Αριθμός 656/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 6-10-2022 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Χ. του Γ., 2) Ε. Μ. του Σ., 3) Ι. Β. του Σ., κατοίκων Θεσσαλονίκης και 4) αλληλοασφαλιστικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΑΛΛΗΛΟΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΠΕ ΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ ΕΠΙΒΑΤΙΚΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΔΧ ΤΑΞΙ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 2ος, 3ος και 4ος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Θεοπίστη Σπανού με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η 1η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-5-2016 αγωγή των Γ. Χ. και Α. Ψ., ως ασκούντων από κοινού τη γονική μέριμνα της ανήλικης τότε θυγατέρας τους και ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων (Α. Χ. του Γ.), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την από 13-10-2016 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη 2ου, 3ου και 4ου των αναιρεσιβλήτων, καθώς και με την από 1-3-2017 αγωγή των Α. Σ. και Β. Η., μη διαδίκων στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 96/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2287/ 2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-5-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αικατερίνη Βλάχου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και οι 2ος, 3ος και 4ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. (ΑΠ 357/2021, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 1753/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, από την 563Β'/29-9-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Φωτίου Ευθυμίου, την οποία προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα η αναιρεσείουσα, που επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση από 25.5.2020 (αριθμ. εκθ. κατ. 90/28-5-2020) αίτησης αναίρεσης της 2287/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτής, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη κατάθεσης, ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πρώτη αναιρεσίβλητη, Α. Χ., για να παραστεί κατά τη συζήτηση της αναίρεσης κατά την ορισθείσα δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του Δικαστηρίου η τελευταία δεν εμφανίστηκε, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Συνεπώς εφόσον η πρώτη αναιρεσίβλητη έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία της. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υποχρέου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το Δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. (ΑΠ 1445/2021, ΑΠ 1393/2021). Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το Δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ. (ΑΠ 264/2022, ΑΠ 1393/2021). Η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε, (ΑΠ 270/2019, ΑΠ 62/2016) ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων αυτών, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών. (ΑΠ 270/2019, ΑΠ 1500/20002). Με το ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), θεσπίζονται κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνονται οδηγοί και πεζοί, ώστε να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, αυτοκινητικά