς, τρίτου κατηγορουμένου Θ. Π. και το επεκτατικό αποτέλεσμα του ως άνω ασκηθέντος ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, πρέπει, κατ' άρθρο 469 του ΚΠοινΔ, να επεκταθεί και στον, μη ασκήσαντα αίτηση αναιρέσεως, τρίτο συγκατηγορούμενο και συγκαταδικασθέντα στην έκκλητο δίκη Θ. Π.. Αφού δε η απόφαση αυτή αναιρείται λόγω του απαραδέκτου της εφέσεως του Εισαγγελέα και η πρωτόδικη απόφαση είναι αθωωτική, δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υποθέσεως, κατ' άρθρο 519 του ΚΠοινΔ, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο και πρέπει ο Άρειος Πάγος να απορρίψει την έφεση του Εισαγγελέα κατά της πρωτόδικης αθωωτικής αποφάσεως ως απαράδεκτη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 677 και 918/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών ως προς τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους Κ. Σ. του Κ. και Γ. Φ. του Α.. Επεκτείνει το αναιρετικό αποτέλεσμα της ανωτέρω αποφάσεως και στον καταδικασθέντα μη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Θ. Π. του Π.. Απορρίπτει την υπ' αριθ. 6/23-2-2009 έφεση του Αντεισαγγελέα Εφετών Πατρών κατά της υπ' αριθ. 353/2009 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μεσολογγίου. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Μαρτίου 2013. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