Αριθμός 393/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" (1η Δ.Υ.Π.Ε. ΑΤΤΙΚΗΣ), η οποία εδρεύει στην Αθήνα Αττικής, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από το Διοικητή του, και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Στέφανο Μουζουράκη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσίβλητων: 1. Α. Κ. του Μ., 2 Ε. Σ. - Μ. του Μ., 3 Α. Σ. του Μ., 4 Ζ. Α. του Α., 5. Α. Χ. του Ι., 6 Δ. Τ. του Γ., 7 Ε. Μ. του Ε., 8 Γ. Δ. του Ν., 9. Α. Π. του Ν., 10 Ό. Π. του Α., 12 Δ. Τ. του Λ., 13. Μ. Κ. του Γ., 14 Ι. Τ. του Ν., 15 Χ. Μ. του Γ., 15 Χ. Τ. του Α., 16 Ε. Τ. του Σ., 17. Ε. Γ. του Ν.,18Α. Κ. του Δ., 19Ε. Σ. του Π., 20 Γ. Β. του Χ., 21.Β. Α. του Α., 22 Μ. Α. του Κ., 23 Ν. Κ. του Δ., 24 Χ. Π. του Ε., 25. Γ. Π. του Π., 26 Α. Τ.- Ζ. του Α., 27Σ. - Β. Μ. του Σ., 28 Α. Σ. του Γ., 29. Α. Ρ. του Ι., 30 Μ. Ψ. του Μ., 31 Ε. Κ. του Α., 32 Ε. Χ. του Ε., 33. Π. Τ. του Α., 34 Γ. Δ. του Ν., 35 Ε. Μ. του Δ., 36 Ι. Α. του Γ., 37. Α. Τ. του Λ., 38 Χ. Θ. του Α., 39 Λ. Π. του Κ., 40 Φ. Ε. του Σ., 41 Μ. Α. του Π., 42. Κ. Σ. του Π.,43 Ε. Τ. του Κ., 44Γ. Γ. του Γ., 45 Β. Κ. του Κ., 46 Κ. Χ. του Π., 47. Α. Χ. του Κ., 48 Ε. Μ. του Χ., 49 Π. Μ. του Χ., 50 Λ. Α. - Χ. του Τ., 51 Α. Π. του Δ., 52. Π. Δ. του Δ., 53 Ι. Π. του Π., 54Φ. Μ. του Δ., 55 Ι. Κ. του Π., 56 Γ. Α. του Χ., 57Α. Ε. Α. του Ν., κατοίκων ... που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Τουτζιαράκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-6-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2330/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1514/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά το αναιρεσείον με την από 21-9-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 94 § 1, 96 §§ 1 & 3 και 104 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι διάδικοι ενώπιον του Αρείου Πάγου έχουν υποχρέωση να παρίστανται δια πληρεξουσίου δικηγόρου, ότι ως προς τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υφίσταται πληρεξουσιότης, ενώ ως προς τη συζήτηση απαιτείται ρητή πληρεξουσιότης, η οποία δίδεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση του διαδίκου καταχωριζομένη στα πρακτικά ή στην έκθεση και προκειμένου περί υποθέσεων εργατικών διαφορών και με ιδιωτικό έγγραφο φέρον βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημοσία ή δημοτική αρχή και ότι ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως κατά πάσα στάση της δίκης την ύπαρξη πληρεξουσιότητος, της οποίας η έλλειψη ή η μη προσήκουσα χορήγηση συνεπάγεται την μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά την συζήτηση της υποθέσεως και την κήρυξη ως ακύρων όλων των προπαρασκευαστικών πράξεων και των κλήσεων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 97 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., η πληρεξουσιότητα για όλες τις δίκες παύει να ισχύει μετά πέντε χρόνια από τη χορήγησή της, οπότε ο διάδικος θεωρείται σαν να μην έχει εμφανισθεί στη συζήτηση της υποθέσεως. Στην περίπτωση δε που δεν κλητεύθηκε κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση (ΑΠ 425/2014). Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφια α και γ ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου αυτού προκύπτει ότι οι 7ος Μ. Ε., 51η Π. Α. και 57ος Ε. Α. Α. των αναιρεσιβλήτων παρέστησαν στο ακροατήριο δια του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Ιωάννη Τουτζιάρη, που διορίστηκε απ` αυτούς ως πληρεξούσιος δικηγόρος τους με τα από 5.1.2017, 26.1.2017 και 25.1.2017 ειδικά δικαστικά πληρεξούσια, θεωρημένα για το γνήσιο της υπογραφής τους. Τα πληρεξούσια όμως αυτά, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό τους, είναι γενικά, δηλαδή για όλες τις δίκες των ως άνω αναιρεσειόντων, που αφορούν κάθε είδους εργασιακές και μισθολογικές διαφορές με τους εργοδότες τους, είτε με το Υπουργείο Υγείας, είτε με τις αρμόδιες διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (ΔΥΠΕ), είτε με το ΠΕΔΥ, είτε με τον ΕΟΠΥΥ, είτε με το ΙΚΑ, είτε με όποια άλλη αρχή ή οργανισμό υπήρξε εργοδότης ή υπεισέλθει ως εργοδότης στην εργασιακή τους σχέση. Σαν τέτοια όμως έπαυσαν να ισχύουν, αφού από τη χορήγησή τους παρήλθαν πέντε έτη. Επομένως, οι ανωτέρω αναιρεσείοντες δεν παρέστησαν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, δηλαδή με νόμιμα διορισμένο πληρεξούσιο δικηγόρο. Περαιτέρω από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει κλήτευση αυτών ούτε από τους άλλους αναιρεσίβλητους, ούτε από το αναιρεσείον. Επομένως πρέπει ως προς αυτούς να διαταχθεί ο χωρισμός της υποθέσεως και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Aπό τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση ένεκα του σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο και με την έννοια αυτή παραδεκτώς απευθύνεται κατ' εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος τους οποίους αφορά η αποδιδόμενη με την αναίρεση πλημμέλεια. Συνεπώς, η υπό κρίση από 21.9.2020 και αριθ. κατάθ. 7355/874/30.9.2020 αίτηση αναίρεσης καθ' ο μέρος απευθύνεται κατά της 2ης αναιρεσίβλητης Σ.- Μ. Ε. και 4ου αναιρεσίβλητου Α. Ζ., ως προς τους οποίους η ασκηθείσα από την αναιρεσείουσα έφεση απορρίφθηκε τυπικά ως προς την 2η με τη προσβαλλόμενη απόφαση, καθότι η ασκηθείσα ένδικη αγωγή απορρίφθηκε ως προς αυτή με την εκκαλούμενη απόφαση και συνεπώς δεν ήταν αντίδικος του εκκαλούντος που νίκησε στην πρωτοβάθμια δίκη και ως προς τον 4ο θεωρήθηκε ότι δεν ασκήθηκε κατ' αυτού, καθότι απευθυνόταν κατά ανυπάρκτου προσώπου, και για τους οποίους οι διατυπούμενοι στο αναιρετήριο λόγοι δεν τους αφορούν, είναι απαράδεκτη. Με την ως άνω αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 1514/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ) ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 5, 25 παρ. 1 και 4, 79 παρ. 1 και 106 παρ.1 του Συντάγματος συνάγεται ότι, σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημοσίων δαπανών που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό ή σύνταξη από το δημόσιο ταμείο, λόγω της άμεσης εφαρμογής και αποτελεσματικότητας των επιβαλλομένων σε βάρος τους μέτρων για τον περιορισμό του δημοσίου ελλείμματος. Η δυνατότητα, όμως, αυτή δεν είναι απεριόριστη αλλά έχει ως όριο τις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι οποίες επιτάσσουν όπως το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολουμένων τόσο στον δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, ως επίσης και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, δεδομένου μάλιστα ότι η βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών είναι προς όφελος όλων. Και τούτο διότι, εν όψει και της καθιερουμένης στο άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος αξιώσεως του Κράτους να εκπληρώνουν όλοι οι πολίτες το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση από τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, ώστε η σωρευτική επιβάρυνση αυτών να είναι ιδιαίτερα μεγάλη και να είναι πλέον εμφανής η υπέρβαση των ορίων της αναλογικότητας και της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών, αντί της προωθήσεως διαρθρωτικών μέτρων και της εισπράξεως των φορολογικών εσόδων, από την μη εφαρμογή των οποίων ευνοούνται κυρίως άλλες κατηγορίες πολιτών, από την ασυνέπεια των οποίων, κυρίως στο πεδίο της εκπλήρωσης των φορολογικών τους υποχρεώσεων προκαλείται σε μεγάλο βαθμό η δυσμενής οικονομική συγκυρία (Ολ.ΑΠ 3/2022, 4/2022, ΣτΕ Ολομ. 431/2018, 3372-3373/2015, 2193/2014, 668/2012, Ε.Σ.Ολομ. 7412/2015, 4327/2014). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 5, 21 παρ. 3 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος συνάγεται ότι γεννάται ευθεία υποχρέωση του Κράτους και των οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως για την προστασία της υγείας των πολιτών, εργαζομένων και συνταξιούχων, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η παροχή υπηρεσιών υγείας υψηλού επιπέδου (ΣΕ 3802/2014 Ολομ. σκ. 15, 9/2016 7μ. σκ. 4, 2381/2016 σκ. 7), οι οποίες πρέπει να καλύπτουν πλήρως τις ανάγκες διαγνώσεως και θεραπείας των σχετικών παθήσεων, τις χειρουργικές επεμβάσεις, εφ' όσον απαιτούνται, ως και γενικώς τις ανάγκες νοσηλείας των πολιτών. Η υποχρέωση αυτή υπόκειται σε νομοθετικούς περιορισμούς, υπό τον όρο ότι οι περιορισμοί αυτοί δεν οδηγούν στην ανατροπή του δικαιώματος στην προστασία της υγείας (ΣτΕ 3962/2014 Ολομ., 1812/2013). Εν όψει των ανωτέρω επιταγών του Συντάγματος, η άσκηση κάθε επαγγελματικής δραστηριότητας, η οποία συνίσταται στην παροχή υπηρεσιών σχετικών με την υγεία, επιτρέπεται μόνον σε εκείνα τα πρόσωπα που έχουν τα προσόντα, τα οποία ο νομοθέτης κρίνει αναγκαία προκειμένου να εξασφαλίζεται η παροχή στους πολίτες υπηρεσιών υγείας υψηλού επιπέδου. Προς εκπλήρωση της παραπάνω συνταγματικής επιταγής για τη λήψη μέτρων προστασίας της υγείας, εκδόθηκε ο ν. 1397/1983 "Εθνικό Σύστημα Υγείας" (Α'143), με τον οποίο οργανώθηκε η παροχή υπηρεσιών υγείας προς τους πολίτες με τη δημιουργία δημόσιου τομέα υγείας και ρυθμίστηκαν, μεταξύ άλλων, τα ζητήματα της υπηρεσιακής καταστάσεως και του μισθολογικού καθεστώτος των ιατρών του Ε.Σ.Υ. Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 30 του ως άνω ν. 1397/1983 και ακολούθως τις διατάξεις των άρθρων 43, 44 και 45 του ν. 3205/2003 (Α', 297), ρυθμίστηκε το μισθολογικό καθεστώς των γιατρών του Ε.Σ.Υ. και καθορίστηκε ειδικό μισθολόγιο, με τη χρήση γενικών και αντικειμενικών κριτηρίων συναφών προς το αντικείμενο των εν λόγω ρυθμίσεων. Κατά την εισηγητική έκθεση (σελ. 29) η θέσπιση ειδικού μισθολογίου και η ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείρισή τους από το νομοθέτη υπαγορεύθηκε, από την ανάγκη να εξασφαλιστεί στο γιατρό του Ε.Σ.Υ. ένα εισόδημα που να τον απαλλάσσει από τις βιοποριστικές ανάγκες, ώστε να αφήνεται απερίσπαστος στην επιτέλεση του έργου του, ως κριτήρια δε για τη διαμόρφωση των συνολικών αποδοχών των ιατρών ελήφθησαν υπόψη, α) οι ειδικότερες συνθήκες άσκησης του ιατρικού έργου, β) οι ιδιαίτερες ευθύνες που δημιουργεί στο γιατρό η άσκηση του λειτουργήματός του και η σημασία του έργου του για το κοινωνικό σύνολο και το συγκεκριμένο άτομο που του εμπιστεύεται την υγεία του, την ίδια του τη ζωή, γ) η ανάγκη και η υποχρέωση του γιατρού για διαρκή εκπαίδευση στην επιστήμη του, δ) η συνεχής ενημέρωση, συμπλήρωση και ανανέωση των γνώσεων του γιατρού πάνω στις εξελίξεις της ιατρικής επιστήμης, αλλά και της ιατρικής τεχνολογίας και η ευθύνη του για την αξιοποίηση των επιτευγμάτων των εξελίξεων αυτών προς όφελος του κοινωνικού συνόλου, ε) τα περισσότερα χρόνια σε σύγκριση με τις περισσότερες άλλες επιστήμες πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, στ) η πολύχρονη πανεπιστημιακή μετεκπαίδευση για ειδίκευση και λήψη τίτλου ειδικότητας, ζ) ο περισσότερος συγκριτικά με άλλους κλάδους δημόσιας διοίκησης, χρόνος εργασίας, όπως προβλέπεται από τις διατάξεις του Νόμου, αλλά κύρια, η υποχρέωση του γιατρού να εργάζεται και πέραν από το κανονικό ωράριο εργασίας του και η υποχρεωτική εφημερία ετοιμότητας που αποτελεί ισχυρή δέσμευση της ιδιωτικής ζωής του γιατρού, η) οι πάγιες ανάγκες του γιατρού για την απόκτηση επιστημονικών συγγραμμάτων και περιοδικών που είναι απαραίτητα για την ενημέρωσή του πάνω στη διεθνή και εσωτερική βιβλιογραφία που αφορά σε ιατρικά θέματα, θ) η δεοντολογική υποχρέωση του γιατρού να παρέχει τις υπηρεσίες του σε οποιονδήποτε έχει την ανάγκη του και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, ι) η απαγόρευση του γιατρού ν' ασκεί οποιοδήποτε ιδιωτικό έργο και η αποκλειστική του απασχόληση στο εθνικό σύστημα, περιορισμός που δεν ισχύει για κανένα κλάδο. Το ειδικό αυτό μισθολόγιο αποτελείται από το βασικό μισθό, κλιμακούμενο ανάλογα με το βαθμό και τα χρόνια υπηρεσίας, και από διάφορες αποζημιώσεις, επιδόματα και προσαυξήσεις. Το καθορισθέν για τους ως άνω λόγους ειδικό μισθολόγιο των γιατρών του Ε.