ατυχήματα. Κατά τα άρθρα 16 παρ. 3, 17 παρ. 1, 3 περ. δ' και 8 περ. α', β' και γ', 19 παρ. 1 και 2 και 20 παρ. 1 του ΚΟΚ, σε οδοστρώματα που είναι χωρισμένα σε δύο ή περισσότερες λωρίδες κυκλοφορίας, κατά κατεύθυνση με κατά μήκος διαγραμμίσεις, οι οδηγοί οχημάτων υποχρεούνται να οδηγούν αυτά μέσα στα όρια μιας λωρίδας και κατά το δυνατόν στο μέσο αυτής (άρθρο 16 παρ. 3). Ο οδηγός επιτρέπεται να προσπεράσει προπορευόμενο όχημα μόνον εφόσον μπορεί να το κάνει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας και εφόσον προειδοποιήσει έγκαιρα γι' αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα. Το προσπέρασμα επιτρέπεται, κατά κανόνα, από τα αριστερά...Το προσπέρασμα απαγορεύεται γενικά στις εξής περιπτώσεις: α)...δ) αμέσως προ ή επί μη κυκλικού ισόπεδου οδικού κόμβου...Σε μονόδρομους και οδούς διπλής κατεύθυνσης, που υπάρχουν δύο τουλάχιστον λωρίδες κυκλοφορίας, κατά κατεύθυνση, μέσα σε κατοικημένες περιοχές και τρείς εκτός αυτών, διαχωριζόμενες με κατά μήκος διαγραμμίσεις, επιτρέπεται η κυκλοφορία σε παράλληλες σειρές (στοίχους). Στην περίπτωση αυτή, αλλαγή λωρίδας επιτρέπεται μόνον εφόσον δεν προκαλείται κίνδυνος ή παρακώλυση της κυκλοφορίας και δίνεται έγκαιρα προειδοποίηση, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 2 του παρόντος Κώδικα. Στην περίπτωση που προβλέπεται στο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, ο προβλεπόμενος τρόπος οδήγησης δεν θεωρείται ότι αποτελεί προσπέρασμα κατά την έννοια του παρόντος άρθρου (άρθρο 17 παρ. 1, 3 περ. δ' και 8 περ. α', β' και γ'). Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. Eπιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του, λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού. Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν (άρθρο 19 παρ. 1 και 2), (ΑΠ 624/2019). Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων οχημάτων, μέσα στις κατοικημένες περιοχές, ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα, εκτός αν άλλως ορίζεται με ειδική σήμανση (άρθρο 20 παρ. 1). (ΑΠ 64/2019, ΑΠ 203/2018). Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη Α. Χ., με την από 24-5-2016 κυρία αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά των πρώτου, δευτέρου και τρίτου των εναγομένων Ε. Μ., ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "ΑΛΛΗΛΟΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ Π.Ε. ΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ ΤΑΞΙ", Ι. Β. (ήδη δεύτερου, τρίτου και τέταρτου των αναιρεσιβλήτων), Α. Σ., Β. Η. (μη διαδίκων στην παρούσα δίκη) και έκτης των εναγομένων ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ" (ήδη αναιρεσείουσας), ισχυρίστηκε ότι στις 15-6-2013 και περί ώρα 01.15', οδηγώντας α) ο τέταρτος εναγόμενος, Α. Σ., τη ΝΟΧ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, που ανήκε στην κυριότητα της πέμπτης εναγομένης, Β. Η. και ήταν ασφαλισμένη στην έκτη εναγομένη "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ" και β) ο πρώτος εναγόμενος, Ε. Μ.ς, το ΤΑΕ... Δ.Χ.Ε. αυτοκίνητο (ταξί), ιδιοκτησίας του τρίτου εναγομένου, Ι. Β., που ήταν ασφαλισμένο στο δεύτερο εναγόμενο, ν.π.ι.δ. "ΑΛΛΗΛΟΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ Π.