Αριθμός 133/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 24 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Λύτρα. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Μερσίνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και 2) Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Πασαμιχάλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-11-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, την από 8-9-2003 ανακοίνωση δίκης μετά προσεπικλήσεως σε αναγκαστική παρέμβαση της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης και την από 13-9-2004 πρόσθετη παρέμβαση του ήδη δευτέρου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1222/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 5280/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-9-2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 14-9-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε: α) την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως όσον αφορά το δεύτερο αναιρεσίβλητο και β) την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως όσον αφορά την πρώτη αναιρεσίβλητη κατά παραδοχή και των δύο λόγων της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των αναιρεσιβλήτων στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά μεν την παράγραφο 1 του άρθρου 556 Κ.Πολ.Δ. δικαίωμα αναιρέσεως έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, μεταξύ άλλων, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών και ο εφεσίβλητος, κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Το έννομο αυτό συμφέρον πρέπει να επικαλείται ο αναιρεσείων με το αναιρετήριο (Α.Π. 1468/2009), η ύπαρξή του δε κρίνεται κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1935/2009). Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα-καθ' ης η πρόσθετη παρέμβαση και ήδη αναιρεσείουσα "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." ζητεί την αναίρεση της 5280/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της εναγομένης-προσεπικαλούσας-παρεμπιπτόντως ενάγουσας-υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης "Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.", κατά το μέρος της που στρεφόταν κατά του προσεπικληθέντος-παρεμπιπτόντως εναγομένου-προσθέτως παρεμβάντος υπέρ της εναγομένης και ήδη δευτέρου αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, έγινε δε δεκτή η ίδια έφεση κατά το μέρος της που στρεφόταν κατά της ήδη αναιρεσείουσας, εξαφανίσθηκε κατά τούτο η εκκαλούμενη απόφαση και, αφού κρατήθηκε η υπόθεση, απορρίφθηκε η αγωγή. Με βάση τ' ανωτέρω η υπό κρίση αίτηση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται κατά του δευτέρου αναιρεσιβλήτου διότι έναντι αυτού η αναιρεσείουσα είναι η νικήσασα διάδικος (εφόσον με την προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώθηκε η απόρριψη της πρόσθετης παρεμβάσεώς του υπέρ της αντιδίκου της και κατά της ιδίας), δεν επικαλείται δε έννομο συμφέρον που να δικαιολογεί την άσκηση της αιτήσεως κατά του προαναφερθέντος αναιρεσιβλήτου παρά την ιδιότητά της αυτή (ως νικησάσης διαδίκου). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης σε βάρος της αναιρεσείουσας και υπέρ του νικώντος δευτέρου αναιρεσιβλήτου δεν θα περιληφθεί στην παρούσα ελλείψει σχετικού αιτήματος αυτού. Η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης, επί της οποίας, σύμφωνα με το άρθρο 830 παρ.1 Α.Κ., έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 827 του ίδιου κώδικα που ορίζει ότι ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει, και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίστηκε για τη φύλαξή του. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 416 και 417 Α.