Σ.Υ., όπως είχε νομοθετικά διαμορφωθεί στο τέλος του έτους 2009 και μέχρι τη δημοσίευση του ν. 4093/2012 (ΦΕΚ 222/12-11-2012) υπέστη πολλαπλές μειώσεις επί των πάσης φύσεως επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών τους. Ειδικότερα: α) Με το άρθρο 1 παρ. 2 και 3 του Κεφαλαίου Α' με τίτλο "Μέτρα για τη μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και εισοδηματική πολιτική έτους 2010" του ν. 3833/2010 "Προστασία της εθνικής οικονομίας- Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης" (Α', 40/15.3.2010) , οι διατάξεις του οποίου άρχισαν να ισχύουν από 1-1-2010, τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα των λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως (Ο.Τ.Α.), των μόνιμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς και του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, μειώθηκαν κατά ποσοστό 12%, ενώ τα επιδόματα των Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας κατά ποσοστό 30% αντίστοιχα. ... 3. (όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με τις παρ. 3 και 4 του άρθρου 90 του ν. 3842/10, Α', 58). β) Με το άρθρο τρίτο, με τίτλο "Μέτρα για τη μείωση των δημόσιων δαπανών" του ν. 3845/2010 "Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη-μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο" (Α', 65/6.5.2010), τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα των λειτουργών και υπαλλήλων των φορέων της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, μειώθηκαν κατά ποσοστό 8%. γ) Με το άρθρο 38 παρ. 5 του ν. 3986/2011 "Επείγοντα μέτρα εφαρμογής Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015" (Α', 152/1.7.2011) ανεστάλησαν από 1.7.2011 και μέχρι τη θέσπιση νέου ενιαίου μισθολογίου, οι διατάξεις ... της παραγράφου Α.1 του άρθρου 44, ... του ν. 3205/2003 (που προβλέπουν το επίδομα χρόνου υπηρεσίας των ιατρών του Ε.Σ.Υ.), οι διατάξεις δε του ανωτέρω άρθρου διατηρήθηκαν σε ισχύ με την παρ. 2 του άρθρου 27 του ν. 4024/2011 (Α', 226), στην οποία, με το εδάφιο β' της περίπτωσης 38 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, προστέθηκαν οι λέξεις "και μέχρι την τροποποίηση των διατάξεων του Β' Μέρους του ν. 3205/2003 με τις οποίες επέρχονται μειώσεις στα ειδικά μισθολόγια". δ) Με το άρθρο 55 παρ. 23 ε του ν. 4002/2011 "Τροποποίηση της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας του Δημοσίου - Ρυθμίσεις για την ανάπτυξη και τη δημοσιονομική εξυγίανση - κ.λπ." (Α', 180/22.8.2011) μειώθηκε από 1-7-2011 περαιτέρω κατά ποσοστό 20% το προβλεπόμενο από την παρ. Α.3 του άρθρου 44 του ν. 3205/2003 επίδομα νοσοκομειακής απασχόλησης, απόδοσης και ειδικών συνθηκών άσκησης ιατρικού έργου, όπως είχε διαμορφωθεί και ε) Με το άρθρο 6 παρ. 9 του ν. 4052/2012 μειώθηκε, από 1-1-2012, ο συντελεστής βάσει του οποίου υπολογίζεται το ωρομίσθιο των εφημεριών από 0,0059 σε 0,0052 επί του βασικού μισθού, ενώ με την ίδια διάταξη μειώθηκε, από 1.1.2012, και το μηνιαίο ποσό που καταβάλλεται ως αποζημίωση εφημεριών στους Διευθυντές που υπηρετούν σε Νοσοκομεία της Α' Ζώνης από 55% σε 49% του εκάστοτε ισχύοντος βασικού μισθού του Διευθυντή Ε.Σ.Υ, στρογγυλοποιούμενο στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ. Ακολούθως, με τις διατάξεις των περιπτώσεων 13-36 της υποπαραγράφου Γ.1. (με τίτλο "ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ") της παραγράφου Γ. (με τίτλο "ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΓΕΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ") του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (ΦΕΚ 222 Α'/12.11.2012) επήλθαν μειώσεις σε όλα τα χαρακτηρισθέντα από το νομοθέτη ως "ειδικά μισθολόγια", με βάση τα οποία αμείβονται διάφορες κατηγορίες λειτουργών και υπαλλήλων. Ειδικότερα, με την περίπτωση 1 της ανωτέρω υποπαραγράφου (Γ1) ορίστηκε ότι "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη .....για λειτουργούς..... καταργούνται από 1-2-2013", ενώ με την περίπτωση 27 της ως άνω υποπαραγράφου αντικαταστάθηκαν από 1.8.2012 οι διατάξεις του άρθρου 43 παρ. 1 του ν. 3205/2003 και επήλθαν περαιτέρω μειώσεις στις αποδοχές των γιατρών του Ε.Σ.Υ., με τη μείωση του βασικού μισθού όλων των βαθμών της ιεραρχίας του κλάδου γ (περ. 27.α), τη μείωση των προβλεπομένων στις παραγράφους 3, 4, και 6 του άρθρου 44 του ν. 3205/2003 επιδομάτων και αποζημιώσεων (επίδομα νοσοκομειακής απασχόλησης, απόδοσης και ειδικών συνθηκών άσκησης ιατρικού έργου, πάγια αποζημίωση για συμμετοχή σε σεμινάρια και ενημέρωση βιβλιοθήκης και επίδομα θέσεως ευθύνης, αντίστοιχα) (περίπτ. 27.β. και 27.γ.), τη μείωση του συντελεστή βάσει του οποίου υπολογίζεται το ωρομίσθιο των εφημεριών, τη μείωση της προσαύξησης ενεργού εφημερίας που καταβάλλεται στους Διευθυντές του Ε.Σ.Υ. και τον καθορισμό προσαύξησης ενεργού εφημερίας 30 ευρώ αδιακρίτως για όλους τους βαθμούς της ιεραρχίας (περίπτ. 27.δ.), τη μείωση της αποζημίωσης εφημεριών που καταβάλλεται στους Συντονιστές Διευθυντές των Νοσοκομείων της Α' Ζώνης και στους Διευθυντές των πανεπιστημιακών κλινικών εργαστηρίων και μονάδων (περίπτ. 27.ε.) και, τέλος, την, συνεπεία των ανωτέρω ρυθμίσεων, μείωση της αμοιβής της μικτής εφημερίας (περ. 27. στ.). Ειδικότερα, στην εν λόγω περίπτωση 27 ορίζονται τα εξής: "α. Η παράγραφος 1 του άρθρου 43 του ν. 3205/2003, αντικαθίσταται από 1.8.2012 ως εξής: "1. Οι μηνιαίοι βασικοί μισθοί όλων των βαθμών της ιεραρχίας του κλάδου των ιατρών του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ) ορίζονται στα παρακάτω ποσά: α. Συντονιστής Διευθυντής 1.665 € β. Διευθυντής 1.580 € γ. Επιμελητής Α' 1.513 € δ. Επιμελητής Β' 1.321 € ε. Ειδικευόμενος 1.007 €. β. Οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 44 του ν. 3205/2003, αντικαθίστανται από 1.8.2012 ως εξής: "3. Νοσοκομειακής απασχόλησης, απόδοσης και ειδικών συνθηκών άσκησης ιατρικού έργου οριζόμενο κατά βαθμό, ως εξής: α. Συντονιστής Διευθυντής, Διευθυντής 238 € β. Επιμελητής Α' 205 € γ. Επιμελητής Β' 174 € δ. Ειδικευόμενος 190 €. 4. Πάγια αποζημίωση για συμμετοχή σε σεμινάρια και ενημέρωση βιβλιοθήκης, οριζόμενη κατά βαθμό, ως εξής: α. Συντονιστής Διευθυντής, Διευθυντής 225 € β. Επιμελητής Α' 195 € γ. Επιμελητής Β' 164 € δ. Ειδικευόμενος 123 € γ. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 44 του ν. 3205/2003, αντικαθίσταται, από 1.8.2012, ως εξής: "6. θέσης - Ευθύνης στους Συντονιστές Διευθυντές και σε όσους Διευθυντές ασκούν χρέη Συντονιστή, για όσο χρόνο ασκούν τα καθήκοντα των βαθμών τους, οριζόμενο σε εκατόν πενήντα έξι (156) ευρώ ...". Από τα εκτεθέντα στις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι με τις διατάξεις των περιπτώσεων 13-37 της υποπαραγράφου Γ.1. της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, οι οποίες θεσπίστηκαν από τη Βουλή των Ελλήνων κυριαρχικώς (ΣτΕ Ολομ. 2192/2014, Ε.Σ. Ολομ. 4327/2014, πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 668/2012, 1116/2014), ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η χώρα εξακολουθεί να έχει "συνεχή προβλήματα με τη φορολογική συμμόρφωση", την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων, ως άμεσο μέτρο, για την αντιμετώπιση της συνεχιζόμενης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, την περαιτέρω μείωση των αποδοχών μισθοδοτούμενων από το Δημόσιο υπαλλήλων και λειτουργών με βάση "ειδικά μισθολόγια" - οι πρώτες περικοπές των οποίων είχαν επιβληθεί με τους νόμους 3833 και 3845/2010, κατ' επίκληση, τότε, του κίνδυνου χρεωκοπίας της χώρας - ενόψει, προφανώς, του ότι το μέτρο αυτό, εν αντιθέσει με την είσπραξη των φορολογικών εσόδων, μπορεί να εφαρμοστεί αμέσως και έχει άμεσα αποτελέσματα, αφού με την ψήφιση του προβλέποντος τη μείωση νόμου καταβάλλονται αμέσως μειωμένες οι αποδοχές. Εξάλλου, αν και καθένα από τα μισθολόγια αυτά αφορούσε διαφορετική κατηγορία λειτουργών ή υπαλλήλων, με διαφορετικά καθήκοντα και αποστολή, μεταξύ δε αυτών περιλαμβανόταν και το μισθολόγιο των γιατρών του Ε.Σ.Υ., ο νομοθέτης αντιμετώπισε όλα αυτά τα μισθολόγια συλλήβδην ως ένα ενιαίο οικονομικό μέγεθος, το οποίο έπρεπε, ως σύνολο λαμβανόμενο, να μειωθεί κατά ποσοστό 10% στο πλαίσιο της προσπάθειας μείωσης του δημοσιονομικού ελλείμματος και του δημοσίου χρέους. Από τα δεδομένα αυτά, τα οποία επιβεβαιώνονται, άλλωστε, και από τις προπαρασκευαστικές εργασίες ψήφισης του ν. 4093/2012 συνάγεται, περαιτέρω, ότι ο νομοθέτης, χωρίς να λάβει υπόψη του τους λόγους, για τους οποίους είχε θεσπισθεί ιδιαίτερο μισθολόγιο για καθεμία από τις κατηγορίες λειτουργών ή υπαλλήλων, στους οποίους αφορούσαν τα ανωτέρω "ειδικά μισθολόγια", προέβη σε μείωση αυτών, αποδίδοντας σημασία, για τον καθορισμό του ύψους της μείωσης σε κάθε μισθολόγιο και σε κάθε βαθμό εντός του αυτού μισθολογίου, στο μαθηματικό ύψος των έως τότε χορηγούμενων αποδοχών. Με βάση το κριτήριο αυτό συνάγεται ότι ο νομοθέτης θέσπισε μεγαλύτερο ποσοστό μείωσης (άνω δηλαδή του 10%, το οποίο εξελήφθη ως μέσος όρος για τις μειώσεις σε όλα τα μισθολόγια) στα μισθολόγια, στα οποία το ύψος των αποδοχών ήταν γενικώς μαθηματικώς υψηλότερο, και μικρότερο σε εκείνα, στα οποία το ύψος των αποδοχών ήταν μαθηματικώς μικρότερο, εντός δε του ίδιου μισθολογίου μείωσε κατά μεγαλύτερο ποσοστό τις αποδοχές των κατεχόντων τους ανώτερους και ανώτατους βαθμούς λειτουργούς και υπαλλήλους (βλ. και την αναφορά, στο προσαρτώμενο ως Παράρτημα V1 στο ν. 4046/12 Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής, ότι θα προστατευθούν όσοι "είναι στις χαμηλότερες μισθολογικές κλίμακες" Ε.Σ. Ολομ. 4327/2014). Με βάση αυτό το καθαρώς αριθμητικό κριτήριο ο νομοθέτης καθόρισε τις μειώσεις που επέφερε και στο μισθολόγιο των γιατρών του Ε.Σ.Υ., και ειδικότερα στο ύψος του βασικού μισθού όλων των κλάδων της ιεραρχίας τους, καθώς και στο ύψος του επιδόματος νοσοκομειακής απασχόλησης, απόδοσης και ειδικών συνθηκών άσκησης ιατρικού έργου και της πάγιας αποζημίωσης για συμμετοχή σε σεμινάρια και ενημέρωση βιβλιοθήκης. Στις μειώσεις αυτές πρέπει να συνυπολογιστεί η αναστολή, κατά το χρονικό διάστημα από 1.7.2011 έως 1.8.2012, της χορήγησης των αυξήσεων του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας, καθώς και η επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας, η οποία υπολογίζεται σε ποσοστό 2% επί των τακτικών αποδοχών και πρόσθετων αμοιβών και αποζημιώσεων (άρθρο 38 παρ. 2 και 5 του ν. 3986/2011) και, τέλος, η κατάργηση, με την περίπτωση 1 της υποπαραγράφου Γ.1. της παραγράφου Γ. του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, των επιδομάτων εορτών και αδείας για όσους εξακολουθούσαν να τα λαμβάνουν. Παράλληλα, όμως οι γιατροί του Ε.Σ.Υ. υποβλήθηκαν και στο σύνολο των γενικής φύσης οικονομικών και φορολογικών μέτρων που ελήφθησαν για την αντιμετώπιση του δημοσιονομικού προβλήματος της χώρας, τέτοια δε μέτρα ήταν, μεταξύ άλλων, η σταδιακή μείωση του αφορολογήτου ορίου, ο περιορισμός των κλιμακίων και η αύξηση των συντελεστών φορολογίας εισοδήματος (άρθρα 27 του ν. 3986/2011, 1 επ. του ν. 3842/2010, 38 του ν. 4024/2011 κ.ά.), η επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης (άρθρο 29 του ν. 3986/2011), η διαδοχική αύξηση των συντελεστών του φόρου προστιθέμενης αξίας, η υπαγωγή στους αυξημένους συντελεστές αγαθών και υπηρεσιών που υπάγονταν σε κατώτερη κλίμακα και η αύξηση των ειδικών φόρων κατανάλωσης (άρθρα 12 επ. του ν. 3833/2010, 34 του ν. 3986/2011 κ.