Ε. ΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ ΤΑΞΙ", (ήδη τρίτο αναιρεσίβλητο) προκάλεσαν, από συνυπαιτιότητά τους, τον τραυματισμό της ίδιας, επιβάτιδας της ΝΟΧ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, κατά τη σύγκρουση των εν λόγω οχημάτων που έγινε κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται σ' αυτή. Με αυτό το ιστορικό ζήτησε αποζημίωση, πρόσθετη αποζημίωση, λόγω αναπηρίας και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας του τραυματισμού της. Οι τρεις πρώτοι από τους εναγομένους άσκησαν κατά των λοιπών εναγομένων την από 13-10-2016 παρεμπίπτουσα αγωγή, με την οποία, αφού ισχυρίστηκαν ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ως άνω ατυχήματος, άλλως συνυπαίτιος, κατά ποσοστό 95%, είναι ο πρώτος εναγόμενος της αγωγής αυτής, οδηγός της ΝΟΧ... δίκυκλης μοτοσικλέτας Α. Σ., ζήτησαν, σε περίπτωση ήττας τους στην κυρία αγωγή, να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να τους καταβάλουν νομιμοτόκως και εις ολόκληρον το 95% κάθε ποσού που αυτοί υποχρεωθούν να καταβάλουν στην κυρίως ενάγουσα Α. Χ. για κεφάλαιο, τόκους και δικαστικά έξοδα. Οι εν λόγω αγωγές συνεκδικάστηκαν με την από 1-3-2017 κυρία αγωγή του οδηγού και της ιδιοκτήτριας της ΝΟΧ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, Α. Σ. και Β. Η. κατά των Ε. Μ., ν.π.ι.δ. "ΑΛΛΗΛΟΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ Π.Ε. ΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ ΤΑΞΙ" και Ι. Β. και εκδόθηκε η 96/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κρίθηκαν συνυπαίτιοι του ατυχήματος και οι δύο οδηγοί, ο οδηγός του ταξί Ε. Μ. κατά ποσοστό 70% και ο οδηγός της μοτοσικλέτας Α. Σ. κατά 30%, έγιναν δεκτές εν μέρει η πρώτη κυρία αγωγή και η παρεμπίπτουσα αγωγή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η δεύτερη κυρία αγωγή λόγω μη απόδειξης των επικαλούμενων με αυτή ζημιών των εναγόντων. Οι διάδικοι άσκησαν εφέσεις και εκδόθηκε η προσβαλλομένη, 2287/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κρίνοντας ομοίως προς το πρωτοβάθμιο ως προς όλα τα εκκληθέντα κεφάλαια (και την υπαιτιότητα), απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού. (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 703/2022). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν. (ΑΠ 703/2022, ΑΠ 130/2016). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν και αποκλειόταν η εφαρμογή του. (ΑΠ 510/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της συνυπαιτιότητας του οδηγού της ασφαλισμένης στην αναιρεσείουσα μοτοσικλέτας στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, το Εφετείο δέχτηκε, ανελέγκτως, ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 15-6-2013 και περί ώρα 01.15, ο τέταρτος των εναγομένων της με αρ. κατ. 3347/2016 αγωγής, κινούνταν με την με αρ. κυκλοφορίας ΝΟΧ 0810 δίκυκλη μοτοσυκλέτα, εργοστασίου κατασκευής Yamaha 134 cc, ιδιοκτησίας της πέμπτης των εναγομένων της ιδίας αγωγής, μητέρας του, η οποία τον είχε προστήσει στην οδήγηση. Η μοτοσυκλέτα ήταν ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην έκτη των εναγομένων της ιδίας αγωγής ασφαλιστική εταιρία (ήδη αναιρεσείουσας) και κινούνταν επί της οδού Μ. Ανδρόνικου στην τρίτη από αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας. Στην εν λόγω μοτοσυκλέτα