Κ. συνάγεται ότι η καταβολή για να έχει ως συνέπεια την απόσβεση της οφειλής πρέπει να γίνει στο δανειστή (και στην προκειμένη περίπτωση στον καταθέτη) ή σε όποιον ο δανειστής ή το δικαστήριο ή ο νόμος έχει επιτρέψει να δεχθεί την καταβολή, η δε καταβολή που έγινε σε τρίτον ισχύει αν ο δανειστής την έχει εγκρίνει (άρθρο 238 Α.Κ.) ή εφόσον ωφελείται από αυτήν (Α.Π. 378/2011). Περαιτέρω με την 197/1978 απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής, με την οποία κωδικοποιήθηκαν όλες οι προγενέστερες αυτής αποφάσεις της ιδίας επιτροπής που αφορούσαν στη χρηματοδότηση της βιοτεχνίας από το ειδικό κεφάλαιο που δημιουργήθηκε με τη 1421/1/28-7-1966 απόφασή της, καθορίστηκαν οι δικαιούχοι, η διαδικασία και οι προϋποθέσεις δανειοδοτήσεως βιοτεχνικών επιχειρήσεων από τις εμπορικές τράπεζες, από το ειδικό κεφάλαιο που δημιουργήθηκε για το σκοπό αυτό, με την υποχρεωτική εισφορά των εμπορικών τραπεζών, υπολογιζόμενη επί των πάσης φύσεως καταθέσεων σ' αυτές. Ειδικότερα με την απόφαση αυτή ορίστηκαν και τα εξής: Α) Στην παράγραφο Ι με τον τίτλο "Δημιουργία Ειδικού Κεφαλαίου": "1. Αι εμπορικαί τράπεζαι υποχρεούνται όπως διαθέτουν ποσοστόν 6%... της από 1ης Ιανουαρίου 1966 και εφεξής αυξήσεως του συνόλου των παρ' αυταίς εις δραχμάς πάσης φύσεως καταθέσεων ιδιωτών, δημοσίων επιχειρήσεων και των δημοσίων οργανισμών ... δια την χορήγησιν ειδικής κατηγορίας πιστώσεων προς βιοτεχνικάς επιχειρήσεις υπό τους όρους και τας προϋποθέσεις της παραγράφου ΙΙ της παρούσης αποφάσεως. Το τμήμα του δια τον ανωτέρω σκοπόν προοριζομένου κεφαλαίου, το μη διατιθέμενον κατά τα εν τω προηγουμένω εδαφίω οριζόμενα, θα κατατίθεται υποχρεωτικώς εις ειδικόν παρά τη Τραπέζη της Ελλάδος λογαριασμόν των τραπεζών υπό τον τίτλον "Έντοκοι Καταθέσεις Τραπεζών δια Βιοτεχνικά Δάνεια"... 2. Ο υπολογισμός των ανωτέρω υποχρεώσεων των τραπεζών γίνεται υπό της αρμοδίας υπηρεσίας της γραμματείας της Νομισματικής Επιτροπής, βάσει του εις το τέλος του προηγουμένου μηνός ύψους των παρ' εκάστη τραπέζη καταθέσεων. 3. Εξουσιοδοτείται η Τράπεζα της Ελλάδος όπως κατόπιν εντολών της ως άνω υπηρεσίας της γραμματείας της Νομισματικής Επιτροπής ενεργή τας αναγκαίας εγγραφάς εις τον παρ' αυτή τηρούμενον λογαριασμόν "Έντοκοι Καταθέσεις Τραπεζών δια Βιοτεχνικά Δάνεια" χρεώσει ή πιστώσει αντιστοίχως των παρ' αυτή τρεχουμένων λογαριασμών των τραπεζών, αναλόγως των αυξομειώσεων των παρ' αυταίς καταθέσεων, ως και των εκάστοτε υπολοίπων των εκ του ειδικού κεφαλαίου χρηματοδοτήσεών των προς την βιοτεχνίαν". Β) Στην παράγραφο ΙV με τον τίτλο "Εγγύησις του Ελληνικού Δημοσίου": "Παρέχεται η υπό του νόμου (άρθρ.6 του ν. 400/76) προβλεπομένη σύμφωνος γνώμη της Νομισματικής Επιτροπής προς τον Υπουργόν Οικονομικών δια την παροχήν προς τας χορηγούσας δάνεια εις βιοτεχνίας εκ του προβλεπομένου υπό της παρούσης αποφάσεως ειδικού κεφαλαίου τραπέζας, της εγγυήσεως του Δημοσίου υπέρ των χρηματοδοτουμένων βιοτεχνιών, υπό τους ακολούθους όρους και προϋποθέσεις", οι οποίοι όροι και προϋποθέσεις παρατίθενται στη συνέχεια. Γ) Στην παράγραφο IV/Δ με τον τίτλο "Διαδικασία καταπτώσεως της εγγυήσεως": "... Η Τράπεζα της Ελλάδος, εξουσιοδοτουμένη ανεκκλήτως υπό του Υπουργού Οικονομικών, θα καταβάλλη εκάστοτε το αντίστοιχον ποσόν χρεώσει του παρ' αυτή λογαριασμού του δημιουργουμένου κατά τα ανωτέρω (παρ. Ε) οριζόμενα, εκ των εισπραττομένων υπέρ του Δημοσίου προμηθειών. Εν περιπτώσει ανεπαρκείας του υπολοίπου του λογαριασμού τούτου, η Τράπεζα της Ελλάδος θα εξουσιοδοτηθή ωσαύτως υπό του Υπουργού Οικονομικών όπως μεταφέρη εκάστοτε εις τον εν λόγω λογαριασμόν ανάλογα ποσά χρεώσει του παρ' αυτή τηρουμένου λογαριασμού του Ελληνικού Δημοσίου "Ελληνικόν Δημόσιον - Συγκέντρωσις Εισπράξεων και Πληρωμών". Η Τράπεζα της Ελλάδος θα αναγγέλλη