ά.), η εξίσωση του φόρου πετρελαίου θέρμανσης και κίνησης (άρθρο 36 του ν. 3986/2011), καθώς και η σταδιακή αύξηση των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων και η επιβολή του ειδικού φόρου ηλεκτροδοτουμένων δομημένων επιφανειών (άρθρα 33 του ν. 3986/2011, 53 του ν. 4021/2011). Κατά συνέπεια, ενόψει των προεκτεθέντων στις προηγούμενες σκέψεις, οι κρίσιμες διατάξεις της περίπτωσης 27 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με τις οποίες θεσπίσθηκαν οι επίδικες μειώσεις των αποδοχών των ιατρών του Ε.Σ.Υ., καθώς και οι διατάξεις της αποφάσεως οικ. 2/83408/022/14.11.2012 του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, με τις οποίες οι μειώσεις αυτές επιβλήθηκαν αναδρομικά από 1.8.2012, αντίκεινται στις συνταγματικές διατάξεις 4 παρ. 5, 21 παρ.3 και 25 παρ. 4 και τις απορρέουσες από αυτές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη και καθίστανται ως εκ τούτου ανίσχυρες (βλ. Σ.τ.Ε. 431/2018 Ολομ., Ελ. Συν. 7412/2015 Ολομ.). Επομένως, οι εν ενεργεία ιατροί του Ε.Σ.Υ. δικαιούνται την διαφορά μεταξύ των αποδοχών, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί έως 31-7-2012 (μετά τις αρχικές μειώσεις των ν.3833/2010, 3845//2010 κ.λ.π.) και των αποδοχών μετά τη μείωση του άρθρου 27 του ν. 4093/2012. Άλλωστε, με το άρθρο παρ.1 II του ν. 4575/2018, όπως η παρ.1 συμπληρώθηκε με το άρθρο 82 παρ. 1 του ν. 4589/2019 "Στους Ιατρούς του Ε.Σ.Υ., Ιατρούς Δημόσιας Υγείας Ε.Σ.Υ., Επικουρικούς Ιατρούς και Ειδικευόμενους Ιατρούς και στο σύνολο των Ιατρών του Γενικού Νοσοκομείου Παπαγεωργίου και για όσο χρόνο αυτοί ήταν εν ενεργεία κατά το χρονικό διάστημα από 13-11-2014 έως και 31-12-2016 καταβάλλεται, πλην της αποζημίωσης εφημεριών, εφάπαξ χρηματικό ποσό, που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ των μηνιαίων αποδοχών που θα δικαιούνταν να λάβουν με βάση τις ισχύουσες κατά την 31-7-2012 μισθολογικές διατάξεις και των μηνιαίων αποδοχών που πράγματι τους κατεβλήθησαν με βάση τις διατάξεις του ν. 4093/2012 ( 222). Το χρηματικό ποσό του προηγούμενου εδαφίου υπολογίζεται με αναφορά στο χρονικό διάστημα από 13-11-2014 έως και 31-12-2016". Με το παραπάνω άρθρο II του ν. 4575/2018, δηλαδή, οι μηνιαίες αποδοχές των Ιατρών του Ε.Σ.Υ. αποκαταστάθηκαν, για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα στα επίπεδα που καταβάλλονταν πριν τις μειώσεις που επήλθαν με το ν. 4093/2012 (ΟλΑΠ 4/2022). Περαιτέρω οι κρίσιμες διατάξεις της περίπτωσης 27 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ' του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με τις οποίες θεσπίστηκαν οι επίδικες μειώσεις των αποδοχών των ιατρών του Ε.Σ.Υ. ίσχυσαν μέχρι τις 31-12-2016, διότι από την 1-1-2017 το ειδικό μισθολόγιο των ιατρών του Ε.Σ.Υ. ρυθμίζεται αποκλειστικά με τα άρθρα 136 έως 140, που έχουν ενταχθεί στο Μέρος Στ- Κεφάλαιο Ε του Νόμου 4472/2017 "Συνταξιοδοτικές διατάξεις Δημοσίου και τροποποίηση διατάξεων του ν. 4387/2016, μέτρα εφαρμογής των δημοσιονομικών στόχων και μεταρρυθμίσεων, μέτρα κοινωνικής στήριξης και εργασιακές ρυθμίσεις, Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2018-2021 και λοιπές διατάξεις" (ΦΕΚ Α'74/19-5-2017), η ισχύς των οποίων αρχίζει από 1-1-2017, σύμφωνα με το άρθρο 162 του ίδιου νόμου (4472/2017), πλην των διατάξεων του άρθρου 140 που φέρει τον τίτλο "Εφημερίες", οι οποίες κατά την παράγραφο 4 αυτού, ισχύουν από 1-6-2017. Ειδικότερα στις 19.5.2017 δημοσιεύτηκε ο ν. 4472/2017, ο οποίος φέρει τον τίτλο "Συνταξιοδοτικές διατάξεις Δημοσίου και τροποποίηση διατάξεων του ν. 4387/2016, μέτρα εφαρμογής των δημοσιονομικών στόχων και μεταρρυθμίσεων, μέτρα κοινωνικής στήριξης και εργασιακές ρυθμίσεις, Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2018-2021 και λοιπές διατάξεις" και απαρτίζεται από επτά μέρη περιέχοντα, μεταξύ άλλων, συνταξιοδοτικές, μισθολογικές και λοιπές εργασιακές ρυθμίσεις. Ειδικότερα, με τις διατάξεις του Μέρους ΣΤ' του νόμου αυτού, υπό τον τίτλο "Μισθολογικές ρυθμίσεις ειδικών κατηγοριών λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ν.Π.Ι.Δ., καθώς και των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος-Ελληνικής Ακτοφυλακής", θεσπίζονται νέες ειδικές μισθολογικές ρυθμίσεις ειδικών κατηγοριών λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου (αναδιάρθρωση των "ειδικών μισθολογίων"), μεταξύ δε άλλων, στο Κεφάλαιο Ε' του μέρους αυτού, θεσπίζεται νέο μισθολόγιο και για τους Ιατρούς και Οδοντιάτρους του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.), τους Ιατρούς και Οδοντιάτρους Δημόσιας Υγείας Ε.Σ.Υ., τους έμμισθους ειδικευόμενους ιατρούς, τους Επικουρικούς Ιατρούς, τους μόνιμους αγροτικούς ιατρούς και ιατρούς υπηρεσίας υπαίθρου, τους Ιατρούς Γενικής Ιατρικής και Βιοπαθολογίας που υπηρετούν στη Διεύθυνση Κ.Ε.Δ.Υ. του Υπουργείου Υγείας ή στις Διευθύνσεις Υγείας των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων και Περιφερειών και τους Ιατροδικαστές του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Οι διατάξεις αυτές ισχύουν αναδρομικά από 1.1.2017 (άρθρο 162). Ειδικότερα, στο Κεφάλαιο Ε' του Μέρους ΣΤ' ορίζονται τα κάτωθι (ως οι διατάξεις αυτές ίσχυαν κατά τη δημοσίευση του νόμου : Στο άρθρο 136, υπό τον τίτλο "Μισθολογική κατάταξη", ορίζεται ότι "Για τη μισθολογική κατάταξη των υπαγόμενων στο παρόν κεφάλαιο, πλην των ιατρών υπηρεσίας υπαίθρου, ορίζονται δεκαέξι (16) μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.) για κάθε βαθμίδα με εισαγωγικό το Μ.Κ. 1 και καταληκτικό το Μ.Κ. 16", ενώ στο άρθρο 137 περιγράφεται ο χρόνος και τρόπος μισθολογικής εξέλιξης των υπαγομένων στο εν λόγω Ε Κεφάλαιο ως ακολούθως: "1. Για τη μισθολογική εξέλιξη απαιτείται υπηρεσία ενός (1) έτους στο πρώτο μισθολογικό κλιμάκιο (Μ.Κ.1) και δύο (2) έτη για κάθε επόμενο. 2. Για τη μισθολογική εξέλιξη των υπαγόμενων στο παρόν κεφάλαιο, πλην των ιατρών υπηρεσίας υπαίθρου, από το κατώτερο μισθολογικό κλιμάκιο στο αμέσως ανώτερο απαιτείται να έχει συμπληρωθεί ο καθορισμένος χρόνος υπηρεσίας στο κατώτερο μισθολογικό κλιμάκιο. 3. Η κατά την προηγούμενη παράγραφο εξέλιξη των ανωτέρω συντελείται με πράξη του αρμόδιου για το διορισμό οργάνου, που δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 4. Ως υπηρεσία για τη μισθολογική κατάταξη και εξέλιξη υπολογίζεται η αναφερόμενη στις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 11 του ν. 4354/2015, όπως κάθε φορά ισχύει, καθώς και ο χρόνος απόκτησης ιατρικής ειδικότητας. Επιπλέον, για τους ειδικευμένους ιατρούς και οδοντίατρους του Ε.Σ.Υ. υπολογίζεται και η αναφερόμενη στις διατάξεις του άρθρου 27 του ν. 4461/2017 (Α' 38) προϋπηρεσία. Η αναγνώριση των ανωτέρω υπηρεσιών πραγματοποιείται με απόφαση του αρμόδιου οργάνου και τα οικονομικά αποτελέσματα ισχύουν από την ημερομηνία υποβολής της σχετικής αίτησης και όλων των απαραίτητων δικαιολογητικών". Με το άρθρο 138 καθορίζονται οι μηνιαίοι βασικοί μισθοί των μισθολογικών κλιμακίων όλων των βαθμίδων των ιατρών, με το βασικό μισθό του Συντονιστή Διευθυντή να αποτελεί τη βάση για τον καθορισμό του βασικού μισθού και όλων των υπολοίπων βαθμών των ιατρών και ιατροδικαστών. Ειδικότερα, δε, προβλέπονται τα εξής : "Βασικός μισθός. 1. Ο μηνιαίος βασικός μισθός του Μ.Κ.1 του Συντονιστή Διευθυντή ορίζεται στο ποσό των χιλίων εννιακοσίων τριών ευρώ (1.903 €). Ο βασικός μισθός των επόμενων μισθολογικών κλιμακίων μέχρι το Μ.Κ. 16 διαμορφώνεται με πρόσθεση στο αμέσως προηγούμενο Μ.Κ. του ποσού των εξήντα επτά ευρώ (67 €). 2. Ο μηνιαίος βασικός μισθός των λοιπών βαθμίδων των ιατρών διαμορφώνεται σε ποσοστό επί του αντίστοιχου Μ.Κ. του Συντονιστή Διευθυντή, ως εξής: α. Διευθυντής και αντίστοιχοι 95%. β. Επιμελητής Α' και αντίστοιχοι 90%. γ. Επιμελητής Β' και αντίστοιχοι, εβδομήντα οκτώ τοις εκατό (78%). δ. Ειδικευόμενος 63%. ε. Μόνιμοι αγροτικοί ιατροί 61%. 3. Ο μηνιαίος βασικός μισθός των Ιατρών υπηρεσίας υπαίθρου διαμορφώνεται σε ποσοστό 61% του ΜΚ1 του Συντονιστή Διευθυντή, χωρίς περαιτέρω μισθολογική εξέλιξη. 4. Ο μηνιαίος βασικός μισθός όλων των βαθμών της ιεραρχίας των Ιατροδικαστών του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων διαμορφώνεται σε ποσοστό επί του αντίστοιχου Μ.Κ. του Συντονιστή Διευθυντή, ως εξής: Ιατροδικαστής Α' Τάξεως 100%. Ιατροδικαστής Β' Τάξεως 95%. Ιατροδικαστής Γ' Τάξεως 90%. Ιατροδικαστής Δ' Τάξεως 85%. 5. Όλοι οι ως άνω βασικοί μισθοί στρογγυλοποιούνται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ". Περαιτέρω, στο άρθρο 139 ορίζονται τα προβλεπόμενα πέραν από το βασικό μισθό του προηγούμενου άρθρου παρεχόμενα επιδόματα, παροχές και αποζημιώσεις κατά μήνα, ειδικότερα δε προβλέπονται τα ακόλουθα : "Επιδόματα. 1. Πέρα από το βασικό μισθό του προηγούμενου άρθρου, στους υπαγόμενους στο παρόν κεφάλαιο παρέχονται και τα εξής επιδόματα, παροχές και αποζημιώσεις κατά μήνα : Α. Στους Ιατρούς και Οδοντιάτρους του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.), στους έμμισθους ειδικευόμενους ιατρούς και στους Επικουρικούς Ιατρούς, επίδομα νοσοκομειακής απασχόλησης, οριζόμενο ως εξής : α. Συντονιστής Διευθυντής και Διευθυντής τριακόσια σαράντα (340) ευρώ. β. Επιμελητής Α' διακόσια ενενήντα πέντε (295) ευρώ. γ. Επιμελητής Β' διακόσια ογδόντα (280) ευρώ. δ. Ειδικευόμενος διακόσια τριάντα (230) ευρώ. Β. Στους Ιατροδικαστές, ειδικό επίδομα ιατροδικαστικής υπηρεσίας, οριζόμενο ως εξής : Ιατροδικαστής Α' Τάξεως πεντακόσια πενήντα (550) ευρώ, Ιατροδικαστής Β' Τάξεως πεντακόσια (500) ευρώ, Ιατροδικαστής Γ' Τάξεως τετρακόσια πενήντα (450) ευρώ, Ιατροδικαστής Δ' Τάξεως τετρακόσια (400) ευρώ. Τα ως άνω επιδόματα καταβάλλονται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι τους προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους που δικαιολογείται η καταβολή τους. Σε περίπτωση απομάκρυνσης των λειτουργών ή υπαλλήλων, με απόσπαση, μετακίνηση, διάθεση ή εκπαιδευτική άδεια μεγαλύτερη των δύο (2) μηνών από τα καθήκοντα, τις θέσεις, τους χώρους και τις συνθήκες, οι οποίες δικαιολογούν τη χορήγηση των επιδομάτων αυτών, διακόπτεται ισοχρόνως και η καταβολή τους με βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου. Γ. Οικογενειακή παροχή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 του ν. 4354/2015, όπως κάθε φορά ισχύει. Δ. Επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών, οριζόμενο ως εξής: α. Για κατόχους διδακτορικού διπλώματος σε εβδομήντα πέντε (75) ευρώ. β. Για κατόχους μεταπτυχιακού διπλώματος ετήσιας, τουλάχιστον, φοίτησης σε σαράντα πέντε (45) ευρώ. Το επίδομα αυτό παρέχεται για τίτλους που έχουν χορηγηθεί με ξεχωριστές σπουδές, μετά τη λήψη του πτυχίου ανώτατης εκπαίδευσης. [...]. Ε. Επίδομα θέσης ευθύνης, στους προϊσταμένους οργανικών μονάδων, για όσο χρόνο ασκούν τα καθήκοντά τους, οριζόμενο κατά βαθμίδα θέσης, ως εξής: α) Προϊστάμενοι της Ιατρικής Υπηρεσίας των Νοσοκομείων και Προϊστάμενοι Γενικών Διευθύνσεων Διοίκησης εκατόν πενήντα ευρώ (150 €). β) Προϊστάμενοι Τομέων της Ιατρικής Υπηρεσίας των Νοσοκομείων και Προϊστάμενοι Διευθύνσεων Διοίκησης εκατόν είκοσι ευρώ (120 €). γ) Προϊστάμενοι Τμημάτων της Ιατρικής Υπηρεσίας των Νοσοκομείων-επιστημονικά υπεύθυνοι, Υπεύθυνοι για το συντονισμό της επιστημονικής λειτουργίας των Κέντρων Υγείας και λοιπών Μονάδων Υγείας του ΠΕΔΥ, καθώς και Προϊστάμενοι Τμημάτων Διοίκησης εκατό (100) ευρώ. Οι προϋποθέσεις χορήγησης είναι ίδιες με αυτές που προβλέπονται στις παραγράφους 2, 3 και 4 του άρθρου 16 του ν. 4354/2015. ΣΤ. α) Στους ειδικευμένους ιατρούς και οδοντιάτρους του Ε.Σ.Υ. χορηγείται αποζημίωση ως κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής σε προβληματικές και άγονες περιοχές, καθώς και σε άγονες ειδικότητες, κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις του π.δ. 131/1987 (Α' 73) και του ν. 1397/1983 (Α' 143). β) [...] γ) [...] 2. Στους Οδοντίατρους και στους Ιατρούς Γενικής Ιατρικής και Βιοπαθολογίας που υπηρετούν στη Διεύθυνση Κ.Ε.Δ.