επέβαινε ως συνεπιβάτης η ενάγουσα της ίδιας ως άνω αγωγής, (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) η δε πορεία της μοτοσυκλέτας ήταν ευθεία προς την οδό Αγγελάκη. Η ως άνω οδός Μ. Ανδρόνικου είναι μονής κατεύθυνσης, ευθεία, οριζόντια, έχει 4 λωρίδες κυκλοφορίας που διαχωρίζονται με λευκές διακεκομμένες γραμμές και έχει πλάτος οδοστρώματος 14,3 μέτρα, Κατά τον ανωτέρω χρόνο η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν ξηρά, επικρατούσε καλοκαιρία, ήταν νύχτα με επαρκή τεχνητό φωτισμό και η ορατότητα δεν περιορίζονταν, ενώ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας προσδιορίζονταν σε 50 χλμ/ώρα. Επί της οδού Μ. Ανδρόνικου και στο σημείο που συμβάλλεται κάθετα εκ δεξιών με την οδό Λ. Στρατού και εξ αριστερών με την οδό Ν. Γερμανού, υπάρχει φωτεινός σηματοδότης που ρυθμίζει την κυκλοφορία και την είσοδο των οχημάτων στον κόμβο όπου καταλήγουν οι οδοί Μ. Ανδρόνικου, Ν. Γερμανού, Λ. Στρατού, καθώς και οι οδοί Τσιμισκή και Αγγελάκη, προς τις οποίες δύο τελευταίες οδούς δύναται να κινηθούν όσοι κινούνται στην οδό Μ. Ανδρόνικου. Ήτοι επί της ως άνω συμβολής, όπου υφίσταται φωτεινός σηματοδότης καθώς και διαβάσεις πεζών, οι οδηγοί που κινούνται επί της οδού Μ. Ανδρόνικου έχουν τη δυνατότητα να κινηθούν είτε ευθεία προς την οδό Αγγελάκη είτε αριστερά προς την οδό Τσιμισκή. Τούτο διότι στο σημείο εκείνο υφίσταται οριζόντια σήμανση στην οδό και δη στις δύο πρώτες λωρίδες κυκλοφορίας από τα αριστερά υφίσταται σε έκαστη βέλος που υποχρεώνει σε πορεία προς τα αριστερά, στις δε δύο επόμενες λωρίδες κυκλοφορίας, ήτοι τρίτη και τέταρτη από αριστερά, υφίσταται σε έκαστη βέλος που υποχρεώνει σε πορεία ευθεία, Τα εν λόγω είναι βέλη επιλογής στο οδόστρωμα, το οποίο είναι χωρισμένο σε λωρίδες κυκλοφορίας με κατά μήκος διαγραμμίσεις, ώστε οι οδηγοί υποχρεούνται να επιλέγουν έγκαιρα τη λωρίδα, η οποία φέρει το βέλος κατεύθυνσης την οποία θέλουν να ακολουθήσουν και δεν μπορούν πλέον να πάρουν άλλη κατεύθυνση (άρθρο 5 παρ.5 περ. ζ εδ. γ ΚΟΚ). Την ίδια χρονική στιγμή στην ίδια οδό κινούνταν το με αρ. κυκλοφορίας ΤΑΕ ... ΕΔΧ ταξί, το οποίο οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος της ως άνω αγωγής, (ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος) ιδιοκτησίας του τρίτου εναγομένου, (ήδη τρίτου αναιρεσίβλητου) ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στο δεύτερο εναγόμενο νομικό πρόσωπο της ιδίας αγωγής. (ήδη τέταρτο αναιρεσίβλητο). Αμφότερα τα οχήματα έφτασαν στο φωτεινό σηματοδότη και ενόψει της ερυθρής ένδειξης αυτού, σταμάτησαν εντός της τρίτης από αριστερά λωρίδας κυκλοφορίας και δη η μοτοσυκλέτα πρώτη από αριστερά και εκ δεξιών της το όχημα ταξί. Μόλις ο φωτεινός σηματοδότης μεταβλήθηκε σε πράσινος τα δύο οχήματα εκκίνησαν, πρόθεση δε της δίκυκλης μοτοσυκλέτας ήταν να συνεχίσει ευθεία την πορεία της προς την οδό Αγγελάκη, του δε οχήματος ταξί, καίτοι είχε καταλάβει λωρίδα κυκλοφορίας που υποχρέωνε σε ευθεία πορεία, να ενεργήσει αριστερή στροφή προκειμένου να εισέλθει στην οδό Τσιμισκή. Όταν το όχημα ταξί έφτασε περί το μέσο του πλάτους του οδοστρώματος της εισόδου της οδού Τσιμισκή, ενήργησε αριστερή στροφή, με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί η εμπρόσθια αριστερή πλευρά του στην οπίσθια δεξιά πλευρά