τας εκάστοτε γενομένας ως άνω χρεώσεις εις το Γενικόν Λογιστήριον του Κράτους". Κατ' εξουσιοδότηση της διατάξεως της παραγράφου IV/Β και της παρασχεθείσας με την ίδια παράγραφο σύμφωνης γνώμης της Νομισματικής Επιτροπής εκδόθηκε η 67651/2142/28-7-1978 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών "Περί παροχής της εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου προς τις εμπορικές τράπεζες για τη χρηματοδότηση της βιοτεχνίας" (ΦΕΚ 681Β), με την οποία παρασχέθηκε η εγγύηση, για αόριστο χρόνο, του Ελληνικού Δημοσίου στις εμπορικές τράπεζες που χορηγούν δάνεια σε βιοτεχνικές επιχειρήσεις σύμφωνα με την παραπάνω αναφερόμενη απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής. Με την υπουργική αυτή απόφαση ορίστηκαν και τα εξής: Α) Στην παράγραφο ΙΙΙ/2: "Η δανείστρια τράπεζα, σε περίπτωση καταπτώσεως της εγγυήσεως του Δημοσίου, δικαιούται να ζητήσει, με έγγραφό της που θα απευθύνεται στο Υπουργείο Οικονομικών - Γενικό Λογιστήριο του Κράτους.., την εξόφληση του κατά τα ανωτέρω οφειλομένου ποσού, εφόσον: α) έχει προηγηθεί καθυστέρηση καταβολής, από την οφειλέτιδα βιοτεχνία, τριών τουλάχιστον δόσεων ή σε περίπτωση που η χρηματοδότηση είναι εξοφλητέα εφ' άπαξ εφόσον έχουν περάσει τρεις μήνες από της λήξεως της σχετικής προθεσμίας και β) πριν από τις ανωτέρω προθεσμίες, συντρέχουν ειδικοί λόγοι για την ταχύτερη έναρξη της διαδικασίας αναγκαστικής εισπράξεως της οφειλής και αφού προηγουμένως έχει παρασχεθεί σχετική έγκριση της αρμοδίας Υποεπιτροπής Βιοτεχνικών Πιστώσεων". Β) Στην παράγραφο ΙΙΙ/5: "Σε περίπτωση που εντός 30 ημερών από τη χρονολογία της υποβολής στο Υπουργείο Οικονομικών - Γενικό Λογιστήριο του Κράτους ... του ανωτέρω εγγράφου μετά των λοιπών δικαιολογητικών δεν εξοφληθεί το εγγυημένο από το Δημόσιο τμήμα του δανείου με εντολή του προς την Τράπεζα της Ελλάδος και δεν υπάρχει έγγραφη αντίρρηση του Δημοσίου για τη νομιμότητα της καταπτώσεως της εγγυήσεως, η δανείστρια τράπεζα δικαιούται να ζητήσει, με έγγραφό της το οποίο θα κοινοποιείται στην αρμόδια υπηρεσία του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.., την εξόφληση του εγγυημένου μέρους της απαιτήσεώς της, απευθείας από την Τράπεζα της Ελλάδος συνυποβάλλουσα υπεύθυνη δήλωσή της ότι συντρέχουν όλες οι προς τούτο απαιτούμενες σχετικές προϋποθέσεις. Η Τράπεζα της Ελλάδος εξουσιοδοτείται ανέκκλητα να καταβάλλει το αντίστοιχο ποσό χρεώσει του διατηρουμένου δυνάμει της αποφάσεώς μας αυτής λογαριασμού του Δημοσίου Νο 234060/2 "ΓΛΚ - Δ8 προμήθεια εγγυήσεως χρηματοδοτήσεως βιοτεχνίας". Σε περίπτωση ανεπαρκείας του υπολοίπου του λογαριασμού αυτού η Τράπεζα της Ελλάδος εξουσιοδοτείται και πάλι όπως μεταφέρει κάθε φορά στον ανωτέρω λογαριασμό ανάλογα ποσά χρεώσει του λογαριασμού του Δημοσίου Νο 200 "Ε.Δ. Συγκέντρωσις Εισπράξεων και Πληρωμών"...". Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 11 παρ.4 ν. 2322/1995 ορίστηκαν τα εξής: "Αν από υπαιτιότητα του δανειστή ή πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλιπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, το Δημόσιο ελευθερώνεται και τυχόν εντολές πληρωμής, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης, ανακαλούνται και εκπίπτονται από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες όπου έχουν βεβαιωθεί τα αντίστοιχα ποσά με μέριμνα της Διεύθυνσης Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών (Γ.Λ.Κ.-Δ25)". Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις της 197/1978 αποφάσεως της Νομισματικής Επιτροπής και της 67651/2142/28-7-1978 αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών προκύπτει ότι οι εξουσιοδοτήσεις που παρέχονται με αυτές στην Τράπεζα της Ελλάδος αφορούν χρεώσεις και πιστώσεις των λογαριασμών που τηρούνται σ' αυτήν από το Ελληνικό Δημόσιο και όχι από τις εμπορικές τράπεζες. Κατ' εξαίρεση με την παράγραφο Ι/3 της 197/1978 αποφάσεως της Νομισματικής Επιτροπής παρέχεται στην Τράπεζα της Ελλάδος η εξουσιοδότηση να χρεώνει ή να πιστώνει τους λογαριασμούς που τηρούν σ' αυτήν οι εμπορικές τράπεζες, η εξουσιοδότηση όμως αυτή αφορά μόνο τις περιπτώσεις κατά τις οποίες πρέπει να αυξηθεί ή να μειωθεί το κεφάλαιο το οποίο κάθε εμπορική τράπεζα είναι υποχρεωμένη να έχει κατατεθειμένο στον ειδικό λογαριασμό χρηματοδοτήσεως της βιοτεχνίας και μόνο μετά από σχετικές εντολές της Νομισματικής Επιτροπής. Σε κάθε περίπτωση με τις ανωτέρω διατάξεις αλλά και με οποιαδήποτε άλλη (όπως και η προπαρατεθείσα του άρθρου 11 παρ.4 ν. 2322/1995) δεν εξουσιοδοτείται η Τράπεζα της Ελλάδος να χρεώνει, χωρίς τη συναίνεσή τους και χωρίς σχετική δικαστική απόφαση, τους λογαριασμούς των εμπορικών τραπεζών που τηρούνται σ' αυτήν με τα χρηματικά ποσά με τα οποία προηγουμένως τους έχει πιστώσει λόγω καταπτώσεως της εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, με την επίκληση ότι το Δημόσιο ανακάλεσε την εντολή της πιστώσεως διότι εκ των υστέρων διαπίστωσε ότι δεν συνέτρεχαν οι όροι καταπτώσεως της εγγυήσεώς του. Ούτε με τις προαναφερθείσες διατάξεις ή με οποιαδήποτε άλλη αίρονται οι υποχρεώσεις της Τράπεζας της Ελλάδος που απορρέουν από τη σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης μεταξύ αυτής και των εμπορικών τραπεζών οι οποίες τηρούν τρεχούμενους λογαριασμούς σ' αυτήν. Τέλος η εκ των υστέρων (μετά την κατάπτωση της εγγυήσεως και την πίστωση του λογαριασμού της εμπορικής τράπεζας με το ποσό της καταπεσούσης εγγυήσεως) ανάκληση της εντολής της πιστώσεως εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά την "έγγραφη αντίρρηση του τελευταίου για τη νομιμότητα της καταπτώσεως της εγγυήσεως" που προβλέπεται από την παράγραφο ΙΙΙ/5 της 67651/2142/28-7-1978 αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών, δεδομένου ότι η έγγραφη αυτή αντίρρηση πρέπει να έχει λάβει χώρα πριν από την πίστωση του λογαριασμού της εμπορικής τράπεζας με το ποσό της καταπεσούσης εγγυήσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την από 11-11-2002 αγωγή της επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που μεταβιβάσθηκε μετά από έφεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, η "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." εξέθεσε τα εξής: Ότι στις 1-3-1990 και 6-4-1990 χορήγησε στη μη διάδικο εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΣΤΥΛ - Βιοτεχνία Ετοίμων Ενδυμάτων - Ά. Μ. Ε.Π.Ε." δύο βιοτεχνικά δάνεια ποσών 10.000.000 και 5.000.000 δραχμών αντίστοιχα για κεφάλαιο κινήσεως και αγορά πρώτων υλών. Ότι με τις αναφερόμενες βεβαιωτικές πράξεις (αποφάσεις) της Υποεπιτροπής Βιοτεχνικών Πιστώσεων Αθηνών βεβαιώθηκε η παροχή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου υπέρ της πιστολήπτριας εταιρείας μέχρι τα ποσά των 7.800.000 και των 3.000.000 δραχμών αντίστοιχα. Ότι με τη 3240/5-10-1990 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η πιστολήπτρια εταιρεία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως. Ότι με την από 9-1-1991 επιστολή της ενημέρωσε για την πτώχευση της πιστολήπτριας την αρμόδια Υποεπιτροπή Βιοτεχνικών Πιστώσεων Αθηνών, η οποία με την από 7-2-1991 έγγραφη απάντησή της ενέκρινε την κήρυξη των δανείων ληξιπρόθεσμων και απαιτητών. Ότι μετά ταύτα, όπως είχε δικαίωμα από τη σύμβαση πιστώσεως, έκλεισε τους αλληλόχρεους λογαριασμούς που τηρούσε για την εξυπηρέτηση των δανείων. Ότι με έγγραφό της προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ., το οποίο επέδωσε στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, ζήτησε