Υ. του Υπουργείου Υγείας ή στις Διευθύνσεις Υγείας των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων ή Περιφερειών καταβάλλονται μόνο τα επιδόματα των περιπτώσεων Γ', Δ' και Ε' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου. Στους Ιατρούς Δημόσιας Υγείας Ε.Σ.Υ., που υπηρετούν στη Διεύθυνση Κ.Ε.Δ.Υ. του Υπουργείου Υγείας ή στις Διευθύνσεις Υγείας των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων ή Περιφερειών, καταβάλλονται τα επιδόματα των περιπτώσεων Γ', Δ' και Ε' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, καθώς και το επίδομα νοσοκομειακής απασχόλησης της περίπτωσης Α' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου οριζόμενο ως εξής: α. Συντονιστής Διευθυντής και Διευθυντής διακόσια πενήντα (250) ευρώ β. Επιμελητής Α' διακόσια δέκα (210) ευρώ γ. Επιμελητής Β' διακόσια (200) ευρώ. [...]. 3. [...]. 4. [...]. 5. Από την έναρξη της ισχύος του παρόντος και εφεξής, πέραν των παροχών και αποζημιώσεων του παρόντος και του επόμενου άρθρου δεν δικαιολογείται η χορήγηση άλλων μισθολογικών παροχών με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή". Στο άρθρο 140 του ίδιου νόμου, υπό τον τίτλο "Εφημερίες", ορίζονται τα εξής: "1. Το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο της περίπτωσης δ' της παρ. 4 του άρθρου 45 του ν. 3205/2003 (Α' 297), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: "Τα ανωτέρω προκύπτοντα συνολικά ποσά αμοιβής δεκαεπτάωρης ή εικοσιτετράωρης ενεργού εφημερίας, κατά περίπτωση, προσαυξάνονται κατά τριάντα ένα ευρώ και ογδόντα λεπτά (31,80). Το ωρομίσθιο των εφημεριών ορίζεται, ανά βαθμό ή βαθμίδα, ως εξής: 1...... 2........... 3......... 4.....". Εξ άλλου, στο Κεφάλαιο Θ' ("ΣΥΝΑΦΕΙΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ") του ίδιου ΣΤ' Μέρους προβλέπεται στο άρθρο 153 ("Γενικές ρυθμίσεις για θέματα αποδοχών") ότι "1. [...] 10. Για την εφαρμογή του παρόντος νόμου οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές αποτελούνται από το βασικό μισθό, τα επιδόματα και τις παροχές που καθορίζονται από τις διατάξεις του νόμου αυτού καθώς και την προσωπική διαφορά του άρθρου 155 [...]. Δεν αποτελούν τακτικές αποδοχές οι εφημερίες του άρθρου 140 [...]". Περαιτέρω, στο άρθρο 154 του ίδιου νόμου ("Μεταβατική διάταξη-Μισθολογική κατάταξη και εξέλιξη των υπηρετούντων λειτουργών και υπαλλήλων") ορίζεται ότι "Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος, η μισθολογική κατάταξη των λειτουργών και υπαλλήλων στα μισθολογικά κλιμάκια που προβλέπονται στις διατάξεις του παρόντος Μέρους πραγματοποιείται σύμφωνα με το χρόνο υπηρεσίας στο φορέα που υπηρετούν, καθώς και το χρόνο υπηρεσίας, που έχει αναγνωριστεί για μισθολογική εξέλιξη από το φορέα αυτόν μέχρι και τις 31.12.2016", ενώ στο άρθρο 155, υπό τον τίτλο "Διασφάλιση αποδοχών", ορίζονται τα εξής : "1. Αν από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του νόμου αυτού προκύπτουν τακτικές μηνιαίες αποδοχές χαμηλότερες από αυτές που δικαιούνταν ο λειτουργός ή υπάλληλος στις 31.12.2016, η διαφορά διατηρείται ως προσωπική. Για τον υπολογισμό της προσωπικής διαφοράς δεν λαμβάνεται υπόψη η οικογενειακή παροχή. Επίσης, δεν λαμβάνονται υπόψη: α) [...] δ) Για τους υπαγόμενους στο Κεφάλαιο Ε', τα επιδόματα και οι αποζημιώσεις της περίπτωσης Ε' και ΣΤ' της παραγράφου 1 του άρθρου 139 [αποζημίωση χορηγούμενη ως κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής σε προβληματικές και άγονες περιοχές και σε άγονες ειδικότητες]. Το επίδομα της περίπτωσης Ε' της παραγράφου 1 του άρθρου 139 λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της προσωπικής διαφοράς μόνο στην περίπτωση που καταβάλλεται στις αποδοχές του υπαλλήλου τον τελευταίο μήνα πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος, αλλά δεν προβλέπεται η εκ νέου χορήγησή του με την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος. ε) [...] Η εν λόγω προσωπική διαφορά μειώνεται από οποιαδήποτε μελλοντική αύξηση των αποδοχών του υπαλλήλου, πλην της χορήγησης παροχών και επιδομάτων που εξαιρούνται της ανωτέρω σύγκρισης. 2. Σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του νόμου αυτού προκύπτουν τακτικές μηνιαίες αποδοχές υψηλότερες από αυτές που ελάμβανε ο λειτουργός ή υπάλληλος στις 31.12.2016, η προκαλούμενη αύξηση καταβάλλεται ως εξής: α) Εφόσον η μηνιαία αύξηση δεν υπερβαίνει το ποσό των είκοσι (20) ευρώ, αυτή καταβάλλεται άμεσα και σε μία δόση. β) Εφόσον η μηνιαία αύξηση υπερβαίνει το ποσό των είκοσι (20) ευρώ, αυτή καταβάλλεται σε ισόποσες δόσεις σε χρονικό διάστημα τεσσάρων (4) ετών. Για τη σύγκριση των αποδοχών εφαρμόζονται οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου". Στο άρθρο 156 ("Ανώτατο όριο αποδοχών") ορίζεται ότι "Για τον καθορισμό του ανωτάτου ορίου αποδοχών του προσωπικού που υπάγεται στις διατάξεις του παρόντος, εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 28 του ν. 4354/2015, με την επιφύλαξη της περίπτωσης Ε' της παραγράφου 1 του άρθρου 131 του παρόντος νόμου". Εξ άλλου, στο άρθρο 159 του ως άνω νόμου ("Διατηρούμενες διατάξεις") προβλέπεται ότι εξακολουθούν να ισχύουν, μεταξύ άλλων, οι διατάξεις του άρθρου 45 του ν. 3205/2003 περί εφημεριών των ιατρών του Ε.Σ.Υ., όπως αυτή έχει τροποποιηθεί και ισχύει, εκτός του τρίτου εδαφίου της περίπτωσης δ' και της περίπτωσης ε' της παραγράφου 4 που αντικαταστάθηκαν από τις διατάξεις του άρθρου 137 του εν λόγω ν. 4472/2017 (περίπτωση α'), καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 2889/2001, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, περί ολοήμερης λειτουργίας των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ. (περίπτωση γ'). Τέλος, στο άρθρο 160 του ίδιου νόμου ("Καταργούμενες διατάξεις") προβλέπεται ότι από την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος νόμου καταργούνται μεταξύ άλλων οι διατάξεις των άρθρων 15, 34 έως 44 και 46 έως 54 του ν. 3205/2003, όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν (περίπτωση α'), ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 162 αυτού ("Έναρξη ισχύος"), η ισχύς των διατάξεων του Μέρους ΣΤ' αρχίζει από 1.1.2017, εκτός αν διαφορετικά ορίζεται στις επιμέρους διατάξεις του. Εξάλλου, με το άρθρο 163 του ως άνω ν. 4472/2017 εγκρίθηκε το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Στρατηγικής (ΜΠΔΣ) για την τριετία 2018-2021, στο οποίο περιλαμβάνονται για το τρέχον έτος και τα τέσσερα επόμενα έτη "-Οι ετήσιοι στόχοι για τη Γενική Κυβέρνηση, με πρωτογενές δημοσιοοικονομικό αποτέλεσμα 3,5% του ΑΕΠ για την περίοδο 2018-2021, με βάση τη μεθοδολογία της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης...". Μετά τη δημοσίευση του ν. 4472/2017 κυρώθηκε ο κρατικός προϋπολογισμός για το οικονομικό έτος 2018 με τον ν. 4507/2017 (Α' 196/20.12.2017), στον οποίο περιελήφθησαν τα μέτρα του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος Δημοσιονομικής Πολιτικής (ΜΠΔΣ) για την τριετία 2018-2021. Ο προϋπολογισμός αυτός, ο οποίος είναι ισοσκελισμένος και προβλέπει πρωτογενές πλεόνασμα της τάξεως του 3,4% του ΑΕΠ, προβλέπει, επίσης, την κάλυψη των μισθολογικών δαπανών των ιατρών του Ε.Σ.Υ., και αναφέρει, μεταξύ άλλων, (σελ. 69 της αιτιολογικής έκθεσης) τα εξής γενικώς ως προς τις δαπάνες αποδοχών και συντάξεων: "Ανάλυση δαπανών κατά μείζονα κατηγορία. Αποδοχές και συντάξεις. Οι δαπάνες αποδοχών και συντάξεων προβλέπεται να ανέλθουν στα 12.298 εκατ. ευρώ, αυξημένες κατά 371 εκατ. ευρώ σε σχέση με το 2017, κυρίως λόγω των αυξημένων εργοδοτικών εισφορών του κράτους ως εργοδότη υπέρ του ΕΦΚΑ για τους υπαλλήλους που υπάγονταν στο συνταξιοδοτικό καθεστώς του Δημοσίου έως 31.12.2016 (από 3,33% το 2017 σε 6,67% το 2018), της αναμόρφωσης των ειδικών μισθολογίων, καθώς και της συνεχιζόμενης από το 2017 μείωσης του αριθμού των αποχωρήσεων λόγω συνταξιοδότησης. Πρόσθετες και παρεπόμενες παροχές. Οι δαπάνες της κατηγορίας αυτής προβλέπεται να ανέλθουν στα 417 εκατ. ευρώ, έναντι 348 εκατ. ευρώ για το έτος 2017. Η εν λόγω αύξηση οφείλεται κυρίως στη μεταφορά της δαπάνης της ειδικής αποζημίωσης για νυχτερινή απασχόληση στα στελέχη των Σωμάτων Ασφαλείας από τη μείζονα κατηγορία των αποδοχών και συντάξεων στην κατηγορία πρόσθετες και παρεπόμενες παροχές, σύμφωνα με νομοθετικές παρεμβάσεις που περιελήφθησαν στα ειδικά μισθολόγια". Στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4472/2017, με τον οποίο εισήχθησαν οι επίμαχες ρυθμίσεις, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Ι. ΓΕΝΙΚΟ ΜΕΡΟΣ. Στο παρόν νομοσχέδιο περιλαμβάνεται σειρά ρυθμίσεων για ζητήματα που συναρτώνται άμεσα με την εφαρμογή του τρέχοντος προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και την ολοκλήρωση της β' αξιολόγησης αυτού. Η επιτυχής ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής διαμορφώνει το αναγκαίο περιβάλλον σταθερότητας για την ελληνική οικονομία, διαγράφοντας έτσι έναν καθαρό δημοσιονομικό διάδρομο για την ολοκλήρωση του προγράμματος, ενώ συνιστά την αναγκαία προϋπόθεση για τον προσδιορισμό ουσιαστικών μέτρων ρύθμισης του ελληνικού δημόσιου χρέους. Η ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής συνιστά έτσι το αναγκαίο συστατικό στοιχείο μιας συνολικής συμφωνίας, η οποία μπορεί να δώσει στην ελληνική οικονομία το χώρο και το χρόνο για να εμπεδώσει την ανάκαμψη που σημειώνει το τελευταίο διάστημα, διαμορφώνοντας παράλληλα τις προϋποθέσεις για την οριστική έξοδο από τα προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής. Η έξοδος αυτή, ωστόσο, οφείλει να λάβει χώρα στο πλαίσιο μιας δίκαιης, βιώσιμης και σταθερής ανάπτυξης εντός της οποίας οι κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες θα πρέπει να βαίνουν διαρκώς μειούμενες. Στο πλαίσιο αυτό, μέσα από το σύνολο των διατάξεων του παρόντος νομοσχεδίου επιχειρείται όχι μόνο να διασφαλισθεί η τήρηση των διεθνών υποχρεώσεων της χώρας και κατά συνέπεια η τακτική χρηματοδότησή της, μέσω της εκταμίευσης των συμφωνηθέντων πόρων, αλλά και να υπάρξει μέριμνα για την ενίσχυση του κοινωνικού κράτους μέσω της θέσπισης μίας σειράς μέτρων στήριξης της κοινωνικής πλειονότητας, καθώς και να τεθούν τα βασικά θεμέλια για την επαναφορά της θεσμικής κανονικότητας στην αγορά εργασίας. ΜΕΡΟΣ ΣΤ. ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΕΙΔΙΚΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ ΚΑΙ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ, Ν.Π.Δ.Δ. ΚΑΙ Ν.Π.Ι.Δ., ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΤΕΛΕΧΩΝ ΤΩΝ ΕΝΟΠΛΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, ΤΟΥ ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΛΙΜΕΝΙΚΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ-ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΚΤΟΦΥΛΑΚΗΣ. Άρθρα 123-162. Με τις διατάξεις του ν. 4336/2015 (Α' 94), στο πλαίσιο δέσμευσης της Ελληνικής Κυβέρνησης έναντι των εταίρων της για τον εκσυγχρονισμό και την ενίσχυση της δημόσιας διοίκησης, προβλέπεται η ανάγκη αναμόρφωσης και εξορθολογισμού των ειδικών μισθολογίων (στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και Σωμάτων Ασφαλείας, διπλωματικών υπαλλήλων, ιατρών Ε.Σ.Υ., κ.