της δίκυκλης μοτοσυκλέτας που εκείνη την στιγμή κινούνταν παράλληλα με το όχημα ταξί, με συνέπεια, η δίκυκλη μοτοσυκλέτα να ανατραπεί, να διανύσει απόσταση 10,8 μέτρα στο οδόστρωμα μέχρι το άκρο του πεζοδρομίου των οδών Τσιμισκή και Αγγελάκη, ως προκύπτει από τα σημειούμενα στο σχεδιάγραμμα της τροχαίας ίχνη ελαστικού, μήκους 6,4 μέτρων, χαραγών μήκους 5,5 μέτρων και ιχνών σύρσεως (εν μέρει αλληλεπικαλυπτόμενων). Εν συνεχεία, η μοτοσυκλέτα προσέκρουσε στο πεζοδρόμιο όπου ανήλθε σε αυτό και σύρθηκε για περίπου 9 μέτρα μέχρι που προσέκρουσε σε όχημα σταθμευμένο κάθετα στο πεζοδρόμιο επί της οδού Αγγελάκη, η δε συνεπιβάτης ενάγουσα εκτινάχθηκε στο πεζοδρόμιο πλησίον του σταθμευμένου οχήματος και τραυματίσθηκε ως κατωτέρω αναφέρεται. Η θέση και η πορεία των οχημάτων στο οδόστρωμα επί της οδού Μ. Ανδρόνικου εμφαίνεται στο από 15-6-2013 σχεδιάγραμμα της τροχαίας που συνοδεύει την από 15-6-2013 έκθεση αυτοψίας και συγκεκριμένα εμφανίζονται αμφότερα τα οχήματα εντός της τρίτης από αριστερά λωρίδας κυκλοφορίας, ως περιγράφηκε ανωτέρω και με σημείο έναρξης της πορείας εκάστου στο φωτεινό σηματοδότη....το Δικαστήριο κρίνει ότι οι θέσεις και οι πορείες των οχημάτων είναι αυτές που εμφανίζονται στο σχεδιάγραμμα της τροχαίας, το οποίο συνετάχθη με βάση τις πληροφορίες των εμπλεκόμενων οδηγών για τις πορείες τους, ως αναφέρεται στη θέση 14 της έκθεσης "για την αρχική κατεύθυνση οχημάτων" όπου αναφέρονται οι πορείες των οχημάτων σύμφωνα με τις δηλώσεις των οδηγών. Ήτοι αμφότερα τα οχήματα εμφανίζονται στο σχεδιάγραμμα να βρίσκονται στον ένδικο φωτεινό σηματοδότη εντός της τρίτης από αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας με το ταξί ευρισκόμενο εκ δεξιών της μοτοσυκλέτας, οι πιθανές δε αρχικές πορείες τους αφικνούνται από τον ένδικο φωτεινό σηματοδότη ώστε να προκύπτει ότι σταμάτησαν αμφότερα σε αυτόν.....Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τα οχήματα, αφού εκκίνησαν από το φωτεινό σηματοδότη, κινήθηκαν ευθεία, όπου στο μέσο της εισόδου περίπου της οδού Τσιμισκή, το ταξί ενήργησε αριστερή στροφή προκειμένου να εισέλθει στην εν λόγω οδό, με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία της μοτοσυκλέτας, η οποία εκείνη τη στιγμή βρίσκονταν σε διαδικασία υπέρβασης του ταξί ενόψει του ότι συγκρούσθηκε το εμπρόσθιο μέρος του ταξί με το οπίσθιο μέρος της μοτοσυκλέτας..... η μοτοσυκλέτα είχε ταχύτητα περί τα 62 χλμ/ώρα, η οποία και συνετέλεσε μετά την σύγκρουση με το ταξί στην πορεία που διέγραψε ως την τελική της θέση..... Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι ο οδηγός του ταξί έκανε χρήση του αριστερού δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης (φλας).....Ακόμη όμως και αν ο οδηγός ταξί έκανε χρήση αριστερού φλας ενόψει του ότι η δίκυκλη μοτοσυκλέτα βρίσκονταν αριστερά αυτού και δίπλα του εκκινώντας από το φανάρι, ακόμα και αν κινούνταν κανονικά στη διπλανή λωρίδα κυκλοφορίας δεν θα μπορούσε να διακρίνει το φλας, καθόσον αυτό θα προειδοποιούσε τους οδηγούς που θα κινούνταν όπισθεν του οχήματος του και όχι δίπλα του, οι οποίοι δεν θα είχαν οπτική επαφή. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα, η πρόκληση του ατυχήματος και η επέλευση των ζημιογόνων αποτελεσμάτων του οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα (αμέλεια) αμφοτέρων των οδηγών. Ειδικότερα, ο οδηγός του οχήματος ταξί δεν κατέβαλε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή την οποία μπορούσε, αναλόγως των αντικειμενικών περιστάσεων και όφειλε, κατά τους νομικούς κανόνες, τις επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες και την κοινή πείρα και λογική, να καταβάλει, ως μέσος συνετός οδηγός και η οποία θα οδηγούσε σε πρόβλεψή του ζημιογόνου αποτελέσματος (άρθρο 330 ΑΚ), καθόσον δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του ώστε να μην προβεί σε συμπεριφορά που θα έθετε σε κίνδυνο την κυκλοφορία και δεν συμμορφώθηκε με την οριζόντια σήμανση στο οδόστρωμα όπου στην λωρίδα που βρίσκονταν υπήρχε βέλος επιλογής στο οδόστρωμα, που ήταν χωρισμένο σε λωρίδες κυκλοφορίας με κατά μήκος διαγραμμίσεις, ώστε οι οδηγοί υποχρεούνται να επιλέγουν έγκαιρα τη λωρίδα η οποία φέρει το βέλος της κατεύθυνσης Την οποία θέλουν να ακολουθήσουν και δεν μπορούν πλέον να πάρουν άλλη κατεύθυνση. Ειδικότερα, αν και κινούνταν σε οδό με διακεκομμένες γραμμές επί του οδοστρώματος οι οποίες καθόριζαν τα όρια περισσότερων λωρίδων για την καθοδήγηση της κυκλοφορίας, στις οποίες υπήρχαν βέλη εκτροπής είτε προς τα αριστερά για όσους κινούνταν προς την οδό Τσιμισκή είτε ευθεία για όσους κινούνταν προς την οδό Αγγελάκη, δεν επέλεξε μία από τις δύο πρώτες από αριστερά λωρίδες κυκλοφορίας με βέλος εκτροπής προς τα αριστερά, ενόψει του ότι επιθυμούσε να εισέλθει στην οδό Τσιμισκή, αλλά κατέλαβε την τρίτη από αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας, η οποία καίτοι τον υποχρέωνε να συνεχίσει σε ευθεία πορεία προς την οδό Αγγελάκη, εκείνος κινήθηκε προς τα αριστερά αποκλείοντας τη διέλευση της μοτοσυκλέτας που κινούνταν εξ αριστερών του με πορεία ευθεία προς την οδό Αγγελάκη (άρθρ. 5 παρ. 1, παρ. 2 εδ. α, παρ. 3 εδ. β, παρ. 5 περ. ζ εδ. γ, 12 παρ. 1 ν. 2696/1999). Αντίστοιχα, συνυπαίτιος είναι και ο οδηγός της μοτοσυκλέτας, καθόσον δεν κατέβαλε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή την οποία μπορούσε, αναλόγως των αντικειμενικών περιστάσεων και όφειλε, κατά τους νομικούς κανόνες, τις επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες και την κοινή πείρα και λογική, να καταβάλει, ως μέσος συνετός οδηγός και η οποία θα οδηγούσε σε πρόβλεψή του ζημιογόνου αποτελέσματος (άρθρο 330 ΑΚ), καθόσον δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του ώστε να μην προβεί σε συμπεριφορά που θα έθετε σε κίνδυνο την κυκλοφορία και κινούνταν με ταχύτητα ανώτερη του επιτρεπομένου ορίου εντός κόμβου επιχειρώντας υπέρβαση άλλου οχήματος κινούμενου στην ίδια λωρίδα κυκλοφορίας, επιπλέον δε, δεν κατέλαβε τη σωστή θέση στην οδό, που ήταν μονής κατεύθυνσης, με περισσότερες από δύο λωρίδες κυκλοφορίας, διαχωριζόμενες με κατά μήκος διαγραμμίσεις, στην οποία οδό επιτρέπεται η κυκλοφορία σε παράλληλες σειρές (στοίχους). Ειδικότερα, αν και στην οδό Μ. Ανδρόνικου όπου κινούνταν, υπήρχαν 4 λωρίδες κυκλοφορίας, στις οποίες 2 πρώτες από αριστερά υπήρχαν επί του οδοστρώματος βέλη με υποχρεωτική πορεία αριστερά και στις δύο επόμενες βέλη με υποχρεωτική πορεία ευθεία, και ενώ πρόθεσή του ήταν να κινηθεί ευθεία προς την οδό Αγγελάκη, δεν ακινητοποιήθηκε στο φωτεινό σηματοδότη όπισθεν του οχήματος ταξί που