την κατάπτωση της εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου. Ότι στις 29-2-1996 με δύο έγγραφα του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους δόθηκε στην "Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." η εντολή να χρεωθεί ο τηρούμενος σ' αυτήν λογαριασμός του Ελληνικού Δημοσίου με τα ποσά των 7.800.000 και των 3.000.000 δραχμών και να πιστωθεί με τα ίδια ποσά ο τηρούμενος στην ίδια τράπεζα λογαριασμός αυτής (της ενάγουσας). Ότι στις 11-3-1996 η εναγομένη εκτέλεσε τις ανωτέρω εντολές του Ελληνικού Δημοσίου. Ότι στις 13-1-1999 με έγγραφο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους δηλώθηκε στην εναγομένη ότι ανακαλείται η εντολή που της δόθηκε με τα δύο προηγούμενα έγγραφά του και της ζητήθηκε να χρεώσει τον τηρούμενο σ' αυτήν λογαριασμό της (της ενάγουσας) με τα ποσά των 7.800.000 και των 3.000.000 δραχμών και να πιστώσει με τα ίδια ποσά τον τηρούμενο στην ίδια τράπεζα λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου, με την αιτιολογία ότι δεν έχουν ισχύ οι εγγυήσεις που το Ελληνικό Δημόσιο είχε παράσχει υπέρ αυτής (της ενάγουσας). Ότι στις 15-1-1999 η εναγομένη, κατά παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεών της που απέρρεαν από τη μεταξύ τους σύμβαση καταθέσεως, χρέωσε τον τηρούμενο σ' αυτήν λογαριασμό της με το ποσό των 10.800.000 δραχμών με αντίστοιχη πίστωση του λογαριασμού του Ελληνικού Δημοσίου. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το πιο πάνω ποσό και ήδη το ποσό των 31.694,79 ευρώ (νομιμοτόκως). Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή ήταν νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 346, 827 και 830 παρ.1 Α.Κ. Επομένως το εφετείο το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση την απέρριψε ως μη νόμιμη και μάλιστα μετά από εκτίμηση των αποδείξεων (με την αιτιολογία ότι η Τράπεζα της Ελλάδος, με βάση τις διατάξεις της 197/1978 αποφάσεως της Νομισματικής Επιτροπής και της 67651/2142/28-7-1978 αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών, είχε εξουσιοδοτηθεί να πιστώνει και να χρεώνει τους λογαριασμούς των Τραπεζών που τηρούνται σ' αυτή, μεταξύ των οποίων και εκείνον της αναιρεσείουσας τράπεζας και ότι το έγγραφο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους με το οποίο ανακλήθηκε εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου η εντολή της πιστώσεως του λογαριασμού της αναιρεσείουσας συνιστά έγγραφη αντίρρηση του τελευταίου για τη νομιμότητα της καταπτώσεως της εγγυήσεως), παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις της 197/1978 αποφάσεως της Νομισματικής Επιτροπής και της 67651/2142/28-7-1978 αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε. Συνεπώς και οι δύο λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ανωτέρω πλημμέλειες, είναι βάσιμοι. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως όσον αφορά την πρώτη αναιρεσίβλητη, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς αυτήν, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί η πρώτη αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12-9-2011 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." για αναίρεση της 5280/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών όσον αφορά το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο. Αναιρεί την 5280/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών όσον αφορά την πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.". Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς την αναιρεσίβλητη αυτή, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Καταδικάζει την πρώτη αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιανουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