λπ.). Στο πλαίσιο της αναμόρφωσης των ειδικών μισθολογίων, υιοθετήθηκαν δύο κύριες κατευθύνσεις : αφενός η ανάγκη περιορισμού του σημερινού αριθμού τους (από 20 περίπου που είναι σήμερα σε 7) και αφετέρου η προσπάθεια εξορθολογισμού των αποδοχών του προσωπικού που αμείβεται με αυτά, είτε με τη συγχώνευση ορισμένων επιδομάτων από αυτά που καταβάλλονται σήμερα είτε με την κατάργηση ορισμένων άλλων που στερούνται στην πραγματικότητα δικαιολογητικού λόγου χορήγησης. Επιπλέον, κατά την παρούσα αναμόρφωση θεωρήθηκε απαραίτητη η εξασφάλιση της κατ' αρχήν σταθερότητας των αποδοχών όλων των λειτουργών ή υπαλλήλων που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος, και η αποφυγή της ανατροπής του επιπέδου των αποδοχών τους, προκειμένου να εξασφαλισθεί η, χωρίς περισπασμούς, ομαλή εκτέλεση των καθηκόντων τους. Ειδικότερα, οι αρχές και οι κανόνες, κοινοί για όλα τα ειδικά μισθολόγια, στους οποίους στηρίχτηκε η εκπόνηση των σχετικών προτάσεων και οι οποίοι είναι ανάλογοι με αυτούς που υιοθετήθηκαν κατά την επεξεργασία του ενιαίου μισθολογίου, είναι οι εξής: Συνένωση ειδικών μισθολογίων με ομοειδές αντικείμενο απασχόλησης... Στις περισσότερες των περιπτώσεων, ως βάση για τον υπολογισμό των αποδοχών των λειτουργών ή υπαλλήλων λαμβάνεται ο ανώτερος βαθμός της εκάστοτε κατηγορίας με σύνδεση των αποδοχών όλων των υπόλοιπων βαθμών σε ποσοστό επί των αποδοχών αναφοράς με τα αντίστοιχα έτη υπηρεσίας [...] Για τον υπολογισμό των νέων αποδοχών του λειτουργού ή υπαλλήλου που αποτελεί τον όρο αναφοράς για τους υπόλοιπους λαμβάνονται υπόψη οι αποδοχές στις 31.12.2016, οι οποίες προκύπτουν από τo συγκερασμό του βασικού μισθού, του χρονοεπιδόματος, καθώς και ορισμένων επιδομάτων. Πέραν των ως άνω νέων αποδοχών, που θα αποτελούν τις κύριες αποδοχές του λειτουργού ή υπαλλήλου, προβλέπεται η διατήρηση ενός τουλάχιστον επιδόματος, το οποίο θα συνδέεται με τα ειδικά καθήκοντα κάθε κατηγορίας και θα συνδέεται σε κάθε περίπτωση με την ενεργό άσκηση των προβλεπόμενων καθηκόντων του [...], το οποίο όμως θα καταβάλλεται με την προϋπόθεση πραγματικής άσκησης των συγκεκριμένων καθηκόντων. Με την κατάργηση του χρονοεπιδόματος δημιουργείται για τα περισσότερα από τα ειδικά μισθολόγια μισθολογική κλίμακα ανά βαθμίδα, με μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.). Η παραμονή στο 1ο Μ.Κ. γίνεται για ένα έτος, ενώ η μισθολογική εξέλιξη στη συνέχεια πραγματοποιείται κάθε δύο έτη. Με τη νέα μισθολογική κατάταξη επιχειρείται παράλληλα η αποσυμπίεση του συστήματος αμοιβών μεταξύ διαφορετικών κατηγοριών λειτουργών ή υπαλλήλων (π.χ. Διπλωμάτες, Ιατροδικαστές). Στην περίπτωση που από την εφαρμογή του νέου συστήματος αμοιβών προκύψει αύξηση των αποδοχών των λειτουργών ή υπαλλήλων, αυτή χορηγείται σε χρονικό διάστημα τεσσάρων (4) ετών, προκειμένου να αποφευχθεί τυχόν μεγάλη δημοσιονομική επιβάρυνση [...]. Στην περίπτωση που από την εφαρμογή του νέου συστήματος αμοιβών προκύψει μείωση αποδοχών, η διαφορά θα διατηρείται ως προσωπική, προκειμένου να αποφευχθεί οποιαδήποτε μείωση στις αποδοχές των λειτουργών ή υπαλλήλων και η οποία θα μειώνεται από οποιαδήποτε μελλοντική αύξηση των αποδοχών του υπαλλήλου. Επισημαίνεται ότι οι ανωτέρω αρχές και κανόνες θα πρέπει κατ' αρχάς να εφαρμοστούν σε όλες τις περιπτώσεις των ειδικών μισθολογίων. Παράλληλα όμως πρέπει να ληφθούν υπόψη και οι ιδιαιτερότητες ορισμένων λειτουργών ή υπαλλήλων που ενδεχομένως δικαιολογούν την υιοθέτηση διαφορετικής αντιμετώπισης ορισμένων θεμάτων. Κατά τη μετάβαση όλων των ειδικών μισθολογίων στο νέο σύστημα αμοιβών επιχειρείται η αποτροπή δημιουργίας πρόσθετης δαπάνης, με στόχο τη δημοσιονομική ουδετερότητα στο μέτρο του δυνατού, όπως άλλωστε και κατά την αναμόρφωση του ενιαίου μισθολογίου (ν. 4354/2015). Οπουδήποτε προκαλείται κόστος, αυτό συμβαίνει είτε για να επιτευχθούν κάποιοι κανόνες αποσυμπίεσης είτε είναι αποτέλεσμα της νέας δομής του συστήματος αμοιβών, καθώς μέχρι σήμερα δεν υπήρχε καθορισμένη σχέση μεταξύ των αποδοχών των λειτουργών ή υπαλλήλων ομοειδών επαγγελματικών κατηγοριών, οι οποίοι συνδέονται για πρώτη φορά μεταξύ τους με μια δομημένη σχέση. Επισημαίνεται ακόμη, για όλα τα ειδικά μισθολόγια ότι πέραν των παροχών και αποζημιώσεων που ρητά αναφέρονται στις διατάξεις του σχεδίου νόμου δεν δικαιολογείται, από την έναρξη της ισχύος του και εφεξής, η χορήγηση άλλων μισθολογικών παροχών, με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή. Ειδικότερα, με τις διατάξεις του άρθρου 123 ορίζεται η έκταση εφαρμογής του νέου νόμου περί ειδικών μισθολογίων, στο οποίο υπάγονται οι μόνιμοι λειτουργοί και υπάλληλοι, καθώς και υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου. Στο νέο νόμο υπάγονται: 1. [...] 4. Οι Ιατροί και Οδοντίατροι του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.), οι Ιατροί και Οδοντίατροι Δημόσιας Υγείας Ε.Σ.Υ., οι έμμισθοι ειδικευόμενοι ιατροί, οι Επικουρικοί Ιατροί, οι μόνιμοι αγροτικοί ιατροί και οι ιατροί υπηρεσίας υπαίθρου, καθώς και οι Ιατροί Γενικής Ιατρικής και Βιοπαθολογίας που υπηρετούν στη Διεύθυνση Κ.Ε.Δ.Υ. του Υπουργείου Υγείας ή στις Διευθύνσεις Υγείας των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων και Περιφερειών. 5. [...] Με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Ε' καθορίζονται οι κάθε είδους αποδοχές των Ιατρών και Οδοντιάτρων του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.), των Ιατρών και των Οδοντιάτρων Δημόσιας Υγείας Ε.Σ.Υ., των έμμισθων ειδικευόμενων ιατρών, των Επικουρικών Ιατρών, των μόνιμων αγροτικών ιατρών, των ιατρών υπηρεσίας υπαίθρου, των Ιατρών Γενικής Ιατρικής και Βιοπαθολογίας που υπηρετούν στη Διεύθυνση Κ.Ε.Δ.Υ. του Υπουργείου Υγείας ή στις Διευθύνσεις Υγείας των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων και Περιφερειών, καθώς και των Ιατροδικαστών του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Με τις διατάξεις του άρθρου 136 προβλέπεται ότι για τη μισθολογική κατάταξη όλων των ως άνω ιατρών και ιατροδικαστών πλην των ιατρών υπηρεσίας υπαίθρου, ορίζονται δεκαέξι (16) μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.) με εισαγωγικό το Μ.Κ. 1 και καταληκτικό το Μ.Κ. 16. Με τις διατάξεις του άρθρου 137 ορίζεται ότι για τη μισθολογική εξέλιξη απαιτείται υπηρεσία ενός (1) έτους στο πρώτο μισθολογικό κλιμάκιο (Μ.Κ.1) και δύο (2) έτη για κάθε επόμενο. Επίσης στο ίδιο άρθρο προβλέπεται ποια υπηρεσία αναγνωρίζεται για τη μισθολογική κατάταξη και εξέλιξη των εν λόγω λειτουργών. Με τις διατάξεις του άρθρου 138 καθορίζεται ο βασικός μισθός του βαθμού του Συντονιστή Διευθυντή, ο οποίος αποτελεί τη βάση για τον καθορισμό του βασικού μισθού και όλων των υπόλοιπων βαθμών των ιατρών και ιατροδικαστών. Με τις διατάξεις του άρθρου 139 καθορίζονται τα επιδόματα και οι παροχές όλων των ανωτέρω. Ειδικότερα, προβλέπεται η χορήγηση επιδόματος νοσοκομειακής απασχόλησης και επιδόματος ειδικών συνθηκών άσκησης ιατροδικαστικού έργου [...]. Επιπλέον, καταβάλλονται οικογενειακή παροχή όμοια με αυτή που λαμβάνουν και οι λοιποί δημόσιοι υπάλληλοι, επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών και επίδομα θέσης ευθύνης για όσους πραγματικά ασκούν καθήκοντα προϊσταμένου οργανικών μονάδων. Για τους γιατρούς Δημόσιας Υγείας Ε.Σ.Υ., δεδομένου ότι δεν λαμβάνουν αποζημίωση για την πραγματοποίηση εφημεριών εξακολουθεί να καταβάλλεται επίδομα επιφυλακής. Επιπλέον, στους ειδικευμένους ιατρούς Ε.Σ.Υ. και οδοντίατρους χορηγείται αποζημίωση ως κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής σε προβληματικές και άγονες περιοχές και το κίνητρο προσέλκυσης σε άγονη ειδικότητα. Το ύψος καθώς και οι όροι και προϋποθέσεις χορήγησης των εν λόγω αποζημιώσεων καθορίζονται με απόφαση των Υπουργών Υγείας και Οικονομικών. Μέχρι την έκδοση της εν λόγω απόφασης εξακολουθούν να καταβάλλονται τα ποσά που ισχύουν μέχρι σήμερα. Με τις διατάξεις της περίπτωσης ε' της παραγράφου 2 και παραγράφου 3 των άρθρων 138 και 139 προβλέπεται πλέον ότι οι μόνιμοι αγροτικοί ιατροί και οι ιατροί υπηρεσίας υπαίθρου αμείβονται πλέον με τις διατάξεις του ειδικού μισθολογίου των ιατρών και όχι με του ενιαίου μισθολογίου, όπως ισχύει μέχρι σήμερα. Επιπλέον ορίζεται ότι οι επικουρικοί ιατροί λαμβάνουν τις αποδοχές και την αποζημίωση εφημεριών του Επιμελητή Β' του Ε.Σ.Υ., πλην των κινήτρων που έχουν θεσπιστεί για την προσέλκυση, εγκατάσταση και παραμονή των ιατρών του Ε.Σ.Υ. σε νοσοκομεία, κέντρα υγείας και κρατικά θεραπευτήρια που έχουν την έδρα τους σε προβληματικές και άγονες περιοχές. Με τις διατάξεις του άρθρου 140 διατηρείται το καθεστώς εφημεριακής απασχόλησης ως έχει σήμερα. Το ωρομίσθιο των εφημεριών υπολογίζεται ως ένα σταθερό ποσό ανά βαθμό, το οποίο είναι αυξημένο κατά έξι τοις εκατό (6%) σε σχέση με το έως σήμερα καταβαλλόμενο. Κατά το ίδιο ποσοστό αυξάνεται το σταθερό ποσό της προσαύξησης της 17ωρης ή 24ωρής ενεργού εφημερίας καθώς και το ποσό που καταβάλλεται αντί αποζημίωσης εφημεριών στους ιατρούς που υπηρετούν με βαθμό Συντονιστή Διευθυντή σε Νοσοκομεία της Α' Ζώνης και στους Διευθυντές των πανεπιστημιακών κλινικών εργαστηρίων και μονάδων, καθώς και σε όσους ιατρούς υπηρετούν με το βαθμό του Διευθυντή και απαλλάσσονται από την υποχρέωση συμμετοχής στο πρόγραμμα εφημεριών, σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης Η' του άρθρου 4 του ν. 3754/2009 [...]. Η αποζημίωση εφημεριών των πανεπιστημιακών ιατρών εναρμονίζεται με την αντίστοιχη των νοσοκομειακών ιατρών. Επισημαίνεται ότι με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 3 του άρθρου αυτού οι άμισθοι υπεράριθμοι ειδικευόμενοι ιατροί, οι αλλοδαποί υπότροφοι ειδικευόμενοι ιατροί, καθώς και οι μόνιμοι αγροτικοί ιατροί και οι ιατροί υπηρεσίας υπαίθρου, αποζημιώνονται για τις εφημερίες που πραγματοποιούν με βάση το εκάστοτε ισχύον ωρομίσθιο εφημεριών των έμμισθων ειδικευόμενων ιατρών. Επίσης, μόνιμοι υπάλληλοι, οι οποίοι αμείβονται με τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου, για το χρόνο απόκτησης της ιατρικής ειδικότητάς τους λαμβάνουν εφημεριακή αποζημίωση, σύμφωνα με όσα προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου για τους έμμισθους ειδικευόμενους ιατρούς. [...] Με τις διατάξεις του άρθρου 155 αντιμετωπίζονται τα θέματα διαφορών των νέων τακτικών αποδοχών των λειτουργών και υπαλλήλων, σε σχέση με τις ήδη τακτικές καταβαλλόμενες. Σε κάθε περίπτωση προβλέπεται η διασφάλιση των τακτικών αποδοχών των λειτουργών και υπαλλήλων με τη διατήρηση προσωπικής διαφοράς, προκειμένου να μην υπάρξει μείωσή τους και ανατροπή των οικογενειακών προϋπολογισμών. Η εν λόγω προσωπική διαφορά μειώνεται από οποιαδήποτε μελλοντική αύξηση των αποδοχών του υπαλλήλου πλην της χορήγησης παροχών και επιδομάτων που εξαιρούνται κατά τη διαδικασία σύγκρισης, ανάλογα με το ειδικό μισθολόγιο, όπως περιγράφεται αναλυτικά στις οικείες διατάξεις. Στην περίπτωση αύξησης των αποδοχών των λειτουργών και υπαλλήλων, αυτή καταβάλλεται σε διάστημα τετραετίας σε ισόποσες δόσεις. Με τις διατάξεις του άρθρου 156 προβλέπεται ότι εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 28 του ν. 4354/2015 περί ανώτατου ορίου αποδοχών, με μόνη εξαίρεση τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας. [...]". Επιπροσθέτως, στην επεξηγηματική έκθεση, που συνοδεύει τον ν. 4472/2017, η οποία αφορά και στο Μεσοπρόθεσμο πλαίσιο δημοσιονομικής στρατηγικής 2018-2021, αναφέρονται τα εξής (σελ. 94- 95): "[...] Κεφάλαιο 2. [...] 2.1. Παρεμβάσεις ΜΠΔΣ 2015-2018 και ΣΧΔ [Σύμβαση Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης]. Στα πλαίσια της οικονομικής προσαρμογής της χώρας και προκειμένου να επιτευχθούν οι δημοσιονομικοί στόχοι του προγράμματος, ήταν απαραίτητο να νομοθετηθούν κάποιες παρεμβάσεις μετά την ψήφιση του ΜΠΔΣ 2015-2018 έως και σήμερα. Οι παρεμβάσεις αυτές είναι ενσωματωμένες στο βασικό σενάριο και παρουσιάζονται στον κάτωθι πίνακα: [...] Κάποιες από τις σημαντικότερες παρεμβάσεις είναι οι εξής: Α. Μισθολογικές παρεμβάσεις και μη μισθολογικές παροχές. 1. [...] 4. Αναμόρφωση ειδικών μισθολογίων. Με τις διατάξεις του ν. 4336/2015 [...], στο πλαίσιο δέσµευσης της Ελληνικής Κυβέρνησης έναντι των εταίρων της για τον εκσυγχρονισµό και την ενίσχυση της δηµόσιας διοίκησης, προβλέπεται η ανάγκη αναµόρφωσης και εξορθολογισµού των ειδικών µισθολογίων (στελεχών των Ενόπλων Δυνάµεων και Σωµάτων Ασφαλείας, διπλωµατικών υπαλλήλων, ιατρών Ε.