ήταν πρώτο στην τρίτη από αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας, αλλά ακινητοποιήθηκε δίπλα και παράλληλα σε αυτό από αριστερά του, εντός της ίδιας λωρίδας κυκλοφορίας αν και αυτό δεν επιτρέπονταν καθόσον η κίνηση σε στοίχους, ήτοι παράλληλα, επιτρέπονταν μέσα σε διαφορετικές λωρίδες και όχι στην ίδια λωρίδα κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα εκκινώντας από το φωτεινό σηματοδότη παράλληλα με το όχημα ταξί και εντός της ίδιας λωρίδας κυκλοφορίας και έχοντας αναπτύξει μεγαλύτερη του επιτρεπομένου ορίου ταχύτητα, περί τα 62 χλμ/ώρα με σκοπό να υπερβεί το εκ δεξιών του όχημα εντός ισόπεδου κόμβου, να μην αντιληφθεί τον αριστερό ελιγμό του οχήματος ταξί που επιχειρούσε αριστερή στροφή προς την οδό Τσιμισκή και να συγκρουσθεί με αυτό (αρθρ. 19 παρ.1 και 2, 20 παρ.1, 16 παρ.3, 17 παρ 3 εδ.δ, παρ. 8 εδ. α ν. 2696/1999). Εάν είχε καταλάβει τη σωστή θέση στην οδό μέσα στην ίδια λωρίδα κυκλοφορίας πίσω από το όχημα ταξί και κινούνταν με την επιτρεπόμενη ταχύτητα χωρίς να επιχειρήσει υπέρβαση εντός του κόμβου, θα είχε αντιληφθεί έμπροσθεν το όχημα ταξί να ενεργεί τον αριστερό ελιγμό". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 300 και 330 ΑΚ (σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες διατάξεις του ΚΟΚ), ως προς την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της, περιγραφόμενης στην προσβαλλόμενη απόφασή του αμελούς συμπεριφοράς του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα οδηγού της μοτοσικλέτας Α. Σ. και του ατυχήματος, καθόσον α) θεμελίωσε την αμέλεια του τελευταίου στην έλλειψη της προσήκουσας σύνεσης και προσοχής, που όφειλε να επιδείξει ως μέσος συνετός οδηγός, συνεπεία των οποίων αυτός, φθάνοντας στον ισόπεδο οδικό κόμβο που προαναφέρθηκε, αφού ακινητοποίησε το όχημά του προ του ερυθρού σηματοδότη, αριστερά του ΔΧΕ αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο δεύτερος αναιρεσίβλητος και στην αυτή (τρίτη από αριστερά) λωρίδα κυκλοφορίας της οδού Ανδρονίκου, ξεκίνησε με την αφή του πράσινου, σηματοδότη, για να κινηθεί ευθεία προς την οδό Αγγελάκη, αναπτύσσοντας αυξημένη για την περιοχή (κατοικημένη, οδικός κόμβος) ταχύτητα (62 χιλιόμετρα την ώρα) και υπερβαίνοντας από αριστερά το ταξί με το οποίο βρισκόταν στην αυτή λωρίδα, χωρίς όμως να αντιληφθεί ότι ο οδηγός του τελευταίου οχήματος την ίδια χρονική στιγμή εκτελούσε ελιγμό αριστερά για να εισέλθει στην οδό Τσιμισκή, όπως θα μπορούσε, αν εκινείτο με την επιβαλλόμενη μειωμένη ταχύτητα και τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και β) η οδηγητική αυτή συμπεριφορά του οδηγού της μοτοσικλέτας, συνολικά εκτιμώμενη και όχι κάθε παράβαση του ΚΟΚ μεμονωμένα κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τον ορθό λόγο, ευρίσκεται σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο προς το ένδικο ατύχημα. Οι ως άνω αιτιολογίες της προσβαλλομένης, ως προς το ζήτημα της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του οδηγού της μοτοσικλέτας και του επελθόντος αποτελέσματος, είναι σαφείς, επαρκείς, χωρίς λογικά άλματα και κενά και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, περί της ορθής ή μη υπαγωγής των περιστατικών, που το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη νομική έννοια του αιτιώδους