Σ.Υ., κ.λ.π.). Στο πλαίσιο της αναµόρφωσης των ειδικών µισθολογίων, υιοθετήθηκαν δύο κύριες κατευθύνσεις: α) η ανάγκη περιορισµού του σηµερινού αριθµού τους (20 περίπου ειδικά µισθολόγια συνενώνονται σε 7) και β) η προσπάθεια εξορθολογισµού των αποδοχών των λειτουργών και υπαλλήλων που αµείβονται µε αυτά, µε συγχώνευση επιδοµάτων και κατάργηση ορισµένων που στερούνται στην πραγµατικότητα δικαιολογητικού λόγου χορήγησης. Οι νέες ρυθµίσεις απλοποιούν το µισθολογικό καθεστώς των λειτουργών και υπαλλήλων, µέσα σε ένα νέο διαφανές µισθολογικό σύστηµα, έναντι µιας πληθώρας µισθολογικών διατάξεων που διατηρούνταν σε ισχύ από την έναρξή τους µέχρι σήµερα. Λόγω της πολυπλοκότητας του υπάρχοντος συστήµατος αµοιβών, η οποία ενισχύεται από επιµέρους ρυθµίσεις που αφορούν τη µισθολογική εξέλιξη και βαθµολογική ωρίµανση των λειτουργών, η µεταρρύθµιση επιφέρει περιορισµένο δηµοσιονοµικό κόστος, το οποίο κρίθηκε απαραίτητο για την υλοποίηση του εγχειρήµατος. Η ανωτέρω αναµόρφωση των ειδικών µισθολογίων εκτιµάται ότι θα επιφέρει µικρή δηµοσιονοµική επιβάρυνση ύψους 41 εκατ. ευρώ σωρευτικά έως το 2021 [...]". Περαιτέρω, στη σχετική έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (βλ. την 112/24/2017 ειδική έκθεση του άρθρου 75 παρ. 1 του Συντάγματος), που συνοδεύει τον ν. 4472/2017 και αφορά στις ρυθμίσεις του Μέρους ΣΤ' του νόμου αυτού, αναφέρονται σε σχέση με τους ιατρούς του Ε.Σ.Υ. τα ακόλουθα : "Αναµορφώνεται και εξορθολογίζεται το µισθολογικό καθεστώς των ειδικών κατηγοριών λειτουργών και υπαλλήλων του Δηµοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ν.Π.Ι.Δ [...], στα εξής κατά βάση σηµεία : α. [...] ε. Ενοποιούνται σε ένα κοινό σύστημα αμοιβών οι Ιατροί και Οδοντίατροι του Ε.Σ.Υ. και λοιπό ιατρικό προσωπικό που υπάγεται στο Κεφάλαιο Ε' με τους Ιατροδικαστές του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Χορηγείται επίδομα θέσης ευθύνης, το οποίο δεν συνδέεται αποκλειστικά με κατοχή συγκεκριμένου βαθμού αλλά συναρτάται και με την άσκηση καθηκόντων προϊσταμένου οργανικών μονάδων. Εντάσσονται στο ειδικό μισθολογικό καθεστώς των ιατρών και οι μόνιμοι αγροτικοί ιατροί και οι ιατροί υπηρεσίας υπαίθρου (σήμερα αμείβονται με το ν. 4354/2015). Ειδικότερα, οι ιατροί υπηρεσίας υπαίθρου κατατάσσονται σε συγκεκριμένο μισθολογικό κλιμάκιο χωρίς περαιτέρω μισθολογική εξέλιξη. Καθορίζεται εφεξής ρητά στο νόμο το ύψος του ωρομισθίου της αποζημίωσης εφημεριών ανά βαθμό αποσυνδεόμενο από τον κατεχόμενο βασικό μισθό όπως ισχύει σήμερα. Ο εν λόγω επανακαθορισμός του, προκαλεί ποσοστιαία αύξηση ύψους 6%. Καταργείται το καθεστώς των μισθολογικών προαγωγών των Ιατρών και Οδοντιάτρων των Κέντρων Υγείας [...] η. Διατηρείται ως προσωπική τυχόν διαφορά που προκύπτει στις αποδοχές των προαναφερόμενων υπαλλήλων - λειτουργών, από την εφαρμογή των προτεινόμενων ρυθμίσεων σε σχέση με τις αποδοχές που ελάμβαναν κατά την 31.12.2016 [...]". Στη δε ειδική έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (κατ' άρθρο 75 παρ. 3 του Συντάγματος), σε σχέση με τα επερχόμενα αποτελέσματα από τις επίμαχες ρυθμίσεις, αναφέρεται ότι : "Από τις διατάξεις του προτεινόμενου νομοσχεδίου προκαλούνται τα ακόλουθα αποτελέσματα: Ι. Επί του Κρατικού Προϋπολογισμού. 1. Ετήσια δαπάνη, από την αναμόρφωση και εξορθολογισμό του μισθολογικού καθεστώτος των ειδικών κατηγοριών λειτουργών και υπαλλήλων του δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ν.Π.Ι.Δ., καθώς και των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας. Η δαπάνη αυτή εκτιμάται στο ποσό των 36,2 εκατ. ευρώ, 83,5 εκατ. ευρώ, 77,5 εκατ. ευρώ, 78,5 εκατ. ευρώ και 76,1 εκατ. ευρώ, για τα έτη 2017, 2018, 2019, 2020 και 2021 αντίστοιχα (άρθρα 123-162)". Εξάλλου, στις προπαρασκευαστικές εργασίες ψηφίσεως του ν. 4472/2017 (βλ. πρακτικά της Ολομέλειας της Βουλής των Ελλήνων, συνεδριάσεις ΡΚΑ'-17.05.2017 και ΡΚΒ'-18.05.2017) αναφέρεται γενικώς (ή με αναφορά στο μισθολόγιο των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας) και χωρίς, πάντως, να γίνεται οποιαδήποτε ειδικότερη μνεία στο μισθολόγιο των ιατρών του Ε.Σ.Υ. ή στις ιδιαίτερες συνθήκες ασκήσεως του ιατρικού λειτουργήματος, ότι η επιχειρούμενη αναμόρφωση των ειδικών μισθολογίων γίνεται μεν στο πλαίσιο των προβλέψεων και επιδιώξεων του μεσοπρόθεσμου προγράμματος δημοσιονομικής πολιτικής για την τριετία 2015-2018, επιδιώκεται, όμως, να διατηρηθεί το ύψος των καταβαλλομένων αποδοχών στα ίδια με τα προηγούμενα επίπεδα, με τη θέσπιση του μέτρου της προσωπικής διαφοράς, ούτως ώστε να μην ανατρέπεται το επίπεδο των αποδοχών του προσωπικού (βλ. συν. ΡΚΑ' σελ. 7967-7968, συν. ΡΚΒ' σελ. 8107-8108). Παράλληλα αναφέρεται, κατά γενικό επίσης τρόπο, ότι επιχειρείται ο εκσυγχρονισμός και εξορθολογισμός του μοντέλου του μισθολογίου, προκειμένου αυτό να ανταποκρίνεται στις σύγχρονες εξελίξεις της δημόσιας διοίκησης και "να συναρτάται με τις δεξιότητες, τις επιδόσεις και τις αρμοδιότητες του προσωπικού, όπως επίσης και στις ιδιαιτερότητες που συναντιούνται σε ορισμένα Υπουργεία" (βλ. συν. ΡΚΒ' σελ. 8108, συν. ΡΚΑ' σελ. 7987), καθώς και ότι επιχειρείται η ενσωμάτωση επιδομάτων στο βασικό μισθό προς ικανοποίηση χρόνιου αιτήματος των εργαζομένων και των συνδικαλιστικών φορέων (βλ. συν. ΡΚΑ' σελ. 7967, 7969, 7987). Περαιτέρω, αναφέρεται, γενικώς για όλα τα ειδικά μισθολόγια, ότι με τις ρυθμίσεις που εισάγονται δεν επέρχονται νέες περικοπές των αποδοχών (βλ. συν. ΡΚΑ' σελ. 7967, 7987, συν. ΡΚΒ' σελ. 8107- 8108), ότι διαφυλάσσεται πλήρως η "ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση που επιφύλαξε ο νομοθέτης διαχρονικά σε συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων [...] κατ' εκτίμηση των ειδικών συνθηκών άσκησης του λειτουργήματός τους" (βλ. συν. ΡΚΑ' σελ. 7969), ότι η θέσπιση ειδικού μισθολογίου "που διαφοροποιείται από το ενιαίο των δημοσίων υπαλλήλων και συνοδεύεται από ένα περιβάλλον θετικών μέτρων [...] δείχνουν την ιδιαίτερη προσοχή του νομοθέτη σε συγκεκριμένη συγκυρία" (βλ. συν. ΡΚΑ' σελ. 7969), καθώς και ότι "διαφυλάσσεται πλήρως η ιδιαιτερότητα της εργασίας" (βλ. συν. ΡΚΑ' σελ. 7987). Επίσης, προκύπτει ότι η διαμόρφωση του μισθολογίου επιδιώκεται να είναι δημοσιονομικά ουδέτερη και να μην επιβαρύνει τον προϋπολογισμό του Κράτους, δηλαδή να μην προβλέπονται μεν μειώσεις, τυχόν, όμως, προκύπτουσες αυξήσεις να μην καταβάλλονται άμεσα, αλλά σε βάθος τετραετίας, "διασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο την απαραίτητη δημοσιονομική σταθερότητα, παράγοντα εξαιρετικά κρίσιμο για την έξοδο της χώρας από τη δημοσιονομική στενωπό" (βλ. συν. ΡΚΒ' σελ. 8108 και συν. ΡΚΑ' σελ. 7969). Τέλος, κατά τις ίδιες συζητήσεις επισημαίνεται η ανάγκη να επιστρέψει στην Ελλάδα το ιατρικό επιστημονικό προσωπικό που έφυγε για επαγγελματικούς λόγους στο εξωτερικό κατά τη διάρκεια των χρόνων της οικονομικής κρίσης, για την εκπαίδευση του οποίου, άλλωστε, δαπανήθηκαν μεγάλα χρηματικά ποσά από το Ελληνικό Κράτος (βλ. συν. ΡΚΑ' σελ. 7954 και συν. ΡΚΒ' σελ. 8088). Τέλος, στην έκθεση της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής επί του νομοσχεδίου αναφέρονται μεταξύ άλλων, τα εξής : "Με τις διατάξεις του Μέρους ΣΤ' (άρθρα 123-162) αναπροσαρμόζονται τα ειδικά μισθολόγια των [...] των Ιατρών και Οδοντιάτρων του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.), [...]. Κατά την παρ. 1 του άρθρου 155, "αν από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του νόμου αυτού προκύπτουν τακτικές μηνιαίες αποδοχές χαμηλότερες από αυτές που δικαιούνταν ο λειτουργός ή υπάλληλος στις 31.12.2016, η διαφορά διατηρείται ως προσωπική", έτσι ώστε, όπως επισημαίνεται στην αιτιολογική έκθεση επί του νομοσχεδίου, εάν από "την εφαρμογή του νέου συστήματος αμοιβών προκύψει μείωση αποδοχών, η διαφορά θα διατηρείται ως προσωπική, προκειμένου να αποφευχθεί οποιαδήποτε μείωση στις αποδοχές των λειτουργών ή υπαλλήλων και η οποία θα μειώνεται από οποιαδήποτε μελλοντική αύξηση των αποδοχών του υπαλλήλου", στην περίπτωση δε μάλιστα που από την εφαρμογή του νέου συστήματος αμοιβών προκύψει αύξηση των αποδοχών των λειτουργών ή υπαλλήλων, αυτή χορηγείται σε χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών, "προκειμένου να αποφευχθεί τυχόν μεγάλη δημοσιονομική επιβάρυνση, όπως ακριβώς συνέβη με τις διατάξεις του ν. 4354/2015". Ως προς τον επαναπροσδιορισμό των μισθολογικών κλιμακίων και εν γένει του συστήματος μισθολογικής κατάταξης των εντασσόμενων στα ειδικά μισθολόγια υπαλλήλων και λειτουργών του Δημοσίου, επισημαίνεται, κατ' αρχάς, πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατά την οποία το Σύνταγμα "δεν προστατεύει την απλή προσδοκία διατηρήσεως σε ισχύ μιας συγκεκριμένης ρυθμίσεως ούτε κωλύει το νομοθέτη να μεταβάλει τη ρύθμιση αυτή για το μέλλον, όπως ρυθμίσεις σχετικές με τις προϋποθέσεις της υπηρεσιακής εξελίξεως των υπαλλήλων στα πλαίσια αναδιοργανώσεως των δημοσίων υπηρεσιών και γενικότερα της Διοικήσεως [...]". Επισημαίνεται όμως, ότι, ως προς συγκεκριμένες κατηγορίες υπαλλήλων και λειτουργών, αμειβομένων με "ειδικά μισθολόγια", έχει προσφάτως νομολογηθεί ότι η ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείρισή τους από τον νομοθέτη υπαγορεύθηκε, κατ' επιταγή συνταγματικών διατάξεων, εν όψει των ειδικών συνθηκών άσκησης του λειτουργήματός τους αλλά και ως εγγύηση για την αποτελεσματική εκπλήρωση της αποστολής τους. Συγκεκριμένως, για τους ιατρούς του Ε.Σ.Υ., κρίθηκε ότι η ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείρισή τους υπαγορεύθηκε "ενόψει του μεγαλύτερου χρόνου γενικής εκπαίδευσής τους σε σχέση με άλλους επιστήμονες, της πολύχρονης μεταπανεπιστημιακής μετεκπαίδευσής τους για ειδίκευση, αλλά και της ανάγκης για διαρκή εκπαίδευση στην επιστήμη τους, των ειδικότερων συνθηκών άσκησης του ιατρικού έργου και του περισσότερου χρόνου εργασίας τους σε σχέση με τους εργαζόμενους σε άλλους τομείς της δημόσιας διοίκησης" [ΕλΣυν (Ολ) 58, 7412/2015, ΕΔΚΑ 2016, σελ. 152]...[... παρατίθεται περαιτέρω νομολογία αφορώσα στα μισθολόγια μελών ΔΕΠ και στελεχών Ενόπλων Δυνάμεων]. Στο πλαίσιο αυτό, με τις ανωτέρω αποφάσεις κρίθηκε, με παραπλήσιο, μεταξύ τους, σκεπτικό, ότι ο νομοθέτης, θεσπίζοντας διά του ν. 4093/2012 μειώσεις στις αποδοχές των ανωτέρω, "αντιμετώπισε όλα αυτά τα μισθολόγια συλλήβδην ως ένα ενιαίο οικονομικό μέγεθος, το οποίο έπρεπε, ως σύνολο λαμβανόμενο, να μειωθεί κατά ποσοστό 10% στο πλαίσιο της προσπάθειας μείωσης του δημοσιονομικού ελλείμματος και του δημοσίου χρέους (...), χωρίς να λάβει υπόψη του τους λόγους, για τους οποίους είχε θεσπισθεί ιδιαίτερο μισθολόγιο για καθεμία από τις κατηγορίες λειτουργών ή υπαλλήλων, στους οποίους αφορούσαν τα ανωτέρω "ειδικά μισθολόγια"" και, επομένως, οι εν λόγω περικοπές, "υπερβαίνουν, λόγω του σωρευτικού τους αποτελέσματος και της εκτάσεώς τους, το όριο που θέτουν οι συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη, (...) ανεξαρτήτως του ότι το δημόσιο συμφέρον, για την εξυπηρέτηση του οποίου επεβλήθησαν οι νέες μειώσεις, δεν ήταν τόσο έντονο όσο εκείνο που δικαιολογούσε την υιοθέτηση των αρχικών μέτρων των ν. 3833/2010 και 3845/2010 που ελήφθησαν, κατά τις διαπιστώσεις του νομοθέτη, προ του κινδύνου άμεσης χρεωκοπίας και εξόδου της χώρας από την ευρωζώνη, οι επίμαχες περικοπές συνιστούν μέτρα που λαμβάνονται μεν για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, επιβαρύνουν, όμως, και πάλι, κατά παράβαση της κατ' άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος υποχρεώσεως όλων των πολιτών για εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, την ίδια κατηγορία πολιτών[...]". Υπό το φως των ανωτέρω, δημιουργείται προβληματισμός, ως προς το εάν με την προτεινόμενη αναμόρφωση των "ειδικών μισθολογίων" σε συνδυασμό με την εκτίμηση, κατά την Έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (άρθρο 75 παρ. 1 του Συντάγματος), για ετήσια αύξηση - δαπάνη, που "εκτιμάται στο ποσό των 36,2 εκατ. ευρώ, 83,5 εκατ. ευρώ, 77,5 εκατ. ευρώ, 78,5 εκατ. ευρώ και 76,1 εκατ. ευρώ, για τα έτη 2017, 2018, 2019, 2020 και 2021 αντίστοιχα", αλλά και του ότι, δια του άρθρου 155 του νομοσχεδίου, εξασφαλίζονται, κατ' ελάχιστον, οι αποδοχές των λειτουργών ή υπαλλήλων που δικαιούνταν την 31.12.2016, επιτυγχάνεται πλήρης και επαρκής προσαρμογή προς τις ανωτέρω δικαστικές αποφάσεις, την οποία επιτάσσει η συνταγματική αρχή του κράτους δικαίου". Σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά τη δημοσίευση του ως άνω ν. 4472/2017 ακολούθησε σειρά νομοθετημάτων, με τα οποία οι προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 137 (Μισθολογική εξέλιξη), 138 (Βασικός μισθός) και 139 (Επιδόματα) αυτού υπέστησαν έξι τροποποιήσεις. Οι τροποποιήσεις αυτές αφορούν στο σύνολό τους τους ιατροδικαστές και τις λοιπές κατηγορίες ιατρών, οι οποίες εντάχθηκαν στο Κεφάλαιο για το ως άνω ειδικό μισθολόγιο και αναφέρονται παρακάτω, όχι δε και τους ιατρούς του Ε.Σ.Υ. Οι περισσότερες, εξάλλου, από αυτές έλαβαν χώρα διότι ο ν. 4472/2017, στην αρχική του μορφή, κατέλιπε αρρύθμιστα ζητήματα ως προς τους ιατρούς στους οποίους αυτές αφορούν, η δε αφορώσα στους ιατροδικαστές τροποποίηση έλαβε χώρα διότι η αρχική νομοθετική πρόβλεψη επέφερε μείωση των "πληρωτέων" αποδοχών τους (όπως αναφέρεται στις προπαρασκευαστικές εργασίες ψηφίσεως του νόμου και παρατίθεται κατωτέρω). Ειδικότερα: 1) Με το άρθρο 38 παρ. 2 του ν. 4486/2017 (Α' 115/7.8.2017) τροποποιήθηκε το α' εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 139 (το οποίο, στην αρχική του μορφή, προέβλεπε ποιά επιδόματα λαμβάνουν, μεταξύ άλλων, και οι γιατροί του ΚΕΔΥ) παραλείποντας την μνεία των ιατρών αυτών και ορίζοντας ότι οι λοιποί γιατροί που αναφέρονται στη διάταξη αυτή "λαμβάνουν τα επιδόματα" (κατά τροποποίηση της αρχικής διατυπώσεως που όριζε ότι "λαμβάνουν μόνο τα επιδόματα"). 2) Με το άρθρο 9 παρ. 1 και 2 του ν. 4498/2017 (Α' 172/16.11.2017) προστέθηκαν αντίστοιχα εδάφια στις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 137 αναφορικά με τον τρόπο συντελέσεως της μισθολογικής εξελίξεως των ιατρών του ΕΚΑΒ, διότι (όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού) στην αρχική μορφή των σχετικών διατάξεων του ν. 4472/2017 υπήρχε κατ' ουσίαν νομοθετικό κενό. 3) Με το άρθρο 10 του αυτού νόμου συμπληρώθηκε το άρθρο 139 παρ. 5 (το οποίο, στην αρχική του μορφή, προέβλεπε ότι καταργούνται επιδόματα προβλεπόμενα από άλλες διατάξεις) και προβλέφθηκε ότι εξακολουθούν υφιστάμενα ορισμένα επιδόματα που χορηγούνται σε ιατρούς ΕΚΑΒ και υγειονομικούς σχηματισμούς, οι οποίοι εκτελούν διατεταγμένη υπηρεσία με ειδικά αεροπορικά μέσα για την παροχή Α' Βοηθειών σε ασθενούντα άτομα (κατά τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση η χορήγηση του επιδόματος αυτού "...κρίνεται επιβεβληµένη, λαµβανοµένων υπ' όψη αφενός του είδους και της ποιότητας της παρεχόµενης υπηρεσίας που αφορά το εν λόγω επίδοµα και αφετέρου της επικινδυνότητάς της για τους ιατρούς που την εκτελούν"). 4) Με το άρθρο 97 παρ. 2 του ν. 4583/2018 (Α' 212/18.12.2018), το οποίο εισήχθη προς ψήφιση με τροπολογία (βλ. πρακτικά της Ολομελείας της Βουλής των Ελλήνων, Συν. ΜΑ'- 11.12.2018, σελ. 1699), τροποποιήθηκε η περ. γ' της παρ. 2 του άρθρου 138 και εξομοιώθηκαν (εξ επόψεως ποσοστού υπολογισμού του βασικού μισθού) οι Ιατροί Γενικής Ιατρικής και Βιοπαθολογίας με τους Επιμελητές Β', ενόψει του ότι η διάταξη του άρθρου αυτού στην αρχική της μορφή ουδέν όριζε για τους ως άνω ιατρούς. 5) Με το άρθρο 97 παρ. 3 του αυτού νόμου τροποποιήθηκε το εδάφιο β' της παρ. 2 του άρθρου 139 (το οποίο, στην αρχική του μορφή, προέβλεπε ποιά επιδόματα λαμβάνουν οι ιατροί Δημόσιας Υγείας Ε.Σ.Υ. που υπηρετούν στο ΚΕΔΥ ή στις Δ/νσεις Υγείας των Αποκεντρωμένων Περιφερειών) και ορίσθηκε ότι τα επιδόματα αυτά τα λαμβάνουν όλοι οι ιατροί και οδοντίατροι Δημόσιας Υγείας, προσδόθηκε δε στη ρύθμιση αναδρομική ισχύς, από την έναρξη ισχύος του ν. 4472/2017. 6) Με το άρθρο 10 παρ. 2 του ν. 4613/2019 (Α' 78/24.5.2019) τροποποιήθηκε η παρ. 1Β του άρθρου 139 (η οποία καθορίζει το ύψος του ειδικού επιδόματος ιατροδικαστικής υπηρεσίας για τους ιατροδικαστές) και διπλασιάστηκαν τα αρχικώς προβλεφθέντα ποσά. Όπως προκύπτει δε από τις προπαρασκευαστικές εργασίες ψηφίσεως του τελευταίου αυτού νόμου (βλ. Πρακτικά Ολομελείας της Βουλής των Ελλήνων, συν. ΡΚΣΤ' - 16.5.2019 σελ. 7527), ο τότε Υπουργός Δικαιοσύνης ανέφερε τα εξής: "[...] Νομίζω ότι είναι περιττό να πω τη σημασία του ρόλου των ιατροδικαστών στην απονομή της δικαιοσύνης. Με βάση τον νόμο του 2017, παρότι οι μεικτές αποδοχές παρέμειναν ίδιες, οι πληρωτέες αποδοχές μειώθηκαν. Διορθώνουμε, λοιπόν, αυτήν τη διάταξη του ειδικού μισθολογίου. Επανυπολογίζεται και ουσιαστικά διπλασιάζεται το ειδικό επίδομα ιατροδικαστικής υπηρεσίας [...] πάγιο αίτημα των είκοσι πέντε ιατροδικαστών της χώρας". Με το άρθρο 21 παρ. 1 και 2 που φέρει τον τίτλο "Μισθοδοσία προσωπικού, οικονομική διαχείριση και μεταβίβαση κινητής και ακίνητης περιουσίας" του ν. 4238/2014 "Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.) αλλαγή σκοπού Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α'38), ορίστηκε ότι το πάσης φύσεως ιατρικό/οδοντιατρικό, νοσηλευτικό και λοιπό προσωπικό που μετατάσσεται ή μεταφέρεται, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 17 του παρόντος νόμου, σε θέσεις που συστήνονται για το σκοπό αυτόν, σε κάθε Διοικητική Υγειονομική Περιφέρεια (Δ.Υ.Πε.) σε εφαρμογή της παρ. 4 του άρθρου 17 του ν. 4224/2013 (Α'288), μετά την έκδοση της αναφερόμενης κοινής υπουργικής απόφασης, ως ορίζεται στη διάταξη, μισθοδοτείται από τους Φορείς αυτούς και οι σχετικές πιστώσεις εγγράφονται στους οικείους Κ.Α.Ε. του ειδικού φορέα 210 του προϋπολογισμού του Υπουργείου Υγείας. Για τη μισθοδοσία του προσωπικού αυτού έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 16 του ν. 2592/1998 (Α 57) και του π.δ. 412/1998 (Α'288), όπως ισχύουν. Η εκκαθάριση των τακτικών αποδοχών του ανωτέρω προσωπικού διενεργείται από τις αρμόδιες υπηρεσίες της οικείας Δ.Υ.Πε.. Για τις πρόσθετες αμοιβές, εφημερίες, νυχτερινά και εξαιρέσιμα, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 45 του ν. 4071/2012 (Α'85) (παρ.1). Το ιατρικό/οδοντιατρικό προσωπικό της ανωτέρω παραγράφου 1, μόνιμοι και Ι.Δ.Α.Χ. διατηρεί το σύνολο των τακτικών αποδοχών που λαμβάνουν κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 17 του ν. 4224/2013 (Α'288) και μέχρι την ολοκλήρωση των διαδικασιών αξιολόγησης και κατάταξης αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 του παρόντος. Μετά την ένταξή τους σε θέσεις κλάδου ιατρών/οδοντιάτρων Ε.Σ.Υ. λαμβάνουν τις αποδοχές που προβλέπονται από τις οικείες μισθολογικές διατάξεις (παρ. 2). Κατά συνέπεια, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας ένταξης (κατόπιν αξιολόγησης) σε θέσεις κλάδου ιατρών/οδοντιάτρων του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.), των απασχολουμένων με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που είχαν ήδη μεταταχθεί/μεταφερθεί σε οργανικές θέσεις των κατά τόπους, Διοικήσεων Υγειονομικής Περιφέρειας, οι αποδοχές αυτών καθορίζονται από το ειδικό μισθολόγιο των ιατρών του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.) που προβλέπει η ισχύουσα εκάστοτε νομοθεσία (Ολ. ΑΠ 3/2022, 4/2022). Με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. ΑΠ 5/2022, 2/2019, 6/2019, 7/2006). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 20.2.2019 και αριθ. κατάθ. ΓΑΚ 16838/2019 έφεση της εναγόμενης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας "1ης Διοίκησης Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" (1η Δ.Υ.Π.Ε. ΑΤΤΙΚΗΣ) ως προς τους παριστάμενους αναιρεσιβλήτους, κατά της υπ' αριθ. 2330/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποίαν έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η από 7.6.2018 και αριθ. κατάθ. 54744/1670/7.6.2018 αγωγή των τελευταίων και υποχρεώθηκε η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει σε καθένα από αυτούς- ιατρούς, οι οποίοι εργάζονταν με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, αρχικά στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, στη συνέχεια στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και ακολούθως στην εναγόμενη, μετά τη μετάταξή τους σε αυτή και την ένταξή τους σε θέσεις κλάδου ιατρών του Ε.Σ.Υ., τα χρηματικά ποσά που τους επιδικάστηκαν με αυτή, τα οποία αφορούσαν διαφορές αποδοχών του διαστήματος από 1-1-2017 έως 19-5-2017 και από 19-5-2017 έως 19-10-2018, χωρίς τις περικοπές του Ν. 4093/2012 και την εφαρμογή του Ν. 4472/2017, τις διατάξεις των οποίων έκρινε ανίσχυρες ως αντιβαίνουσες στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 5 και 25 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος. Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε τις εξής παραδοχές, που ενδιαφέρουν τους αναιρετικούς λόγους : "...... Με τον δεύτερο λόγο έφεσης το εκκαλούν αρνείται την αντισυνταγματικότητα του ν. 4093/2012 και του ν. 4472/2017. Ωστόσο, οι κρίσιμες διατάξεις της περιπτ. 27 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με τις οποίες θεσπίστηκαν οι επίδικες μειώσεις των αποδοχών των ιατρών του Ε.Σ.Υ., καθώς και οι διατάξεις της απόφασης οικ. 2/83408/022/14-11-2012 του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, με τις οποίες οι μειώσεις αυτές επιβλήθηκαν αναδρομικώς από 1-8-2012, αντίκεινται στο άρθρο 21 παρ. 3 του Συντάγματος και την απορρέουσα από αυτό αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχειρίσεως των ιατρών του Ε.Σ.Υ., καθώς και προς τις αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη (βλ........). Επίσης, οι επίμαχες ρυθμίσεις του ν. 4472/2017, κατά το μέρος που με αυτές θεσπίζεται το νέο μισθολόγιο των στελεχών των Σωμάτων Ασφαλείας (και για την ταυτότητα του νομικού λόγου και των ιατρών του Ε.Σ.Υ.) αντίκεινται στην αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των στελεχών των Σωμάτων Ασφαλείας (και για την ταυτότητα του νομικού λόγου και των ιατρών του Ε.Σ.Υ.), άρθρα 45, 23 παρ. 2 και 29 παρ. 3 του Συντάγματος και την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παράγρ. 1 του Συντάγματος, βλ.... ). Επομένως, ο ανωτέρω λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και συνεπώς απορριπτέος. Με τον τρίτο λόγο έφεσης το εκκαλούν υπεραμύνεται της αναδρομικότητας του ν. 4472/2017. Όμως οι διατάξεις του νόμου αυτού (ν. 4472/2017) αντίκεινται στις ως άνω συνταγματικές διατάξεις και είναι ανίσχυρες και κατά το μέρος που αυτές ισχύουν αναδρομικά, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2017 έως 19.5.2017, για το οποίο αναβιώνουν οι διατάξεις των άρθρων 50 και 51 του ν. 3205/2003, όπως αυτές ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με τις αντισυνταγματικές διατάξεις του ν. 4472/2017 (άρθρο 160, βλ......). Συνεπώς, ο λόγος αυτός έφεσης κρίνεται αβάσιμος και συνεπώς απορριπτέος. Με τον τέταρτο λόγο έφεσης το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι το άρθρο 30 του ν. 3205/2003 περί χρονοεπιδόματος, έχει καταργηθεί και ότι σε κάθε περίπτωση το αυτό τυγχάνει ανάλογης και όχι ευθείας εφαρμογής στους ιατρούς του Κλάδου Υγείας του Ε.Σ.