συνδέσμου, ενώ δεν απαιτείτο, εκτός από τις προαναφερθείσες, να διαλάβει και άλλες αιτιολογίες. Οι φερόμενες ως ελλείψεις γιατί δεν διευκρινίζεται ποιο όχημα έφθασε πρώτο στο ύψος των σηματοδοτών, η ταχύτητα του ταξί, η απόσταση του σημείου εκκίνησης των οχημάτων από εκείνο της σύγκρουσης, η απόσταση που διένυσε κάθε όχημα μέχρι τη σύγκρουση, πότε ο οδηγός του ταξί έλαβε την απόφαση να κινηθεί αριστερά και ο χρόνος που διέθετε ο οδηγός της μοτοσικλέτας για να αντιδράσει και οι φερόμενες ως αντιφάσεις γιατί το Εφετείο, με την παραδοχή ότι η μοτοσικλέτα επιχείρησε υπέρβαση του ταξί, δέχεται άλλοτε ότι βρισκόταν πίσω του και άλλοτε από αριστερά του, δεν εμποδίζουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν, ενώ στην προσβαλλομένη προσδιορίζονται με σαφήνεια και επάρκεια τα στοιχεία, με βάση τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην κρίση ότι, η οδηγητική συμπεριφορά του οδηγού της μοτοσικλέτας συντέλεσε αιτιωδώς στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος. Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, (ΟλΑΠ 42/2002) το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1350/2021, ΑΠ 15/2021). Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη. Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1405/2019). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδ. γ' του ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιόν του προσκομισθέν ουσιώδες αποδεικτικό μέσον και συγκεκριμένα την υπ' αριθμ. 1125/2018 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, οδηγός του ταξί Ε. Μ., κηρύχθηκε ένοχος για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια εις βάρος της πρώτης αναιρεσίβλητης και επιβάτιδας της ΝΟΧ... δίκυκλης μοτοσικλέτας Α. Χ. και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 12 μηνών, την οποία η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε νόμιμα με τις προτάσεις της και προσκόμισε στη δευτεροβάθμια δίκη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι λήφθηκαν υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, και όλα τα έγγραφα "που οι διάδικοι προσκομίζουν νόμιμα και επικαλούνται ... τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...", σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, περί συνυπαιτιότητας του οδηγού του ταξί στην πρόκληση του ατυχήματος (κατά ποσοστό 70%), δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και την επικαλούμενη ως άνω απόφαση του ποινικού δικαστηρίου. Εξάλλου, οι παραδοχές της προαναφερόμενης ποινικής απόφασης περί κίνησης της μοτοσικλέτας στη δεύτερη από αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας της οδού Ανδρονίκου και προς την αυτή με το ταξί κατεύθυνση (προς την οδό Τσιμισκή), έρχεται σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας περί κίνησης του ίδιου οχήματος (μοτοσικλέτας) επί της τρίτης από αριστερά λωρίδας κυκλοφορίας με ευθεία πορεία. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η τελευταία στα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 25-5-2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. 902/90/2020) αίτηση για αναίρεση της 2287/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των δεύτερου, τρίτου και τέταρτου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