Υ.. Ωστόσο, το άρθρο 30 του ν. 3205/2003 εξακολουθεί να ισχύει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 159 εδ. α' του ν. 4472/2017 και στην παρ. Α 1 αυτού ορίζεται : "Πέρα από το βασικό μισθό του προηγούμενου άρθρου παρέχονται και τα εξής επιδόματα, παροχές και αποζημιώσεις, κατά μήνα : 1. Χρόνου υπηρεσίας οριζόμενο σε ποσοστό τέσσερα τοις εκατό (4%) με τη συμπλήρωση ενός (1) έτους υπηρεσίας, προσαυξανόμενο στη συνέχεια ανά διετία από τη χορήγηση του ποσοστού αυτού και μέχρι δεκατέσσερις (14) διετίες κατά τέσσερις (4) ποσοστιαίες μονάδες και μέχρι συνολικού ποσοστού εξήντα τοις εκατό (60%). Το επίδομα αυτό υπολογίζεται στο βασικό μισθό που δικαιούται κάθε φορά ο δικαστικός λειτουργός". Συνεπώς το ανωτέρω άρθρο εφαρμόζεται ευθέως και για την παροχή στους ιατρούς του Κλάδου Υγείας του Ε.Σ.Υ. χρονοεπιδόματος που υπολογίζεται με τον ανωτέρω τρόπο επί του βασικού μισθού του δικαστικού λειτουργού και δη του πρωτοδίκη. Επομένως, ο λόγος αυτός έφεσης κρίνεται ως αβάσιμος και συνεπώς απορριπτέος. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε όμοια, έστω και με συνοπτικότερη αιτιολογία, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο.....". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ουδόλως παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου πρώτου παράγρ. Γ υποπαρ.Γ1 αριθ. 27 εδ. α, β και γ του Ν. 4093/2012 και τις πιο πάνω Συνταγματικές διατάξεις και αρχές αναφορικά με τις αποδοχές των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων. Και τούτο διότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, με τα δεδομένα που ίσχυαν κατά το χρόνο δημοσίευσης του Ν. 4093/2012, οι συγκεκριμένες μειώσεις των αποδοχών των ιατρών του ΕΣΥ, και εν προκειμένω των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες επήλθαν με το νόμο αυτό αποκλειστικά με βάση το καθαρώς αριθμητικό κριτήριο, συνυπολογιζόμενες με την πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας, τις προηγούμενες μειώσεις που, κατά τα ανωτέρω, επιβλήθηκαν διαδοχικώς επί των πάσης φύσεως επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών τους (ν. 3833/2010 μείωση κατά 12% και ν. 3845/2010 μείωση κατά 8% του επιδόματος νοσοκομειακής απασχόλησης, της πάγιας αποζημίωσης για συμμετοχή σε σεμινάρια και του επιδόματος θέσεως ευθύνης, ν. 4002/2011 μείωση κατά 20% του επιδόματος νοσοκομειακής απασχόλησης, ν. 4052/2012 μείωση του συντελεστή βάσει του οποίου υπολογίζεται το ωρομίσθιο των εφημεριών από 0,0059 σε 0,0052 επί του βασικού μισθού και μείωση του μηνιαίου ποσού που καταβάλλεται ως αποζημίωση εφημεριών στους Διευθυντές που υπηρετούν σε Νοσοκομεία της Α' Ζώνης από 55% σε 49% του εκάστοτε ισχύοντος βασικού μισθού του Διευθυντή Ε.Σ.Υ.), καθώς και με άλλες μειώσεις του εισοδήματος των ιατρών με παράπλευρα νομοθετήματα της περιόδου της κρίσεως (επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης με το άρθρο 29 του ν. 3986/2011, επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας με το άρθρο 38 παρ. 2 περ. α' του ν. 3986/2011, επιβολή ειδικής εισφοράς υπέρ του Τ.Π.Δ.Υ. με το άρθρο 38 παρ. 2 περ. β' του ν. 3986/2011 και αλλεπάλληλες φορολογικές επιβαρύνσεις), αντίκεινται προς τις ρυθμίσεις των συνταγματικών διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 5 και 25 παρ. 4 και υπερβαίνουν, λόγω του σωρευτικού τους αποτελέσματος και της εκτάσεώς τους, το όριο που θέτουν οι απορρέουσες από αυτές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη, δεδομένης άλλωστε και της χρονίζουσας αδυναμίας προωθήσεως των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και της εισπράξεως των ληξιπρόθεσμων φορολογικών οφειλών που απετέλεσαν, κατά τα προεκτεθέντα, έναν από τους λόγους για τους οποίους κρίθηκαν και πάλι αναγκαίες, μεταξύ άλλων, οι νέες μειώσεις στις αποδοχές των ιατρών του Ε.Σ.Υ. (Ολ. ΑΠ 4/2022, 3/2022, Oλ. Σ.Τ.Ε 431/2018, Ολ. Ελ. Συν. 7412/2015 Ολομ.). Άλλωστε δε συντρέχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος προς δικαιολόγηση των επίμαχων περικοπών του Ν. 4093/2012, καθόσον η ανάγκη της επίτευξης των στόχων του μεσοπρόθεσμου προγράμματος, η εκπλήρωση, δηλαδή, των προϋποθέσεων που τίθενται, υπό μορφή προαπαιτούμενων, για τη συνέχιση της χρηματοδότησης του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής της χώρας, αν και δικαιολογούν καταρχήν τη λήψη μέτρων περιστολής των δημοσίων δαπανών, περιοριζόμενοι στην ανάγκη μείωσης του μισθολογικού κόστους του προσωπικού του Δημοσίου για την κάλυψη τμήματος του δημοσιονομικού κενού του προγράμματος προσαρμογής, το οποίο προέκυψε, κυρίως, λόγω της αποτυχίας είσπραξης των προβλεπόμενων φορολογικών εσόδων και των ανείσπρακτων οφειλών παρελθόντων ετών και της αδυναμίας προώθησης των διαρθρωτικού χαρακτήρα μεταρρυθμίσεων του προγράμματος προσαρμογής, δεν αρκούν για να καταστήσουν συνταγματικά ανεκτές τις συγκεκριμένες περικοπές. Και τούτο διότι, ανεξαρτήτως του ότι το δημόσιο συμφέρον, για την εξυπηρέτηση του οποίου επιβλήθηκαν οι νέες μειώσεις, δεν ήταν τόσο έντονο όσο εκείνο που δικαιολογούσε την υιοθέτηση των αρχικών μέτρων των νόμων 3833/2010 και 3845/2012, που ελήφθησαν, κατά τις διαπιστώσεις του νομοθέτη, προ του κινδύνου άμεσης χρεωκοπίας και εξόδου της χώρας από την ευρωζώνη, οι επίμαχες περικοπές συνιστούν μέτρα που λαμβάνονται μεν για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, επιβαρύνουν, όμως, και πάλι, κατά παράβαση της κατ' άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος υποχρέωσης όλων των πολιτών για εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, την ίδια κατηγορία πολιτών. Επιπλέον, οι περικοπές αυτές δεν μπορούν να δικαιολογηθούν ούτε εκ του λόγου ότι αποτελούν τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής που περιέχει δέσμη μέτρων για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών, προϋπόθεση, η οποία αποτελεί αναγκαίο όχι όμως και επαρκή όρο για τη συνταγματικότητα των εν λόγω περικοπών. Επίσης, η συνταγματικότητα των μέτρων αυτών δεν μπορεί να στηριχθεί ούτε στη μεγαλύτερη της αναμενόμενης ύφεση της ελληνικής οικονομίας, η οποία κατέστησε μεν επιβεβλημένη τη λήψη νέων μέτρων, όχι όμως και αναγκαίως την εκ νέου περιστολή του μισθολογικού κόστους του Δημοσίου, ούτε στην αυξημένη αποτελεσματικότητα των εν λόγω μέτρων, η οποία, ωστόσο, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την κατ' επανάληψη επιβάρυνση των ίδιων προσώπων. Τέλος η 2012/211/ΕΕ απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως της 13-3-2012, με την οποία προβλέφθηκε "μείωση κατά 12% κατά μέσο όρο των ειδικών μισθών του δημόσιου τομέα για τους οποίους δεν ισχύει το νέο μισθολόγιο", δεν έχει πάντως την έννοια ότι απαλλάσσει τον εθνικό νομοθέτη, κατά την άσκηση της εθνικής δημοσιονομικής πολιτικής στο πλαίσιο εκπληρώσεως των διεθνών υποχρεώσεων της Χώρας, από την τήρηση των προαναφερόμενων συνταγματικών διατάξεων και αρχών (Ολ. ΣτΕ 4741/2014., 2192/2014, Ολ. ΕΣ 4327/2014). Επομένως ο πρώτος λόγος της ένδικης αίτησης, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση της από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειας, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με το να κρίνει πως οι διατάξεις της περίπτωσης 27 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με τις οποίες μειώθηκαν οι αποδοχές των εν ενεργεία ιατρών του Ε.Σ.Υ. και μάλιστα αναδρομικά από 1-8-2012, αντίκεινται προς τις συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 5, 21 παρ. 3 και 25 παρ. 4 του Συντάγματος και καθίστανται ως εκ τούτου ανίσχυρες, παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τον ίδιο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, καθώς και με τον δεύτερο λόγο της αίτησης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του από τον αρ. 1 και όχι τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (δεδομένου ότι δι' αυτού δεν βάλλονται οι ουσιαστικές παραδοχές της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού του δικαστηρίου της ουσίας) το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι το Εφετείο εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 138 επ. του ν. 4472/2017, κρίνοντας ότι αυτές είναι αντίθετες με τις διατάξεις των άρθρων 45, 23 παρ. 2, 25 παρ. 1 και 29 του Συντάγματος. Ωστόσο, οι ως άνω λόγοι αναίρεσης, το μεν δημιουργούν ζήτημα εξαιρετικής σημασίας και δη αν με το νέο μισθολόγιο, που καθιερώνεται με τις διατάξεις του ν. 4472/2017, παραβιάζεται η αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχειρίσεως των ιατρών του Ε.Σ.Υ., που απορρέει από τις ως άνω διατάξεις, ενόψει της σημασίας του λειτουργήματος των ιατρών του Ε.Σ.Υ., τον μεγαλύτερο χρόνο γενικής εκπαιδεύσεως αυτών σε σχέση προς άλλους επιστήμονες, την πολυετή μεταπανεπιστημιακή τους εκπαίδευση για ειδίκευση, αλλά και την ανάγκη για διαρκή εκπαίδευση στην επιστήμη τους, τις ιδιαίτερες συνθήκες άσκησης των καθηκόντων τους και ευθύνες που απορρέουν απ' αυτά, τον χρόνο και την ένταση της απασχολήσεώς τους, της επικινδυνότητας του επαγγέλματός τους κλπ, διότι η περί τούτου κρίση αφορά όχι μόνο τους αναιρεσίβλητους, αλλά μεγάλο αριθμό ιατρών που απασχολούνται με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου σε φορείς παροχής υπηρεσιών υγείας, όπως είναι οι Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών όλης της χώρας, όπου έχουν ανακύψει αντίστοιχες διαφορές, πολλές των οποίων εκκρεμούν στα δικαστήρια της ουσίας, το δε διότι ανακύπτει ζήτημα συμβατότητας προς το Σύνταγμα των πιο πάνω διατάξεων των άρθρων 138 επ. και 162 του ν. 4472/2017, με την οποία νομοθετήθηκαν οι αποδοχές των ιατρών, καθώς και η αναδρομικότητα του εν λόγω νόμου και ειδικότερα της συμβατότητας αυτών με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 5 και 25 παρ. 4 του Συντάγματος, καθώς και προς τις αρχές της ισότητας στα δημόσια βάρη και της αναλογικότητας, λόγω μάλιστα και της διαμορφωθείσας υπέρ της άποψης της αντισυνταγματικότητας των διατάξεων αυτών της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΟλΣτΕ 1408/2022). Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει οι από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος, κατά το δεύτερο αυτού σκέλος, και δεύτερος λόγοι της αίτησης, κατά την ομόφωνη γνώμη των μελών του Δικαστηρίου τούτου, να παραπεμφθούν κατά τα άρθρα 563 παρ. 2 εδ. β' Κ.Πολ.Δ. και 23 παρ. 2 εδ γ' , δ' του οργανισμού των Δικαστηρίων (Ν. 1756/1988) στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου προκειμένου να κριθεί το νομικό αυτό ζήτημα που ανέκυψε, αν δηλαδή είναι συνταγματικές οι ως άνω διατάξεις. Κατά τα λοιπά ως προς τον πρώτο ως άνω λόγο, κατά το τρίτο σκέλος του, με τον οποίον αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναφορικά με τις παραδοχές του Εφετείου ότι στην προκειμένη περίπτωση συντρέχει η εφαρμογή του άρθρου 30 του ν. 3205/2003, σύμφωνα με το άρθρο 159 του ν. 4472/2017 περί χορήγησης επιδόματος προϋπηρεσίας (χρονοεπιδόματος), το Δικαστήριο επιφυλάσσεται να κρίνει το λόγο αυτό μετά την έκδοση απόφασης από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ το χωρισμό της υπόθεσης, όσον αφορά τους 7ο Μ. Ε., 51η Π. Α. και 57ο Ε. Α. Α. των αναιρεσίβλητων. ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τους αναιρεσίβλητους αυτούς ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21.9.2020 και αριθ. κατάθ. 7355/874/30.9.2020 αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 1514/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους 2η Σ.- Μ. Ε. και 4ο αναιρεσίβλητο Α. Ζ. των αναιρεσιβλήτων. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τον πρώτο, κατά το πρώτο αυτού σκέλος, λόγο αναίρεσης της με αριθ. 1514/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τους αναφερόμενους στο σκεπτικό της παρούσας πρώτο, κατά το δεύτερο αυτού σκέλος, και δεύτερο λόγους της αίτησης κατά της ιδίας ως άνω με αριθ. 1514/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2022. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Μαρτίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